Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Η Σύνδεση

Φιλονικούσαν δυο σχολιαστές πάνω σε ξένη ιστοσελίδα, ξάφνου πετιέται ένας τρίτος και τους γράφει, ρε σεις δεν πάτε να ανοίξετε δικό σας μπλογκ έτσι θα διαβάζεται μόνοι σας τα δικά σας γραπτά και θα χαιρόσαστε θα ικανοποιείτε το εγώ σας, αντί να μας γεμίζεται με ανοησίες;
Ομολογώ εντυπωσιάστηκα, η αλήθεια είναι ότι το μπλογκ σου δίνει την ελευθερία να εκφραστείς, όπως εσύ νομίζεις καλύτερα.

Η πρωτοτυπία του θέματος παίζει πρωταρχικό ρόλο, κάτι που να μην είναι κοινό, έτσι λοιπόν ψάχνω στο μυαλό μου να γράψω κάτι το ασυνήθιστο.
Βάζω μπροστά τη μηχανή των αναμνήσεων, είναι λίγο σκουριασμένη αλλά υπάρχει μια διαφορά, η μηχανή αυτή είναι δική μου, δηλαδή μέσα σε αυτή ενηλικιώθηκα, οπότε μου ανήκουν όλα τα Copyright.

Μια πλατεία με φοίνικες και παγκάκια, μπροστά από μια μεγάλη εκκλησία, εκεί είχαμε βγει παρέα με το φίλο μου, τον Jose Dueña. Είμαστε ναυτικοί πλήρωμα από το ίδιο βαπόρι κάναμε βόλτες στην πλατεία Cienfuegos Cuba. Ξάφνου παρουσιάστηκε μια πιτσιρίκα, χαιρέτισε, ο Χοσέ μου λέει κάνε της παρέα αν θέλεις εγώ πάω σπίτι μου. Ήταν από εκείνα τα μέρη. Με τα στάνταρ της Κούβας τίποτα το παράξενο, κάναμε βόλτες, πήγαμε για ένα ποτό, για καφέ, μετά μου έσκασε το παραμύθι.
Ξέρεις μου λέει θα περάσουμε τη νύχτα μαζί αλλά έχω ένα πρόβλημα, ζω με την μάνα μου, αυτή με περιμένει να γυρίσω, με ψώνια, λοιπόν δώσε μου10 δολάρια να της τα δώσω ώστε να πάει μόνη της στην αγορά και περίμενέ με να γυρίσω θα περάσουμε τη νύχτα αγκαλιά. Κοίταξα την εκκλησία απέναντί μας, κοίταξα και τα αγάλματα, σαν καλός χριστιανός την πίστεψα! Ένα ακόμη μάθημα, το ρήμα περιμένω έμεινε μια κουκίδα, που σα διάττοντας αστέρας χάθηκε στο άπειρο της ζωής.

Ένα μικρό λιμανάκι στην Κούβα Isabela de Sagua, ναυτικοί εμείς ψάχναμε για διασκέδαση, κάποιος μας είπε έχει χορό ο δήμος, γιατί δεν πάτε κι εσείς, όλοι οι Κουβανοί φορώντας γουαγιαβέρας καθισμένοι στην βεράντα στις καρέκλες τους αυτές που δεν έχουν πόδια αλλά δυο καμπύλες και κουνιόταν σα να νανουρίζουν μωρά, μέσα στην αίθουσα ορχήστρα και χορός. Στα σκαλοπάτια της βεράντας μας σταμάτησαν, όχι μας είπαν απαγορεύονται οι ναυτικοί. Θυμώσαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε στο εσωτερικό της Κούβας μια πόλη Sagua La Ggrande, εδώ κάπως άλλαζε ο κόσμος, όχι δεν υπήρχε διασκέδαση έπρεπε να το πάρουμε απόφαση θα γυρίζαμε στο βαπόρι, όπως φύγαμε, εν τέλει κάτι βρέθηκε, εκεί στη σκοτεινιά, στη λάσπη ασυνήθιστοι οι ντόπιοι από ναυτικούς έχασα τα λεφτά από την τσέπη μου.

Νέα Υόρκη, ξέμπαρκοι ναυτικοί, γυρίζαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, δεν ήταν εύκολο να σου ανοίξουν τις πόρτες τους οι εδώ ομογενείς. Κάτω στην 8η λεωφόρο τα καμπαρέ το Βρετάνια το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί Κήποι, κάθε γωνία και μπαρ, αλητεύαμε, πηγαίνοντας να ακούσουμε το «Ο χάρος την πόρτα μου χτυπά χτύπα κι εσύ καμπάνα…» και να δούμε χορεύτριες του χορού της κοιλιάς αυτές που τους έβαζες τα δολάρια στη ζώνη.
Μέχρι που να βρούμε κάποιον να μας συστήσει στο σύστημα δηλαδή το πώς να βρεις φιλενάδα, να μην μας φοβάται, δηλαδή να μας παρουσιάσει σαν τίμιους, νοήμονες ναυτικούς εδώ στη Νέα Υόρκη πέρναγε ο καιρός και θα έπρεπε να φύγουμε, αν όμως γνωρίζαμε την πρώτη οι άλλες ερχόταν αλυσίδα…

Τώρα πολλές φορές περπατώ τα βράδια στα μοναχικά δρομάκια της γειτονιάς μου, εδώ στο Μπρονξ, αναπνέω ελεύθερα, σαν αναλαμπές έρχονται στο μυαλό μου οι παλιές μου περιπέτειες, ξαναβρίσκω την σύνδεση του τότε με το σήμερα, πάνω στον ίδιον τον εαυτόν μου. Είναι αυτές όπου με έπλασαν, θυμώνω με την σημερινή κατάσταση μου, μου φαίνεται ότι έχω χάσει κομμάτι του εαυτού μου, αισθάνομαι αδύναμος να γυρίσω πίσω, απίστευτο κι όμως είναι αυτή η αδυναμία μου που με ηρεμεί, την χρησιμοποιώ σαν γέφυρα που ενώνει το χθες με το σήμερα, το τότε με το τώρα, έτσι εξακολουθώ να απολαμβάνω τη ζωή, σε μια ουτοπία ότι τίποτα δεν άλλαξε!

Γαβριήλ
Παναγιωσούλης







Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Αυτό που δεν Χάνεται...




Παππούς, Γιαγιά, Εγγόνια

Η Νέα Υόρκη είναι ένα χωνευτήρι, όπου όμως σου επιτρέπει να κρατάς τα δικά σου πατροπαράδοτα έθιμα, Θρησκεία γλώσσα εορτές και επετείους.
Εμείς οι μετανάστες, ή ας πούμε οι διαμένοντες από χρόνια στο εξωτερικό κατορθώσαμε να επιβιώσουμε και να μεταφέρουμε τις παραδόσεις μας, τη γλώσσα μας, όχι μόνο στα παιδιά μας αλλά και στα εγγόνια μας άλλο τόσο και η ελληνικότητα, η ελληνική παιδεία, τα ελληνικά γράμματα, δεν θα χαθούν αλλά θα επιβιώνουν έστω κι αν τα ελληνικά τους όταν μιλούν έχουν μια κάποια προφορά.
Μια εγγονούλα μου η Κλεοπάτρα βάφτισε ένα κοριτσάκι χθες Κυριακή στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, στο Μπρονξ όπου κατοικούμε από όπου και οι φωτογραφίες….
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Η Πρώτη Φορά!

Σε ένα πέτρινο δάσος, εκεί που ανθίζουν τα τριαντάφυλλα, οι μαργαρίτες, τα βελούδα, ανάμεσα στις ντάλιες, τους βασιλικούς, τις ανθισμένες μυγδαλιές, τις παπαρούνες, μέσα στ’ αγριολούλουδα μιας εποχής γεννήθηκε η πρώτη αναπνοή, το πρώτο φως, τα πρώτα βήματα, η στοργή και η μητρική αγάπη, η οικογενειακή θαλπωρή, εκεί γεννήθηκε ο ήλιος, γεννήθηκαν το φεγγάρι και τ’ άστρα, η νύχτα και η μέρα, γεννήθηκαν τα βουνά, η θάλασσα, οι πρώτες συλλαβές, οι πρώτες λέξεις οι πρώτες κουβέντες, οι πρώτες φοβίες, τα πρώτα πιστεύω. Το υπάρχω του Θεού και εκκλησίας, ο παπάς και η λειτουργίες, οι αμαρτίες και οι σαρακοστές. Γεννήθηκε το σχολείο, η γλώσσα και η πατρίδα, γεννήθηκαν τα βουνά και οι ορίζοντες, τα σημάδια στον ορίζοντα με τα συννεφάκια να αιωρούνται στο άπειρον ώστε να προβλέπουμε τον καιρό της επομένης μέρας. Γεννήθηκαν τα γιατροσόφια για τις διάφορες ανημποριές, οι γεύσεις και η νοστιμιά των φαγητών, γεννήθηκαν τόσα πολλά και όλα για πρώτη φορά, το μόνο που δεν πρόλαβε να γεννηθεί ήταν η αγάπη, ο έρωτας.
Αυτά τ' άφησαν στη μητέρα θάλασσα να τα διδάξει, λες και είχε την πείρα της θεάς Αφροδίτης, αν ποτέ! Η Θεά όμως ήταν κρυμμένη στης Κύπρου τις ακρογιαλιές .

Η θάλασσα μας έφερε επαφή σε κόσμους φανταστικούς, κόσμους ελκυστικούς, σε κόσμους που τα πρωτεία τα κατείχε η ύλη και σάρκα, που έψαχναν για κατανάλωση, όπου το κάθε όνειρό σου η κάθε σου λαχτάρα ικανοποιούταν. Κόσμους πολυτελείας, προσφοράς της νιότης, η γυναίκα κούκλα ντυμένη σε πολύχρωμα οργαντί στην πρώτη γραμμή, σε κάθε κλίμα, σε κάθε κράτος από Ρίο μέχρι Αβάνα κι ακόμα πάρα πέρα. Κόσμους ψεύτικους απατηλούς που αγκάλιαζαν τα χρόνια της νιότης, μέσα σε γυάλινες σφαίρες όπου χόρευαν για σένα νεράιδες. Οι κούκλες πολλές, η μια έπαιρνε τη θέση της άλλης, η κάθε μια με διαφορετικό γούστο. Έμενες με μια καρδιά παγωμένη ελεύθερη, χωρίς σκοτούρες. Κι όλα αυτά τα χρόνια ριγμένα σε μια γυάλα σαν αυτή που διάβαζε την τύχη σου η Αλγερινή χαρτορίχτα στη Χάβρη της Γαλλίας, βαμμένη όμως απ’ έξω με λάσπη, απ αυτήν που έχουν τα λιμάνια. Μια αχτίνα ήλιου έπεσε πάνω και φάνηκες εσύ με φόντο την αρμυρή θάλασσα, εκεί στο βάθος να κατοπτρίζεσαι αμφίβολος πιο δρόμο να τραβήξεις… Η Αφροδίτη είχε χαθεί.

Ο φίλος μου, Μιχάλης ο Θεσσαλονικιός δάκρυσε καθώς με αποχαιρετούσε, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο για σένα, τουλάχιστον πάρε τούτο το δαχτυλίδι να με θυμάσαι, ένα χρυσό με μια γαλάζια στρογγυλή πέτρα. Και γυρίζοντάς μου τις πλάτες έτρεξε προς την πύλη του λιμανιού, ακούστηκε μια μακρόσυρτη βραχνή σφυριξά σαν ρόγχος ετοιμοθάνατου, σημείο ότι το βαπόρι ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα κι έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια. Η θάλασσα τον πήρε, πήρε τους φίλους μου, τις γνωριμίες μου κι άφησε εμένα σαν καραβοφάναρο, ελεύθερο να μάθω, τον κόσμο, τη ζωή, ότι δεν είχα προλάβει να γνωρίσω, τούτη τη φορά με τη βοήθεια της Αφροδίτης. Η σκηνή σε ένα τροπικό λιμάνι της Καραϊβικής.
Η καταπράσινη βλάστηση μας έκρυβε από τα μάτια του κόσμου, εκεί για πρώτη φορά άρχισε μια νέα ζωή, σα να ξαναγεννήθηκα, σε άλλο κλίμα, σε άλλον Θεό, άλλο πιστεύω.
Μαζί βουτούσαμε στο ποτάμι για μπάνιο, την θαύμαζα καθώς έτρεχε στ’ άλογα καβάλα στον κάμπο χωρίς σέλα, τρώγαμε τα φρούτα της γης, ψαρεύαμε στη λίμνη, τρώγαμε ψάρια μαγειρεμένα σε ζουμί καρύδας, κάναμε τη σιέστα μας στην αιώρα ανάμεσα σε πλατύφυλλες μπανανιές, γνώρισα καινούργια φύση καυτερούς ήλιους. Σαν σκοτείνιαζε μαζευόμαστε γύρω από λάμπα πετρελαίου με γυμνό φυτίλι για να διώχνει τα κουνούπια κι ακούγαμε τα παραμύθια και τους θρύλους των ντόπιων ιθαγενών, που μας έφερναν ανατριχίλα στην πλάτη. Περνούσαμε τα βράδια αγκαλιά προστατευμένοι με δίχτυ κάτι σα κουνουπιέρα για να διώχνει τις νυχτερίδες, αυτές που πετούσαν από την παρακείμενη ζούγκλα.
Ήταν μια καινούργια ζωή, το κάθε τι, τα πάντα για πρώτη φορά.
Ο απέραντος κόσμος μας είναι γεμάτος με συμβάντα πρώτης φοράς, από την αρχή του κύκλου ως το τέλος πάντα θα υπάρχει μια πρώτη φορά.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Σημαίες

Η πρωτεύουσα της Λουϊζιάνας Μπατόν Ρουζ είναι χτισμένη στις όχθες του Μισισιπή, 200 μίλια από την εκβολή του. Εκεί λοιπόν αποφάσισα να φύγω απ’ το βαπόρι ένα δεξαμενόπλοιο που μετάφερε μελάσες. Ζητούσα κάτι τι το καινούργιο, κάτι άγνωστο. Έβγαλα εισιτήριο με το λεωφορείο της εταιρίας με το κυνηγόσκυλο για Νέα Υόρκη, ταξίδι 42 ωρών. Φθάνοντας έβαλα τον σάκο μου μέσα στο ειδικό ντουλαπάκι του σταθμού, έκλεισα την πόρτα, για να βγάλω το κλειδί έπρεπε να βάλω χρήματα σε μια ειδική θυρίδα. Έβαλα μερικά κέρματα έστριψα το κλειδί, κλείδωσε το έβαλα στην τσέπη μου και βγήκα στο δρόμο. Η σκηνή στον σταθμό Πενσυλβάνιας τραίνων και λεωφορείων της Νέας Υόρκης, όταν θα είμαι έτοιμος να φύγω θα ξαναπεράσω θα πάρω το σάκο μου. (Δεν πρόσεξα το τι έγραφε στην πόρτα.) Έτσι αξύριστος ταλαιπωρημένος παρουσιάστηκα σε έναν γνωστό μου που είχε δωμάτια. Ο άνθρωπος τρόμαξε, κάτσε να πλυθείς να ξυριστείς...
Το κλειδί με γαργάλαγε συνέχεια στην τσέπη μου, το χάιδευα και σκεφτόμουν ότι όλη την περιουσία μου που είχα ήταν κλειδωμένη, όταν ήμουν έτοιμος να φύγω πήγα να πάρω το σακίδιό μου, είχαν αλλάξει την κλειδαριά, έπρεπε να πάω στην διεύθυνση να πληρώσω για την φύλαξη του σάκου, πλήρωσα, τους πέταξα το κλειδί στα μούτρα κι έφυγα.
Είχα βαρεθεί τις μετακινήσεις, να μην έχω κάτι το σίγουρο, να στεριώσω κάπου. Γύριζα για χρόνια από δωμάτιο σε δωμάτιο, από κράτος σε κράτος από γειτονιά σε γειτονιά, από γυναίκα σε τίποτα, από θάλασσα, σε θάλασσα. Τίποτα το σταθερό, μου έλλειπε ένας σημαδιακός ορίζοντας, όπως στο χωριό μου, ώστε να ξέρω από πού ανατέλλει ο ήλιος.
Κάποτε μετά από χρόνια κατάφερα και έφτασα στη Νέα Υόρκη σαν μόνιμος κάτοικος. Αμέσως έπιασα δουλειά σε εστιατόριο εκεί κοντά όπου βρισκόταν το Νοσοκομείο Πρεσβυτέριαν 168 δρόμους και Μπρόντγουαιi, η αστερόεσσα κυμάτιζε στην οροφή, απέναντι περνούσε ο υπόγειος πριν κατεβώ στα έγκατα της γης καθόμουν και κοίταζα την σημαία αυτή, σκεφτόμουν ότι από εδώ και εμπρός θα ήμουν κάτω από τους νόμους αυτής της σημαίας.

Προσπαθούσα να συγκρίνω τα 16 χρόνια που ήμουν κάτω από τη γαλανόλευκη, τα 4 χρόνια κάτω από την Παναμαϊκή, τα 9 χρόνια κάτω απ της Λιβερίας, τα 8 χρόνια κάτω από της Γουατεμάλας γαλανόλευκη κι αυτή. Ένα σωρό σημαίες κράτη, εθνικότητες, τελικά σταμάτησα να σκέπτομαι, έπρεπε να στρωθώ στη δουλειά, δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκλεισα τους γρίφους της σκέψης, τους έκλεισα σφιχτά για πολλά χρόνια και στρώθηκα στη δουλειά, η οποία απαιτούσε σώμα και νου, η κούραση εκμηδένιζε τη σκέψη, έπρεπε να επιζήσουμε.
Ήταν ένα κλειδί μικρούτσικο τόσο δα, έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματος, στη Νέα Υόρκη. Το απομεσήμερο στην ώρα του φαγητού μου, έφυγα απ τη δουλειά με περίμενε η γυναίκα μου πήγαμε στην τράπεζα για να κανονίσουμε λογαριασμούς. Θα ήταν 2 η ώρα το μεσημέρι, έλειψε μόνο μια ώρα, στο διάστημα αυτό κλέφτες έσπασαν τον κύλινδρο της κλειδαριάς, μας είχαν κλέψει. Είχαμε ακόμη δυο κλειδαριές ασφαλείας στην πόρτα αλλά τις βάζαμε το βράδυ, μου τηλεφώνησε, πήγα σπίτι ήρθε η αστυνομία, κοίταξα το κλειδί έτσι καμπουριασμένο, άχρηστο πια, τι να το κάνω; Το πέταξα απ’ το παράθυρο. Όχι οι αστυνομικοί δεν το ήθελαν για απόδειξη. Κοίταξα γύρω μου αισθάνθηκα μόνος, ήμουν όμως κάτω από τους νόμους της αστερόεσσας, έχασα ότι μπορούσαν να κλέψουν… δεν βρέθηκαν ποτέ.
************************************
Στηριζόταν πάνω σε δυο κρίκους, ένα λουκέτο με ένα θηλυκό κλειδί σίμωνε αυτούς του δυο κρίκους κι έκλεινε την πόρτα. Μέσα του έκλεινε την θαλπωρή, απ’ έξω ο κόσμος. Στην βεράντα έμενε η αιώρα μόνη της κρεμασμένη, λέγανε ότι όταν την νύχτα κουνιόταν μόνη της, φαντάσματα περνούσαν, έτσι την μάζευα πριν κοιμηθώ, λάδωνα το λουκέτο για να μη σκουριάσει, τελικά το άφησα και φύγαμε με το κλειδί μέσα του να κρέμεται έτσι άχρηστο νεκρό. Εδώ βασίλευαν οι νόμοι της μπλε και άσπρης σημαίας της Γουατεμάλας.
************************************
O καιρός της φτώχειας στο χωριό, πήγα να επισκεφτώ το σπίτι της θείας μου στο διπλανό χωριό, ήξερα ότι κάτι θα με φίλευε, πεινούσα τόσο, φθάνοντας από την πίσω πόρτα ήταν κλειδωμένη κι αυτή έλειπε. Η πόρτα έβλεπε στην κουζίνα στην μέση είχε μια τρύπα για να μπαίνουν οι γάτες, για να φοβίζουν τα ποντίκια υπολόγισα να σηκώσω την πόρτα ψηλά να την βγάλω απ τις μπετούγιες, έτσι θα έπεφτε η πόρτα, έλα όμως που η πόρτα άγγιζε το ανώφλι από μέσα και δεν έβγαινε. Δεν είχα κλειδί, έψαξα εκεί γύρω τίποτα, απ τον θόρυβο μια γειτόνισσα, νόμισε ότι ήταν κλέφτες, ήξερε που ήταν η θεια μου, πήγε και την φώναξε. Ήρθαν όλες φοβισμένες περιμένοντας το χειρότερο, έκπληκτες με είδαν, τους εξήγησα, έβγαλε το κλειδί έμοιαζε σαν πιστόλι άνοιξε την πόρτα και μου τηγάνισε ξερή μπομπότα με λάδι!
Εδώ κυμάτιζε περήφανα η γαλανόλευκη.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Προμελετημένη επιθυμία.

Με τέτοια ζέστη κι αυτός ο κύριος έτσι κομψά ντυμένος επέμενε να φορά γραβάτα. Όχι δεν χτύπησε την πόρτα ήρθε μέσα στο σπίτι απρόσκλητος.. άνοιξε μια τσάντα και γέμισε το τραπέζι με πολύχρωμα φυλλάδια. Τα πιτσιρίκια και ήταν πολλά τον περικύκλωσαν.
Η γιαγιά έπλενε στην αυλή τα ρουχαλάκια των μικρών, τα σαπούνιζε και τα άπλωνε πάνω στα χορτάρια των τροπικών να τα δει ο ήλιος, για να ασπρίσουν, μετά τα μάζευε και τα πέρναγε νερό τα κρέμαγε στο σχοινί της αυλής να στεγνώσουν. Άκουσε τον θόρυβο που έκαναν τα πιτσιρίκια, στέγνωσε τα χέρια της στην ποδιά της κι έτρεξε να δει. Ο παππούς με τη λίμα στο χέρι τρόχαγε ένα ματσέτε αυτό που καθαρίζουν της ζούγκλας τα αγριόκλαδα. Στάθηκε όρθιος και παρακολουθούσε χωρίς να μιλά.
Η γιαγιά μπήκε μπροστά, δεν έχουμε λεφτά είπε, ότι και να πουλάς. Μα κυρά μου, να για κοίτα γύρω σου; όλοι μας είμαστε χαρούμενοι, σκέφτηκες ποτέ σου τι θα γίνει όταν έρθει η σειρά σου να πεθάνεις; γιατί κάποτε θα γίνει κι αυτό, κανένας μας δεν είναι αθάνατος. Λοιπόν σας πουλάω ασφάλεια εν περιπτώσει θανάτου, αναλαμβάνουμε τα έξοδα ταφής μόνο με τρία δολάρια το μήνα, είναι τόσο λίγα! Τα παιδιά, η γυναίκα, οι κόρες του γύρισαν και κοίταξαν τον παππού. Φαινόταν αδύνατος. Κανένας δεν μίλησε, η γυναίκα του χωρίς δεύτερη σκέψη είπε δώσε μια ασφάλεια για τον γέρο. Ο παππούς είπε ‘μα γιατί μόνο εμένα;’

Η απόλυτη ησυχία της νύχτας είχε απλώσει τα φτερά της πάνω από την πόλη του λιμανιού, από κάπου μακριά ακουγόταν ο συριγμός των ατμομηχανών του τραίνου αυτών που μετέφεραν βαγόνια με μπανάνες ή καφέδες στην αποβάθρα για να φορτωθούν σε βαπόρια προς εξαγωγή. Που και που ακουγόταν τα βήματα κάποιου μεθυσμένου ναυτικού ο οποίος είχε χαθεί προσπαθώντας να γυρίσει στο βαπόρι. Νυσταγμένες οι κοπέλες της νύχτας άφηναν τα μπαρ για ύπνο.

Ποδοβολητό αλόγων ακούστηκε στον δρόμο, και το τρίξιμο τροχών αμάξης η οποία περνούσε μπροστά από την πόρτα, η αιώρα κρεμασμένη στη βεράντα κουνήθηκε μόνη της, λες και πέρασε αερικό. Η γιαγιά σηκώθηκε κοίταξε από τη χαραμάδα του σκεβρωμένου παραθύρου, ψιθύρισε μέσα της, ‘μα αυτή είναι η άμαξα που μαζεύει ψυχές,’ είπε ένα Άβε Μαρία, όχι δυνατά για να μην ξυπνήσει τα παιδιά, ξάπλωσε πάλι και κοιμήθηκε. Ο παππούς κοιμόταν μόνος του στο διπλανό σπιτάκι, ο ήλιος είχε βγει κι αυτός ακόμα να φανεί. φώναξε της κόρης της να τον ξυπνήσει, ο παππούς δεν κινήθηκε. Τρόμαξαν βγήκαν στο δρόμο φώναξαν ταξί.

Περνούσα από εκεί, με σταμάτησαν μπήκα στο σπίτι. Έβαλα το χέρι κάτω απ τη μέση του, ανάμεσα στο στρώμα και το κορμί του, ήταν ζεστό. Έτρεξα για γιατρό. Ήρθε, έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα χαρτάκι έμοιαζε με επιταγών, έγραψε καρδιακή προσβολή. Ο πεθαμένος ήταν φίλος μου ήταν αυτός που θαύμαζε πάντοτε την απομίμηση του μαυσωλείου του Ταζ Μαχαλ αυτού που ήταν στην είσοδο του νεκροταφείου έργο ενός πλούσιου κατοίκου της πόλης απ την Ινδία για τη γυναίκα του, με τις κεφαλές ελεφάντων να προεξέχουν σε κάθε πλευρά του. Ήταν αυτός που στάθηκε θαυμάζοντας το, όταν με το ταξί μου τον είχα μεταφέρει στο κοιμητήριο την ημέρα των Αγίων Πάντων για να κάνει παρέα της πεθαμένης κόρης του και να φάει το ειδικό φαγητό πάνω από το φτωχό μνήμα της, όπως ήταν η συνήθεια του τόπου.
Ήρθαν οι αντιπρόσωποι της εταιρίας (Η Πρόβλεψη) έφεραν το φέρετρο στο σπίτι, έβαλαν μέσα τον νεκρό, το ακούμπησαν ανάμεσα σε δυο καρέκλες για το ξενύχτι.
Μαζεύτηκαν γειτόνισσες μερικές φέρανε κομποσκοίνια, άλλες φέρανε καντήλια, άναψαν κεριά, καθόταν σε καρέκλες δίπλα απ το φέρετρο μετρούσαν τις χάντρες από το κομποσκοίνι κι έψαλλαν το Άβε Μαρία. Είχαν φέρει και βεντάλιες να διώχνουν τα κουνούπια, ο καπνός από τα κεριά, το σκοτάδι της νύχτας η αποπνικτική ζέστη, τα κλάματα, και στη μέση ο νεκρός μια σκηνή από έργο φαντασίας.
Κόσμος μαζεύτηκε στην αυλή, πίνανε ρούμι, μπύρες, κι έλεγαν παραμύθια, μερικοί είχαν έρθει στο κέφι και σιγοτραγουδούσαν τα πιτσιρίκια έτρεχαν στην αυλή παίζοντας, τα ταξί ερχόταν το ένα μετά το άλλο φέρνοντας γνωστούς, είχε μαθευτεί ο θάνατος, ήταν ένα ακόμη ξενύχτι, κάτι σα μια στιγμιαία γιορτή, ευκαιρία για να πιουν, να φάνε,
Υπήρχε μια πήλινη κατσαρόλα όπου έβραζε καφές μαύρος με ζάχαρη, Ήρθε και η κόρη του, αυτή που για χάρη της είχε αυτοκτονήσει ο νεαρός, αυτός που τραγουδούσε κάτω απ’ το παράθυρό της.


Σαν ξημέρωσε έγινε η κηδεία βάδιζαν πεζοί προς το κοιμητήριο, ο κόσμος ακολουθούσε, ένα μνήμα έχασκε ανοικτό χτισμένο δίπλα από το μαυσωλείο, ήταν η αναγνώριση της ματαιότητας, εκεί έβαλαν τον νεκρό, με τσιμέντο έχτισαν την πόρτα και το έβαψαν πράσινο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Το κλειδί

Κρεμόσουν από μια κλειδαριά σκουριασμένο, σε λυπήθηκα, τέτοια αφοσίωση!

Φτωχό μου κλειδί σου έχουν φύγει και τα δόντια, δεν ανοίγεις ούτε κλείνεις παραδείσους, θυμάσαι τα όνειρα που κάναμε μαζί όταν σ’ έκρυβα κάτω απ’ το κεραμίδι για να μη σε χάσω, τώρα κρέμεσαι σαν πεθαμένο απ’ της πόρτας μου την κλειδαριά, αυτής που άνοιγες στη θαλπωρή της αγάπης της ευτυχίας. Σκούριασες να με περιμένεις, η κλειδαριά γέμισε αράχνες, σάπισε η πόρτα, έφυγε και η θαλπωρή, πέταξε η αγάπη, τα όνειρα σβήστηκαν, γέμισες σκουριασμένες ρυτίδες κι εσύ επιμένεις εκεί πιστό εξακολουθείς να με περιμένεις, μα δεν ξέρεις ότι στην τελευταία μας κατοικία δε βάζουν κλειδί; Δεν σε χρειάζομαι πια, έλα μην κλαις έτσι είναι ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος των πάντων, αυτός σε σκούριασε, κι εσένα κι εμένα
Πέταξε ο χρόνος, έφυγαν τα χρόνια, ήρθαν κι αυτοί οι ‘μάστορες’, αυτοί που κατάλαβαν την ανησυχία της ανθρώπινης ψυχής, φτιάξανε θρησκείες μας τις σερβίρανε, διαλέγεις και παίρνεις σύμφωνα με το ότι σου αρέσει, με ότι εσύ προτιμάς την τάδε ή τη δείνα έτσι για να ικανοποιήσεις ένα εσωτερικό σου κόσμο ο οποίος ψάχνει για αιωνιότητα, αμφιβάλει και φοβάται, διαβάζεις τα βιβλία της κάθε μιας, τις υποσχέσεις τους, ακούς τα κηρύγματα των προφητών τους, οι περισσότεροι σου υπόσχονται μια θέση σε ένα μελλοντικό φανταστικό υπερπέραν, το παράδοξο είναι ότι ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν αυτόν τον κόσμο. Αισθάνεσαι τον χρόνο που τρέχει, ψηλαφίζεις τη φθορά του. Όμως γεννιέσαι ελεύθερος. Όταν γεννιέσαι άλλοι αποφασίζουν για σένα. Μετά πάει έχασες την ελευθερία σου. Μπαίνεις σε ένα λούκι που άλλοι έσκαψαν, η παράδοση και η τιμή της σκέψης, σε κρατούν δεμένο, πληρώνεις για να πεις το τι πιστεύεις, είναι για να ζήσουν αυτοί που διδάσκουν τις θρησκείες, όχι δεν είναι χαρισμένες από μια ουράνιο δύναμη αλλά man made, είναι business, έλα κατάλαβέ το, μην κλαις αγαπημένο μου κλειδί, υπάρχει η αρχή και το τέλος, όλοι προσπαθούμε να μην φτάσει το τέλος ο κάθε ένας μας χωριστά, έλα όμως που η φθορά του χρόνου δεν συγχωρεί, η μητέρα γη ανυπομονεί.
Υπάρχει και η ερώτηση, τότε γιατί γεννηθήκαμε ποιος ο σκοπός μας; Μα και γιατί εφόσον όταν ωριμάσουμε πιο σοφοί γεμάτοι πείρα, να φεύγουμε; Όταν γεννιέται το ανθρώπινο γένος είναι σαν να γεννιέται για πρώτη φορά; Σα να μην ξέρει τίποτα, αθώο; Ξέρεις αγαπημένο μου κλειδί σκέφτομαι και με έχει νικήσει μια η σκέψη, η μητέρα γη κάνει ανακύκλωση των προϊόντων της σύμφωνα με το χρόνο που μας φθείρει, ο οποίος είναι κι αυτός συνέταιρος της, την διατάζει… Εμείς, εσύ κι εγώ είμαστε προϊόντα της μητέρας γης.
Έτσι είναι φτωχό μου κλειδί δεν υπάρχει πια η κλειδαριά σου, μόνο η θύμηση της. Αυτή που μας φύλαγε τη νύχτα απ’ τους κλέφτες, τα κοράκια, και τ’ άγρια τα ζώα, απ’ τους άλλους τους ανθρώπους. Σκούριασες και συ που μας κλείδωνες στη σιγουριά μες το μαύρο το σκοτάδι, αυτό πού -άπλωνε η νύχτα μαζί με τα στοιχειά της, καλικάντζαρους και άλλα.
Έχε γεια!
Γαβριήλ Παναγιωσούλης