Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Τα άχυρα και ο λύχνος.

Αυτό το λυχνάρι μου κράταγε συντροφιά, όταν ονειρευόμουν
Το πεπρωμένο μιας ζωής γράφτηκε πάνω στ' άχυρα στο φως του λύχνου.

Βρέχει, μια βροχή σιγανή μονότονη που σου δίνει στα νεύρα.
Το σπίτι κλειστό, ο αέρας μυρίζει μούχλα, σκας, θες να βγεις, που να πας όμως;
Πέρασε πλέον ο καιρός που η βροχή σε συντρόφευε καθώς ακουγόταν στα κεραμίδια κι εσύ έβρισκες τον παράδεισο κάτω απ τα σκεπάσματα χωμένος σε γυναικεία αγκαλιά.
Σήμερα πάει πλέον το πουλί πέταξε, με το ζόρι κάθεσαι στον καναπέ, ανοίγεις τηλεόραση, τη βαριέσαι, ψάχνεις με το τηλέφωνο κάνα γνωστό, όλοι τους έχουν τα ίδια προβλήματα με εσένα. Ανοίγεις την εφημερίδα, διαβάζεις τις επικεφαλίδες, σιχαίνεσαι τα εμφατικά ψέματα, σου λείπει η αυτοσυγκέντρωση. Την πετάς στο πάτωμα. Ψάχνεις για μια ανοιχτή καρδιά, έλα όμως που όλες είναι πιασμένες, δεν σε θέλουν τι να σε κάνουν, μετά αρχίζει να πονά το ένα και το άλλο, σου λένε να πας σε γιατρό, το αναβάλεις για αύριο, ξέρεις η αναβολή σου δίνει και μια ελπίδα ίσως νάνε κάτι απλό θα περάσει και περιμένεις για ένα αύριο που ποτέ δεν έρχεται.
Μα κι αυτός ο καναπές το ίδιο χρώμα μέρα νύχτα, κάθεσαι και γίνεσαι αόρατος.
Μπαίνουν βγαίνουν δεν σε βλέπουν, ή κάνουν πως δεν σε βλέπουν. Κοιτάς τον εαυτόν σου, απίστευτο και όμως αληθινό, ρωτάς την κομπανιέρα κι αυτή δεν έχει θάρρος να σου δώσει, τι να σου πει, τα έχει πει όλα;
Ακουμπάς στο παραθύρι κοιτάζοντας τη βροχή, κλείνεις τα μάτια σου, θυμάσαι που κάποτε η βροχή ακουγόταν στα κεραμίδια, αυτή που σε νανούριζε ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα σου. Θυμάσαι τα πολύχρωμα όνειρα, αυτά που τρεμόσβηναν στο φως του λύχνου, καθώς η φλογίτσα του χόρευε στον ρυθμικό τόνο της αναπνοής του αέρα, αυτής που περνούσε απ’ τη γρίλια του σκεβρωμένου παράθυρου. Θυμάσαι την παιδική αθωότητα, τη ζεστή θαλπωρή του μαγκαλιού και τα παραμύθια της γιαγιάς γεμάτα με νεράιδες και χάριτες. Θυμάσαι τη μονότονη λαλιά του γκιώνη, τα αλυχτίσματα των σκύλων, θυμάσαι τον φόβο που είχες για τα στοιχειωμένα έρημα σπίτια.
Ονειρευόσουν, να έχεις μια μέρα στρώμα από πούπουλα, να έχεις φως ηλεκτρικό, να έχεις ψυγείο, νερό τρεχούμενο, καλοριφέρ, να έχεις ραδιόφωνο, να δοκιμάσεις ξωτικά φαγητά τότε θα ήσουν ευτυχισμένος, κι όταν κάποτε σε ρώτησαν μικρός τι θες να γίνει όταν μεγαλώσεις, μα σοφέρ απάντησες, εντυπωσιασμένος από τους ανθρώπους που έτρεχαν με ρόδες οδηγώντας τα φορτάκια, αντί να πηγαίνουν με τα πόδια. Έτσι ήταν τα όνειρα, αυτά που γεννιόταν πάνω στο αχυρένιο στρώμα, νόμιζες ότι αν αποκτούσες όλα αυτά θα ζούσες στον παράδεισο
. Όχι, για γυναίκα ποτέ δεν το είχες σκεφθεί, ήταν μια αθώα εποχή, η του στρώματος με τ’ άχερα. Έ! όμως ήρθε κι αυτή, η φωλιά έγινε ζεστή, μέχρι που όλα άρχισαν να γίνονται ρουτίνα πάλι σαν την βροχή, άχρωμη ανάλατη, ο καναπές άδειος, μέχρι που ξανά επιθυμείς να γυρίσεις στην εποχή του αχυρένιου στρώματος, αλλά κι αυτό πετάχτηκε στα σκουπίδια, το μόνο που επιζεί το λυχνάρι, αλλά χωρίς φυτίλι.
Αλήθεια, τι μυστήριο που είναι η ζωή;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Εντυπώσεις από το Ιόνιο,

Η Σπηλιά Παπανικολή Αγία Ευφημία, Πύλαρος Κεφαλονιά
Κολύμπι στον Σκορπιό
Σκορπιός, Κολύμπι

Αυτό που είναι ελεύθερο στην πατρίδα μας, είναι αυτό που πάμε για να βρούμε, να απολαύσουμε, αυτό που τόσο μας λείπει εδώ στα ξένα, το φως, ο ήλιος και η θάλασσα.
Περπατώντας το σούρουπο στο λιμανάκι της Αγίας Ευφημίας Πυλάρου Κεφαλληνίας περιεργαζόμουν τα διάφορα ιστιοφόρα, ‘κότερα’ μάλλον κοίταζα τις πολύχρωμες σημαίες του νηολογίου τους, προσπαθώντας να βρω σε πιο μέρος της υφηλίου υπήρχαν αυτά τα κρατίδια, έ δεν χωρά αμφιβολία ότι είναι παράδεισος αυτών που δεν πληρώνουν φόρους. Μα και τι όμορφες σημαίες, κίτρινες και μπλε, άλλες με το σταυρό της Μάλτας στη μέση, μα και κάτι ονόματα, Άγιος Βικέντιος, νησιά των Καϋμάν, και Κάϊκος, κι άλλα πολλά.
Δεν χόρταινε το μάτι μου.
Εκεί παράμερα στην άκρη του μόλου ήταν αραγμένο κι ένα Ελληνικό, όχι ιστιοφόρο αλλά να κάτι σαν εκδρομικό. Και είχε ένα όνομα που σε έκανε περήφανο, «Παλάτι του Ίκαρου» αλλά δυστυχώς ήταν στην Αγγλική γλώσσα, Ikaros Palace. Μάλιστα μια πινακίδα έγραφε εκδρομές μαζί με άλλα ονόματα και στον Σκορπιό, Νησί του Ωνάση.

Πήγα ρώτησα, μου άρεσε η ιδέα, το είπα και στην οικογένεια και μια και δυο βρεθήκαμε στο κατάστρωμα, μια παρέα από 6 άτομα. Σε λιγάκι το βαποράκι γέμισε τουρίστες, αγγλική ήταν η γλώσσα του τόπου, δηλαδή η γλώσσα που μίλαγαν απ’ το μεγάφωνο. Μας εξηγούσαν στο κάθε νησάκι που περνούσαμε, μας πήγαν στο Μεγανήσι στη σπηλιά του Παπανικολή εκεί όπου το υποβρύχιο με το ίδιο όνομα κρυβόταν κατά τον Β! παγκόσμιο πόλεμο κι έβγαινε μόνο όταν περνούσαν εχθρικά καράβια, για να τορπιλίσει.
Σταματήσαμε πάλι στο Μεγανήσι, ανεβήκαμε στο Σπαρτοχώρι, μα θα ήταν και 100 σκαλιά, Με την ψυχή στο στόμα, λαχάνιαζα, αλλά έλα όμως που η παρέα πήγαινε μπροστά.
Πίσω στο καραβάκι μας έλεγαν για τα δίπλα νησάκια ότι τα έχουν αγοράσει διάφοροι μεγιστάνες, όλα καταπράσινα. Να που υπάρχει κι ένα αρχιπέλαγος εδώ δίπλα μου κι εγώ αρμένιζα να τα βρω στην καραϊβική μονολογούσα.
Μετά μας έπλεξαν την Ιστορία του Ωνάση από εκεί που ξεκίνησε, μέχρι την κατάληξή του στον Σκορπιό, μας είπαν πολλά για την αγάπη του τη Μαρία Κάλας, λιγότερα για την Ζακελήν.

Τα βαποράκι πήγε σιγά, σιγά κι άραξε, σε έναν κολπίσκο, στο βάθος φαινόταν τα τρία σπίτια του Ωνάση, έμοιαζαν σα να μας παρακολουθούσαν, αυτό με τα τζάκια του ιδίου, τα άλλα δυο αν κατάλαβα καλά της Μαρίας Κάλλας και της Ζακελήν. Το Βαποράκι μας ακούμπησε την πλώρη του στην άμμο, με το μεγάφωνο είπαν, ελεύθεροι να βουτήξετε όλοι στη θάλασσα από την πρύμη για κολύμπι, ουρά οι επιβάτες βούτηξαν και κολύμπησαν γύρω απ το βαπόρι, σκέφτηκα ήταν το ίδιο μέρος όπου κάποτε κολυμπούσαν η τέως πρώην κυρία των ΗΠΑ, η Μαρία Κάλας, όλοι οι κροίσοι του χρήματος μα και της πολιτικής. Ίσως στο νερό να έχουν κατακάτσει κάποια υπολείμματα έτσι ας πούμε του DNA αυτών που φιγουράριζαν κάποτε στα πρωτοσέλιδα των τότε εφημερίδων
.
Όχι δεν πατήσαμε στην στεριά.
Μετά μας έδειξαν το οικογενειακό κοιμητήριό τους, ένα κάποιο εκκλησάκι, τον μόλο όπου έδενε το Χριστίνα, το κτίριο της ηλεκτρικής, μία άκρα απόλυτη σιγή επικρατούσε. Ένιωθες σα να ήσουν σε ένα τοπίο όπου βασίλευε η αιωνιότητα, Σκεπτόμενος το διάβα της ζωής καταλάβαινες ότι όλοι εμείς οι θνητοί παίρνουμε την ίδια βάρκα, αυτή που πλέει τον Αχέροντα, εκεί όπου υπάρχει η ισότητα, αυτή που τη χάλαγε το τιτίβισμα των επιβατών και οι εξηγήσεις για κάθε τι από το μεγάφωνο, κι αυτό βεβαίως στην Αγγλική, με υπότιτλους στα Ελληνικά. Πρέπει να πω ότι οι εκδρομείς ήταν ως επί το πλείστων ξένοι κατά 95%.
Αναχωρώντας από τον Σκορπιό για το Νυδρί Λευκάδας Κάναμε έναν κύκλο γύρω απ’ το Μαδούρι το νησί του Α. Βαλαωρίτη, μας έδειξαν την έπαυλή του.
Το Νυδρί ένα ωραιότατο λιμάνι, και πράμα παράξενο αν και είναι κοντά στην Κεφαλονιά είχε την δική του χαρακτηριστική προσωπικότητα, με το άγαλμα του Ωνάση να δεσπόζει στο κέντρο, σα να ήταν αιώνιος περιπατητής, με το ένα χέρι να κρατά το σακάκι του στον ώμο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Διακοπές στην Πύλαρο 2010:



Στο χωριό εκεί ψηλά στους πρόποδες του βουνού της Αγίας Δυνατής.
Κάθε μέρα με τη ζέστη τα τζιτζίκια μας κάνανε παρέα, το βραδάκι ένας άνεμος βορειοδυτικός Μαΐστρος που μας δρόσιζε, βάζαμε μια ψιλή κουβέρτα, για να μην κρυώνουμε!
Η θάλασσα του Μύρτου πάντα κυματώδεις γαλαζοπράσινη, χωρίς σκιά μόνο αυτή η αγοραστή σκιά της ομπρέλας, έπρεπε να ξέρεις καλά μπάνιο, και ο ήλιος σε έψηνε. Έλα όμως που είχε και πολλά γυμνόστηθα κορμιά, δηλαδή χόρταινε το μάτι σου να βλέπεις, νόρδικα καλλίγραμμα γυμνά, λες και τα έπλασε ένας μοντέρνος Πραξιτέλης. Κοίταζα και το δικό μου και θυμόμουν την εποχή που μου μάθαιναν το ποίημα: (Ξέρεις την χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, που κοκκινίζει η σταφυλή και θάλλει η ελαία; Ω! δεν την αγνοεί κανείς είναι η γης η Ελληνής.) Άρα πόσα χρόνια να πέρασαν; Νομίζω ότι ήταν χθες, τόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, μα γιατί;

Προσπάθησα να βρω τη συνέχιση αυτών που κάποτε αφήσαμε πίσω μας. Τίποτα το χάος, άλλαξε ο κόσμος, μα φυσικό είναι, δεν έχω την απαίτηση να είναι τα ίδια όπως τ’ άφησα, αφού ούτε κι εγώ δεν είμαι ο ίδιος, άλλαξε όμως η νοοτροπία, ακόμα και η γλώσσα μας, η Αγγλική εισχώρησε για καλά ακόμα και στις τηλεοπτικές νουβέλες, στις ειδήσεις, προσπαθούσα να καταλάβω αν εμείς στα ξένα που διαφυλάξαμε τη γλώσσα μας ατόφια, σαν σημείο ταυτότητάς μας, μήπως σφάλαμε; Αλλά πάλι λέω άστα για αύριο, ε λοιπόν είναι αυτό το αύριο που ξεχνά, που ποτέ δεν έρχεται, πάντα είναι σήμερα. Αλλά διακοπές είναι αυτές απολαμβάνουμε τον ήλιο τη θάλασσα. Έστω αν και η νέα γενιά όταν μιλάμε μας κοιτά σα να προερχόμαστε από άλλον πλανήτη, κάτι σαν εξωγήινοι, ή σα να ξεφυτρώσαμε απ το Twilight zone. Τότε πρέπει να συμμορφωθώ με τα σημερινά δεδομένα, έλα όμως που δεν αντέχει ούτε ο νους ούτε το κορμί. Έτσι πήγαινα στα πετραδάκια της Αγίας Ευφημίας εκεί πάφλαζα με τη θάλασσα εκεί όπου δεν υπάρχει κύμα και προσπαθούσα να πίσω τον εαυτόν μου, ότι πάει πια πέταξε το πουλί, αλλά έλα όμως που δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Τέλος πάντων τι σου είναι η ζωή; Ένα αίνιγμα, λαχταράς, τρέχεις να πιάσεις αυτό που δεν μπορείς, να σταματήσεις το χρόνο σου.

Κάποτε αυτός ήταν ο κόσμος μου, η γη ολόκληρη, η υδρόγειος σφαίρα, μέσα από την θάλασσα ανέτειλε ο ήλιος μου, από την νότια οροσειρά πήγαινε για ύπνο μικρός σημάδευα το μονοπάτι του ήλιου, έτσι μπορούσα να υπολογίσω την ώρα, ακόμα και σήμερα για να υπολογίσω τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα στέκομαι νοερώς στο μέρος που γεννήθηκα κοιτώ την ανατολή, και φωνάζω μπροστά μου έχω την ανατολή και πίσω μου τη δύση, δεξιά μου έχω το νοτιά κι αριστερά μου το βορά.
Είναι κι αυτό το του τόπου μας, μια κληρονομιά που έρχεται μαζί με το πρωτάνοιγμα των ματιών και μας συντροφεύει έως το κλείσιμο των ματιών. Παράξενος ο κύκλος της ζωής υπακούει στην φθορά του χρόνου, άρα ποιος να είναι ο δημιουργός της; Όσο και να αντιστέκεται το πνεύμα, ο χρόνος πάντα βγαίνει νικητής.
Κάπου διάβασα ότι το όνομα Πύλαρος προέρχεται από την λέξη Πύλη, μια που η Πύλαρος είναι ένα μικρό λεκανοπέδιο, από δυτικά έχει τη θαλάσσια Πύλη του Μύρτου, από ανατολικά την θαλάσσια Πύλη της Αγίας Ευφημίας, βορρά και νότο την κλείνουν τα δυο βουνά το Καλόν Όρος και η Αγία Δυνατή.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη