Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Ψίχουλα κάτω απ το τραπέζι



Παιδιά, ψίχουλα κάτω απ' το τραπέζι.
Ένα κομματάκι τετράγωνο καλαμποκίσια μπομπότα, είχε και σταφίδες, την κοίταξα με χαρά άπλωσα το χέρι μου, κάτι μου είπε ιταλικά, δεν καταλάβαινα, ξανά την κοίταξα, είχε δυο χείλη βαμμένα σε χρώμα από βύσσινο. Κοίταξα πιο εκεί ένας ψηλός μαυροφορεμένος καθολικός με καπέλο μαύρο στρογγυλό πλαισιωμένο με μια κίτρινη κορδέλα μου χαμογέλασε. Βρισκόμουν στην Ελλάδα ξένοι έκαναν κουμάντο αυτοί που είχαν φέρει και την πείνα, Ιταλοί κατακτητές
.


Το κρύο φοβερό για να ζεσταθούμε κοιμόμαστε όλα τα παιδιά μαζί, πριν ξημερώσει χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα, οι σκύλοι της γειτονιάς είχαν τρελαθεί στο αλύχτισμα. Μπήκαν από πόρτα γερμανοί με αγριοφωνάρες, απ το κρεβάτι δεν κινήθηκα, μόνο έβγαλα το κεφάλι έξω απ’ την κουβέρτα, οι γερμανοί με νοήματα μας σήκωσαν όλους. Σαν είδαν το παιδικό σώμα μου αδύνατο καχεκτικό κιτρινωπό με άφησαν να ξαναπέσω κάτω απ’ την κουβέρτα, ήθελαν μόνο άντρες, πήραν τον πατέρα μου. Για άλλη μια φορά νόμισα ότι βρισκόμουν Ελλάδα, αλλά όχι, ξένοι έκαναν κουμάντο, οι Γερμανοί.

Ένα τεράστιο φορτηγό αυτοκίνητο φάνηκε απ την στροφή του δρόμου. Στην Καρότσα του ήταν γεμάτο στρατιώτες, σταμάτησε ακριβώς έξω απ το σπίτι μας, οι στρατιώτες κατέβηκαν κι άρχισαν να περιεργάζονται τα πάντα και να πίνουν τσάι. Τα πιτσιρίκια του χωριού ξυπόλυτα μαζεύτηκαν, άπλωναν το χέρι και φώναζαν, Μίστερ, μίστερ, οι στρατιώτες τους έδιναν τσάι. Ο πατέρας μου δεν μας άφησε να βγούμε απ το σπίτι. Πάλι οι ξένοι κάνανε κουμάντο, τούτοι τη φορά ήταν Εγγλέζοι.

Συμμορίες περνούσαν τον δρόμο, με γενειάδες, με τα όπλα στον ώμο τους με δεσμίδες φυσίγγια σταυρωτά στο στήθος τους, σταματούσαν κοίταζαν, μετά με το χωνί φώναζαν προσκαλούσαν τον κόσμο στο σχολείο για ομιλία που θα έκαναν. Ήταν Έλληνες που είχαν έρθει στην Κεφαλλονιά από την μεγάλη στεριά, Στερεά Ελλάδα.
Τούτοι εδώ ήταν διαφορετικοί συμμορίτες, είχαν χλαίνες ιταλικές μακριές τα τουφέκια με την κάνη προς τα κάτω, είχαν ρόπαλα, κυνηγούσαν κι έδερναν με την ανοχή της χωροφυλακής όποιον είχε πάει στις συγκεντρώσεις της προηγούμενης συμμορίας. Ήταν Έλληνες,
Η απελευθέρωση της Ελλάδας έφερε τον εμφύλιο, πάει έφυγε η ελπίδα που είχαμε, να κυβερνήσουν την χώρα έλληνες, ο τρόμος χειρότερος από πριν.

Έφυγα κάποιο βράδυ παιδί αμούστακο γυμνός στην θάλασσα, τα πιτσιρίκια του Μπανγκλαντές με κυνηγούσαν απλώνοντας το χέρι και φώναζαν μίστερ μπαξίσι. Θυμήθηκα το χωριό μου.
Το πιτσιρίκι αυτό ξυπόλυτο γυάλιζε παπούτσια στην Γουατεμάλα, με το ταξί μου μεταφέραμε ένα νεκρό παιδάκι μου έκανε παρέα με την ελπίδα ένα πιάτο φαγητό στο ξενύχτι.

Ερχόταν και σκούπιζε το εργοστάσιο μετά απ το σχολείο, με τα λεφτά αγόρασε από την λαϊκή ένα όμορφο ζευγάρι παπούτσια, το αφεντικό τον κάλεσε, που τα βρήκες, το παιδί τρόμαξε μην χάσει τη δουλειά του, θέλω να μου πάρεις κι εμένα τα ίδια νούμερο 42.

Όλα αυτά παιδιά, ψίχουλα κάτω απ το τραπέζι των μεγάλων κι εγώ δεν ξεχνώ ότι κάποτε ήμουν παιδί.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Διακοπές



Στις φωτογραφίες:
δυο βαπόρια τύπου Liberty όπου ως πλήρωμα γύρισα όλο τον κόσμο
Διακοπές!
Είναι η αλλαγή των εποχών, η φύση αλλάζει, η Περσεφόνη ξανανεβαίνει στην επιφάνεια, ανθίζουν τα λουλούδια, όλη η φύση ντύνεται στα γιορτινά της, μαζί κι εμείς οι κάτοικοί της, εμείς οι άνθρωποι προγραμματίζουμε μια αλλαγή της χειμωνιάτικης κατήφειας, ένα σπάσιμο της μονοτονίας μας, που θα πάμε για διακοπές, για μπάνια για θάλασσα, να απολαύουμε τον ήλιο, να μαυρίσουμε, να δροσιστούμε στην σκιά.
Για χρόνια άλλαζα πατρίδες, άλλαζα σημαίες, συνεχόμενες διακοπές, πότε θάλασσα, πότε στεριά, βόρειος παγωμένος ωκεανός, ή τροπικό κλίμα, για χρόνια έβλεπα κι ακόμα βλέπω γύρω μου πολύχρωμους ανθρώπους, ακούω να μιλάνε με ξενικούς φθόγκους διαφορετικά ιδιώματα λες και βρίσκομαι στον πύργο της Βαβέλ, για χρόνια λέρωναν τα χέρια μου τα διάφορα νομίσματα, από Ρουπίας, πέσος, κυατς, φράγκα, γκίλντες, μάρκα, Κρουζέιρος, σόλες, λεμπίρας, κετσάλ, κόρδοβας, κολόνες, ρανντ, εσκούδος, Δολάρια, λίρες, άκουγα το μη φύγεις, τα σ’ αγαπώ σε τόσες γλώσσες.
Στις σημερινές Διακοπές μου δεν θέλω να ξέρω τίποτα από αυτά, θέλω τη λήθη, να ζω και να περνώ έτσι απλά όπως γεννήθηκα, μόνο τότε θα πω ότι κάνω διακοπές, όπως το λέει και η ίδια η λέξη, διακόπτω την καθημερινότητα, αυτά που ήξερα, αυτά που υποχρεωτικά έμαθα για να μπορώ να επιβιώσω
Υπήρχε όμως μια εποχή όπου η εποχές δεν άλλαζαν για εμάς τους ανθρώπους μόνο για την φύση, εμείς κάναμε τις ίδιες ασχολίες, χειμώνα καλοκαίρι, είχαμε τα ίδια προβλήματα, ήταν η Ελλάδα του τότε, η χώρα που γεννήθηκα τα πέτρινα αυτά χρόνια, παρέμεναν μονολιθικά πέτρινα…
Μια άλλη εποχή όπου δεν αλλάζουν οι εποχές ούτε για τους κατοίκους ούτε για την φύση είναι τα τροπικά μέρη, εκτός από βροχή, ξηρασία και ζέστη, όλες οι εποχές τα ίδια προβλήματα. Ίδιες ασχολίες, όχι προγραμματισμός διακοπών, ούτε ταξίδια ούτε τίποτα. Ο ίδιος καιρός οι ίδιες απαιτήσεις τις ζωής, η μονοτονία έσπαγε από την συναναστροφή του ταξιτζή με τον φτωχό λαό, με τους ναυτικούς, με τους αστυνομικούς, με τις γυναίκες του λιμανιού, με τους αστυνομικούς, με τους λαθρέμπορους, με τους ξενοδόχους, ακόμα και με τους παπάδες.
Ταξί, είπε το δουλικό, ξέρεις η κυρά μου με έστειλε να της βρω έναν ταξιτζή της εμπιστοσύνης που να μην ανοίγει τον στόμα του.
Μα δεν με βλέπεις κοπέλα μου, σήμερα είναι του Αγίου Χριστοφόρου προστάτη των ταξιτζήδων και τα ταξί δεν δουλεύουν.
Καλά πάμε!
Ουφ αυτόν βρήκες; Δεν υπήρχε κανένας άλλος;
Όχι κυρά μου, αλλά μην φοβάσαι υπάρχει απόλυτη εχεμύθεια.
Μου έβαλε μια πιτσιρίκα φίλη της δίπλα μου, για να έχει άλλοθι, πήγαμε στο σπίτι της κουμπάρας της και πήραμε τον κουμπάρο, κάθισαν στο πισινό κάθισμα.
Πήγαμε σε μια άλλη πολιτεία, μας πήγαν σε κέντρο φάτε πιέτε ότι θέλετε, όλα δικά μας, να μας περιμένετε να γυρίσουμε, έφυγαν, ξημερώσαμε στον γυρισμό, έλα όμως που της πιτσιρίκας δεν της άρεσα.
Ταξί, ταξί ο γερμανός ναυτικός άνοιξε την πόρτα και, μπήκε, Κλαμπ Μόντε Κάρλο είπε, ήταν θυμωμένος κι έβριζε, είχε στο πουκάμισό του μέσα γεμάτο αρώματα, φθάνοντας άνοιξε την πόρτα και χάθηκε, δεν πλήρωσε, ευτυχώς του πέσανε μερικές κολόνιες
,
Η τράπεζα Λονδίνου και Μόντρεαλ φώναξε ταξί άνοιξα το πορτμπαγκάζ το φόρτωσαν χρήμα, δίπλα μου έβαλαν έναν φαντάρο με το τουφέκι όρθιο γραμμή για το αεροδρόμιο.
Ταξί, ένας Έλληνας καπετάνιος από την Χίο μου το φόρτωσε αστυνομικούς να πάμε στο σπίτι ενός μέλους πληρώματος για έρευνα.
Ταξί ήταν η μέρα των νεκρών, πήγαινα στο κοιμητήριο προσκυνητές με λουλούδια και φαγητό, έλα όμως που στον δρόμο έμεινα από βενζίνα, κατεβάτε να το σπρώξουμε στην άκρη ας πάτε με τα πόδια τους είπα δεν φεύγουν από εκεί που είναι. Πήρα μια βαθιά ανάσα
Ταξί, μα πάλι ταξί, ε! άστε μe ησυχάσω, δεν βλέπεται ότι πάω διακοπές …
Καλό καλοκαίρι σε όλους σας, σε όλους τους φίλους-ες αναγνώστες, με το καλό να επανέλθουμε με τις πρώτες φθινοπωρινές δροσιές

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Αν υπήρχε μια αληθινή Μαργαρίτα,



Ήρθες, ήρθες καλοκαίρι κι ο Θεός πολλά με το άγιο του το χέρι σκόρπισε καλά…
Έτσι άρχιζε ένα τραγούδι που μας μάθαιναν στο σχολείο λίγο πριν τις εξετάσεις..
Σήμερα μας είναι άγνωστο του τι θα μας φέρει τούτο το καλοκαίρι, έτσι κι εγώ σκεπτόμενος τα παλιά, κοίταξα να κόψω μια μαργαρίτα να την ξεφυλλίσω, αλλά αυτές που βρήκα ήταν όλες ζωγραφιστές.

Αν υπήρχε μια αληθινή μαργαρίτα!
Στην ζωή μου περπάτησα σε αρκετές ανθρώπινες κινούμενες αμμουδιές, καμιά τους δεν στάθηκε ικανή να με νικήσει, τώρα όμως μετά την ωρίμανση της ηλικίας ξανάρχεται στη μνήμη νοσταλγικά η νοοτροπία του τότε περιβάλλοντος.
Ταξί, ταξί, άνοιξε την πόρτα και μπήκε, κάθισε δίπλα μου, ήταν μια παρδαλή, έτσι κάπως μεσόκοπη, κάπως νοστιμούλα.
Πήγαινέ με στο ράστρο είπε, μια γειτονιά όπου ζούσαν μετανάστες έγχρωμοι από την Τζαμάικα είναι αυτοί που τους είχε φέρει η αμερικανική εταιρία μπανανών United Fruit Co. για τις φυτείες της ως άτομα πιο αντοχής από τους ντόπιους ιθαγενείς. .
Ο δρόμος ήταν από χώμα, είχε βρέξει και οι ρόδες του ταξί χωνόταν στην λάσπη.
Η επιβάτης μου βιαζόταν να φθάσει στην ακρογιαλιά, την ήξερα από πριν ήταν δασκάλα σε σχολείο της γειτονιάς.

Στην διεύθυνση αυτή ζούσε μια γυναίκα μετανάστης έγχρωμή είχε την φήμη ότι μπορούσε να σου πει την τύχη καπνίζοντας ένα πούρο με προσοχή να μην της πέσει η στάχτη κι ανάλογα με το σχήμα της θα ήταν και το μέλλον σου, η τύχη σου.
Δεν ξέρω πιο πολλά.. έμεινα με τον στόμα ανοιχτό, από την έκπληξη, μου έκανε εντύπωση η επιβάτης μου, δασκάλα το επάγγελμα, αυτή που μαθαίνει γράμματα τα παιδιά, να πιστεύει σε τέτοια, μάλλον κάποια αγάπη θα είχε, ποιος ξέρει; Κοίταξα γύρω μου αν υπήρχε μια κάποια μαργαρίτα να της την δωρίσω ώστε να την ξεφυλλίσει να μάθει την τύχη της. Έλα όμως που στα τροπικά δεν φυτρώνουν μαργαρίτες!

Δεν υπήρχε ούτε μια.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

EΛENH

Aγιόκλημα


Αφιερώνω αυτά τα 'φιόρα' από τον κήπο μου όπως τα λέμε στην Κεφαλλονιά στην ΕΛΕΝΗ



Χθες βράδυ Κυριακή 5η Ιουνίου 2011, στο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού Νέα Υόρκη, μαζευτήκαμε όλοι οι φίλοι και γνωστοί της Ελένης να τιμήσουμε την εκδήλωση, αφιέρωση στην συγγραφέα, Ελένη Φλωράτου Παϊδούση :
Με θέμα:
Η Ελένη στον αγώνα, στην ανθρωπιά και στην λογοτεχνία.


"Όλοι μαζί μια γροθιά για να αντέξει η πατρίδα, να αντέξουμε κι εμείς»
ΕΛΕΝΗ ΠΑΪΔΟΥΣΗ.
Την είχα γνωρίσει πριν πολλά, πολλά χρόνια όταν ακόμα εργαζόταν σαν εκπαιδευτικός στο σύστημα, μα και σαν μέλλος του Κέντρου Ελληνικού πολιτισμού. Ήταν η ψυχή του…
Τότε εγώ έκανα τα πρώτα μου βήματα στο να γράφω, αρχικά είχα γράψει κάποιο βιβλίο, πήγαινα σε συγκεντρώσεις διανοουμένων, δεν γνώριζα σχεδόν κανένα, άτολμος δειλός, οπότε σε μια λογοτεχνική συγκέντρωση στο άλλο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού της Αρχιεπισκοπής καθόμουν στην τελευταία σειρά, έρχεται δίπλα μου, κι αρχίζει να μου μιλά.
Μου έδωσε θάρρος, πήγαινε μπροστά, για ότι θέλεις εγώ είμαι για εσένα, αν δεν ξέρεις κάτι να με ρωτάς, από εκείνη την ημέρα κάναμε μαζί συζητήσεις, μου έφερνε πάντα ως παράδειγμα έναν ποιητή συγγραφέα από την Χίο τον Αγκουλέ
Μου δώρισε βιβλία της, με καθοδηγούσε, ανταλλάσσαμε σκέψεις.


Χθες βράδυ ήταν αρκετοί ομιλητές, η δε κόρη της Ελένης, η Άννα μας έπαιξε πιάνο και τραγούδησε «Ξανθούλα» Σολωμού, το Κεφαλλονιτοπούλα και άλλες καντάδες.
Μετά προσφέρθηκαν αναψυκτικά, μεζεδάκια καφές κλπ.


Η αίθουσα ήταν γεμάτη από φίλους, μεταξύ άλλων η κ. Βάνα και ο κ. Αντρέας Κοντομέρκος, κι από φίλους που είχα να δω πριν πολλά, πολλά χρόνια, η κ. Ολυμπία Σπανού, ο κος Τάσος Μουζάκης, ο κ. Δημήτρης Μουστάκης, ο κ. & η κ. Νεοφώτιστου, Η κ. Πετρούτσου, ο κ. Κρεμμύδας, ο κ. Κλεάνθης Μπακάλης, ο κ. Σαμ Τσέκουας, η κ. Ελευθερία Τουρτουλή, η κ. Καρατζαφέρη, η φίλη μου από τα παλιά Πόπη Γιαννάτου, κι άλλοι πολλοί φίλοι. Το κυριότερο ότι συνάντησα και φίλους μιας παλιάς εποχής τότε που διστακτικά έκανα τα πρώτα βήματά μου στον κόσμο που ασχολείτο με την γραφή.

Η Ελένη δεν ήταν παρούσα καθότι είναι ασθενής, αλλά εμείς οι υπόλοιποι αφιερώσαμε μια τιμητική εκδήλωση στο έργο της, στον άνθρωπο, στου αγώνες της, στην συγγραφέα-λογοτέχνιδα ΕΛΕΝΗ.

Κι εγώ αφιερώνω αυτά τα 'φιόρα' όπως λέμε στην Κεφαλονιά από τον κήπο μου στην ΕΛΕΝΗ με ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Μια Απλή Ζωή!


Η ελληνική σημαία κυμάτιζε στον πρυμναίο ιστό,
Παράξενο μου φάνηκε, για να βεβαιωθώ πήγα στην απέναντι παραλία, παρκάρισα το ταξί μου, στο περίβολο της γαλάζιας λίμνης και πήγα στην ακροθαλασσιά που έβρεχε ο κόλπος του Amatique της καραϊβικής, όχι δεν ήταν άμμος αλλά κακοτράχαλες πέτρες, τα νερά μουντά.
Πολλές φορές ερχόμουν στο ίδιο μέρος καθόμουν κι αγνάντευα την θάλασσα, σκεφτόμουν ότι συνόρευε με το μέρος που γεννήθηκα, έτσι και σήμερα μόνος κάθισα σε μια πέτρα κι αναλογίστηκα την ταυτότητά μου, ποιος είμαι, από πού είναι η καταγωγή μου, μέσα στην φουρτούνα των ερώτων και μετά της βιοπάλης, είχα απολέσει αυτό το ιερό αίσθημα της αγάπης, της νοσταλγίας, προς το μέρος που γεννήθηκα, ήμουν ένα «σκεύασμα» της παγκοσμιότητας, ένας που πάντα ζητούσε και απαιτούσε να είναι γυναίκα στην παρέα, ένας που τριγύριζε σαν τη μέλισσα γύρω από την γύρη, η οποία ήταν γένους θηλυκού.
Ξανά κοίταξα το βαπόρι, ένα μικρό όμορφο κρουαζιερόπλοιο, διάβασα το όνομά του ΣΤΕΛΛΑ ΩΚΕΑΝΙΣ. Δεν μου έκανε καμιά εντύπωση, ήταν γεμάτο αμερικανούς τουρίστες.
Περπάτησα σιγά, σιγά εκεί όπου είχα αφήσει το ταξί μου, στον δρόμο συνάντησα κι άλλους συναδέλφους.
-Πήγαινε στην πύλη του μόλου, έχουν έρθει πολλοί αμερικανοί τουρίστες και ζητούν ταξί
.
Το πλήρωμα Έλληνες, πολλοί χωριανοί μου Κεφαλλονίτες, ούτε καν που τους θυμόμουν, μου λέγανε ποιοι ήταν προσπαθούσα, να θυμηθώ, εν τω μεταξύ πολλά τα αγώγια έπρεπε να διαλέξω τι με συμφέρει.
Δεν ξέρω πως με βρήκε μια Ελληνίδα πλήρωμα μου είπε ήταν λογίστρια του πλοίου, μου έφερε μαζί της ένα παλληκάρι ιταλό μουσικό του πλοίου και μου είπε να τους πάω κάπου μακριά, σε ένα ποταμάκι το Rio Dulce εκεί στην απέναντι όχθη ήταν το κάστρο του Αγίου Φιλίππου όπου είχαν κτίσει οι Κονκισταδόρες, πέρασαν απέναντι στο Κάστρο με μονόξυλο ιθαγενών, εγώ δε να τους περιμένω στην όχθη να τους φέρω πίσω στο λιμάνι.
Ο δρόμος χωματένιος, άσχημος, όχι πολυσύχναστος, γεμάτος στροφές, περνούσε μέσα από την ζούγκλα, ένα ειδυλλιακό τοπίο για δυο. Ε! αυτό το αγώι διήρκησε μια ολόκληρη μέρα

Το βράδυ αργά πήγα σπίτι, για πρώτη φορά έκανα μια ερώτηση στον εαυτόν μου αν ανήκω εδώ που ήμουν, αλλά, όπως πάντα με νίκησαν, το καλωσόρισμα, η γυναικεία αγάπη, η απλότητα της λογικής αυτής που δεν ανέχεται πολύπλοκες ιδιομορφίες, αυτής της απλότητας που το ζητούμενο ήταν το δώσε ημάς σήμερον.
Τίποτε άλλο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης