Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Τα του Σαββάτου!





Ο φίλος Ντένης Κονταρίνης και η αφεντιά μου,  περιμένουμε να έρθει το Σάββατο  να συναντηθούμε για καφέ σε ένα απλό καφενεδάκι  της Αστόριας, εκεί αναλύουμε όλα τα συμβάντα της εβδομάδος, συζητάμε ακόμα και πολιτικά, μα και τα του διαστήματος,  βγάνουμε ας πούμε το άχτι σαν αιώνιοι Έλληνες.  

Μετά  περνάμε και απ’ το γραφείο του φίλου ποιητή και συγγραφέα Μάκη Τζιλιάνου. 
Ε! εκεί συζητάμε τα νέα της παροικίας, περί φιλολογίας για εκδώσεις βιβλίων ακόμα και για ποίηση, μετά έρχεται η ώρα ο κάθε ένας μας θα αναχωρήσει για διαφορετικό σημείο του ορίζοντα.

Η Σαββατιάτικη συνάντηση είναι μια αναλαμπή θα έλεγα ‘Ελληνικού’ φωτός από την ρουτίνα της καθημερινότητας σε ένα ξενόγλωσσο περιβάλλον στο οποίο  συνυπάρχουμε με την εδώ κοινωνία, μια φιλόξενη κοινωνία όπου  μεγάλωσαν και μορφώθηκαν οι οικογένειές μας, μια κοινωνία όπου έχουμε σπείρει  καινούργιες ρίζες .

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη     

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Σε γειτονιά της Ολλανδίας



Κάποτε φθάσαμε στο Ρότερνταμ Ολλανδίας,  το βαπόρι πήγε για επισκευή και δεξαμενισμό στο Σκεντάμ   στον Dry  Dock New Waterway καθίσαμε αρκετόν καιρό 30 μέρες περίπου. 

 Ήταν ένας γάτος μαύρος, στο πέλαγος τριβόταν κάθε μέρα στα πόδια μου, λένε ότι τους γάτους τους πιάνει η λαμαρίνα του βαποριού και παθαίνουν ψυχικές αρρώστιες. Δηλαδή τρελαίνονται, για να μην τον πιάσει η  λαμαρίνα του είχαμε κρεμάσει στο λαιμό του μια κόκκινη κορδέλα με ένα χάλκινο μενταγιόν, ο χαλκός, το μπακίρι είναι το αντίδοτο.
Τον φωνάζαμε  Νεγρίτο είχε μπει στο βαπόρι από κάποιο λιμάνι της Ασίας.
 Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν και ο εφοπλιστής.
  

 O γάτος θεώρησε υποχρέωσή του να πάει να τριφτεί στα πόδια του, γούρλωσαν τα μάτια του, έβαλε τις φωνές, μαύρος γάτος στο βαπόρι μου είναι γρουσουζιά, είναι κακή τύχη. Να τον βγάλεις έξω, τι να κάνω την άλλη μέρα τον βάζω σε ένα τσουβάλι και το βραδάκι τον πάω περπατώντας προς το κέντρο του Σκεντάμ, πάω σε μια σκοτεινή γωνιά ανοίγω το τσουβάλι, ο γάτος έγινε καπνός. Εκεί κοντά ήταν κι ένα κέντρο χορού το De Vest Dance,  όπου πηγαίναμε κάθε βράδυ, πήγα λοιπόν στο κέντρο και μετά γύρισα στο βαπόρι.

Οποία η έκπληξή μου, πρωί, πρωί ο γάτος ήταν πάλι στο βαπόρι. Ρώτησα τους γηραιότερους τι μπορώ να κάνω, έτσι την άλλη μέρα, σαν βράδιασε, τον έβαλα πάλι στο τσουβάλι, μαζί με φίλο ναυτικό πήραμε  το τραμ απ το Σκεντάμ και πήγαμε  στο κέντρο του Ρότερνταμ, θυμάμαι έναν σταθμό  με μπλε γράμματα Central εκεί κατεβήκαμε με το τσουβάλι, στο ημίφως μιας οδού άνοιξα το τσουβάλι, ο γάτος το έβαλε στα πόδια, μετά  κάναμε βόλτα στο κέντρο ζητώντας γνωριμίες με κορίτσια. Πιάσαμε την συζήτηση με δυο κοπέλες (σοκολατιέρες τις ονόμαζαν οι ναυτικοί) συμφωνήσαμε να πάμε την επόμενη βραδιά στον κινηματογράφο να δούμε το «Ο χριστός ξανα-σταυρώνεται»  του Καζαντζάκη.
Δεν ήρθαν κι εμείς γυρίσαμε άπρακτοι στο βαπόρι για να πάμε την επόμενη στην γειτονιά του Κάτεντραχτ όπου ήταν γεμάτη από Έλληνες ξέμπαρκους ναυτικούς, μπαρ, γυναίκες και ότι ζητά η ψυχή του ναυτικού. Στο μπαρ του Κώστα και της Λούλας σερβίριζαν τους πελάτες έλληνες ξέμπαρκοι μέχρι να βρουν μπάρκο,  άλλοι πήγαιναν στο Seaman house σπίτι του ναυτικού Stella Maris εκεί τους παρείχαν διάφορες εξυπηρετήσεις, και μάθαιναν τα νέα για τα Ολλανδέζικα βαπόρια πια ζητούν πληρώματα, θα έπρεπε όμως να βγάλουν φυλλάδιο Ολλανδικό. Πολλοί το κατάφερναν.
Ένας που μας σερβίριζε στο μπαρ της Λούλας ήταν και ο Ηλίας Κ. μορφωμένος ευγενής με γλώσσες έλληνας εξ Αιγύπτου ζητούσε μπάρκο έτσι όταν ετοιμασθήκαμε μπαρκάρισε στο βαπόρι μας ως λαδάς μηχανής. Όμως είχε το μικρόβιο της χαρτοπαιξίας, παίζανε πόκα, πόκερ στο πέλαγος μέχρι να ξημερώσει, έχανε μέχρι τα τσιγάρα του.
Εν τέλει σε ένα ταξίδι για Αργεντινή πέθανε στο πέλαγος, τηλεγράφησαν στους δικούς του στην Ελλάδα αν θέλουν να τον στείλουν πεθαμένο, η απάντηση ήρθε γρήγορα ΟΧΙ.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


 



Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Οι αναμνήσεις είναι σαν τον πηλό, που πλάθει τον ανθρώπινο χαρακτήρα.

Ο αέρας  λυσσομανούσε, σφύριζε περνώντας ανάμεσα  από τα ξάρτια λες και ήμασταν στο βασίλειο του Διαβόλου,  σήκωνε τη θάλασσα βουνό  και μετά  την έριχνε πάνω μας με κάτασπρους αφρούς. Το βαπόρι τρανταζόταν, έτρεμε ολόκληρο,  βουτούσε στις υδάτινες χαράδρες που ανοιγόταν μπροστά μας. 
Για να προφυλαχτούμε είχαμε κλείσει με μπουκαπόρτες όλες τις διπλανές πόρτες προς το κατάστρωμα.  
Τα  κύματα ερχόταν από πάνω, μας καπέλωναν κι έπεφταν με δύναμη στα σπιράλια της μηχανής, καβαλούσαν την τσιμινιέρα κι έπεφταν στο στόκωλο, ο διάδρομος γεμάτος νερά  το βαπόρι αγκομαχούσε, βόγκαγε πονούσε κι εμείς φοβισμένοι, αμίλητοι, ξάγρυπνοι, άπλυτοι, αξύριστοι,  είχαμε τις ελπίδες μας στον θεό. Ο κάθε ένας μας προσευχόταν μέσα του κρυφά, χωρίς όμως να το ομολογεί,  για να μην δημιουργηθεί πανικός.      Σε κάθε χτύπημα της θάλασσας ακουγόταν ένας γδούπος λες και σειόταν η γη ολόκληρη από έκρηξη ηφαιστείου, λες κι άνοιγε η πύλη του κάτω κόσμου, όταν μπορούσαμε να φάμε κάτι τρώγαμε όρθιοι με τα πόδια ανοιχτά. Το βαποράκι μας μικρό φορτωμένο σιδηρομετάλλευμα (μινεράλι) από  India  έπλεε  στον Ινδικό Ωκεανό εποχή των μουσώνων, η ίδια κατάσταση επί 20 συνεχή  ημερόνυχτα.
Τελικά ήρθε η χαριστική βολή θα μέναμε χωρίς καύσιμα,  τελείωναν. Ερχόταν το τέλος μας,   έτσι με μερικές ώρες καύσιμα  πέσαμε σε ξέρα στο νησί Σοκότρα. 
Ο καπετάνιος μας ένας καλός άνθρωπος ηλικιωμένος της Ελληνικής ακτοπλοΐας από τη Σάμο που τώρα στα γεράματα θέλησε να δοκιμάσει την τύχη του στην ποντοπόρο ναυτιλία.  (έτσι λέγανε).  Άνθρωπος του Θεού, με τον σταυρό στο χέρι που λένε Από λάθος χειρισμού με το μάϊνα της μπίγας,  βούλιαξε η σωσίβιος λέμβος όπου είχαν κατεβάσει στην ύφαλο και προσδέσει στην πλώρη της την άγκυρα της πρύμνης, οι ναύτες βρέθηκαν να κολυμπούν στην θάλασσα, ο ανθυποπλοίαρχος ένας καϊκίσος που ήταν χειριστής της λέμβου ανέβηκε με την ανεμόσκαλα στο βαπόρι κρατώντας το μαχαίρι σύμφωνα με τις σκουξιές του λοστρόμου ενός Συμιακού,   θέλοντας να πάρει εκδίκηση από τον υποπλοίαρχο που ήταν υπεύθυνος  των κινήσεων, επέμβει ο καπετάνιος κι έκλεισαν τον ανθυποπλοίαρχο στο δωμάτιό του. Ένας ναυτικός, ένας από εμάς λιγότερος στην πάλη εναντίων των στοιχείων της φύσεως. Ο άλλος ανθυποπλοίαρχος ένας Φιλανδός ήταν πάντα μεθυσμένος.
 Ο πρώτος μηχανικός ένας Αργεντινός περιφερόταν στην κουβέρτα και ειρωνευόταν τους πάντες επιδεικνύοντας φωτογραφίες με στολή και γαλόνια, με ανθοδέσμες  το πως περνούσαν στα Αργεντίνικα βαπόρια.      Ο ασυρματιστής ένας Βραζιλιάνος έβριζε και χτυπούσε το χέρι του στο τραπέζι απαιτώντας να του βρούμε αμερικάνικα τσιγάρα, ενώ εμείς είχαμε πάρει εγγλέζικα από το Κολόμπο.
Ο υποπλοίαρχος έλληνας είχε μια μαϊμού ξανθή και την κατέβαζε στο σαλόνι, την κάθιζε δίπλα του κι έτρωγαν μαζί. Ο δεύτερος μηχανικός ένας πορτογάλος ονειρευόταν να γυρίσει στο Οπόρτο. Η πειθαρχία των αξιωματικών είχε αρχίσει να γλιστρά έξω απ’ την κοινή λογική,   Ο μάγειρας ένας Κεφαλλονίτης όσο είχαμε αλεύρι αρνιόταν να βγάλει ψωμί, δεν το ορίζει,  (λέει) η σύμβαση.  Και του είχα δώσει τη θέση του μάγειρα από παραμάγειρας που ήταν όταν έφυγε ο μάγειρας.  Ο  Μαθιός ένας Συριανός θερμαστής είχε μια μαϊμού κλεισμένη στην ντουλάπα του, του είχε φύγει κι ανεβεί στο άρμπουρο και προσπαθούσε να την πιάσει. Ένας μαύρος γάτος τριβόταν στα πόδια μου και ρονρόνιζε, κι ένας κόκορας ξεκουραζόταν πάνω σε μουσαμά τα’ αμπαριού  όταν φόραγες  στο χέρι σου  γάντι της δουλειάς, σήκωνε τα φτερά του έτοιμος να σου επιτεθεί.  Το πλήρωμα υπομονετικό, καρτερικό, πεινούσε, ακόμα και το πετρέλαιο της κουζίνας είχε τελειώσει, έτσι σκίζαμε μπουκαπόρτες κι ανάβαμε φωτιά με ξύλα.  Τα ψυγεία δεν δούλευαν,   με χειροκίνητη αντλία βγάζαμε νερό από το ντιπτανκ του βαποριού, το αφήναμε να κατακάτσει η άμμος και μετά πίναμε. 
Όλοι μας εμείς νέα παιδιά, αρμενίζαμε στις Σκύλες και Χάρυβδες,   ζητώντας το μεροκάματο,  κατατρεγμένοι από μια συνεχή ανεργία στο βασίλειο της Ελλάδος πασχίζοντας για μια αμοιβή, όχι μόνο για τον εαυτόν μας αλλά προπαντός   γι’ αυτούς τους γέρους μας, που είχαν μείνει πίσω στην Ελλάδα περιμένοντας τον οβολό μας για να συνεχίσουν να υπάρχουν. 
Ήταν μια εποχή όπου η νεολαία της πατρίδας μας έκλεινε τα μάτια, πηδούσε το τείχος της ξενιτιάς, μορφωτικώς απροετοίμαστη, με μια ελπίδα ένα  σίγουρο  μεροκάματο, έστω κι αν αυτό ήταν του τρόμου…      

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Θαλασσοδαρμένα Ίχνη:


Με  σκιτσάριζε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα,  όταν τελείωσε μου την έκανε δώρο κι έφυγε, τότε σταμάτησα και σκέφτηκα ότι ιχνογράφησε ένα τόσο διαφορετικό κομμάτι της ζωής μου.   
  

Ο ιδρώτας έτρεχε απ τα μελίγγια μου, απ’ το πρόσωπό μου, ανακατευόταν με τη σκόνη του δρόμου και ζωγράφιζε ρυάκια καφετιών ρυτίδων, λες και ήταν οργωμένα χωράφια  που περίμεναν να φυτρώσουν αγριόχορτα, αυτά που βγαίνουν στους βάλτους,  σα να ήταν ρύζι κι αυτοί που με περιτριγύριζαν εργάτες έτοιμοι να βάλουν τα χέρια τους πάνω μου να θερίσουν.  Από πίσω μου με ακολουθούσαν ένα τσούρμο πιτσιρίκα φωνάζοντας ε! Μίστερ, από κάπου μακριά ερχόταν η μπόχα των βρώμικων νερών του ποταμού Γάγγη, όπου ήταν και το βαπόρι μας αραγμένο. 
Είχε  αρχίσει να νυχτώνει, ξάφνου μπροστά μου βρέθηκε ένα κτίριο πράσινο με αυλή και ανοιχτές πόρτες.
Δεν ξέρω τι μ’ έσπρωξε να μπω στην αυλή, ίσως ο φόβος του άγνωστου, ή  αυτά τα  παιδάκια    που με ακολουθούσαν λες και ήμουν κάνα προφήτης να μοιράζει δώρα.
Μπήκα από την ανοιχτή πόρτα η αίθουσα ήταν γεμάτοι άντρες γονυπετείς που προσευχόταν ντυμένοι στα άσπρα. Ήταν ένα μωαμεθανικό τέμενος.  
Κάποιος από αυτούς σηκώθηκε, κάτι είπε στα πιτσιρίκια και τα έδιωξε, μετά μου έδειξε ποιον δρόμο να πάρω να γυρίσω στην προκυμαία όπου ήταν το βαπόρι. Στον δρόμο μου συνάντησα οδηγούς Ρίκσω τρίκυκλα ποδήλατα όπου τα χρησιμοποιούσαν για ταξί, οι οδηγοί επέμεναν να πάμε να με κεράσουν τσάι, περιμένοντας βεβαίως να τους αγκαζάρω για κούρσα.  Με  σκιτσάριζε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα,  όταν τελείωσε μου την έκανε δώρο κι έφυγε, τότε σταμάτησα και σκέφτηκα ότι ιχνογράφησε ένα τόσο διαφορετικό κομμάτι της ζωής μου.   
  
Τέλος έφθασα στο βαπόρι, οι άνθρωποι σαν μυρμήγκια στην σειρά μέρα νύχτα ξεφόρτωναν σακιά ρύζι, χωρίς διακοπή, χωρίς ανάσα, ρύζι  όπου είχαμε φέρει από τη Νέα Ορλεάνη, πλέοντας από τον γύρο του ακρωτηρίου της καλής ελπίδας της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η σκηνή στο λιμάνι της Chittagong στο κράτος του Bangladesh, στον κόλπο της Βεγγάλης, στον Ινδικό Ωκεανό.
   
Γαβριήλ  Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Στην αρχή του Φθινοπώρου!



Κάποτε είχαμε καθιερώσει εμείς οι παλιοί φίλοι να συναντιόμαστε μια φορά τον μήνα, έτσι για να πιούμε ένα ποτηράκι κρασί, να αναζωογονούμε την φιλία μας, να ανταλλάσουμε απόψεις, ακόμα και φιλολογική συζήτηση καθότι οι περισσότεροι φίλοι έχουν μια καλλιτεχνική φιλολογική ποιητική τάση, ή έχουν συγγράψει βιβλία ποίησης  και μυθιστορημάτων…

Μία παρέα που μας συνδέει  ο αλληλοσεβασμός,  η αγάπη για την φιλολογία, για την Ελλάδα, πασχίζοντας για το πώς θα μπορέσουμε να εδραιώσουμε  την δική μας  Ελληνική λογοτεχνική παρουσία εδώ στα ξένα.
Σα να λέμε, είναι σα ν’  αντιστεκόμαστε Ελληνικά να μην καταπιεί εμάς και τα έργα μας ο χρόνος της αφομοίωσης  


Ένεκα του καλοκαιριού των διακοπών έγινε  επιμήκυνση του διαστήματος της παρούσας συνάντησης. 
Στην συζήτηση  αναφέραμε τον φίλο Στράτο από την Αθήνα ο οποίος είχε την καλοσύνη να μας τηλεφωνήσει όταν ευρισκόμεθα καθ’ οδών, ήταν μαζί μας νοερώς.  
Τον ευχαριστούμε.

Στις Φωτογραφίες: Ο κος και η κα. Δημήτρης και Άσπα  Τριγώνη, συγγραφέας, ποιήτρια, ο κος  Δημήτρης Μουστάκης συγγραφέας, ο κος Νίκος Λιψάνος συγγραφέας, ο  κος Τάσος Μουζάκης ποιητής συγγραφέας, ο κος και η κα Κωνσταντίνος Λυκογιάννης, αρθογράφος, ο κος και η κα Ανδρέα Κοντομέρκου συγγραφέας, ο κος και η κα Γαβριήλ Παναγιωσούλης  συγγραφέας, η κα. Στέλλα Ζαμπούρου  Φόλλεντερ ποιήτρια συγγραφέας.   

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
NEW  YORK 
  

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Οι εκπλήξεις της ζωής




Και ήθελε να πάμε στην Ιαπωνία να το γλεντήσουμε, ήταν η επέτειο των γενεθλίων της  εγγονής μου,  μα όχι δεν γίνεται είπαμε είναι πολύ μακριά, τότε θα φέρουμε την Ιαπωνία εδώ κοντά μας.
Έτσι κι έγινε.

Γλεντήσαμε όλοι μαζί , γευθήκαμε την Ιαπωνική κουζίνα, μα και τον τρόπο παρασκευής φαγητού, μας ευχήθηκαν τραγουδιστά  στα ιαπωνικά Happy Birthday to you.


Η συνέχεια στο σπίτι με την καθιερωμένη τούρτα των γενεθλίων. Τούτη τη φορά ευχηθήκαμε στα αγγλικά μα και στα Ελληνικά.

Έτσι κι εμείς οι παππούδες, ξεσκάμε λιγάκι και θυμηθήκαμε τα νιάτα μας…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Bronx, Νέα Υόρκη



Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Labor Day



Labor Day

Μια εορτή της εργατιάς, ημέρα του εργάτη που καθιερώθηκε να εορτάζεται στις ΗΠΑ το 1882 την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη.
Εφέτος 2012 η πρώτη Δευτέρα συνέπεσε  την 3η    του μηνός. 


Η εορτή είναι συνήθως τριήμερη όπου οι κάτοικοι εδώ την εορτάζουν με το τελευταίο barbeque στην αυλή, στον κήπο,  με παρέες από όπου και οι φωτογραφίες  ή ακόμα και στις παραλίες.


Ανεπίσημα είναι και το τέλος του καλοκαιριού, των διακοπών, κλείνουν οι πλαζ,   την επόμενη ημέρα Τρίτη, ανοίγουν τα σχολεία εδώ στην Νέα Υόρκη.

Η ζωή επανέρχεται σε μια χειμερινή καθημερινή ρουτίνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης