Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Όμως, τα Όνειρα παραμένουν!









Η από φύλλα Φοίνικα οροφή του εστιατορίου φιλική προς το περιβάλλον.


Τροπικό το κλίμα, όχι πολύ ζέστη, έβρεχε κάνα δυο ώρες, μετά σταματούσε κι έβγαινε ήλιος. Από την συρτή γυάλινη πόρτα του έβγαινα στο μπαλκόνι στο σκεπαστό και παρακολουθούσα την βροχή. Άσπριζε ο τόπος, λες και ήταν χιονόνερο.

Τα βράδια μόλις σουρούπωνε πάλι άρχιζε η βροχή, μας κρατούσε συντροφιά στη σκεπή λες και χοροπηδούσαν καλικάτζαροι.

Ο Διευθυντής του ξενοδοχείου μας δώρισε ένα διαφημιστικό βιβλίο Livingston mi Amor, μέσα στις σελίδες του βρήκα μια διέξοδο της ανίας που μου έφερνε η βροχή, (Η ιστορία δυο νεαρών Γαλλίδων όπου έχασαν το κρουαζιερόπλοιο τους ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν στο Livingston) διάβαζα και προτιμούσα το σίγουρο κάτω απ την σκεπή, από το να τρέχω στον τροπικό παράδεισο κάτω απ την βροχή, να απολαμβάνω την μητέρα φύση, όπως το έκανα κάποτε.


Φαντάζομαι είναι σημάδι ότι μέστωσε το μυαλό στο κεφάλι σα να ήταν χειμωνικό έτοιμο να εκραγεί.

Τι παράξενη που είναι η ζωή! Όταν ονειρεύεσαι κάτι και το αποκτήσεις χάνεις το ενδιαφέρον, άρα το όνειρο είναι το άπιαστο θέλγητρο της ζωής.
Σκέπτομαι το πόσο διαφέρει το χθες από το σήμερα, απίστευτο κι όμως αληθινό.


Έτσι βλέποντας το παρόν, αναβιώνουν τα περασμένα, που όμως είναι σαν μια οθόνη από πανί όπου πίσω της παίζουν σκιές σαν του καραγκιόζη, είναι αυτές που άφησε το παρελθόν, σκιές που ματαίως ψάχνουν να νικήσουν τον χρόνο, σκιές όπου βρίσκουν καταφύγιο στα όνειρα και το πιο παράξενο είναι ότι ακόμα παραμένουν όνειρα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Περιηγήσεις

Δυο ηφαίστεια, μπροστα η λίμνη vista απ' το παράθυρο του ξενοδοχείου





Ηφαίστειο, πλέοντας στην λίμνη

Φωτιά, στάχτη, κούτσουρα, οι πέτρες του Αρίωνα


Γουατεμάλα, 23 Δεκέμβρη 2011

Επισκεφτήκαμε την λίμνη Atitlan στην πραγματικότητα είναι μια καλδέρα βυθισμένου ηφαιστείου με βάθος 320 μέτρων και μια έκταση 128 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η λίμνη περιτριγυρίζεται από τις κορυφές τριών ηφαιστείων, τα οποία έχουν υψόμετρο 3158 μέτρων.
Η πόλη Panajachel χτισμένη στην όχθη της λίμνης σε υψόμετρο 1560 μ. από εκεί ξεκινούσαν βάρκες για επίσκεψη στα γύρω χωριά.

Ήταν μια εποχή όπου η λίμνη είχε φουσκώσει δηλαδή η στάθμη της επιφάνειάς της είχε ανεβεί πολύ, πλέοντας με τη βάρκα προς το Santiago Atitlan μπορούσαμε να διακρίνουμε στο βάθος της λίμνης τις σκεπές από σπίτια, που είχαν βουλιάξει.
Στις όχθες της λίμνης γυναίκες έπλεναν ρούχα, η βάρκα μας έσχιζε τα νερά σε καταπράσινες επιφάνειες γεμάτες ψαθί.
Ένα άλλο χωριό που επισκεφθήκαμε το San Antonio Palopó, χτισμένο στην όχθη της λίμνης πάνω σε μια κάθετη βουνοπλαγιά, πήγαμε σε σπίτια ιθαγενών, οι οποίοι ασχολούνται με αργαλειό να πλέκουν υφάσματα, και να πιστεύουν στις παραδόσεις των προγόνων τους.
Επισκεφτήκαμε την κουζίνα ενός τέτοιου σπιτιού το πάτωμα χωματένιο στην μια άκρη έκαιγε φωτιά από κούτσουρα και τρεις πέτρες βαλμένες σε τέτοια σειρά ώστε να συμβολίζουν τα 3 σημεία του αστερισμού του Αρίωνα, το τέταρτο σημείο δεν μπορούν να το δουν, σε αυτή την κουζίνα οι γυναίκες γενούν σε φόρμα καθιστή, την πλακούντα κάνουν έναν λάκκο στο πάτωμα και την θάβουν, το δε ομφάλιο λώρο αν είναι αγόρι τον αποξεράνουν, κάνουν μια τρύπα στον κορμό ενός δένδρου που λέγεται ΖΙΤΕ και τον θάβουν, τους καρπούς του δένδρου αυτού δεν τους τρώνε.
Ένα τοπίο σε μια επικλινή κάθετη επιφάνεια, γεμάτο από ντόπιους ιθαγενείς κοντοί στο ανάστημα λες και είναι κούκλες θιάσων. Τα παιδάκια ξυπόλητα να μας τριγυρνούν να μας πουλούν βραχιόλια από στριμμένα υφάδια του αργαλειού
. Όμως όλοι τους πρόσχαροι με το χαμόγελο στα χείλη να μας ανοίξουν τα σπίτια τους, να μας δείξουν την πραμάτεια τους, αυτή την οποία πωλούν χειροποίητα υφάσματα, τους έφορους κήπους τους, ένεκα που η γη είναι ηφαιστειογενή, χτισμένους σε βραγιές με πέτρες πάνω σε μια επικλινή επιφάνεια,

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Επίκαιρο




Τίτλος άρθρου σε εφημερίδα «Η Ελλάδα, η πρώτη αποικία της Ευρωζώνης.»
Επειδή η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου, επειδή είναι η χώρα που γεννήθηκα διάβασα την λέξη αποικία και τρόμαξα.
Θυμήθηκα τα αποικιακά καθεστώτα σπαρμένα σε κάθε γωνιά της γης, όπου ως ναυτικός επισκεπτόμουν την δεκαετία του 1950 και… μου έφεραν στο νου άσχημες οδυνηρές καταστάσεις φτώχειας και κατατρεγμών
.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Ρίζες


Κοιτάτε αυτό το δένδρο, πασχίζει να επιζήσει, έχει απλώσει τις ρίζες του κάτω από τον τοίχο, έτοιμο να πέσει με το πρώτο φύσημα του αέρα και όμως εναντιώνεται, αντέχει υψώνεται υπάρχει.


Κοιτάτε τις δικές μας ρίζες αυτές που ξεριζώθηκαν απ’ τον τόπο που γεννηθήκαμε, αυτές που ξεράθηκαν, αυτές που ξανά ξεφύτρωσαν σε μέρη ξένα που όμως παρήγαγαν βλαστάρια καινούργιες ρίζες που δεν είναι σαν τις δικές μας αλλά μιας καινούργιας γενιάς όπου μιλούν μια άλλη γλώσσα, όπου τις χαϊδεύει άνεμος της διαφορετικότητας, όπου οι δικές μας συνήθειες χάνονται σε μια κοινωνία μιας βιομηχανοποιημένης κουλτούρας γεύσης, χάνονται με το να μην παραδέχονται ένα κοινό σημείο λογικής.

Κι όμως αν σκάψεις στο παρελθόν θα βρεις τις δικές μας ρίζες, αυτές που μισοξεραμένες, παραπονεμένες αναμένουν, αναμένουν το τέλος.

Δεν ξέρω ίσως η μητέρα γη (la madre naturaleza,) ή ο Γεραμπής Θεός να μας προσφέρει αυτές τις ευκαιρίες μετακίνησης ή ας πούμε ανακύκλωσης του ανθρώπινου γένους ώστε να συντελείται η εξέλιξη των ειδών…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Δειλά, δειλά ξεπροβάλλα, σα μια ανάσα αυγής...









Γυρίζοντας ανά την υφήλιο ψάχνω και δημιουργώ δικούς μου κόσμους, ο οποίοι πολλές φορές, δεν έχουν κοινά σημεία με τους κόσμους των φίλων μου, όμως είναι ας πούμε ένα δημιούργημα του εαυτού μου, αυτού που κάποτε έφυγε παιδί από την χώρα που τον γέννησε, έφυγε ασπούδαστος για να χτίσει έναν καινούργιο κόσμο γύρω του όπου τον θεωρεί σαν σήμα κατατεθέν του εαυτού του.






ΕΙΣΟΔΟΣ












Ένας λαβύρινθος διαδρόμων όπου εύκολα χανόσουν, διάδρομοι σκοτεινοί στρωμένοι με λίθινες πλάκες, οι τοίχοι ρούστικου τύπου χοντροί περίπου ίσαμε δυο μέτρα πάχος, έτσι τους είχαν κτίσει οι Ισπανοί από τον φόβο των σεισμών, πέτρινοι, κολλημένες πέτρες μαζί τούβλα και μπετόν, χαμηλό ταβάνι μας σκέπαζε, ένα παντοτινό ημίφως, που έκανε τα κεριά και τα καντήλια που ήταν σε ημικυκλικά κηροπήγια να τρεμοσβήνουν, από την ανάσα τους αυτή που κάπνιζε είχαν ζωγραφίσει στους τοίχους σχήματα σαν αερικά δαιμόνια.


Μια απαλή θρησκευτική μουσική ακομπανιαμέντο αρμόνιο ακουγόταν από το βάθος, λες κι έβγαινε από τα έγκατα της γης. Ακόμα και μια ελαφριά μυρωδιά από λιβάνι, δεν ξέρω ίσως νάταν από τα πολλά λουλούδια.
Λουλούδια γέμιζαν κάθε άνοιγμα, κάθε αυλή, κάθε πρεβάζι παραθύρου, ακόμα και κρεμαστά, κάτι σαν κληματαριές όπου έκρυβαν τον ήλιο. Έξω απ το παράθυρό μας κρεμόταν μια καμπάνα, αν άπλωνα το χέρι μου θα την έγγιζα. ένας παγωμένος αέρας κυκλοφορούσε στους διαδρόμους, η αίθουσα φαγητού με χοντρούς τοίχους, κεριά κολλημένα στον τοίχο και τζάκι όπου έβαζαν συνέχεια ξύλα μια ζεστή θαλπωρή ερχόταν από αυτές τις φλόγες και μας γέμιζε με θαλπωρή λες και περιμέναμε να εμφανισθεί η σταχτοπούτα.
. Στις μικρές αυλές και ήταν πολλές και δαιδαλώδη γεμάτες λουλούδια σιντριβάνια απομεινάρια μιας εποχής που πέρασε.
Δίπλα από τους διαδρόμους με τζαμένιο χώρισμα ανοιχτοί πέτρινοι τάφοι, αυτούς με τους σκελετούς τους είχαν παράμερα, έπρεπε να προχωρήσεις να στρίψεις δεξιά, μετά αριστερά να κατέβεις όπου ένας θολωτός ναός εκεί στο δάπεδο έθαβαν τους μοναχούς του μοναστηριού αυτού, το οποίο άρχισε το έτος 1543 με μόνο 15 μοναχούς και το έτος 1741 είχε 81 μοναχούς.
Η δαιδαλώδης τραπεζαρία του, όπου χανόσουν χωρισμένη σε μικρές αίθουσες, η περιποίηση και το άψογο σερβίρισμα, σε ρωτούσαν τη γλώσσα μιλάς, αμέσως σου έβαζαν τη σημαία της σου, της πατρίδας σου στο τραπέζι, παντού επικρατούσε μια ατμόσφαιρα μυστικισμού, τόσο βαριά όπου νόμιζες ότι βρισκόσουν σε έναν κόσμο φανταστικό, γεμάτο λουλούδια, χρώματα, πουλιά εξωτικά, ανεμόμυλους, μιας εποχής του 16ου αιώνα, και περίμενες να εμφανιστεί ο Δον Κιχώτης με την πανοπλία του παρέα με την Ντουλσινέα.
Στην είσοδο, στους διαδρόμους συναντούσες πηγαδάκια από τουρίστες, ως επί το πλείστον Ευρωπαίους που μίλαγαν διαφορετικές γλώσσες, αυτοί σε έφερναν στο σήμερα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Του Αγίου Βαλεντίνου,





Μια συνάντηση φίλων στη Νέα Υόρκη, πίνοντας ένα ποτηράκι κρασί, έτσι συντροφικά νιώθουμε τη συνέχιση της Ελληνικής μας κληρονομιάς, μέσα στην εβδομάδα της αγάπης, θα έλεγα των ερωτευμένων που εορτάζουν τον Άγιο Βαλεντίνο.
Η Ελλάδα ξυπνά προβληματισμένη πνιγμένη στα χρέη, μια κατάσταση που αντανακλά αυτή του 1897-1898 όπου το δάνειο του τότε, η τελευταία δόση ξεπληρώθηκε το 1978.
Ποιος δεν θυμάται «τουλάχιστον εμείς οι παλαιοί» την μπλε ταινία του ΔΟΕ (Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος) που είχαν τα σπίρτα το πετρέλαιο, αλάτι, κλπ… μια εποχή μέχρι τον Β παγκόσμιο πόλεμο.

Αυτή η κατάσταση μου φέρνει στη μνήμη εμένα προσωπικά (και το λέω αυτό γιατί ο κάθε ένας μας που βρίσκεται μακριά από την πατρίδα μπορεί να έχει διαφορετικές εμπειρίες,) μια άλλη εποχή που η πατρίδα μου καιγότανε εποχή του εμφυλίου της πείνας και για να χορτάσω ψωμί υποχρεώθηκα να φύγω, που πήγα; Μα στο πουθενά στη θάλασσα, κι αυτή μετά από χρόνια με εξέβρασε σε μια ακτή όπου πίστευαν στον Άγιο Βαλεντίνο. Μου προσέφεραν καρδιές με την λεζάντα στα Ισπανικά día de los enamorados, τι να γίνει πίστεψα κι εγώ, έτσι τώρα που η ζωή μέστωσε και ασήμια βγήκαν στα μαλλιά, οι μνήμες έρχονται και ξαναζούν έστω κι αν το σώμα αρνείται να υπακούσει στου μυαλού τις φαντασίες…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη



Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ένα βουνό γεμάτο λουλούδια



Μου μήνυσε ότι θέλει να με δει, της είπα όχι, ήταν τότε που ο ιδρώτας κατέβαινε από το μέτωπό, έμπαινε στα μάτια κι έτσουζε, τά’κλεισα σε μια ξαπλώστρα σε ένα παγκάκι, στο σκεπαστό της πρύμης, παγκάκι που άφησε σημάδια της σανίδας στο πρόσωπο λες και ήταν κάγκελα φυλακής, ξάπλωσα μ’ ένα σώμα αποχαυνωμένο από τη ζέστη, ένα σώμα όπου τόγλυφε το αεράκι εξατμίζοντας τον ιδρώτα, έτσι το σώμα άρχιζε να δροσίζεται έπαιρνε ανάσα. Θόρυβος ακούστηκε, είχαν αναστατώσει το βαπόρι, ένας Κεφαλλονίτης με είδε που κοιμόμουν, φώναζε τ’ όνομά μου, τόξερα πως θάσουνα εδώ, το βαπόρι ολόκληρο σε ψάχνει, ξύπνησα, το σώμα ξαναζωντάνεψε κι άρχισε να ψάχνει να βρει εκείνη που της είχε πει το όχι, αυτή που είχε ξεσηκώσει το βαπόρι.
Όχι ακόμα δεν ήταν του Αγίου Βαλεντίνου, όμως χάραζε στον ορίζοντα η πολυπόθητη μέρα.



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

RIO DULCE





25 Δεκεμβρίου 2011













Μετά κι αφότου περάσαμε την παραμονή και την ημέρα των Χριστουγέννων στο Villa Caribe, Livingston όπου οι κάτοικοι ομιλούν την Garífuna μια αφρικανική διάλεκτο,la Noche Buena μας διασκέδσασαν τραγουδώντας μας στην γλώσσα τους.
Ξεκινήσαμε με βάρκα προς εξερεύνηση του ποταμού Rio Dulce, στις όχθες του έπλεαν νούφαρα, πάνω τους περπατούσαν πουλιά, ο ουρανός γεμάτος αναρριχώμενες ρίζες που κρεμόταν κάτω από τα δένδρα σαν αλεξίπτωτα.

Η βάρκα μας περνούσε ανάμεσα σε αυτά κι εμείς κοιτούσαμε πότε τις Ιγουάνας, πότε τα διάφορα είδη πουλιών, πότε τον τιμονιέρη. Μονόξυλα, μας διπλάρωναν με παιδάκια ντόπιων πουλώντας μας όστρακα, και διάφορα σουβενίρ μα και ψάρια Moharras, κάτι σαν τσιπούρες.
Πλέοντας φτάσαμε στην είσοδο της μεγάλης λίμνης Izabal, εκεί ήταν το Castillo de San Felipe, χτισμένο από τους Ισπανούς με κανόνια για να προστατεύονται από τους Πειρατές, αποβιβαστήκαμε στο χωριό Rio Dulce, εκεί μας περίμενε αυτοκίνητο να μας μεταφέρει στο εθνικό Πάρκο Τικαλ της Γουατεμάλας, όπου η βιόσφαιρα Μάγια.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης