Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Σαν Παραμύθι, προς ΑΠΟΦΥΓΗΝ

Η Ελλάδα στα μάτια ενός Ελληνόπουλου μαθητή του Δημοτικού σχολείου.

Ο πόλεμος τελείωσε:
Υπό την πίεση της τότε ‘Τρόικας’ συνάχθηκαν όλοι οι Έλληνες μαζί, να βρουν μια λύση για το καλό του Έθνους, να αφήσουν τις ακραίες τακτικές, να συνεργαστούν, επιτέλους να βρεθεί μια φόρμουλα για να ξαναχτιστεί το έθνος, να ξαναγίνει κράτος η Ελλάδα, η δαμόκλειος σπάθα (η τότε Τρόικα) ήταν αιωρούμενη πάνω από τα κεφάλια τους, το κάθε κράτος προσπαθούσε να επηρεάσει, ώστε να κυριαρχήσει η δική του παράταξη στην κομματική διηρημένη, Ελλάδα...

Οι Έλληνες τραβούσαν το σχοινί της ατομικής τους κομματικής φανατικής απόχρωσης εγωιστικά, η κάθε παράταξη ξενόδουλη αφοσιωμένη σε ξενόφερτη πολιτική, όλοι παρουσιαζόταν σαν σωτήρες του έθνους, νόμιζαν ότι ξέρανε την λύση του προβλήματος, την ανοικοδόμηση του κράτους, οι κυβερνήσεις ανταλλαζόταν σαν πουκάμισα, η κάθε μια μας έστελνε στα σχολεία διαφορετικούς θούριους, διαφορετικά πιστεύω, το μυαλό μας είχε θολώσει δεν ήξερες τι να πιστέψεις, μέχρι που επήλθε ο εμφύλιος…

Η κομματική κυβέρνηση της Δεξιάς μας μάθαινε τον Θούριο:
1)Μόσχα Σόφια είναι τ’ όνειρό μας, δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί η ζωή πως είναι της Ελλάδος και για τον Μεγάλο πάλι θα γενεί…

2)Τα Βουλγαρικά χωριά θα νιώσουν την Ελληνική την κατοχή…

Η Κομματική Κυβέρνηση της Αριστεράς μας μάθαινε τον Θούριον:
1)Ο Βασιλιάς δουλώνει την Πατρίδα την υποβάλει σε κατατρεγμούς σε καταδίκες και σε εκτελέσεις, σε πείνα γύμνια και κατατρεγμό.

2)Με θάρρος εμπρός στον αγώνα βαδίστε για την λευτεριά τους Εγγλέζους (Σκόμπυ) τσακίστε και δώστε στον σκλάβο λαό λευτεριά…

Εμείς τα παιδιά ζήσαμε στο πετσί μας την «πείνα, γύμνια και κατατρεγμό» τον εμφύλια, την εξάρθρωση της Ελληνικής κοινωνίας και βρεθήκαμε στον δρόμο παρείσακτοι των ξένων κυβερνήσεων ανά την υφήλιο…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Παιδιά της Δραχμής

Πρώτα υπάρχει το Έθνος και μετά το Κράτος. Αυτό είναι μία αναμφισβήτητη αλήθεια, η οποία άνετα δικαιολογείται και με ιστορικά αλλά και με φιλοσοφικά κριτήρια...
Από τον ‘Δημοκράτη’ Μυτιλήνης
.
------------------------------------------------------------------------------------------------
Δεν είναι σωστό η γη που μας γέννησε να διασύρεται με τέτοιο βάναυσο τρόπο στην παγκοσμιότητα. Κάθε μέρα που περνά σφίγγει ο κλοιός οι αγγελίες θανάτου της πατρίδας μας σε όλες τις εφημερίδες.
Ζητούν δανεικά για να πληρώσουν τα επιτόκια δανεισμού, είναι σαν μια πυραμίδα, που κάποτε θα γκρεμιστεί. Ξανά έρχεται η ξένη μπότα του κατακτητή, τούτη την φορά όχι στρατιωτική, αλλά οικονομική κατοχή.
Χρεωκοπία, πτώχευση, δραχμή, ή τίποτε απ τα ανωτέρω!
Το μέλλον θα δείξει.
Εμείς είμαστε τα παιδιά της τότε δυσεύρετης Δραχμής, γι’ αυτήν φύγαμε, αφού την είχαν μερικοί, έτσι άδειασε η ύπαιθρο, η Ελλάδα, ανάσαναν οι εναπομείναντες.
Έτσι από την ελληνική διασπορά αυτήν που έφερε ο πόλεμος εκτός από τις μεγάλες μεταναστευτικές παροικίες Ελλήνων στο εξωτερικό, υπάρχουν και μεμονωμένοι όπου ζουν ξεκομμένοι από τον κορμό των υπόλοιπων Ελλήνων μεταναστών. Οι οποίοι όταν ακούνε κάτι τι το Ελληνικό είναι σα να ξαναγεννιούνται. Για αυτούς που συνάντησα στον κόσμο ολόκληρο γράφω, τους απομονωμένους μοναχικούς ανθρώπους.
Στην Αβάνα της Κούβας τρέχοντας ανέβηκε ένας Κουβανός πάνω στο βαπόρι και φώναζε, πατέρας Μάνα αίμα Ελληνικό, δεν ήξερε άλλα ελληνικά, ήταν δεύτερης γενιάς τελικά τον πήραμε στο βαπόρι εποχή όταν έμπαινε ο Κάστρο στη Αβάνα από την Σάντα Κλάρα.
Στην Χιλή, Σαν Αντόνιο Έλληνας τυλιγμένος σε ένα μαύρο πανωφόρι ερχόταν στον μόλο και μας ατένιζε κι έλεγε: Έλληνας κι εγώ…
Στην Χάβρη της Γαλλίας μια Ελληνική οικογένεια είχε ξεπέσει εκεί.
Στο Ρίο Τζανέιρο Ελληνίδες στην πιάτσα του λιμανιού.
Στην Μπαρανκίγια Κολομβία στον κεντρικό δρόμο ένα είδος καφετερίας lonchería americana, Δυο Έλληνες ιδιοκτήτες θέλανε όμως να φύγουν.
Ένας έλληνας γεννημένος στην κίνα, ε αυτός δεν μιλούσε Ελληνικά ήταν πλήρωμα στο βαπόρι, πίσω στο καπούνι της πρύμνης, μαζί τρώγαμε τα κύματα,
Μα κι αυτοί οι ¨έλληνες της Αιγύπτου, ένας, ένας φανερωνόταν στην κουβέρτα.
Στη Αντοφαγκάστα Χιλή Έλληνες Ελληνικά μπακάλικα με προϊόντα σαν της πατρίδας μας,
Στο Βαλπαραΐσο Χιλής Έλληνας πήγαμε μαζί στα σφαγεία
Στην Τοκοπίγια Χιλή πίναμε τον βραδινό μας καφέ σε ελληνική καφετέρια.
Στο Κορτές Ονδούρας το μεγαλύτερο ξενοδοχείο στο κέντρο Ελληνικό
Στην Γουατεμάλα ένας Κρητικός ξεχασμένος ανάμεσα σε ντόπιους στην οροσειρά της Σιέρρα Μάδρε.
Στο Χάλιφαξ του Καναδά, σε ένα μπαρ ένα Έλληνας γεροντάκι δούλευε πίσω από τον πάγκο, πίναμε στο σκαμπό όταν ήρθε και μας είπε ώρα να κλείσω θα ήταν μεσάνυχτα. Time Please. Η εντύπωση που μου είχε κάνει εκείνη τη στιγμή τρομερή, ακόμα με κυνηγά.
Στο Αμβούργο Γερμανία, Αμβέρσα Βέλγιο, και Ρότερνταμ Ολλανδία, πολλοί έλληνες ναυτικοί και μετανάστες.
Στο Κολόν του Παναμά ένας κεφαλλονίτης είχε το εστιατόρια Nueva España
Στο Callao Perú ένας Έλληνας πλανόδιος Τσαγκάρης επιδιορθωτής υποδημάτων.
Στο Μαρακαΐμπο Βενεζουέλας πολλοί οι Έλληνες μερικοί είχαν στην αγορά κάτι σαν μικρά delicatesen σαν (Μπακάλικα.)
Στη Νότιο Αφρική στο Port Elizabeth, μια μεγάλη καφετερία στην πλατεία Έλληνας ο ιδιοκτήτης.
Στην Κεϋλάνη οι αδελφοί Νέγρη καταγόμενοι από την Σάμο.
Στο Puerto Cabello Venezuela δυο νεαροί Έλληνες Κεφαλλονίτες με ταγάρια στον ώμο έκαναν τους πραματευτάδες στο εσωτερικό της χώρας.
Μας επισκέφθηκαν στο βαπόρι,
Στο Puerto Limón Κόστα Ρίκα ο πλοηγός του λιμανιού Έλληνας
.
Θα μπορούσα να γράφω ατελείωτες ιστοριούλες με θέμα ότι σε κάθε γωνιά του πλανήτη, όπια πέτρα να σηκώσεις θα βρεις Έλληνα. Όλοι μας έχουμε κάτι τι κοινό. Είμαστε Μετανάστες, μα και νοσταλγοί, με έναν κοινό παρονομαστή, την Ελληνική εθνικότητά μας.
Κανονικά θα έπρεπε το ελληνικό κράτος να μας παρέχει μια καινούργια υπηκοότητα, να μας πολιτογραφεί Έλληνες Μετανάστες= που σημαίνει άνθρωποι ψυχικά απάτριδες που νοσταλγούν τον τόπο που γεννήθηκαν…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ένα Λιμάνι χωρίς Ανία:

Η ζωή του λιμανιού θα μπορούσα να πω κοσμοπολίτικη, πολλά τα βαπόρια πολλές οι εθνικότητες, πολλοί οι ναυτικοί, πολλές οι πεταλούδες, εννοώ τα κορίτσια αυτά που στην κυριολεξία ζούσαν από την «εκμετάλλευση» αυτό σε παρένθεση των ναυτικών. Οι υπόλοιποι ακολουθούσαν.
Λούστροι, ταξιτζήδες, ιδιοκτήτες μπαρ, γυναίκες μαστροποί, αστυνομικοί, δικαστές, που απέβλεπαν στην δικιά τους ατομική καλοπέραση, δημοσιογράφοι μεσάζοντες, ένα διεφθαρμένο καθεστώς.
Η έγκριση εισόδου στο κράτος ερχόταν από τις αρχές για εργάτριες με βίζα για να δουλέψουν στο τάδε ή δείνα μπαρ, με μια σύμβαση για ορισμένο χρονικό διάστημα. Δεν είχαν δικαίωμα να αλλάξουν Μπαρ, ούτε εργασία. Ντόπιες δεν υπήρχαν, ή έκαναν την δουλειά τους από μόνες τους.
Τα λεωφορεία ερχόταν γεμάτα κορίτσια από αυτό το κρατίδιο του ειρηνικού ωκεανού. Μέσα σε όλα αυτά έπλεαν οι ναυτικοί στο λιμάνι. Τα δωμάτια που κοιμόταν τα κορίτσια στο δεύτερον όροφο ήταν στη σειρά, οι υπόλοιπες κοιμόταν με ένα σεντόνι στον διάδρομο βεράντα του δεύτερου ορόφου, έτσι όταν πήγαινες γiα κάποιο φίλο έπρεπε να δρασκελάς μισόγυμνα νεαρά κορμιά.
Είχα γνωριστεί με την γυναίκα αυτή και τον άντρα της, είχαν το καλύτερο μπαρ , έλυναν κι έδεναν στο λιμάνι. Δεν ξέρω γιατί αλλά έτρεφαν ένα σέβας προς το άτομό μου. Πάντα με καλούσαν σε δεξιώσεις ή οτιδήποτε είχε να κάνει με ναυτικούς.
Έτσι μου παρουσίασαν μια μέρα τον Γιάννη ναυτικό από την Ιθάκη, θα γινόταν νονός στη βάφτιση του γιου τους, στην καθολική εκκλησία του τόπου. Εκεί γνώρισα και τους ιταλούς ιερείς, είναι αυτοί οι ίδιοι που μας ευλόγησαν τα ταξί την ημέρα του Αγίου Χριστοφόρου και μας δώρισαν και την εικόνα του με μαγνήτη για το ταμπλό, έμεναν σε δωμάτια στο περίβολο της εκκλησίας και ήταν η μοναδική καθολική εκκλησία στην πόλη του λιμανιού των 40.000 κατοίκων.

Ο δικαστής του πρωτοδικείου, (Juez de la primera instancia) ένας χοντρός με πλαδαρές σάρκες, ο οποίος έπαιζε κάθε βράδυ μπιλιάρδο στο Ριτζ, με θεωρούσε σαν μεσάζοντα ή ακόμα μπορώ να πω σαν έναν που θα μπορούσα να κινήσω τα νήματα της διαφθοράς στο λιμάνι, και ήθελε κι αυτός μερτικό, ή ας το πούμε αλλιώς με πίεζε να λαμβάνω μέρος σε οτιδήποτε έχει να κάνει με ξένους ή με άλλες γλώσσες που αυτός δεν είχε ιδέα ή ακόμα ίσως να πλέκουμε έναν ιστό ας το πούμε διαφθοράς, σε ότι μπορούσε αφού οι μεγάλοι τον άφηναν έξω από τη μοιρασιά στο καθημερινό λαθρεμπόριο, όπου εμπλεκόταν λιμενάρχης, Νομαρχία, στρατιωτικοί και ναυτικοί ακόλουθοι, και οι έλληνες καπεταναίοι σε 2 βαπόρια της γραμμής με σημαία του κράτους αυτού.
Εκτός από αυτά και τα ξένα βαπόρια τακτικών γραμμών τα οποία κι αυτά έκαναν λαθρεμπόριο αλλά σε μικρότερη κλίμακα. Όταν κάτι πήγαινε στραβά πάντα έπιαναν τον τελευταίο τροχό συνήθως τον ταξιτζή αυτόν με το αυτοκίνητο, τον χώνανε φυλακή και το δημοσίευαν με μεγάλα γράμματα. Ο δικαστής αυτός λοιπόν είχε συνεργό ένα δημοσιογράφο της εφημερίδας -Ο Ταχυδρόμος του Βορρά- μου έστελνε μηνύματα το τι θα γίνει με τους δυο έλληνες ναυτικούς που ήταν φυλακή, να τους πίσω να του δώσουν χρήματα για να ελευθερωθούν, τους καλούσε στο δικαστήριο κάθε λίγο και λιγάκι για ανάκριση, τους φέρνανε ποδαρόδρομο μαζί με άλλους φυλακισμένους με συνοδεία φυλάκων με τα όπλα στον ώμο. Φώναζε (κι εμένα για διερμηνέα) τους έλεγε πρέπει να πληρώσετε πρόστιμο, αν όχι πίσω στο κελί. Ο δικαστής με κοίταζε στα μάτια και μου ψιθύριζε μα σου έστειλα μήνυμα
Οι Έλληνες δεν ήθελαν να καταλάβουν το σύστημα ή δεν είχαν, έλεγαν ότι ήταν αθώοι, αλλά με αυτό δεν ξεμπλέκεις. Η κατηγορία ήταν ότι έσπρωξαν ένα Κολομβιανό ασυρματιστή ναυτικό από άλλο βαπόρι στη λίμνη γιατί πείραξε τη γυναίκα ενός φίλου τους. τους έκανε μήνυση ότι ήταν ανάπηρος είχε ένα νεφρό και ότι κινδύνεψε η ζωή του κλπ…
Η διαφορά ότι ο κατήγορος μίλαγε την γλώσσα του τόπου, οι κατηγορούμενοι όχι.
Τώρα σε αυτά τα μέρη είσαι ένοχος μέχρι να αποδείξεις την αθωότητά σου. Τους Έλληνες σχεδόν παιδιά τους έβαλαν φυλακή, εκεί σε ξεχνούν αν δεν έχεις κάποιον να τρέχει. Ούτε ο καπετάνιος ενδιαφέρθηκε, ούτε ο πράκτορας, το μόνο που τους έστελναν φαγητό.
Εν τέλει το βαπόρι άλλαξε καπετάνιο, ήταν χρονο-ναυλωμένο από την εταιρία μπανανών United Fruit Co. κι έκανε τακτικά ταξίδια, αυτός απαίτησε δυναμικά την αποφυλάκιση τους, έτσι κι έγινε.
Ο ζεστός τροπικός ήλιος, η πλούσια βλάστηση, έκανε ακόμα πιο νωχελική, τεμπέλικη τη ζωή, μια ζωή όπου συνυπήρχαν, η απόλυτος φτώχεια, η κλειστή ανέγγιχτη κοινωνία των εχόντων και κατεχόντων, η ζήλεια των ντόπιων ειδικώς της κοριτσίστικης νεολαίας για τον κόσμο που είχε να κάνει με ναυτικούς, εκεί όπου κυκλοφορούσε το χρήμα και η κοινωνία των πάντοτε μετατιθεμένων δημόσιων λειτουργών, οι οποίοι ήθελαν κι αυτοί μέρος από την πίτα.

Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, η ανία ήταν άγνωστη λέξη κάθε μέρα και κάτι καινούργιο.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

H Παρέα



Κρασάκι μαύρο, θαλασσινά μεζεδάκια, ευκαιρία για ανταλλαγή απόψεων, ήταν η παρέα μας, αυτή που συναντιόμασταν τακτικά ώστε να σπάμε την μονοτονία, μα και την διαφορετικότητα του ξενικού περιβάλλοντος που μας τυλίγει, από απόψεως κουλτούρας, ώστε να αισθανόμεθα πάλι σαν το σπίτι μας την Ελλάδα, μια Ελλάδα αυτήν που αφήσαμε.
Όλοι ελληνο-γεννημένοι, συνάντη της 12ης Μαίου 2011.


Στην Φωτογραφία από αριστερά,
Τιμολέων Κόκκινος
Νίκος Λιψάνος,
Διονύσης Κονταρίνης
Δημήτριος Μουστάκης
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Ευάγγελος Διακογιάννης



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Ένα Ανεξιτηλο, Ναι, ή Όχι...




Ένα Ανεξίτηλο, ΝΑΙ ή ΟΧΙ

Ανακριτής, ή δικαστής, ότι και να ήταν αυτός αποφάσιζε για το ζωή του φίλου μας, καθιστός στην έδρα πάνω στο βάθρο, ο κατηγορούμενος καθιστός κάτω σε μια καρέκλα, ο διερμηνέας όρθιος:
Είπε ο δικαστής μέσω διερμηνέα.
-Θα απαντάς σε ότι σε ρωτάμε μονολεκτικώς, τίποτε άλλο.
-Ήξερες ότι δεν έχεις δικαίωμα εργασίας στο κράτος μας, στον παράδεισό μας;
-Ναι, ή όχι.
-Ναι.
-Σε πιάσαμε στην δουλειά επάνω, άρα είσαι ένοχος.
-Μα από ανάγκη, το έκανα,
-Η απάντησή σου θα πρέπει να είναι Ναι ή όχι
-Ναι.
-Όταν έμεινες στην στεριά από το βαπόρι είχες σκοπό να μείνεις στην Αμερική; -Δηλαδή σου αρέσει η Αμερική;
Ιδού το δίλλημα, τι να τους έλεγε το παιδί, οι γνωστοί του, τον είχαν συμβουλέψει να πει την αλήθεια, τούτο εδώ είναι κράτος δικαίου.
-Ναι.
Αυτό ήταν και η καταδίκη του, τον κλείσανε μέσα.
Μετά από τρεις μέρες ήρθε η απόφαση γραπτώς μέσα στο κελί του:
Είσαι ένοχος, να είσαι έτοιμος για απέλαση, έχεις τρεις μέρες καιρό αν δεν συμφωνείς με αυτή την απόφαση να κάνεις έφεση.
Αχ, λόγια, λόγια, λόγια.
Τον φυλάκισαν στο νησί Ellis Island στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης εκεί τον πέταξαν και τον ξέχασαν. Πέρασαν 4 μήνες 120 μέρες
Ο φίλος μας παιδί αμούστακο, χωρίς καμιά πείρα της ζωής, χωρίς να μπορεί να συνεννοηθεί, χωρίς πατρίδα, η δικιά του, του καιρού εκείνου ήταν ανύπαρκτη, δεν την ενδιέφερε.
Ακόμα μέχρι σήμερα έχει σημαδέψει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, η θύμηση των γεγονότων όταν έχει να διεκπεραιώσει έστω κι απλά πράγματα, απέναντι στο νόμος, ή ακόμα και απέναντι στο να δικαιολογεί τον εαυτόν του σύμφωνα με την δική του σκέψη.
Κάθε μια φορά τον χρόνο απονέμοντε βραβεία (Ellis Island Medals of Honor) σε διακόσες και πλέον προσωπικότητες από διάφορες εθνικές ομάδες και οι οποιοι έχουν κάνει το αμερικανικό όνειρο πραγματικότητα.

Εφέτος βραβεύονται και δυο Ελληνοαμερικανικοί με το βραβείο του νησιού αυτού.
πριν μερικα χρόνια βραβεύτηκαν και κάποιοι Ελληνοαμεριακανοί Ιερωμένοι

Βλέποντας αυτά έγραψε ένα γράμμα στην εφημερίδα ας πούμε σα διαμαρτυρία γιατί; Τι ξέρουν αυτοί από τη ζωή στο νησί των δακρύων;
Του απάντησαν ότι θεωρούνται ως πολίτες που έχουν προσφέρει στην κοινωνία υπηρεσίες κλπ

Κατά τη γνώμη του τελείως άσχετοι με την ζωή των κρατουμένων αυτών που είχαν δει τα όνειρά τους να γκρεμίζονται μετά από το πέρασμά τους από το νησί των δακρύων.
Αλλά όπως πάντα το δικαίωμα σκέψης, είναι για αυτούς που κρατούν τα ηνία για τους άλλους ζωή είναι ένα Ναι ή ένα Όχι.









Γαβριήλ Παναγιωσούλης













Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Happy Mother's day


Ελλάδα
Σκέπασε μάνα σκέπασε, γαλανομάτα κόρη, όπως εσκέπασες και εμάς και τ’ άλλα τα παιδιά σου.
Ήταν η αρχή, ο ύμνος προς την μάνα μας την Ελλάδα. Αυτός που μας μάθαιναν στο σχολείο
.
Η μάνα μου αυτή που με γέννησε, αυτή που τόσο λίγο γνώρισα, αυτή που ακόμα φέρνω τ’ όνομά της στα χείλη μου, όταν έχω ανάγκη.
Αυτή που τη στοργή της μου στέρησε ο μόχθος της ζωής, η φτώχεια, η θάλασσα, η ξενιτιά, ο χρόνος τσάκισε τη ζωή, οι αναμνήσεις έμειναν λαχταριστές αυτές που δεν πρόλαβα να χορτάσω
.
Σε αυτές τις μάνες κλείνω το γόνυ και καταθέτω ένα μπλε τριαντάφυλλο, αγάπης, ευγνωμοσύνης και μια θύμηση που θα τρέχει στην αιωνιότητα έως ότου υπάρχω… χρόνια σας πολλά και στις δυο αυτές που μου έδωσαν το φως την ύπαρξή μου…

Γουατεμάλα
Η μάνα βγήκε απ το ταξί και φώναξε:

-γιατρέ το παιδί μου!
-Δεν είναι εδώ, κυρά μου, πήγε για ψάρεμα.
Η υπηρέτρια της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα, έμοιαζε με πιστολιά.
Η μάνα έπεσαι κάτω, φοβήθηκε νόμισε ότι της έριξαν
Την πήρα στο αυτοκίνητο, με κοίταξε ικετεύοντας με,

-στο νοσοκομείο, είπε.
Μια καλόγρια μας άνοιξε,
-Δεν, δεν βρήκα το γιατρό ψέλλισε, η μάνα.
-Δεν είναι ανάγκη πια κυρά μου,
-Α! Έγινε καλά;
-Όχι, το παιδί σου πέθανε.
Την άφησα κι έφυγα
.

Νέα Υόρκη,
Η μάνα έμαθε ότι η δασκάλα των Ελληνικών χειροδίκησε στην μια της κόρη.
Βγήκε έξω στον διάδρομο σαν τίγρης τα μαλλιά της ριχτά σαν χαίτη, έπιασε την δασκάλα απ’ τον λαιμό, μην ξανατολμήσεις να σηκώσεις χέρι στο παιδί μου…
Η παρουσία μας πάνω στη γη προέρχεται από μια μάνα, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις…
Σε όλες αυτές τις μητέρες ήρωες μαζί και στην κάθε μια ξεχωριστά εύχομαι
Ευτυχισμένη ημέρα της μητέρας.

Happy mother’s day



Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Οι Αναμάρτητοι

Σήμερα Πρωτομαγιά το στεφάνι πλεγμένο από τα παιδικά μου χέρια με χρώματα από τα αγριολούλουδα των βράχων, τις μαργαρίτες, τις παπαρούνες, κρεμασμένο στο ανώφλι του πατρικού μου σπιτιού, ο ήλιος να λάμπει, η ατμόσφαιρα να χαμογελά κι εμείς να παίζουμε ξέγνοιαστα απολαμβάνοντας το μεγαλείο της φύσης. Αυτά αφήσαμε… και όμως μείναμε αναμάρτητοι…
Οι αναμάρτητοι,
Το κορίτσι και τ’ αγόρι προχωρούσαν αγκαλιασμένοι στη ζούγκλα με οδηγό τους τ’ αχνάρια του μονοπατιού που είχαν αφήσει τα τεράστια ξανθά μερμήγκια, αυτά που ξεγύμνωναν τα δένδρα από τα φύλλα τους. Στα χέρια τους κρατούσαν ματσέτες κι άνοιγαν δρόμο στην πυκνή βλάστηση. Σε κάθε τους βήμα με το θρόισμα των θάμνων σηκωνόταν κουνούπια σα σύννεφο κι επιτίθεντο.
Για προστασία είχαν δέσει στην πλάτη τους μακριά άδεια τσουβάλια, έψαχναν για ξερόκλαδα να ανάψουν φωτιά στην καλύβα τους που ήταν φτιαγμένη από κορμούς δένδρων. Η σκεπή ήταν πλεγμένη από φύλλα φοίνικα. Αλλά πράμα παράξενο μερμήγκια δεν φαινόταν πουθενά.
-Μπορεί να τα έφαγαν οι ιθαγενείς, είπε το κορίτσι.
Ένα τεράστιο δένδρο γεμάτο καρπούς φάνηκε μπροστά τους.
-Για κοίτα ένα αρτόδενδρο, είπε το αγόρι,
-Αυτό δεν είναι αρτόδενδρο αλλά το στοιχειωμένο δένδρο, λέγεται χίκαρα, τα φρούτα του μοιάζουν σαν κολοκύθες αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκροκεφαλές, είπε το κορίτσι…
-Είναι ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την παράδοση των ιθαγενών Μάγια, ξανά είπε το κορίτσι.
-Καλύτερα να γυρίσουμε είπε το αγόρι, που είχε αρχίσει να φοβάται.
Η ζέστη ήταν φοβερή, σταμάτησαν να βουτήξουν στο μικρό ποταμάκι, ψάρεψαν με δόλωμα από σκουληκάκια που έβγαλαν από το χώμα σε αγκάθια δεμένα σε σχοινί από ρίζες αυτές που κρέμονται απ’ τα ψηλά κλαριά των δένδρων.
Άναψαν φωτιά τα ξερό-κλαδιά έψησαν τα ψάρια, έστω κι ας είχαν μια μυρωδιά βρεγμένης γης.

Κοιμήθηκαν στην καλύβα τους αγκαλιά, κουκουλώθηκαν με την κουνουπιέρα, οι νυχτερίδες πετούσαν γύρω τους, τα ποντίκια χάθηκαν από τον φόβο.
Τι δύναμη έχει η έλξη, το εσύ κι εγώ, η αγάπη, η καταπράσινη φύση, η ξεγνοιασιά έτσι όπως οι πρωτόπλαστοι, τι όμορφα που έφτιαξε ο Θεός τον κόσμο, μα και την σκέψη της ελπίδας για αύριο: έχει ο Θεός!
Κι όλα αυτά πριν την αμαρτία!
Αφού δεν δοκίμασαν να κόψουν τον απαγορευμένο καρπό.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης