Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Η Λεμονιά, οι ρίζες μας.



Ήταν αυτή που με είδε όταν γεννήθηκα, αλλά όχι, μαζί γεννηθήκαμε, η μικρή μου λεμονιά τόση δα ίσαμε το μπόι μου, περίμενε από εμένα να την δροσίσω στις ζέστες του καλοκαιριού με νερό από τη στέρνα για να μεγαλώσει. Ήταν μπροστά από την πρόσοψη του σπιτιού μου,
Έφυγα μόνος και την άφησα μικρή τόση δα,
Πέρασαν τα χρόνια η λεμονιά κι εγώ ξανασυναντηθήκαμε πάλι, μόνο που το εγώ έγινε εμείς, να πώς να το πω πληθύναμε, γίναμε 13 και η λεμονιά θέριεψε, για να μας ευχαριστήσει γέμισε λεμόνια.



Ριζωμένη στα πετροχώματα μας περίμενε, έτσι κι εμείς ήρθαμε να συναντήσουμε τις ρίζες μας, σμίξανε με της λεμονιάς, γευτήκαμε το αθάνατο άρωμα της Ελληνικότητας, ένα άρωμα που με αυτό βαφτίζονται τα εγγόνια μας, όταν εμείς οι παππούδες θα έχουμε φύγει από τούτο τον κόσμο, θα θυμούνται με υπερηφάνεια για πάντα το άρωμα από τις ρίζες τους.
Αλλά δεν φταίω σε τίποτα, που καταντήσαμε περαστικοί στον τόπο που γεννήθηκα.
Αλήθεια τι ειρωνεία!
Άρα ποιος να φταίει;
Ξαναφύγαμε πάλι, στην απουσία μας τα λεμόνια θα μαραγκιάσουν θα πέσουν χάμω, οι ρίζες όμως θα κρατήσουν να μας περιμένουν πάλι σαν την ελληνικότητα που ποτέ δεν χάνεται…
Καλοκαίρι 2011, Πύλαρο Κεφαλληνίας
Γαβριήλ Παναγιωσούλης