Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Δεν συμβαίνουν μόνο στα Παραμύθια:



   
Αχ!  Αυτό το Μελανί Χρώμα είναι το χρώμα μου, με ακολουθεί!!!

Μιλούσαν μεταξύ τους γαλλικά, (patois)  ήταν από τους πρώτους κατοίκους της Λουϊζιάνας, η Κυρία  Μπουντρού ξεχώριζε ήταν ντυμένη μαύρα, σε αυτήν παραπονέθηκε ένας Χιώτης ναυτικός ότι το φαγητό δεν του άρεσε, κι αυτή με ένα ύφος 100 καρατίων μας λέει τι θέλετε να φάτε μήπως φασόλια; Οι άλλες  φορούσαν άσπρη στολή, μαζί της και ο Γιατρός Ντεκουέρ, σπεσιαλίστας χειρούργος σε μεταμόσχευση δέρματος.  Το νοσοκομείο  φάνταζε σα μια κουκλίστικη βίλα λευκού χρώματος όπου είχε μείνει  απολιθωμένη στο χρόνο, της εποχής του Ναπολέοντα. Και ήταν στην κεντρική οδό της Νέας Ορλεάνης στην Canal Street. Εκεί γνώρισα την Daisy νοσοκόμα η οποία κόντευε να με κάνει καθολικό με τις επισκέψεις κάθε λίγο και λιγάκι στην εκκλησιά του Αγίου Λουδοβίκου στο Jackson Square στην Γαλλική συνοικία.   
Στο μεταξύ με περίμενε ο Νίκος, στο  Café Du Monde πίναμε  αυτό τον μαύρο καφέ με τσίκορι,  ο Μισισιπής ποταμός από όπου είχαμε έρθει με το λασπερό χρώμα των νερών του λέρωνε   τις σκέψεις μας,  μαζί μπαρκαρισμένοι  σε προηγούμενο βαπόρι, τώρα και οι τρεις μας Κεφαλλονίτες ήμασταν  ξέμπαρκοι,  εγώ λόγο ασθενείας, ο Νίκος  για να δώσει εξετάσεις για Λιβεριανό δίπλωμα πλοιάρχου κι ο Μιχάλης φύλακας σε δεμένο βαπόρι, απέναντι απ’ το αγκυροβόλιο της Νέας Ορλεάνης είχε για βοηθό και προστασία μια τεράστια σκύλα.
Ο Νίκος  άρχισε ένα συμβουλευτικό κατεβατό, μια συμβουλή σου δίνω να παρατήσεις όλα και να πας να χαθείς στα βάθη της Αμερικής, άλλαξε και τ’ όνομά σου, ευκαιρία είναι μην την αφήνεις, θα αποκατασταθείς, θα γλυτώσεις, θα πλουτίσεις. .
Ο Μιχάλης  γνώρισε την Υβόν μπαργούμαν στο μπαρ του Τζίμη  του έλληνα στην Decatur street.    Δεν πάει άλλο η ζωή του ναυτικού μούλεγε, θα την παντρευτώ να μείνω στην στεριά, την έβγαλε απ’ το μπαρ έπιασε δουλειά στο Maison Blanche, έφυγε απ το δεμένο καράβι, έκανε τα χαρτιά του και ήρθαν στη Νέα Υόρκη, ο Νίκος  πήρε το Λιβεριανό δίπλωμα πλοιάρχου και μπαρκάρισε πλοίαρχος σε αμερικάνικο συμφερόντων βαπόρι με ταξίδια Φλόριντα Μπαχάμες,   εγώ  κατέληξα νυκτοφύλακας στο καράβι αυτό που ήταν δεμένο στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Ορλεάνης, από εκεί πήρα το αεροπλάνο και πήγα στην Γουατεμάλα.   Ήταν μια καλο-θύμητη μέρα, η μέρα που είχαν σκοτώσει τον αμερικανό πρόεδρο John F. Kennedy.   
Ο Νίκος έμεινε στη Νέα Υόρκη, πλούτισε, πέθανε, ο Μιχάλης χώρισε ξαναπαντρεύτηκε και μένει στο Τέξας.



Χθες βράδυ λοιπόν ξανασμίξαμε 4 φίλοι παλαιοί συνάδελφοι ναυτικοί φίλοι, οι οποίοι στα νιάτα μας κάναμε  κοινά ταξίδια Γουατεμάλας, αιτία ο γάμος ενός παιδιού φίλου και συναδέλφου.
Όλοι μας είχαμε ρίξει άγκυρα στις ΗΠΑ. Περιττό να πω ότι η συζήτηση .διεξήχθη για τις παλιές μας περιπέτειες με κύριο παρονομαστή τις γυναίκες… για τον αγώνα του κάθε ενός μας χωριστά να μείνουμε στη στεριά, και τη θύμηση της τάδε ή δείνα γυναίκας, για το που βρίσκονται οι άλλοι... 


   
Έστω κι ας έχουν  περάσει 45 χρόνια ξαναφέραμε το παρελθόν μας, λες και ήταν χθες!!!  Σα να είμαστε ένα άλλο είδος ανθρώπων ξεκομμένων από πολιτικές αποχρώσεις ή από μεταναστευτικές έγνοιες και στενοχώριες…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης  

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Θέατρο:



Γράμματα απ’ την πατρίδα, ερχόταν στα λιμάνια όπου έπιανε το βαπόρι συνήθως μια φορά το μήνα και... Αμέσως τρέχαμε να διαβάσουμε, άλλος έκλαιγε,  άλλος γέλαγε, ήταν ένα θέατρο μιας  αληθινής ζωής μας…
Σήμερα άλλαξαν οι καταστάσεις, τα νέα, οι φωτογραφίες έρχονται Ηλεκτρονικά σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Όταν τις λαμβάνεις ξαναζωντανεύει η ζωή του τότε, για άλλη μια φορά παίζεις θέατρο, γελάς και κλαις, δεν άλλαξες,  είσαι ο ίδιος άνθρωπος.  
Η αρχή:
Ήτανε μια μέρα του Φλεβάρη, από πάνω κρεμόταν ένας ουρανός σταχτής, ο ήλιος αιωρούμενος κρυμμένος στεκόταν χωρίς ποδάρια, οι αντάρτες κρύβονταν στο βουνό, τ’ αποσπάσματα του εμφυλίου γύριζαν αδέσποτα και τρομοκρατούσαν όποιον  εύρισκαν μπροστά τους. Τότε έφυγα αλλά έμεινε η γη που μας έδωσαν οι παππούδες μας, η γη που κάποτε γεύτηκε τον παιδικό ιδρώτα, η γη όπου γεννιόταν τα όνειρα, έμεινε χέρση, έρημη αυτή που ακόμα και σήμερα θεωρώ δική μου γη, μαζί έμεινε και η πασχαλιά μου.    
Η  Πασχαλιά του Απρίλη,
Τώρα η πασχαλιά μου μεγάλωσε φούντωσε, έβγαλε άνθη, ντύθηκε νυφούλα, με αυτό το μελανί χρώμα, με περιμένει, λένε ότι είναι το χρώμα της λύπης, δεν ξέρω, ίσως να είναι  αλήθεια, καπελώνει στο μονοπατάκι τις πέτρες  της λιθιάς θα μπορούσα να τις μετρήσω, όπως τότε που ήμουν μικρός,  από πίσω ακριβώς φαίνεται η σκεπή του πατρικού μου σπιτιού, αυτού που γεννήθηκα, έχουν μείνει οι ίδιες, η αυλή χορτάριασε, το σπίτι ερήμωσε, είναι κλειστό,  οι νοικοκυραίοι πέθαναν κι εγώ ανήμπορος από την  μακρινή  μου γωνιά θωρώ κι αναπολώ και ψάχνω να βρω ποιος φταίει, γιατί το πεπρωμένο να σπάει και να τσακίζει τη συνέχιση της ζωής, να τερματίζει τον ήλιο μου, τα βουνά μου, τις πέτρες μου,  εδώ είναι θαμμένες  οι ρίζες του προπάππου μου, του παππού μου, του πατέρα μου. 
Η   φτώχεια, ο πόλεμος, το ανύπαρκτο κράτος,  ξερίζωσε τις δικές μου ρίζες, έστω αν κι αυτές πιάνονται από την πασχαλιά, από τις αναμνήσεις, από την νοσταλγία, από την αγάπη μιας παιδικής ηλικίας, πιάνονται με τόση ορμή σα να προσπαθούν να γυρίσουν πίσω τη ροή  του ποταμού της ζωής, αυτού που με συνεπήρε πλέοντας την βάρκα της ελπίδας με έφερε  χιλιάδες μίλια μακριά, αυτού που το ρεύμα ροής  δεν γυρίζει πίσω. Τα όνειρα μας θρέφουν τη σκέψη.
Πρωτομαγιά:    
Αχ! Να μπορούσα να μάζευα αγριολούλουδα να πλέξω το στεφάνι του Μάη, να το κρεμάσω στο ανώφλι της πόρτας, όπως έκανα τότε και να φωνάξω:  
…λουλούδια ας διαλέξουμε και ρόδα και κρίνα  κι ελάτε να πλέξουμε στεφάνι με εκείνα:  Τον  Μάη  που σήμερα προβάλει στη γη!
Ήθη και έθιμα που τα πήρε κι αυτά το ποτάμι.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Εκθεση Βιβλίου,

Σπύρος Δαρσινός, Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Νίκος Λιψάνος
 
Γ. Παναγιωσούλης, Βάνα Κοντομέρκου, Σεραφείμ Λάζος

Το Ανάγνωσμα:
Η ηθοποιός Μάρθα Τουμπουλίδου παρατηρεί. 

Κ. και κ. Μουστάκης, Ν. Λιψάνος, Γ. Παναγιωσούλης, 
Κ. Ανδριώτη, Τ. Μουζάκης, Συγγραφείς μέλη του συλλόγου Αθηναίων


Ο σύλλογος Αθηναίων Νέας Υόρκης, παρουσίασε την πρώτη του  έκθεση Ελλήνων συγγραφέων της Διασποράς, από όπου ο  κάθε συγγραφέας διάβασε απόσπασμα από τα έργα του, στην κοινοτική αίθουσα του Αγίου Δημητρίου Αστόριας Νέα Υόρκη. Παρόντες ήταν 30 και οι ομογενείς συγγραφείς όπου έλαβαν μέρος, μερικοί μίλησαν στην Αγγλική μια και γράφουν τα έργα τους στην Αγγλική γλώσσα. Επίσης ήταν παρόντες διάφοροι εκδοτικοί οίκοι, με πολλά βιβλία.   
Ήταν για εμένα μία από τις καλύτερές μου παρουσιάσεις των πονημάτων μου όπου με κάλεσαν να διαβάσω σε τόσο πλατύ κοινό ανάμεσα σε πολλούς άλλους συγγραφείς.
Εκφράζω κι από εδώ τα συγχαρητήριά μου και τις ευχαριστίες μου στον πρόεδρο των Αθηναίων κ. Αδαμόπουλο και γενικά σε όλο το διοικητικό συμβούλιοτου συλλόγου και στην συγγραφέα Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη  για την άψογη  οργάνωση της όλης εκδήλωσης.
   
Μία επιτυχημένη εκδήλωση του συλλόγου Αθηναίων, σε συνεργασία με την συγγραφέα Ιουστίνη Φραγκούλη, συγγραφέα  του βιβλίου (Για την Αγάπη των Άλλων)  υπό την αιγίδα του Κ. Κατσιματίδη. A  Book Signing event  of the book (For the Love of Others).


Γαβριήλ Παναγιωσούλης       
                                  Bajando las gradas de pódium, pero no las de  la lectura…  

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Nύχτα Λαμπρής

















Ήταν μεσάνυκτα όταν έσβησαν όλα τα φώτα της Εκκλησίας της γειτονιάς μου εδώ στο Μπρονξ ο παπάς βγήκε στην εξέδρα που έβλεπε προς τον δρόμο, διάβασε  το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, είπε το Δεύτε λάβετε φως  κι όλοι μαζί έψαλλαν το Χριστός Ανέστη.
   
 Με τις καμπάνες να χτυπούν χαρμόσυνα. Αφού  ανταλλάξαμε το φιλί της αγάπης μεταξύ μας,   όλοι μαζί τραβήξαμε  για το σπιτικό μας φέρνοντας το φως της Ανάστασης  και  να γευθούμε  τη μαγειρίτσα που μας περίμενε αχνιστή  στο τραπέζι και να τσουγκρίσουμε τα κόκκινα αυγά!


Χριστός Ανέστη Φίλες και φίλοι…

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης


   

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Μια Λαμπρή, χωρίς ημερολόγιο!


Ευχόμαστε σε όλους σας, επισκέπτες, αναγνώστες, φίλες και φίλους της ιστοσελίδας «ΠΥΛΑΡΟΣ» μια χαρούμενη Λαμπρή, έναν Αληθινό Χριστό Ανέστη και του χρόνου να είμαστε υγιείς, να τα ξαναπούμε. Χρόνια σας ΠΟΛΛΑ.
  


Το ταξίδι αυτό ξεκίνησε από την Νέα Ορλεάνη, το δέλεαρ για τους Έλληνες ναυτικούς ήταν η υπόσχεση του εφοπλιστικού γραφείου της Νέας Υόρκης  ότι όσο καιρό θα διαρκούσε  θα έστελνε μηνιαίως ένα ποσοστό του μισθού μας στις οικογένειές μας στην Ελλάδα. Λίγοι  Έλληνες ναυτικοί το διακινδύνευσαν  να μπαρκάρουν, έτσι για  πλήρωμα συνάχθηκε κάθε καρυδιάς καρύδι  πολλών εθνικοτήτων.   Ήταν η εποχή του πολέμου στην μέση Ανατολή όπου οι Αγγλο-γάλλοι είχαν   βομβαρδίσει στην Αίγυπτο το Σουέζ και είχε κλείσει το κανάλι. Τα ναύλα είχαν εκτονωθεί στα ύψη  Ένα ταξίδι  που κράτησε 120 μέρες πέλαγος μέχρι να φτάσει στον προορισμό του.

Θα ήταν κάπου στις αρχές Απριλίου, ταξιδεύαμε στο πέλαγος  νύχτα μέρα με φορτίο ρύζι. Από Recife  Βραζιλία περάσαμε τον νότιο Ατλαντικό, καβατζάραμε το ακρωτήριο της καλής ελπίδας Νότιο Αφρική και σταματήσαμε για καύσιμα και τρόφιμα, στο Port Elizabeth Νοτιοαφρικανική Ένωση.  Μετά  θα περνάγαμε τον  Ινδικό Ωκεανό προορισμός μας ήταν  το λιμάνι του Chittagong  Μπανγκλαντές, στην θάλασσα της Βεγγάλης. 
Σε αυτό το αργοκίνητο βαπόρι (5 μίλια την ώρα) στη μέση του Ατλαντικού είχαν πάθει ζημιά τα ψυγεία, οπότε υποχρεωθήκαμε να πετάξουμε τα νωπά τρόφιμα, μαζί βούτυρα κι αυγά  στη θάλασσα. Έτσι φθάσαμε στο Port Elizabeth μπορώ να πω πεινασμένοι…


Παραγγείλαμε στον τροφοδότη να μας φέρει αμέσως παϊδάκια αρνίσια, σαλάτες, φρέσκο ψωμί, λεμόνια, και φρούτα. Ο  μάγειρας  άναψε το μαντέμι της κουζίνας κι έψηνε χωρίς διακοπή μέχρι να χορτάσει ο κόσμος,  όσοι Έλληνες ήμασταν μέσα (οι περισσότεροι ξένοι) αρχίσαμε τις ευχές του Πάσχα, και του χρόνου στα σπίτια μας, κάποιος φώναξε,  κάπου εκεί κοντά, σε αυτές τις ημέρες  ήταν η μεγάλη εβδομάδα, γιατί μετά ποιος ξέρει σε τι πέλαγος, σε τι λαούς   θα βρισκόμασταν «κι αν θα δούλευαν τα ψυγεία πάλι προβλήματα θα είχαμε που δυστυχώς δεν ξαναδούλεψαν»

 Όπως πράγματι μετά πήγαμε Κολόμπο Σρι Λάνκα,  Βιρμανία, σημερινή Μυανμάρ  γεμάτη ολόχρυσες βουδιστικές Παγόδες,  για να καταλήξουμε στο Chittagong  Bangladesh, όλοι Μουσουλμάνοι. 


Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Πρώτες Μεταναστευτικές Εντυπώσεις:



 Ο Μετρητής του Χρόνου

Μετά από δεκάωρη εργασία σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης, αρχίζει ο αγώνας του γυρισμού στο σπίτι.  
Τα πόδια σου πρησμένα από την ορθοστασία πασχίζουν να σηκώσουν τα βαριά παπούτσια σου, που μοιάζουν σα φέρετρα να κολλάνε σε κάθε σκαλοπάτι του μετρό, σαν αυτό να ήταν το μνήμα τους, να χωθούν να ζήσουν στην αιωνιότητα. Τα σκαλοπάτια βρώμικα μαύρα γεμάτα μασημένες και ποδοπατημένες τσίκλες τα κατεβαίνεις με την ψυχή στο στόμα. Ο κόσμος πολύς, σε συνεπαίρνουν, σε σπρώχνουν προς την πόρτα του τραίνου. Ούτε κατάλαβες πως μπήκες μέσα, σώματα γύρω σου συμπαγή, δεν φοβάσαι μη χάσεις την ισορροπία σου, έχεις γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι ανθρώπινης μάζας. Χέρια σηκωμένα κρατημένα από χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές που κρέμονται από γυμνά μπράτσα, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά ιδρωμένα, χοντρά, αδύνατα, γέρικα νεαρά.
Πρόσωπα πολύχρωμα, μαύρα άσπρα, κίτρινα, σοκολατί,  μαλλιά σαν τα χρώματα της ίριδος, σκουλαρίκια να κρέμονται από κάθε τρύπα. Αναπνοές που βρωμούν, βλέμματα αγριεμένα, μούτρα αξύριστα, γένια μπερδεμένα, μουστάκια κινέζικα σε κτυπούν, σε πατούν, σε σπρώχνουν, πατάς κι εσύ σπρώχνεις όσο μπορείς. Το τραίνο σταμάτησε. Ανοίγει η πόρτα βρίσκεσαι έξω. Δοκιμάζεις ν’ αναπνεύσεις ελεύθερα να καταλάβεις  πόση ώρα ήσουν στον κήπο της Εδέμ κοιτάς το ρολόι του σταθμού τον μετρητή του χρόνου  και βγάζεις μια φωνή, πω! πω! Άργησα..   
     ………………………………...................................................
Σηκώνεσαι απ’ τον καναπέ, τρίβεις τα μάτια σου, το ρολόι σου χαμογελά, κάνοντας τα μπλε φωτάκια του ν’ αναβοσβήνουν. Το χουφτιάζεις το σφίγγεις, το πετάς κάτω, το ποδοπατάς, καπνός βγαίνει από τα μπλε μάτια του σα να ήτανε η τελευταία του αναπνοή. Το θυσίασες στο όνομα της ελευθερίας του σκλαβωμένου εαυτού σου. Σταμάτησες τον μετρητή του χρόνου, ελεύθερος άνοιξες τα μπράτσα σου και αγκάλιασες τον χρόνο σου, τον έσφιξες πάνω σου κι άρχισες να κλαις, γιατί κατάλαβες ότι ήσουν δεμένος με αυτόν, το συνεχιστή των βημάτων σου, της σκιάς σου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης