Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Καλό Καλοκαίρι



Περάσαμε την πρώτη μέρα καλοκαιριού εδώ στη Νέα Υόρκη χαρούμενη και το κυριότερο όλοι μαζί,



Από εδώ και στο εμπρός αρχίζουν τα ταξίδια οι διακοπές, έτσι κι εγώ  εύχομαι σε όλους τους αγαπητούς επισκέπτες καi αναγνώστες  καλό και χαρούμενο καλοκαίρι,  






Ταξιδεύω  να βρω το Νιρβάνα μου, την Πύλαρο

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Εις το επανειδείν  το Φθινόπωρο  

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Σαν μια ηλιαχτίδα







Πώς να τρέξω να πιάσω την ηλιαχτίδα αφού μου την έκλεψε  ο χρόνος; 
Αυτός  μου πήρε και τα όνειρα, μοιάζει με δολοφόνος,  μια φορά κι έναν καιρό μου τάχε δώσει όλα, με άφησε να τα δοκιμάσω όλα, χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη βροχή, χόρτασε να χορεύουμε μαζί στα τσίγκινα κεραμίδια ερωτευμένος το χορό της αγάπης, χόρτασε η ψυχή μου  να στροβιλιζόμαστε  αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που  τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην στάχτη αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα, οι στάλες   έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν σφαίρες αυτές που αφαιρούν τη ζωή, αυτές που βγαίνανε απ’ τα όπλα, αυτά που κρατούσανοι οι στρατιώτες του χρόνου, αυτού που σου μέτραγε μια, μια, τις μέρες λες και ήταν δικές του, που όμως ήταν.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Το χάρτινο Χρήμα, έρχεται και παρέρχεται…


                          Η Μεγάλη Αικατερίνη



Τα παραθυρόφυλλα έμειναν ανοιχτά, έτσι για να μπαίνει ο αέρας και να βγαίνουν τα φαντάσματα, τα τζάμια είχαν και κουρτινάκια κεντημένα με το χέρι, όταν φύσαγε  χόρευαν το χορό των αεικίνητων.  
Καθώς περνούσα για να βγω στην πίσω αυλή έτρεμα απ τον φόβο, έτρεχα και δεν κοίταζα ξωπίσω μου. Το σπίτι μύριζε παλιό, κάτι σα μούχλα, οι πόρτες ανοιχτές, όταν έβρεχε έσταζε κι έκανε πολύγωνους λεκέδες βρώμας στο πάτωμα. Μια  κληματαριά είχε κι αυτή από τα χρόνια καμπουριάσει, κάποτε πήρα το θάρρος και μπήκα στην πρώην κρεβατοκάμαρα τους, εκτός απ’ το άδειο κρεβάτι υπήρχε κι ένα κομό, παλιές φωτογραφίες, άρχισα να ψάχνω, άνοιξα τα συρτάρια, τα τράβηξα τελείως έξω, κρυμμένα στο βάθος ήταν μάτσο ρολά από χαρτονομίσματα, ρώσικα ρούβλια, καθώς και διάφορα παλαιά χαρτιά.
      
Εποχή πολέμου, κατοχή, πείνα και δυστυχία
Το σπίτι αυτό συνόρευε με το δικό μας σπίτι ανήκε σε οικογένεια πλουσίων εμπόρων και εφοπλιστών οι οποίοι είχαν πλουτίσει σε Ρωσία και Ρουμανία ως σιτέμποροι κλπ. Είχαν φέρει δε στην Πύλαρο  Κεφαλονιά μια τους υπηρέτρια για να προσέχει τα σπίτια τους, μια ρουμάνα η οποία μιλούσε λίγα Ελληνικά, ήταν αυτή η συμπαθητική γριούλα που φαινόταν σα σκιά πίσω από το τζάμια, την τυραννούσε η μοναξιά και η πείνα,  όταν καμιά φορά είχαμε αλεύρι και ψέναμε ψωμί η μυρωδιά την έκανε να εμφανίζεται στο τζάμι δεν το κουνούσε από εκεί μας κοίταζε με ένα βλέμμα παγωμένο καλοκάγαθο ικετικό λυπητερό, η μάνα πάντοτε της έφτιαχνε μια κουλούρα, γεμιστή με ξύγκι γίδας, ως που μια μέρα δεν φάνηκε,   την βρήκαν πεθαμένη.
Όχι κανένας δεν έκλαψε, πέθανε η ρουμάνα  ένα ασήμαντο γεγονός.
Τα αφεντικά της είχαν αποκλειστεί στην Ρουμανία. 

Όλα  αυτά τα αντικείμενα, μου θυμίζουν και    αντιπροσωπεύουν την παιδική  μου  ηλικία, μια ηλικία που δεν πρόλαβα να την καταλάβω, να την χορτάσω καθότι ποτέ δεν υπήρξε παιδική, αλλά  ενός αγώνα για τον καθημερινό επιούσιο, σήμερα βλέπω τις αποδείξεις του τότε, μέσα σε αυτές υπάρχει ένα αιώνιο γιατί, όμως  τις φυλάω σαν εικόνισμα,  σε αυτές    αναγνωρίζω ένα κομμάτι του τότε ανίδεου εαυτού μου.

Μετά ήρθε ο σεισμός και ισοπέδωσε τα πάντα,  όλα έγιναν πέτρες ερείπια, χαλάσματα όπου κατοικούν κουκουβάγιες. Έμεινε  ο λινός που πατάγανε τα σταφύλια,  το ποδόχι που έρρεε ο μούστος,  σήμερα γεμάτα σκουπίδια και πλαστικά μπουκάλια, ο φούρνος χάσκει ακόμα  με τον στόμα  ανοιχτό απορώντας και ψάχνοντας για ανθρώπους, αυτό το σπάνιο είδος…

El destino es consecuencia de nuestro pasado que forma el futuro.
Το πεπρωμένο, είναι  αποτέλεσμα του παρελθόντος μας, το οποίον καθορίζει  το μέλλον
     

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Έτσι άρχισε η κατάρα,



                                               Έρημη γη!

Θόρυβος ακούστηκε από τη μεριά της αυλής. Πεταχτήκαμε όλοι επάνω, η θεία μου ζύγωσε το κεφάλι πίσω από τις γρίλιες του κλειστού παραθύρου και με τράβηξε από το χέρι. Μου φάνηκε πως έτρεμε.   
Θα έχει πυρετό σκέφτηκα.
Η αυλή του σπιτιού είχε γεμίσει από κινούμενα όντα. Τα σκοτεινά τους μούτρα ενέπνεαν τρόμο, αχτένιστοι με αρβύλες, με δίκοχα, τα μάτια τους κόκκινα έλαμπαν σαν αναμμένα κάρβουνα, έμοιαζαν σαν βρικόλακες που είχαν έρθει να πιουν αίμα. Κινούμενοι σκελετοί ντυμένοι στα πράσινα από Ιταλικά λάφυρα, στους ώμους τους τουφέκια, δεσμίδες  σταυρωτές στα στήθια τους, χειροβομβίδες κρεμόταν από τη ζώνη τους, μπαλάσκες γεμάτες σφαίρες, έμοιαζαν έτοιμοι για επιδρομή στην κόλαση να ελευθερώσουν τον διάβολο.
Πω! Πω! Φώναξα τόσοι πολλοί Ιταλοί στο σπίτι μας θεια  τι να θέλουν;   
Όχι πουλάκι μου, οι Ιταλοί έφυγαν,  αυτοί εδώ είναι Έλληνες!
Α! Έλληνες σαν κι εμάς φώναξα με χαρά και είχα φοβηθεί ότι ξαναήρθαν οι Ιταλοί.
 Η θεια μου μισόκλεισε το στόμα με την παλάμη της και με τράβηξε πιο κάτω από μια μισοσπασμένη γρίλια παραθύρου μπορούσαμε να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν. Να έλα να δεις για να θυμάσαι όταν μεγαλώσεις μου είπε
Σιγά θεια αφού Έλληνες είναι κι αυτοί σαν και εμάς τι μπορούν να μας κάνουν;
Να, βλέπεις αυτόν με το μουστάκι είναι από τα Δειλινάτα, ο αδύνατος που έχει το τουφέκι κρεμασμένο ανάποδα είναι Φαρσινός, αυτός ο κοντός με την μαντύα αρχηγός τους. Ο άλλος που φορά το σακάκι μόνο από την ένα μανίκι  αδελφός του, τους άλλους δεν τους ξέρω φαίνονται ξωμερίτες.
Δηλαδή όλοι Κεφαλλονίτες θεια.
Από όλους αυτούς ξεχώριζε ένας κοντός αδύνατος λερής με ψαροκίτρινα βρώμικα μαλλιά  που ξεχυνόταν έξω απ’ το δίκοχό  με μια μανδύα πράσινη ιταλική που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους με το μάνλιχερ στον ώμο κι ένα ρόπαλο στο χέρι ησυχία δεν είχε, γύριζε σα σβούρα και κοίταζε προς το σπίτι.
Η μάνα στην κουζίνα άναβε ξύλα να βράσει ρίγανη για τον πονόδοντο που της είχε φουσκώσει το μάγουλο, είχε δέσει το κεφάλι της με ένα μαντήλι, τα άλλα αδέλφια μου φοβισμένα την κράταγαν απ την ποδιά ο πατέρας είχε βγει νωρίς μήπως συναντούσε κάποιον που θα πήγαινε στην πρωτεύουσα να του φέρει ασπιρίνες και αν είχε φθάσει η πενικιλίνη «το θαυματουργό φάρμακο»  για τον αδελφό του που πέθαινε φθισικός.
Η θεια μου ξαναήρθε κοντά μου και μου λέει. Τα βλέπεις αυτά τα παλιόσκυλα πουλάκι μου, έχουν έρθει και ζητούν να σκοτώσουν τον πατέρα σου, ψάχνουν να τον βρουν…

Ο θεός να βάλει το χέρι του ψιθύρισε.
Ξαφνικά ουρλιαχτά χαράς ακούστηκαν απ την αυλή μου, σηκώθηκαν όλοι τους όρθιοι, ένας από αυτούς σήκωσε το τουφέκι ψηλά και στριφογύριζε χορεύοντας σαν τσακάλι που κυνηγάει την ουρά του. Το έπιασαν τον φέρνουν…
…………………………………………………………….......
Ήταν παραστρατιωτικοί, ακροδεξιοί,  άτακτοι.
Οι  χωροφύλακες ξεκουραζόταν λίγο πιο πέρα στο σταθμό χωροφυλακής, την νύκτα κλειδωνόταν στον σταθμό κι έδιναν όπλα στους κατοίκους του χωριού να φυλάνε σκοποί κι αυτοί κοιμόταν μέσα   

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Το Κέντρο του Κόσμου: Η Ελλάδα.



                        Και προσοχή στα μηδενικά, αυτά είναι που μας φέρνουν τον πληθωρισμό.    

Δεν υπάρχει γωνιά γης όπου να μην μιλούν για την Ελλάδα μας.
Στα μεταλλωρυχεία της Χιλής, ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν οι μετοχές, σύμφωνα με τις κινήσεις της Ελλάδος, οι Αργεντινοί κοιτούν αμίλητοι, στον κόσμο ολόκληρο λένε, ένας αρχηγός ελληνικού  κόμματος αν εκλεγεί θα είναι ο Τσάβεζ της Ελλάδος,   ακόμη και στην Γουατεμάλα, γράφουν:  Es una situación grave porque se podrían contaminar las economías. Como en un inicio pasó en Grecia, (El Siglo Είναι μια κρίσιμη κατάσταση η οποία θα μπορούσε να μολύνει τις οικονομίες, όπως κατ’ αρχάς είχε  συμβεί στην Ελλάδα.
Κράτη στην Ασία από Κίνα μέχρι Φιλιππίνες, φταρνίζεται η Ελλάδα πέφτει το χρηματιστήριο, σκεφτήκατε  ποτέ τέτοια φήμη;    
Παλαιότερα  το κέντρο του κόσμου ήταν η Ελλάδα, ο ελληνικός πολιτισμός,  το μαντείο των Δελφών ο ομφαλός της γης, αυτά στην αρχαία μας πατρίδα.
Τώρα στη σύγχρονη εποχή  αυτή που ζήσαμε όσοι από εμάς έχουν απομείνει, η αριστερή Ανατολή κουμουνιστές πολεμούσε εναντίον της δεξιάς καπιταλιστές  Δύσης, για να επικρατήσουν σε αυτή την χώρα της χερσονήσου του Αίμου,  εμείς οι Έλληνες αρπάξαμε τα μαχαίρια και σφάζαμε τα αδέλφια μας γιατί ο ένας πίστευε στην Ανατολή ο άλλος στη Δύση. Κανένας δεν πίστευε στην Ελλάδα.  Ήταν ο εμφύλιος, θύματα εμείς οι ίδιοι οι  Έλληνες, αποτέλεσμα αιώνιες έχθρες,  πείνα, γύμνια,  κατατρεγμός και τελικά η ξενιτιά.
Σήμερα Κυριακή 3/6/12 σε μια εκπομπή του BBC άκουσα, μια ανταποκρίτρια να λέει.
Ακόμη στην σημερινή Ελλάδα ισχύουν τα ήθη και έθιμα του τότε, κανένας δεν ξεχνά ότι (Ο παππούς μου σκότωσε τον παππού σου) Your grandfather killed my grandfather

Ευρώ ή Δραχμή, και οι δυο Ελληνικές λέξεις, μας φτάνει μόνο οι υποψήφιοι  βουλευτές    να βάλουν πάνω από το ατομικό τους συμφέρον το συμφέρον της πατρίδας Ελλάδας, διότι οι  υποψήφιοι βουλευτές, όντος άνθρωποι  έχουν ημερομηνία λήξεως,  ενώ η Ελλάδα είναι αιώνια.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης