Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Στα σύννεφα χανόταν τα όνειρα, σα φοίνικας ξαναγεννιόταν για να πετάξουν μακριά του.


Η κάθε φωτογραφία έχει και από μια ιστορία, ήταν εποχή του Καρναβαλιού στο λιμάνι της Αντίλλα Κούβα, νεαροί τότε εμείς γλεντάγαμε μαζί με τους ντόπιους, ήρθε η ώρα αναχώρησης τους αποχαιρετίσαμε και φύγαμε.
Μετά από καιρό ξαναγυρίσαμε στο ίδιο λιμάνι, ένας πιτσιρικάς μου λέει είδα την φωτογραφία σας σε μια βιτρίνα ατελιέ, έτρεξα προς τα εκεί, πράγματι την είχαν στη μόστρα. Την ζήτησα μου την έδωσαν…  είναι αυτή εδώ που βλέπεται, και οι τρεις μας στην φώτο Κεφαλλονίτες.    

 


Όταν γράφεις μεγάλο κείμενο στο  ιντερνετ συνήθως οι επισκέπτες δεν το διαβάζουν, ρίχνουν μια ματιά σε μια-δυο γραμμές και προχωρούν. Σα να μη έχουν σπουδαιότητα αυτά που γράφεις, ή γιατί βιάζονται να πάνε στο επόμενο ή γιατί δεν τους ενδιαφέρει. Όμως σας παρακαλώ μην βιαστείτε να κάνετε το ίδιο και γι’ αυτό εδώ.  
Σας Ευχαριστώ!!!


Ένεκα μη νομίμου παραμονής  τον είχαν βάλει φυλακή ως ανεπιθύμητο λαθραίο για 120 μέρες ήταν κλεισμένος στο νησί Έλλις, στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, έτσι μια μέρα άνοιξαν την πόρτα της φυλακής με διαταγή απέλασης από το κράτος, μπήκε σε βαπόρι προορισμός Κούβα.   Ήταν  ελεύθερος. Και μόλα ταύτα, ήταν μια μέρα μουντή χειμωνιάτικη, αλλά για μένα ο ήλιος τρυπούσε τα σύννεφα και μου έστελνε την ηλιαχτίδα της ελπίδας.    Όποιος δεν έχασε την ελευθερία του δεν ξέρει, δεν μπορεί να καταλάβει τι πάει να πει αυτή η στιγμή, δεν μπορεί να καταλάβει τη λαχτάρα της ζωής. Ήταν σα να άνοιξαν οι ουρανοί, η ζωή καβάλα στο άτι της ελπίδας, μεμιάς χαθήκαν τα  παλιά, όχι δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω, όχι δεν θέλω τίποτα, δεν έχω τίποτα, φεύγω γυμνός, αλλά ελεύθερος.
Ήρθε η γαλάζια θάλασσα, ήρθε η Αλίσια, ήταν κρυμμένη ανάμεσα σε δυο άρμπουρα βαπορίσια, που τάβλεπε απ’ το Salorio της Αβάνας, έβγαινε στην πόρτα και τον τραβούσε, τούλεγε μην φοβάσαι, μη σε νοιάζει τίποτα,  δεν ξέρω τι του ζήλεψε, ήταν ξερακιανός κοκκαλιάρης με πρόσωπο γεμάτο μπιμπίκια,  πάμε του λέει, θα σε μάθω να ζεις, αλλά κι αυτή με ένα φόρεμα ροζ οργαντί  ήταν μια μακρόχρονη  περπατησιά στης νύχτας τα μυστικά
Μετά  αναχώρησαν από  Κούβα για Καναδά  από το πολύ περπάτημα της Αβάνας  κιτρίνισε ακόμη περισσότερο, αποφάνθηκε ο γιατρός στον Άγιο Στέφανο New Brunswick   έλλειψη βιταμίνης Β12, και μετά άντε να βρεις άκρη.

Αχ μα γιατί; Τι  έφταιγε αυτός; του είχαν απαγορεύσει την έξοδο στη στεριά για δυο χρόνια. Οι αμερικανικές αρχές του ζητούσαν μια πιστοποίηση ότι ήταν ναυτικός. όμως δεν του επέτρεπαν να πατήσει πόδι στη στεριά. Έστειλε τον καπετάν Ιωακείμ, αντί να τον βοηθήσει ο  Προξενικός λιμενάρχης Νέας Υόρκης κ. Κανακάκης  του μήνυσε,  με τον καπετάνιο: "Πρώτη μου φορά βλέπω τόσο νέο να έχει τέτοιο ποινικό μητρώο." Ο καπετάνιος του πλοίου καπετάν Ιωακείμ ήταν καλός άνθρωπος Ιθακήσιος, στην Ελλάδα ήταν διαζευγμένος, έφερνε στα λιμάνια τις γυναίκες του, με φώναζε, έλα από εδώ να σου την γνωρίσω,  από εδώ η κυρία Ιωακείμ, έλαμπε από χαρά καθώς μιλούσε, είχε κάποιο κρυφό καημό και ξέσπαγε εκεί ανάμεσά μας, στα λιμάνια πάντα τον περίμενε και μια γυναίκα. 
Μετά κι αφου χωρίσαμε ο καπετάν Ιωακείμ μπαρκάρησε σε άλλο βαπόρι, εκεί  πνίγηκε  στον βόρειο ατλαντικό με το  βαπόρι φορτωμένο ξυλία.
Η αρχή είχε γίνει στο   Los Angeles, από άλλο βαπόρι,   αυτός που με φακέλωσε ως Δραπέτη  ήταν ένας καπετάνιος από την Άνδρο. Τι να του πως ότι δεν ζητούσα τίποτε παρά μια ευκαιρία καλυτέρευσης της ζωής μου, αλλά ίσως νάχε και δίκιο. Ζήλεψα το Χόλυγουντ κι έφυγα, με  περπάτησαν  στα  κινηματογραφικά στούντιο, στην εκκλησία του Los Angeles Αγιία Σοφία, έκανα τον σταυρό μου και πάλι έφυγα, για Νέα Υόρκη, ένα τραίνο της Santa Fe ολόκληρος συρμός 72 ώρες ταξίδι. 

Μα κι εκεί που κατέληξα στο νησί Έλλις της  Νέας Υόρκης κρατούμενος χιόνιζε και ήμουν γυμνός, (χωρίς ζεστά ρούχα) δεν τον γνώριζα  μούφερε μια φανέλα μάλλινη στο κρύο του Δεκέμβρη, με μακριά μανίκια, εκεί που τρέμαμε, ζεστάθηκα από την πράξη, "θα πεθάνεις, φόρα τη." ήταν κι αυτός κρατούμενος  , ήταν ο μόνος άνθρωπος το όνομά του Ηλίας Ντιτζεστίνος.

Και μετά ο άλλος εφοπλιστής άντε να πνιγείς με το σαπιοκάραβο, αναχωρήσαμε από Νέα Ορλεάνη να πάμε στον Ινδικό ωκεανό 120 μέρες πέλαγος, μέγιστη ταχύτητα 5 μίλα την ώρα, τόξεραν ότι ήταν σάπιο, τόξεραν ότι δεν δούλευε η μηχανή σωστά,  ίσως να μην γυρίζαμε πίσω, αλλά αφού μας βρέξανε τα ιερά νερά του Γάγγη ποταμού στο Μπάνγκλαντες γλυτώσαμε.  
Στο ταξίδι της επιστροφής  γυρίσαμε στο Ρότερνταμ κακήν κακώς,από απόψεως ταξιδιού αφού μείναμε χωρίς καύσιμα στον Ινδικό ωκεανό, αφού πέσαμε σε ύφαλο στην Σοκότρα, αφού μας ρυμούλκησε ναυαγοσώστης για το Άντεν, η  υποδοχή μας ήταν κόψιμο του μισθού 50% όποιος δεν θέλει θα φεύγει, θα τον πετάμε έξω, στην γειτονιά του Κάτεντραχτ πολλοί οι Έλληνες ναυτικοί χωρίς δουλειά παρακαλούσαν. Μετά Γερμανία Αμβούργο, μισός μισθός το Saint Pauli  το Golden city στην Βρέμη, ο κινηματογράφος με Ιχλιμπιτιχ στο Μπράκε.
Ήταν μία πάλη  της επιβίωσης, εναντίων του κατεστημένου.   Δεν είναι και τόσο εύκολο νάχεις μια ψυχή άβγαλτη τρυφερή και να σε πετροβολούν  συνήθως η τάξη των εχόντων και κατεχόντων. Όχι δεν ήταν κανένα παράθυρο ανοιχτό, καμιά πόρτα, κανένα καλωσόρισμα.   Μαζί τους και οι παπάδες, η άρχουσα τάξη οι υπερόπτες, μια φορά είπα  θέλω να βαφτίσω εδώ στη Νέα Υόρκη, να κάνω καινούργιους Χριστιανούς,  όχι δεν μπορείς δεν είσαι μέλος της κοινότητάς μας. 

Ακόμα και σήμερα αποφεύγω τις συγκεντρώσεις, όπου οι  ιερείς, ακολουθούν τους πλούσιους,   κυριαρχεί η επίδειξη, μου δημιουργεί μια αμφιβολία, ένα φόβο, ένα φρένο σκέψης,  μια ανασφάλεια αισθάνομαι απομονωμένος σιωπώ και παρατηρώ.
  

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Παρέλαση στην Νέα Υόρκη 2012






Ελληνική Παρέλαση στη Νέα Υόρκη 25η Μαρτίου 2012


Μια Ελλάδα, έξω απ τα σύνορα, αυτή που εμείς οι μετανάστες εμφυτέψαμε στην καινούργια γενιά, στα παιδιά μας κι αυτά με περηφάνια το βροντοφωνάζουν παρελαύνοντας στην 5η λεωφόρο. Μια Ελλάδα εθνικά υπερήφανη όπου ζει και πάλη έξω από τα σύνορα, όπου γονατίζει με ευλάβεια στις θυσίες των προγόνων μας για τη λευτεριά μας. 



 Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Σαν παραμύθι!



 Κάποτε είχα χάσει την Ελλάδα για πολλά, πολλά χρόνια, η επίσκεψη στα πάτρια εδάφη φαινόταν σαν ένας μακρινός μύθος, μετά από 22 ολόκληρα χρόνια να οργώνω θάλασσες και στεριά, αναμεμιγμένος με ξένες κουλτούρες όπου μακριά στον ορίζοντα λαμπίριζε σαν μύθος το φωτοστέφανο της αρχαίας Ελλάδας, κατάφερα και έκανα τον μύθο πραγματικότητα, άρχισα από ένα ιερό προσκύνημα στην ελληνική μας κληρονομιά, αυτή όπου όλη η οικουμένη στηρίζεται και θαυμάζει.


Έτσι λοιπόν για μια ακόμα φορά ζητωκραυγάζω ζήτω η Ελευθερία, ζήτω η ημέρα κήρυξης της επανάστασης 25 Μαρτίου 1821

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

H φύση φορά τα γιορτινά τηs



Όπως και η φύση φορά τα γιορτινά της να χαρεί για τον ερχομό της Άνοιξης, έτσι κι εμείς στις 22 Μαρτίου 2012 μια παλιά παρέα φίλων συναντηθήκαμε για ένα εβίβα στο καλωσόρισμα της Άνοιξης.

Τα διπλανά μας τραπέζια ήταν γεμάτα από νέους, ήταν οι Εύζωνοι που είχαν έρθει από την Ελλάδα να συμμετάσχουν στην παρέλαση της 25 Μαρτίου στη Νέα Υόρκη.

Χαρήκαμε την συμβολική παρουσία της μητέρας πατρίδας δίπλα μας…

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης
   

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Καλώς μας όρισε η Άνοιξη, μα και η ημέρα ποίησης






 Ο κάθε ένας μας προσπαθεί με κάτι τι το δικό του το πρωτότυπο να εκφράσει την χαρά του, την ελπίδα του, την αγάπη του, την αισιοδοξία του, να συνεορτάσει μαζί με την μητέρα γη.


Έτσι κι εγώ με ένα μικρό μου στίχο τιμώ την ποίηση (αν και δεν είμαι ποιητής) και συνεορτάζω μαζί με όλους σας τον ερχομό της Άνοιξης.


Μπουμπούκι
 

Απ’ το ιερό φυτό των Μάγια
το λευκό και κίτρινο καλαμπόκι, 
δειλά ξεφύτρωσε, 
το μπουμπούκι της αγάπης. 
                      *
 Καράβι αγκυροβόλησε 
μπρος το κλειστό μπουμπούκι, 
ο ναυτικός το μύρισε
κι άνθισε λουλούδι.

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Το Λυχνάρι:




 


Η φλόγα του λύχνου τρεμόσβηνε κάνοντας με το τρεμούλιασμα της, τις σκιές του ταβανιού πάνω στις χοντροκομμένες κυπαρισσένιες τάβλες γεμάτες ρόζους, αυτού του φτωχικού   ουρανού του σπιτιού μου  να κινούνται, τα ποτάμια να ρέουν, τα πουλιά να πετούν, τις νεράιδες να με εγγίζουν με τη μαγική ράβδο τους για να μου χαρίσουν τις χάριτες της ζωής, τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν χαρμόσυνα, το πρόσωπο του Θεού να χαμογελά. 
Ο αέρας σφύριζε περνώντας από τις χαραμάδες, η βροχή μαστίγωνε τα κεραμίδια, έτσι αγκαλιασμένοι και οι δυο αέρας και βροχή, στροβιλιζόταν κάνοντας ένα σιγανό ψιθυριστό σα φτερούγισμα Αγγέλων που είχαν κατέβει απ τον γαλάζιο ουρανό. Ξάφνου το φως του λύχνου έσβησε, σκοτάδι απόλυτο, αισθάνθηκα το χέρι του θεού να με σκεπάζει, έχωσα το κεφάλι μου κάτω απ τα σκεπάσματα και αποκοιμήθηκα στον δικό μου κόσμο, γεμάτο παιδικά αθώα χρώματα, αυτά  που μου χάριζε το φως του λύχνου.  
Τώρα  κοιτώ το σβηστό λυχνάρι, είναι αυτό το ίδιο που μου κράταγε συντροφιά τις παιδικές αθώες νύχτες, αναλογίζομαι τις εποχές που πέρασαν και νιώθω ένας μικροσκοπικός  διαβάτης σε μια πολύχρωμη παγκόσμια τροχιά, σα να είναι το φως της λάμπας αυτής όπου σπέρνει την ελπίδα, στο ατέρμονο πέπλο της νύχτας.                    

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


 

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Είναι το δικό μας Ελληνικό DNA, δεν άλλαξε τίποτα από την Αρχαιότητα





Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΣΕ ΝΑΥΤΑΠΑΤΗ

Οι απάτες στο χώρο της ναυτιλίας ήταν του συρμού και κατά την αρχαιότητα.
Μια από αυτές είχε ανακαλύψει στον οίστρο των ερευνών του ο αείμνηστος ιστορικός της ναυτιλίας Τάσος Τζαμτζής. Η συγκεκριμένη κομπίνα είχε μια ιδιαιτερότητα, επειδή συνήγορος πολιτικής αγωγής ήταν ο Δημοσθένης, ο μεγαλύτερος ρήτορας της ελληνικής αρχαιότητος. Ο δικανικός λόγος που εκφώνησε στη σχετική δίκη θα μπορούσε να είναι επίκαιρος ακόμη και σήμερα. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω αποστροφή από την αγόρευσή του:
«Έστιν εργαστήριον μοχθηρών ανθρώπων συνεστηκότων εν Πειραιεί ‘Ους ουδ’ υμείς αγνοήσετ’ ιδόντες.»  
(Μετάφραση: Υπάρχει στον Πειραιά ομάδα απατεώνων (συμμορία) που συνεννοούνται μεταξύ τους. Τους οποίους κι σεις θα αντιληφτείτε μόλις τους δείτε)  

Ο λόγος γράφτηκε από τον Δημοσθένη γύρω στα 340 π.χ. με τίτλο: «Προς Ζηνόθεμιν παραγραφή.» Παρατίθεται σύντομη περιγραφή της ναυταπάτης, όπως την περιέγραψε στον γράφοντα ο αξέχαστος Τζαμζής και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εικόνες» (τ. 346/19.6.1911)

Ένα σκοτεινό ντουέτο, οι Ζηνόθεμις και Ηγέστρατος, Έλληνες από την Μασσαλία, εμφανίστηκαν στην ναυτιλιακή πιάτσα του Πειραιά, ο πρώτος σα ναυλωτής και ο δεύτερος σαν πλοιοκτήτης. Ένας Αθηναίος εισαγωγέας σιταριού ονόματι Πρώτος, δανείστηκε χρήματα  από τον τραπεζίτη Δήμωνα, θείο του Δημοσθένη. Αυτός ήταν ο λόγος που ο ρήτορας ανέλαβε να χειριστεί δικαστικά για λογαριασμό του Δήμωνα την όζουσα αυτή υπόθεση.


Ο Πρώτος, ως εγγύηση για το δάνειο, έβαλε φορτίο σιταριού που θα αγόραζε στις Συρακούσες και θα το έφερνε να το πουλήσει στην Αθήνα με το πλοίο του Ηγέστρατου. Πράγματι ο Πρώτος πήγε στις Συρακούσες, αγόρασε το σιτάρι και το φόρτωσε στο πλοίο του Ηγέστρατου που απέπλευσε για Πειραιά. Προηγουμένως οι Ηγέστρατος  και Ζηνόθεμις εξαπάτησαν Συρακούσιους τραπεζίτες παίρνοντας μεγάλο δάνειο με εγγύηση το σιτάρι του Πρώτου, που το εμφάνιζαν ως δικό τους.
Στο ταξίδι προς Πειραιά, το δίδυμο των απατεώνων επιχείρησαν να βουλιάξουν το πλοίο μαζί με το φορτίο και τους άλλους επιβαίνοντες, ενώ αυτοί θα διέφευγαν με σωσίβιο λέμβο. Ωστόσο, ατύχησαν γιατί έγιναν αντιληπτές οι κινήσεις των.
Μάλιστα στα επεισόδια που σημειώθηκαν πνίγηκε ο Ηγέστρατος. Με τα πολλά το πλοίο έφθασε στον Πειραιά. Ακολούθησε δικαστικός αγώνας αφού ο Ζηνόθεμις διεκδικούσε ως δικό του το φορτίο με διάφορα έωλα επιχειρήματα και μεθοδεύσεις.
Η απόφαση του δικαστηρίου δεν είναι γνωστή.

(Πηγή: Εφημερίδα «Η Θάλασσα» του Συλλόγου ναυτικών Κεφαλονιάς
(Νίκος Καββαδίας)  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης          









Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Φωτογραφίες


Όταν κοιτάς  μια φωτογραφία το πιο σπουδαίο είναι αυτό που δεν γράφετε,  αλά αυτό που εμφανίζει, που φωνάζει  με μια  γλώσσα υπαινισσόμενης παράστασης,  τοπίου και ανθρώπων η οποία ξεχειλίζει  έξω από τα όρια της  κορνίζας, και κλείνεται μέσα στο ξεχωριστό όνειρο του κάθε αναγνώστη θεατή.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης      

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Πνευματική Εκδήλωση στη Νέα Υόρκη


Έκπληξη μεγάλη για τα δεδομένα της Νέας Υόρκης, ήταν η μεγάλη κοσμοσυρροή στην χθεσινή συγκέντρωσή για την παρουσίαση των έργων μας, μιας πνευματικής εργασίας όσων από εμάς που γράφουμε ήμασταν παρόντες, πάντα υπό την Αιγίδα του συλλόγου Ελληνο-αμερικανών ιδιοκτητών (Greek American Homeowners Association) στην αίθουσά τους η οποία ήταν γεμάτη, μετά από την ανάγνωση του κάθε συγγραφέα μέρος των πονημάτων του, υπήρξε συζήτηση με το κοινό με την μορφή ερωτήσεων.

Ο χαρισματικός και καλός φίλος δημοσιογράφος Δημήτρης Φιλιππίδης ήταν ο παρουσιαστής όλων μας, μα και του κάθε ενός μας χωριστά, ήταν αυτός που καθοδηγούσε την εκδήλωση, την σειρά ομιλίας, ήταν αυτός που υπευθύνως μας χάρισε μια όμορφη βραδιά, που μας έκανε να αισθανθούμε σα ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνοαμερικανικής παροικίας. Ήταν μια πετυχημένη βραδιά μας τίμησαν δια της παρουσίας τους πάνω από 100 άτομα, ο Έλληνας πρόξενος, η εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ, με τον φωτογράφο της και ακόμα μια εβδομαδιαία, καθώς και ο ραδιοφωνικός σταθμός HELLAS FM βιντεοσκοπούσε τα τρέχοντα.

Οι ερωτήσεις από το κοινό διέφεραν, όμως εντύπωση μου έκανε όταν σε ομιλία μας και μάλιστα του κ Κονταρίνη και δική μου, μεταξύ των άλλων, όταν μνημονεύσαμε ότι δεν υπάρχει καμιά βιβλιοθήκη, κανένα κέντρο που να ενδιαφέρεται για τα πνευματικά γραπτά μας τα οποία θα πάνε στα σκουπίδια όταν εμείς θα έχουμε φύγει, έφερα ως παράδειγμα 2-3 συγγραφείς γυναίκες όπου έχουν φύγει. Ε, λοιπόν με εντυπωσίασε τόσο πολύ η απάντηση ενός ακροατή, ώστε την μεταφέρω εδώ:
«Αυτά που γράφεται τα ξέρουμε μας τα έχουν πει κι άλλοι, από τους αρχαίους Έλληνες μέχρι του σημερινούς, για τα ελληνικά γράμματα, για την ελληνική κληρονομιά για την νοσταλγία σας. Εκτός από τα γραπτά του κυρίου τον οποίο γνωρίζω από την εφημερίδα». (Κι έδειξε εμένα)

Τα βιβλία μας έγιναν ανάρπαστα, πολλά χάθηκαν εξαφανίστηκαν, πριν στρίψω το κεφάλι και άλλα φυσικά… πουλήθηκαν.


Στη συνέχεια οι φωτογραφίες από την εκδήλωση





Από αριστερά: Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Δρ. Νικόλαος Ζύμαρης, Δημήτριος Μουστάκης, Ευάγγελος Διακογιάννης, Διονύσιος Κονταρίνης και ο Σεραφείμ Λάζος με την κιθάρα του οποίου και τα τραγούδια του έκλεισε η εκδήλωση


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Μια κοινή Αναλαμπή στα Περασμένα,





Τα χρόνια πέρασαν, ξαναφέραμε τα τότε και ακόμα πιο πίσω που παιδιά της θάλασσας ψάχναμε σε όλο τον κόσμο για ένα μεροκάματο, που αλλάζαμε βαπόρια σαν πουκάμισα, που μας κυνηγούσαν από κάθε πλευρά για παραβίαση άδειας, τότε που ακόμα και τα ελληνικά μέσα μας κατάτρεχαν, με το να μην μας θεωρούν ή εκδίδουν διαβατήριο, τότε που κοιμόμασταν στο πεζοδρόμιο, τότε που εδώ μας έκλειναν οι πόρτες των έντιμων νοικοκυραίων γιατί ήμασταν για όλους ύποπτοι ρεμάλια ναυτικοί, τυχοδιώκτες.

Ο καθένας αγωνιούσε, πάλευε να επιζήσει, να τα καταφέρει μόνος του.
Μετά από 42 χρόνια κατορθώσαμε και συναντηθήκαμε στην Αστόρια τέσσερεις από εμάς σε ελληνικό στέκι, δυο ακόμα της παρέας στενοί φίλοι συνάδελφοι ναυτικοί είχαν πεθάνει, άλλοι επαναπατρίσθηκαν από τα βαπόρια στην Ελλάδα.

Η ιδέα ήρθε μ’ ένα τηλεφώνημα ενός μας, μας βρήκε όσοι είχαμε απομείνει, δυο ήρθαν από Νέα Υερσέη ένας από Μπρούκλιν ένας «εγώ» από Μπρονξ.
Αρχίσαμε σαν τα παλιά μ’ ένα ποτηράκι κρασί, ξαναζωντανέψαμε τις παλιές περιπέτειες, το κοινό παρελθόν μας ξαναείπαμε ότι λέγαμε τότε, με τη σκέψη ξαναβρεθήκαμε απάτριδες θυμηθήκαμε τον τότε σκοπό της ζωής μας τις γυναίκες, τα γλέντια μας, την Αυγουστίνα, τη Μαρίνα, τη Νόρμα, κι ένα σωρός γυναίκες του λιμανιού, που στα τότε μάτια μας έλαμπαν σαν αστέρια, αυτές που καταδεχόταν να μας καλωσορίσουν να μας χαμογελάσουν ένα ανθρώπινο cariño που μας έλειπε τόσο. Ξαναφέραμε τις περιπέτειες μας με κορίτσια μιλήσαμε γι’ αυτούς που φύγανε για το μεγάλο ταξίδι, τιμήσαμε τη μνήμη τους πίνοντας ένα ακόμα ποτηράκι μαύρο κρασί, ήταν καλοί φίλοι και χωρίσαμε, για να ξανασυναντηθούμε αν ποτέ, ίσως κάποτε, ίσως και ποτέ.
Α! μένει ακόμη κι ένας φίλος συνάδελφος ναυτικός, μαζί είμαστε στην Ινδία στην Κούβα, Βραζιλία, Μεξικό κι αλλού. Αυτός ζει στο Μαϊάμι Φλόριντα συνταξιούχος καπετάνιος, ζει μόνος του, χωρισμένος, τα παιδιά του στην Ελλάδα.
Ε! αυτός ξέρει και υπολογιστή ανταλλάσουμε μηνύματα, με παίρνει τηλέφωνο τα βράδια και λέμε ιστορίες θυμάσαι τι κάναμε στο Cienfuegos Cuba ή στη Veracruz, México, Pernambuco Brasilia, αυτό εκείνο, και οι αναμνήσεις δίνουν και παίρνουν.

Όλοι μας εμείς οι πρώην ναυτικοί είμαστε σκορπισμένοι στα ξένα εδώ κι εκεί, ζήσαμε με μια έλλειψη στεριανής σιγουριάς, καταδικασμένοι σε μια κινούμενη κιβωτό για πολλά, πολλά χρόνια.

Έτσι όλες αυτές οι εμπειρίες γέννησαν μια διαφορετική ψυχολογία που πολλές φορές συγκρούετε με το παρόν κατεστημένο συμπεριφοράς.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Ερείπια

Ερείπια σεισμών


Ερείπια Ηλικίας

Ερείπια Μετανάστευσης




Στην ζωή μας περάσαμε πολλά ερείπια, αυτά που αφήσαμε πίσω στην Ελλάδα ακατοίκητα, πέθαναν αυτοί που τα έκτισαν, όσα απόμειναν τ’ αφήσαμε και έγιναν ερείπια.
Ερείπια της ζωής που φέρνει η ηλικία, ερείπια τα κτίσματα από την εγκατάλειψη των μεταναστών στο μέρος που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, ερείπια των σεισμών σε χώρες όπου γκρεμίζονται οι ναοί λατρείας των πιστών, όλα τα ερείπια είναι αναστρεφόμενα εκτός από τα της ηλικίας.
Σε ερείπια θα μείνει το πνευματικό έργο των ομογενών μεταναστών όποιοι κι αν είναι, όσοι και να είναι όταν θα έρθει η σειρά τους για το μεγάλο ταξίδι, δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε κανένα ενδιαφέρον για συγκέντρωση των πνευματικών και βιωματικών εμπειριών των μεταναστών τούτης της πόλης. Κανένα ελληνικό ίδρυμα, καμία βιβλιοθήκη, καμία αρχή επίσημη ή ανεπίσημη για να ασχοληθεί με τα έργα ομογενών. .. Το Πνευματικό έργο ομογενών είναι ρίζες από ένα κομμάτι του ελληνισμού που αγνοείται από όλη την κοινωνία εφόσον δεν φέρνει κέρδος.
Όμως και αυτοί που μένουν η νέα γενιά θα κοιτάξουν αδιάφορα και θα ρίξουν μια απλοχεριά χώμα πάνω στον τάφο της πνευματικής εργασίας, αυτών των πρωτοπόρων που έφυγαν και φεύγουν καθημερινώς.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης