Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Μετά το Πάσχα








Πάει τελείωσαν οι χαιρετισμοί, οι εορτασμοί της Μ. Εβδομάδας.
Στη λειτουργία του μεσονυκτίου του Πάσχα, αλληλο -ευχηθήκαμε το Αληθώς Ανέστη, ακούσαμε το Χριστός Ανέστη έτσι όπως το έψαλλε όλο το εκκλησίασμα στην αυλή της εκκλησίας εδώ στο Μπρονξ, Νέαs Υόρκης αυτή όπου παρευρεθήκαμε, μετά στο σπίτι μας περίμενε η μαγειρίτσα, το τσούγκρισμα κόκκινων αυγών και την Κυριακή το παραδοσιακό φαγοπότι με κύριο φαγητό το αρνί στα κάρβουνα μαζί με τα επακόλουθα από όπου και οι φωτογραφίες… λείπουν δυο Εγγόνια μου το ένα στο πανεπιστήμιο Τεννεσί, η άλλη στην Γαλλία, σχολική εκδρομή…
Κυριακή του Πάσχα το τηλεοπτικό Δίκτυο CBS είχε μια εκπομπή από το Άθως, (Άγιο Όρος) όπου είδα για πρώτη φορά πολλά πράγματα που κανείς δεν μας τα δίδαξε στην Ελλάδα, π.χ. ότι έχουν δική τους σημαία (Κόκκινη και κίτρινα γράμματα Σταυρό) ότι ακολουθούν το Βυζαντινό ημερολόγιο με μια ημερομηνία διαφορετική.
Εντύπωση μου έκανε η άρνηση καλογέρου να πάει σπίτι του να δει τον άρρωστο πατέρα του, που του είχε μηνύσει πριν πεθάνει.
Όχι, είπε: του μήνυσα ότι θα συναντηθούμε εκεί επάνω, δείχνοντας τον ουρανό.

-Τρομερό!
Σήμερα Δευτέρα η πρώτη μετά του Πάσχα εργάσιμος κανονική ημέρα εδώ στη Νέα Υόρκη οπότε ξαναγυρίζουμε στου χρόνου την τροχιά, με τις καθημερινές μας απασχολήσεις προβλήματα και αναμονή πότε να έρθει το καλοκαίρι…

Οι ευχές μας, στους αναγνώστες μας:

Χριστός Ανέστη ...

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Έτσι ήταν, όμως ήταν Ελλάδα!

Και κάτι Επίκαιρο από τη Νέα Υόρκη του 1951





Μια πολυπληθή κλειστή κοινωνία από τον φόβο του πολέμου, από την πείνα, από τις κακουχίες, από την φτώχεια, από τις κλεψιές, από τον επικρατούντα νόμο του δυνατότερου, μια κοινωνία γεμάτη παιδιά τα περισσότερα ξυπόλυτα, μια κοινωνία που βασίλευε ο τρόμος.

Η μόνη διέξοδο ήταν η θρησκεία, η παρουσία της δυνατή, επιβεβλημένη, θρησκόληπτοι οι περισσότεροι κάτοικοι, τα καλοκαίρια όταν δεν έβρεχε κάνανε λιτανείες με τον παπά μπροστά παρακαλώντας τον θεό να βρέξει, κάθε λίγο και λιγάκι σήμαιναν οι καμπάνες θα κάνουμε προηγιασμένη.

Όταν ερχόταν η μεγάλη βδομάδα αμαρτία να φας, αλλά εμάς δεν μας έπιανε δεν ήμασταν αμαρτωλοί, αφού δεν υπήρχε φαγητό.



Τα βράδια της Μ. εβδομάδας στην εκκλησία συγκεντρωνόταν όλο το χωριό, την μεγάλη Πέμπτη άκουγαν τα 12 ευαγγέλια, το κάψιμο του Ιούδα στην πλατεία.

Την μεγάλη Παρασκευή νηστεία, μόνο ξύδι, τα παιδιά έψαλλαν κάλαντα τα πάθη του Χριστού:

Σήμερα μαύρος ουρανός,

Σήμερα μαύρη μέρα,

Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπόνται…

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι…

Η περιφορά του επιταφίου στο χωριό, τον πήγαιναν μέχρι το πηγάδι, τα παιδιά πετούσαν πέτρες στις σκεπές, στα παράθυρα των σπιτιών, οι νοικοκυραίοι έβγαιναν στην αυλή τους κι έβριζαν ο παπάς και η χορωδία από κορίτσια έψαλλαν το Η ζωή εν Τάφω… η φλόγα από τα κεράκια σε τύφλωνε, σε έναν δρόμο σκοτεινό, που ψηλάφιζες το χώμα για να μην πέσεις, στο επόμενο βήμα.



Ένας θρησκευτικός φανατισμός, η εκκλησία ήταν ο άξονας όπου γύρω της χόρευαν γαϊτανάκι οι κάτοικοι, δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ούτε ραδιόφωνο, ούτε ηλεκτρισμός, ούτε συγκοινωνία, ούτε σπίρτα, παρά πυριόβολος τρίβαμε πέτρα με σίδερο για να παραχθεί σπινθήρας, ούτε χαρτί, εφημερίδες, ούτε ασπιρίνες, ούτε φάρμακα, παρά μόνο τα πανάρχαια πρακτικά πιστεύω με βότανα να γιαίνουν οι πληγές, οι ψυχικές αρρώστιες με ξόρκια και προσευχές, με τάματα αγίων, λες και ήταν όχι τα 100 χρόνια μοναξιάς που έγραψε ο Γαβριήλ Γκαρσία Μάρκεζ αλλά 2000 χρόνια απομονωτισμού.

Ο κόσμος μας τόσο μικρός, όσο χωρούσε η ματιά σου, ευτυχώς που στην οικογένεια υπήρχε η συμπόνια, η θαλπωρή, η συντροφικότητα.


Τη νύχτα της ανάστασης από τη μπαρούτη γέμιζε καπνιά η εκκλησιά, τα παιδιά πετούσαν βαρελότα ο παπάς τα σιχτίριζε, οι γυναίκες φοβόταν.


Το πρωί η θεία μετάληψη εμείς τα παιδιά όλα στην γραμμή, να κάνουμε χρυσό δόντι, έτσι μας έλεγαν. Τη ημέρα της Λαμπρής πηγαίναμε στην μεσημεριανή Ανάσταση, η μάνα έμενε σπίτι να ετοιμάσει ότι υπήρχε για φαγητό.


Χριστός Ανέστη, Αληθώς ο Κύριος.



Σήμερα όλα αυτά είναι παρελθόν, χορτάτοι πλέον λέμε το Χριστός Ανέστη, ακούμε την λειτουργία από την τηλεόραση, ή πάμε για ποτό του μεσονυχτίου σε κάνα μπαρ, σήμερα τουλάχιστον εμείς που ζήσαμε σε τέτοια 'δυστυχία' ήρθε η στιγμή να φωνάξουμε:

Αληθώς Ανέστη, μαζί Ανέστη και η Ελλάδα.



Για να εκτιμήσεις το σήμερα, πρέπει να έχεις ζήσει το χθες!



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Δοκίμασα, να ξαναγίνω όπως πρώτα


Αφού έγραψε το γράμμα σε μια κόλα χαρτί στο πισινό μέρος ενός καθρέφτη που ακουμπούσε στα πόδια της επάνω, καθισμένη καθώς ήταν στην καρέκλα, σάλιωσε τον φάκελο, τον πίεσε απότομα για να κολλήσει ακούσαμε ένα κραχ ο καθρέφτης έγινε χίλια κομμάτια.

-Εφτά χρόνια κακή τύχη θα έχουμε, μου είπε,

-αυτό εννοεί το σπάσιμο του καθρέφτη.

-Λες να φτάσουμε ως εκεί; Είπα.


Ότι είχαμε πρωτοσμίξει.


Αν πόναγε κάπου τουλάχιστον θα ήξερα τι είναι, αλλά αυτή η ατελείωτη υπνηλία με φόβιζε. Βγήκα έξω να πάρω λίγο φρέσκο αέρα. Η Μάρθα ήταν μουσκεμένη στον ιδρώτα πέταξε από πάνω της τα σεντόνια κι έμεινε γυμνή, έγειρε το κεφάλι και ξανά κοιμήθηκε. Μια πνοή ανέμου έκανε την φλόγα απ το καντήλι να τρεμοσβήνει. Ξύπνησε από τον θόρυβο που έκανε το παραθυρόφυλλο χτυπώντας τον τοίχο, έκανε να σηκωθεί, αισθάνθηκε αδύνατη και ξανάπεσε στο κρεβάτι. Τα χείλη της υγρά ρώτησαν;

-Εσύ είσαι μάνα;

-Εγώ είμαι κόρη μου.

-Μα γιατί ήρθες να με δεις αφού είσαι πεθαμένη;

Η Έμμα μια γειτόνισσα με κοίταξε, κατάλαβε ότι η Μάρθα παραμιλούσε. Ζύγωσε δίπλα της, άνοιξε τα μάτια.

-Ακούω φωνές της νύχτας, είναι ψυχές που φτερουγίζουν, τις ακούς Έμμα;

-Όχι δεν ακούω τίποτα,

-Ακούς τον αέρα που σφυρίζει;

-Όχι,

-Πιστεύεις στον παράδεισο;

-Ναι και στην κόλαση.

-Εγώ δεν ξέρω.

Ο παπάς με την θεία μετάληψη έμεινε στον δρόμο, δεν πρόλαβε.

Όλα τελείωσαν, έφυγα.


Πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς το λιμάνι, η πανσέληνο με συντρόφευε, κατάλαβα πως ήσουν εσύ Μάρθα, οι αχτίνες της περνούσαν από τα υγρά σου χείλη και με χάιδευαν.


Μπήκα στο μπαρ γεμάτο ναυτικούς και γυναίκες κάθισα σε σκαμπό παράγγειλα πιοτό, ήθελα να ξεχάσω, να ξαναγίνω όπως πρώτα, εκεί βρήκα την Ζόϊλα, όμως, είπα όχι την έκανα πέρα, μετά ήρθε η Μαρίνα να μου πει τα νέα ότι παντρεύτηκε, ήρθε η Αυγουστίνα και η Ντέλμη με χαιρέτισαν, με κοίταζαν. Τι κρίμα αισθάνθηκα, διαφορετικός από πρώτα σαν χαμένος, τελικά ήρθε η ιδιοκτήτρια παλιά μου γνωστή, έβαλε το χέρι της στην πλάτη μου σα να ήθελε να με προστατεύσει μην στενοχωριέσαι για τίποτα, έλα αύριο στο σπίτι θα μαγειρέψει ο Χρήστος, πήγα, πάνω στα κέφια τους τελείωσε η φιάλη του γκάζι, δεν πρόλαβε να μαγειρέψει, ήταν Κυριακή κι όλα κλειστά ήπια ακόμη δυο μπύρες μεζές φιστίκια, κι έφυγα…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Εμείς, οι Έλληνες της Διασποράς,


Όταν αρχίζεις να γράφεις, λες πιο θέμα θα θίξω σήμερα και στέκεσαι αναποφάσιστος, το πληκτρολόγιο λαχταρά στα χέρια σου προσπαθεί να σου ξεφύγει για να πει αυτά που θέλει, αυτά που βράζουν μέσα του, κι εσύ του κρατάς τα χαλινάρια να μην σου ξεφύγει κι αφηνιάσει κι αρχίζει να λέει παλαβομάρες.

Βρίσκομαι στην Νέα Υόρκη, όπου είναι μια ζωή τυποποιημένη, ναι μεν έχει τα γλέντα της τις συγκεντρώσεις της, τις κοινωνικές εκδηλώσεις της αλλά μας λείπει αυτό το απρόοπτο το απρόβλεπτο το μοναδικό το καρδιοχτύπι του αν θα υπάρχεις αύριο ή όχι, είναι τόσο αφομοιωμένη η ζωή σε μια τετράγωνη λογική βαλμένη σε λούκι που τρέχει σαν δείκτες ρολογιού, αυτό σου φέρνει μια μονοτονία. Πολλοί αναγνώστες θα νομίσουν ότι τα θέματά μου είναι εγωκεντρικά, δηλαδή ότι ασχολούμαι γύρω από τον εαυτόν μου, ακόμα και για τα βιβλία μου έχω ακούσει τέτοια σχόλια α! δεν μας ενδιαφέρουν είναι ατομικές σου περιπέτειες αδιάφορες για εμάς, να έγραφες καμιά νουβέλα ε! τότε ναι θα είχες επιτυχία. Ε! τι να γίνει ο κόσμος η κοινωνία είναι τόσο μεγάλη ώστε χωρά και τις δικές μου αφηγήσεις, οι οποίες αναλύουν, παρουσιάζουν τον άνθρωπο οποιοσδήποτε εθνικότητας, ένας καθρέφτης μιας ζωής που αντανακλά όλη την υφήλιο έστω κι ας είναι μιας περασμένης εποχής. Έλληνες εδώ πολλοί, τους καλημερίζεις, αδιάφοροι σου απαντούν αν ποτέ, ή σε κοιτούν με καχυποψία, τι να θέλει ο τάδες και μου λέει καλημέρα, μήπως είναι Ιεχωβάς; ή όταν τους προσφέρεις να αγοράσουν βιβλία σε κοιτούν με οίκτο βρε τον φουκαρά πως κατάντησε! Το αυτοκίνητο ένα βαν έτρεχε στους σκονισμένους και γεμάτους λακκούβες δρόμους, ένα τσούρμο παιδιά ακολουθούσαν τρέχοντας, προσπαθούσαν ν’ ανεβούν στην σχάρα δεν τα κατάφερναν. Είμαστε πλασιέ πουλάγαμε καραμέλες σοκολάτες κλπ. Κάποτε σταματήσαμε, εκεί στην άκρη του χωριού χωμένο στην οροσειρά Sierra Madre της Γουατεμάλας υπήρχε μια μάντρα δεν θυμάμαι ακριβώς τι πουλούσαν ή πλίθες κι ασβέστη, τσιμέντα κλπ, ή ανταλλακτικά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, στην άκρη της μάντρας μια καλύβα, εκεί ζούσε ένας έλληνας. Τον φωνάξαμε βγήκε απ’ έξω ο άνθρωπος χάρηκε φώναξε έλληνες πατριώτες είπε της γυναίκας σφάξε μια κότα, για να μας φιλέψει σε αυτά τα μέρη δεν βλέπεις τακτικά Έλληνες. Αρνηθήκαμε απολύτως όχι του είπαμε θα φύγουμε, έτσι γλύτωσε και η ζωή της κότας. Στην ομιλία του επάνω μου είπε, είμαι κρητικός και ζω και υπάρχω όχι όπως ήξερα αλλά όπως βρήκα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Οι Επιβάτες:


Το ταξί μου γεμάτο, πρώτος σταθμός το παιδικό νοσοκομείο. Ο παπατζής που καθόταν στο πίσω κάθισμα, βγήκε συνόδεψε την μάνα, μια καλόγρια με ένα πεταλουδί άσπρο καπέλο τους άνοιξε την πόρτα, έφεραν χαρτιά της μάνας. -Υπόγραψε κυρά μου.

-Μα δεν ξέρω γράμματα,

-Τότε ας υπογράψει ο πατέρας,

-Μα αυτός δεν είναι ο πατέρας του,

-Δεν ξέρεις ούτε σταυρό;

-Όχι.

Της έπιασε το χέρι, της έβαλε την πένα ανάμεσα στα δάχτυλα, κατόρθωσε κι έβαλε δια γραμμές που σμίγανε στη μέση.

-Πάρε το χαρτί αυτό και πήγαινε στο διπλανό σπιτάκι, θα το δώσεις στον φύλακα κι αυτός θα σου δώσει το φέρετρο του γιου σου.

Ο παπατζής έβαλε την τράπουλα στην τσέπη του, σήκωσε στην αγκαλιά του το μικρό άσπρο φέρετρο και το απόθεσε στο Πορτμπαγκάζ του ταξί, δίπλα έβαλαν το πανέρι με τα καθρεφτάκια, αυτό με τα τηγανιτά ψάρια κι από πάνω το σκέπασαν με το πανέρι του παπατζή. Η μάνα δίπλα μου έκλαιγε, οι άλλοι στο πισινό κάθισμα κουβέντιαζαν.

-Αν έφερνες το παιδί νωρίτερα, ίσως να γλύτωνε, είπε αυτός που πούλαγε τα ψάρια. -Αν ερχόταν ο γιατρός, είπε η μάνα.

-Αν είχαμε λεφτά είπε αυτός που πούλαγε τα καθρεφτάκια.

-Τα πολλά αν δεν ωφελούν είπε ο παπατζής, θα σας ρίξω τα χαρτιά να δούμε τι του έγραφε η τύχη. Ανακάτεψε την τράπουλα;

-Τράβα ένα χαρτί, είπε της μάνας

-Ο άσσος μπαστούνι, το χαρτί του θανάτου, μα είναι φανερό ήταν θέλημα Θεού έτσι να γίνει. Αν είχα το πανέρι μου εδώ θα σας έλεγα από τι ακριβώς πέθανε το παιδί. Το ξανθό λουστράκι τους κοίταζε όλους με ανοιχτό τον στόμα, εντύπωση του έκανε ο παπατζής τα τόσα πολλά που ήξερε, μπορεί να ήταν κι ένας μικρός Θεός, γυρίζοντας προς εμένα μου ψιθύρισε.

-Εγώ μόνο για το ξενύχτι έρχομαι μαζί να φάω κάτι ότι μου δώσουν. Είχε πια βραδιάσει όταν φτάσαμε στο χωριό, η τροπική ζέστη ανυπόφορη, άνοιξα το πορτμπαγκάζ ένας από τους άνδρες πήρε στον ώμο του το μικρό άσπρο φέρετρο, οι άλλοι ακολουθούσαν, η μάνα έμεινε τελευταία. Οι ντόπιοι έκαναν γύρω μου έναν κύκλο μου είπαν να κάτσω για το ξενύχτι, κόσμος μαζεύτηκε, είχαν φέρει ρούμι, μαύρο καφέ, και αρκετά κομποσκοίνια για τις γυναίκες που θα έψαλλαν το Άβε Μαρία…, έβαλαν το φέρετρο πάνω σε δυο καρέκλες, το πάτωμα της καλύβας τους χωματένιο, η σκεπή από φύλλα φοινικιάς, η τελετή έτοιμη ν’ αρχίσει.

Από σέβας κάθισα μερικές ώρες μετά έβαλα πλώρη για το λιμάνι, για τα γνωστά μου μέρη. Το ξανθό λουστράκι αυτό που μου γυάλιζε το ταξί με ακολούθησε, πάντα είχε και το κασελάκι για να γυαλίζει παπούτσια μόνο που τούτη τη φορά οι επιβάτες ή ήταν ξυπόλυτοι ή φορούσαν σανδάλια.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης