Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Κεφαλονιά!


Έχω γεννηθεί στα Μαρκάτα  Πύλαρο Κεφαλληνίας, εκεί πρωτοείδα το φως, αυτή η εικόνα θα με συνοδεύει μέχρι το τέλος, είναι ένα μέρος όπου αγαπώ και λατρεύω.
Παρακάτω παραθέτω ντοκουμέντα της Ενετικής Δημοκρατίας όπου ανήκε και η Κεφαλληνία  κατά τον 18ο  αιώνα.
  
ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΩΝΙΤΩΝ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ
ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΩΣ.

Στους αιώνες 16-18, στο κράτος της Βενετίας όταν χανόταν καράβι ή το εμπόρευμα του (από ναυάγιο, ή πειρατεία), γινόταν δίκη, για να καθοριστούν τα γεγονότα και ζημιές.
Τα πρακτικά μερικών από αυτές τις δίκες, που λεγότανε (Prove Di Fortuna), δηλαδή αποδείξεις ατυχημάτων, περιγράφουν χαρακτηριστικά των Κεφαλλονιτών, και τα πιο κοινά επίθετα είναι: Άπληστοι, κακοποιοί, πειρατές, αρπακτικοί κλπ. Μεταξύ των ονομάτων των ιδιοκτητών και των καπετάνιων των πλοίων που είχαν ατυχήματα αναφέρονται οι: Β. Φερεντίνος από Άσο (1724), Μάρκος Χαλκιάς από Πλαγιά Ερύσσου (1741), Παναγιώτης Χαλκιάς από Πλαγιά (1741),Γρηγόρης Μαυροκέφαλος από Πλαγιά (1764), Δημ. Αντύπας από Άσο (1785), Φορτίο: 2 σακιά σύκα, ένα σακί καρύδια, ένα σακί φρέσκο ψωμί,  Μαρκαντώνιος Διβάρης από Άσο (1786), Πιέρος Ιγκλέσης από Κεφαλληνία (1787), Δημ. Κρητικός από Πλαγιά (1787)

Η ληστρικότητα των κατοίκων των παραλίων (της Κεφαλονιάς) περιγράφεται στις μαρτυρίες των ναυτικών του καραβιού του Νικόλα Ντέντια, οι οποίοι κατά την εξέτασή τους δεν αποκρύβουν τον φόβο τους για τους Κεφαλλονίτες, ιδιαίτερα αυτούς του Πόρτο Τέρρα, των οποίων   περιγράφουν με γραφικές εκφράσεις τον αιμοβόρο και   ληστρικό χαρακτήρα. Ο Ζόρζι  Μπογνάντο, σύντροφος του Ντέντια, διευκρίνισε ότι τα λεφτά που χάθηκαν στο ναυάγιο τα είχε κρύψει  μέσα στο καράβι γιατί <Φοβόταν ότι στην ξηρά στο Πόρτο Τέρρα μπορούσαν να του τα κλέψουν οι κάτοικοι του τόπου που δυστυχώς επιδίδονται σε πλιάτσικο και δεν σέβονται κανέναν>. Αυτή η μαρτυρία επιβεβαιώνεται και από εκείνες του Αλβίζε Ντέντια: <Φοβόμαστε πως οι Κεφαλλονίτες θα μας τα κλέβανε, δεδομένης την ληστρικότητας τους>, του Πιέρο Ντέντια <Μπορούσαμε να βρούμε τον μπελά μας από τους κατοίκους εκείνου του τόπου, γιατί είναι μάλλον  απάνθρωποι και ικανοί να σκοτώσουν άνθρωπο για ένα Σόλντο>, και του Σιγκαμέλο Μιλιότι: <Ξέραμε πως μερικοί Κεφαλλονίτες είναι αιμοβόροι λύκοι και κυρίως αυτοί του Πορτο Τέρρα, οι οποίοι είναι ικανοί να κατακρεουργήσουν άνθρωπο για ένα Σόλντο>.       

Από κείμενο του 17ου αιώνα: (Μπορούμε να πούμε πως είναι πραγματικά δυστυχής όποιος γεννιέται στην Κεφαλονιά που είναι φωλιά κάθε κακότητας και καταφύγιο ατιμότατος. Εδώ σίγουρα περισσότερο από άλλα μέρη βασιλεύει κάθε βίτσιο, κάθε κακή συνήθεια, κάθε κακή πράξη). 

Μαρτυρία από την δίκη για την πειρατεία εις βάρος του Δημήτρη Αντύπα, καπετάνιου από την Άσο (1785), (Μόλις πλησιάσαμε να δέσουμε την βάρκα στην παραλία βγήκανε από τους θάμνους που είναι εκεί  εννιά κακοποιοί, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια, δυο μπήκανε στο καράβι και οι άλλοι μείνανε στα καΐκια και μαρτυρία του Αναστάση Κοκόλη, ναυτικού στο καράβι του Αντύπα: Οι ίδιοι κακοποιοί πριν μέρες είχανε σκοτώσει δυο-τρία άτομα από την Πλαγιά.  (Villa Plogia).

Ο Σαβέριο Σκροφάνι, τυχοδιώκτης από την Σικελία, (1799)    λέγει πως οι Κεφαλλονίτες φημίζονται σαν άριστοι ναυτικοί, αλλά: (Η μεγάλη τους ροπή για μετανάστευση δεν μπορεί παρά να προέρχεται και από την απληστία τους, την οποίαν έχουν αναπτ΄θξει σε σημείο που να θεωρούνται ότι είναι από τους καλύτερους πειρατές εάν αυτά που λέγονται είναι σωστά, οι Κεφαλλονίτες είναι από όλους τους λαούς της Μεσογείου οι μόνοι ικανοί για παρακινδυνευμένα κατορθώματα. Η Ρωσία τους χρησιμοποιούσε πολύ εναντίων   των Τούρκων.      

Ο Ρώσος Φεντόρ Ορλώφ, που ξεσήκωσε με τον Ρωσικό στόλο την αποτυχημένη επανάσταση στην Πελοπόννησο (περίπου 1700) στην οποία μετείχαν πολλοί Κεφαλλονίτες, έλεγε   ότι  η αποτυχία ήταν εν μέρει αποτέλεσμα της έλλειψης πειθαρχίας και της ροπής τους για πλιάτσικο και ότι (Είχε κατηγορηματικά αρνηθεί τις υπηρεσίες των διαβόητων αδελφών Μεταξά λέγοντας ότι ο στόλος είχε ανάγκη από ανθρώπους με αίσθημα τιμής και όχι από πειρατές.
 Μετάφραση, «Νίκος Αλεξανδράτος» η περίληψη ορισμένων άρθρων του G Zaché, Provi di Fortuna, Fonti inedite per studio dei Rischi della Navigazine Mercantile (XVI-XVIII secolo).
Il caso di Cefalonia” Studi Veneziani 
Μια δική μου απορία:
Αν ψάξει κανείς  να βρει την αιτία του  αιματοκυλίσματος  στον  εμφύλιο στην Κεφαλονιά, μπορεί να συμπεράνει ότι ακόμα υπάρχει το ίδιο DNA;
Γαβριήλ Πανγιωσούλης    

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Ο άνθρωπος γεννιέται προσχεδιασμένος...



Αχ! Αυτά τα μονοπάτια της εδώ κοινωνίας δεν ήθελα να τα δημοσιεύσω αλλά, τούτες τις μέρες με έκπληξη  άκουσα την λέξη αποτυχημένος,’ οπότε έφριξα, έγινα έξω φρενών, για την γενίκευση.  
 Ας με συγχωρέσουν οι φίλοι που ξέρω ‘είναι πολλοί’ που πράττουν και σκέπτονται  διαφορετικά, από την εδώ πλατιά κοινωνική μεταναστευτική μάζα.   
  
  































 Έτσι  απότομα  ήρθε η θάλασσα, με ένα κύμα της έφερε  το γκρέμισμα των ονείρων με  κακά μαντάτα, δεν είσαι καλοδεχούμενος σε ξένες πατρίδες, λες και ήσουν μιασμένος με κολλητική ασθένεια,   μετά ήρθε η μόνη λύση  τα ταξίδια λες και ήσουν πειρατής, ο χρόνος το χαβά του,  έτρεχε, μάταια τον εκλιπαρούσες να σταματήσει να τρέχει, αυτός  τίποτα. Το  πειρατικό μεροκάματο κι αυτό αναιμικό, μετά ήρθαν οι γυναίκες, η τρίτη μετανάστευση, οι υποχρεώσεις, ήθελες να φωνάξεις να σκούξεις  στα σύμπαντα του κόσμου, τον λαβύρινθο που ανοιγόταν  μπροστά σου,  την καινούργια ζωή.

Όμως  την έβλεπες μόνο εσύ, εκτονώνεσαι με το γράψιμο, στα  βιβλία βγάζεις την ψυχή σου,  μετά ήρθε ο ανταγωνισμός χώρου, Ω! όχι με άλλα βιβλία αλλά με τα εδώδιμα κι αποικιακά προϊόντα, αυτά που ελκύουν τους εδώ Έλληνες, η κουλτούρα της γεύσης.

Στη χώρα της μετανάστευσης  όλοι πασχίζουν να προοδέψουν με το να κάνουν λεφτά. Μετά από αυτό τελεία και παύλα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο.  Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα, η κοινωνία μας δεν σου επιτρέπει να ασχολείσαι  με κάτι που δεν αφήνει κέρδος, που δεν κάνεις χρήμα. Είναι απαράδεκτο, ακόμα και σήμερα η ίδια λογική, σκοτώνει την ψυχή,   την ωραιότητα της φύσης, την ικανότητα να μυρίσεις ένα τριαντάφυλλο, ακόμα και να ονειροπολείς.
Σου απαγορεύει να έχεις ιδανικά, αν δεν υπάρχει κέρδος.
Κάποτε είχα σκεφθεί ότι εφόσον τους  Έλληνες μετανάστες τους προσελκύουν  πολύ τα ελληνικά φαγητά εκεί θα είναι μια ευκαιρία για εμένα να βάλω μερικά βιβλία μου προς πώληση, φυσικά με το αζημίωτο.. όχι δεν υπάρχει Ελληνοαμερικανικό βιβλιοπωλείο, ούτε βιβλιοθήκη.  
Ήταν δυο συνεταίροι στο μοναδικό παντοπωλείο της περιοχής μου, από νησί του Ιονίου,  τους είπα τι θέλω, τους είδα αμέσως που κοίταξε ο ένας τον άλλον, μετά με κοίταξαν με συμπόνια λες και τους ζήτησα ζητιανιά. Ήταν σα  να λένε, ρε τον φουκαρά  πως κατάντησε! Μέχρι που κάποιος ανέφερε ιδού ο αποτυχημένος…

Μα αυτή η εντύπωση, αυτή η γνώμη πηγάζει από το στερεοτυπικό του έλληνα, τώρα δεν ξέρω αυτών που μετανάστευσαν ή αυτών που Δεν, ότι για να λογίζεσαι  επιτυχημένος πρέπει να έχεις χρήμα με ουρά. 
Να φοράς παπούτσια ΝΙΚΚΙ,   κουστούμια  μάρκας με πλατειά γραβάτα, πουκάμισα  και μπουφάν αυτά που φέρουν στο αριστερό μέρος της καρδιάς κροκοδειλάκια, ιππόκαμπους,  διάφορα σλόγκαν διαφημιστών κλπ, όταν φτάσεις σε αυτό το σημείο επιτυχίας, από το βάρος των σλόγκαν η καρδιά σου σκληραίνει,  παγώνει, χάνοντας την ανθρωπιά της.

Τότε κατάλαβα τι είναι αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα,  ότι βρίσκεσαι σε μια κοινωνία μόνος, όλοι τρέχουν στο άλογο καβάλα για τα λεφτά κι εσύ παρατηρείς τη μύγα που πετάει; Αναζητάς το μπλε τριαντάφυλλο, σε γεμίζει το άρωμα των λουλουδιών, ονειροπολείς;     
Σύνελθε, μα  που ζεις άνθρωπέ μου;
Άλλος παντοπώλης  που είχαμε πάει τα βιβλία μας, ο φίλος μου Ντένης κι εγώ- προς πώληση και του είχαμε αφήσει μερικά μας κάλεσε μια μέρα και μας είπε. Πάρετε τα από εδώ, αν βάλω παστές  σαρδέλες θα κονομάω πιο πολλά λεφτά. 
Αλλά όπως είπα και πιο πάνω, ο άνθρωπος γεννιέται, δεν φτιάχνεται, ο κάθε ένας μας έχει το δικαίωμα να πορεύεται με διαφορετικά ιδανικά, με  δικά του όνειρα…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης   
  


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Συνάντηση Σαββάτου 24/11/12


 Στην Φωτογραφία:            Παναγιωσούλης, Τζιλιάνος, Κονταρίνης,  Σταθάτος

Όπως κάθε Σάββατο έτσι και σήμερα πραγματοποιήσαμε την καθιερωμένη συνάντηση, στην συνάντηση   όλοι Κεφαλλήνες.
Τούτη τη φορά η συζήτηση περιστράφηκε για την ημέρα των ευχαριστιών σχετικά με τη θυσία της γαλοπούλας.
Στα συσσίτια υπέρ των φτωχών, ποιοι είναι αυτοί,  (Μοναχικοί τύποι, ηλικιωμένοι εργένηδες, φτωχές οικογένειες, περαστικοί κλπ…)  που πάνε χρονιάρα μέρα για φαγητό σε αυτά τα κέντρα, ένα από αυτά τα κέντρα προσφοράς και των Ελληνο-αμερικανών ιδιοκτητών ακινήτων της Αστόριας.

Στην   Φωτογραφία:   Γ. Παναγιωσούλης, Δ. Κονταρίνης, Μ. Τζιλιάνος,   Γ. Τουμασάτος.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη


Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ημέρα Ευχαριστιών,


                                   Πολλά τα Φώτα,

Όπως και κάθε χρόνο έτσι κι εφέτος 2012 εορτάσαμε όλοι μαζί την παραδοσιακή αμερικανική εορτή των ευχαριστιών.
Για μια ακόμα χρονιά είμαστε όλοι μαζί, έτσι όπως όταν ξεκινήσαμε, όταν πρωτοήρθαμε ως πρωτοπόροι εδώ, φυσικά  η οικογένεια αυξήθηκε  γίναμε πολλοί, κι αυτό το θεωρώ μια ευλογία  της ύπαρξής μας.
Έτσι  προσφέρουμε κι εμείς τις ευχαριστίες μας στον Θεό, μα και ψήνοντας την γαλοπούλα
Και όπως πάντα την ημέρα αυτή έχω την τιμητική μου, στην μαγειρική.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


   

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Το Πασαπόρτι


Το λεωφορείο της εταιρίας του κυνηγόσκυλου με έφερε στην Ουάσινγκτον, πήγαινα στην Ελληνική Πρεσβεία, λεωφόρος  Μασαχουσέτης.
Από εκεί έφυγα με καινούργιο διαβατήριο, έγραφε βασίλειο  της Ελλάδος, ήταν ένα βιβλιαράκι με χοντρό χαρτονένιο εξώφυλλο χρώματος πράσινο-γαλάζιο με 32 σελίδες.
 Για εμένα ήταν κάτι σα φυλαχτό εφόσον πρώτη μου φορά έπαιρνα στα χέρια μου πασαπόρτι. Το κοίταζα σα την βίβλο, το πρόσεχα σαν την Αγία Γραφή,  μόνο που δεν το προσκυνούσα, εκεί μέσα σε αυτές τις σελίδες είχα κλείσει τα όνειρά μου, με αυτά ζούσα ταξιδεύοντας, πλάθοντας με την φαντασία μου έναν κόσμο όπως τον ήθελα.
Με μιας βρεθήκαμε στο Κολόμπο  Κεϋλάνης, το νησί του Ινδικού Ωκεανού,                                                                                                                          το σημερινό Sri Lanka,    εκεί πήγα να συναντήσω τον πρόξενό μας, ήταν ένας ντόπιος ο οποίος μου ξανάδωσε το σινιάλο της ζωής, δηλαδή μου ανανέωσε το διαβατήριο που είχε λήξει για ένα ακόμη χρόνο, και τι δεν σκόπευα να κάνω, θα ταξίδευα και θα διάλεγα κράτη, γνωριμίες, αγάπες κι όλα αυτά βασιζόμενος στο διαβατήριο αυτό. Εκεί στο Κολόμπο φορτώναμε ρύζι στη ράδα προορισμός μας ήταν η Βιρμανία σημερινή Μυανμάρ, χώρα των βουδιστών με τις πολλές παγόδες. .
Τα αδέλφια Νέγρη καταγόμενοι από τη Σάμο ήταν οι τροφοδότες μας.
Μαζευτήκαμε τρεις, μπήκαμε σε μια άδεια φορτηγίδα και μας  έβγαλε στη στεριά. Μας περικύκλωσαν, θαυματοποιοί, κλέφτες, χαμίνια,    ταξιτζήδες υποσχόμενοι να μας πάνε σε γυναικείους παραδείσους, κι ένα σωρό  άνεργοι χαραμοφάηδες. Τελικά  καταλήξαμε σε ένα ταξί.   
 Ο ταξιτζής έβαλε πλώρη για τη ζούγκλα και πήγαινε και πήγαινε, και σταματημό δεν είχε, κάποτε φάνηκαν κάτι καλύβες. Κατέβηκε κάτω και μας άνοιξε την πόρτα λες και ήμασταν μαχαραγιάδες.
Ορίστε είπε,  φτάσαμε. Μπήκαμε και οι τρεις μέσα, εγώ ξέκοψα και χάθηκα, μου λέει μια γυναίκα μην βγεις από αυτή την πόρτα θα σε συλλάβει η αστυνομία, έλα να σε βγάλουμε από μια πλαϊνή. Εκεί τα χρειάστηκα, κι αν στην πλαϊνή με περιμένουν τίποτα κλέφτες; Και οι φίλοι μου που είναι, Α! αυτούς τους συνέλαβαν, εν τέλει βγήκα από την κύρια είσοδο. Απ έξω υπήρχε μια κλούβα της αστυνομίας ένα πράσινο Land  Rover με βούτηξαν και μένα και ξεκίνησαν. Ο ταξιτζής ακολουθούσε από πίσω σφυρίζοντας, σταμάτησε η αστυνομία και μας λέει πληρώσετε τον να φύγει. Οι άλλοι 2 σκραπ από αγγλικά, εγώ τα κατάφερνα,
Ρώτησα γιατί μας συλλάβατε, τι έχουμε κάνει;
Ήταν αυτοί οι αστυνομικοί με τα κοντά παντελονάκια κι ένα καπέλο κομμένο στη μέση σαν  τους της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης.
Ο νόμος του κράτους μας λέει ότι απαγορεύεται σε λευκό να έχει σχέσεις με ντόπιες γυναίκες .
Μα εμείς δεν κάναμε τίποτα, τότε θα σας πάμε στο νοσοκομείο να σας εξετάσουν, κι αν!  Αλλοίμονο σας. Οι ώρες περνούσαν,  η κλούβα μας οδηγούσε σε μέρη άγνωστα σκοτεινιά, θα ήταν περίπου 2 η ώρα το πρωί όταν σταμάτησαν να τρέχουν. Άνοιξαν την πόρτα,  ένα απέραντο σκοτάδι,  μας είπαν έξω αλήτες.  Ε! από εκεί ψάχνοντας με τη μυρωδιά ποδαρόδρομο βρήκαμε τη θάλασσα, το λιμάνι, όταν φτάσαμε στο βαπόρι είχε ήδη περάσει η ώρα του κολατσιού.
Το κράτος βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα σε δυο φυλές τους Singaleses, και Tamil, τους τελευταίους αυτούς τους είχε φέρει η Αγγλία από τη Νότια Ινδία για εργάτες Τσαγιού. Τους επονομαζόμενους μετά Tigers, θυμάμαι το προεδρικό μέγαρο μέσα σε καταπράσινους κήπους, παρατήρησα  τις ντόπιες εφημερίδες και  τα δυο διαφορετικά σύμβολα γραφής, ένα από την κάθε φυλή.
Αφού γύρισα στο βαπόρι σκέφτηκα ότι αυτό μου το ελάττωμα, να  ανακατεύουμε με ξένες κοινωνίες, θα με βάλει σε μπελάδες…             
  
                                          Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Η συνάντηση του Σαββάτου...


Η πρώτη  συνάντηση του Σαββάτου μετά την Σάντυ,
Όμως τούτη τη φορά συζητήσαμε για ποίηση, όλοι εμείς οι Βετεράνοι της ζωής από όπου και οι φωτογραφίες.


Από την εφημερίδα «Η Θάλασσα»  του Συλλόγου ναυτικών Κεφαλληνίας (Νίκος Καββαδίας) αντιγράφω ένα ποίημα του Νίκου Καββαδία
  
ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΩΝ ΦΟΡΤΗΓΩΝ,

Οι ναυτικοί στα φορτηγά μια γάτα τρέφουν,
που την λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουνε γιατί,
 κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
                                   *
Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στην πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει
είναι γι’ αυτούς σα μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά
                                   *
Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς και όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια  της γιομάτη ηλεκτρισμό    
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της νομίζεις,
πως αναλύεται σ’ ένα αργό και ηδονικό σπασμό.
                                   *
Στον ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι’ αυτό
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.
                                   *
Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο. Ποτέ να κατορθώνουν,
να την φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.
                                   *
Γιατί είναι τ’ άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα,
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο την τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ’ ένα σημείο κοιτώντας,
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.
                                   *
Λίγο πριν απ’ το θάνατο από τους ναύτες ένας,
αυτός οπού ‘δε πράματα στη ζήση του φριχτά,
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει,
κι ύστερα μες την θάλασσα την άγρια την πετά.
                                   *
Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά      
                                   τους
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.
Νίκος Καββαδίας

-------------------------------------------------------


ΜΙΑ ΟΚΑΡΙΝΑ
Σε βραδινούς περίπατους στο πουθενά,
περνούσα μέρες στη μικρή μου
                        κοινωνία,
κι ονειρευόμουν σε ταξίδια μακρινά
να κτίσω μια δική μου νέα πολιτεία!
                                   *
Αγιάτρευτη θεριακωμένος προσδοκία,
πείσμα μου κίναε στα πόδια μηχανή,
 κι άκουα καντσονέτες, ξένη μουσική
σε ημερομηνία απρόσεχτος και νηνεμία.
                                   *
Οι οδοδείκτες άνοιγαν τα μονοπάτια
που ‘χαν ταπέτο χλόη δροσερή κι υγρή
κι ήταν χαρά μου η ξυπόλητη επαφή.
                                   *
Μια οκαρίνα έπαιζε ρυθμών κομμάτια,
κι είχε η ψυχή μου ανάταση στους
                        ουρανούς
χωρίς παραφωνίες κι εκκλησιάς
                      ψαλμούς!...

Μάκης Τζιλιάνος
Οκαρίνα= μικρό πνευστό μουσικό όργανο.

-------------------------------------------------------

                        ΑΒΑΝΑ
Την είδα που μου έγνεψε,
 μες την παλιά Αβάνα,
το βλέμμα της περίεργο,
μου έκοψε το δρόμο.
                        *
«-Ναυτικός,» είπε, ξέρω τη ζητάς,
«μπορώ να σου τα δώσω»,
την κοίταξα καλύτερα,
μου άνοιξε μια πόρτα.
                        *
Της άφησα την πληρωμή,
επάνω στο τραπέζι,
τελειώνοντας,
πήρα την πληρωμή
κι έφυγα τρεχάτος.
                        *
Από το βιβλίο του Γαβριήλ Παναγιωσούλη
Σταλαγματιές από Μπλε τριαντάφυλλα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

H Γέννηση του Καλαμποκιού


                                                 Cuentos y Leyendas de Guatemala                                                    
                                                      El nacimiento del Maíz
                                                         FRAGMENTO 
                                                 Frrancisco  Barnoya Galvez
                                Μύθοι και Παραδόσεις της Γουατεμάλας 
                                             Η γέννηση του καλαμποκιού.
                                     ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


 …περπατούσαν σε ένα μονοπάτι που ακολουθούσε  την ίδια κατεύθυνση με τον ήλιο, που διάβαινε από τους δρόμους του Τσικίν, στο τέλος βρήκαν πραγματικά το δώρο των Θεών που το προόριζαν για αυτούς.
Ήταν ένα πανέμορφο αγοράκι που είχε για κρεβάτι του τα σμαραγδένια χορτάρια. Ξεκουραζόταν κάτω απ’ τη σκιά ενός όμορφου δένδρου (zapotal)  και ήταν τόσο χαριτωμένο που αργότερα το ονόμασαν ΤΕΟΣΙΝΤΕ γιατί ήταν καρπός της αγάπης μιας αχτίδας του ήλιου και ένα κύμα του ποταμού που διέτρεχε το Παξίλ και Καγιαλά και που οι Θεοί του είχαν δώσει ανθρώπινη μορφή  για να εκδηλώσουν την αγάπη τους προς τους μεγάλους παππούδες μας τους Μάγια…..
Το ίδιο απόγευμα οι μεγάλοι Παππούδες μας οι  Μάγια, πήραν τον Τεοσίντε από το μέρος που τον βρήκαν κατανοώντας  πως ήταν οι αγαπημένοι του Τσακόλ και Μπιτόλ.
Με  περίσσια στοργή, αγνότητα και προσοχή τον τοποθέτησαν στο ίδιο ουράνιο παλάτι του ποιο ηλικιωμένου μεταξύ τους που ήταν στα πιο ψηλά κλαδιά ενός τεράστιου δένδρου ‘Ceiba’ και του έδωσαν για συντρόφισσα στα παιχνίδια του την πιο μικρή, όμορφη  και αγαπητή από τις κόρες του την ΜΑ-ΙΖ.
Η Μα-ίζ ήταν όμορφη σαν το απαλό φως του φεγγαριού, με μάτια σκούρα σαν τη νύχτα, επιδερμίδα χλωμή σαν την φλούδα της Μπανάνας, στόμα φιλήδονο και χυμώδες σαν μεταξένια πούπουλα και μέσα σ’ αυτό το στόμα είχε μικρά άσπρα δόντια σαν το χαλάζι που έπεσε πάνω στους Μεγάλους Παππούδες μας σε μια φάση της μακρινής τους πεζοπορίας.
       Πολλές φορές είχε ανατείλει ο ήλιος απ’ το Λικίν και άλλες τόσες φορές είχε δύσει απ το Τσικίν, απ’ την ημέρα που οι μεγάλοι Παππούδες μας έλαβαν στο Παξίλ και Καγιαλά το δώρο των Τζακόλ και Μπιτόλ. Τόσες πολλές φορές είχε συμβεί αυτό που η Μα-ίζ και ο Τεοτισόντε δεν ήταν πια μωρά. Είχαν μετατραπεί σε δυο υπάρξεις που τις καρδιές του τις είχε τσιμπήσει η σφήγκα της αγάπης.
Την ημέρα  (Κιν) που γυρίσαμε να τους συναντήσουμε είχαν τελειώσει το γάμο τους και ήταν η στιγμή που θα δινόταν ο ένας στον άλλο, εκεί που οι Θεοί είχαν ορίσει σε μια κρυψώνα της όχθης του ποταμού. Οι Θεοί θέλουν να έχετε αυτόν τον απομακρυσμένο και όμορφο τόπο για νυφικό σας κρεβάτι, ώστε οι θωπεύσεις σας και γλυκόλογα της αγάπης να συγχέονται με τα παράπονα του ποταμού, έτσι δεν θα σας ακούει κανείς.
……………………………………………………………….......
  Οι Μεγάλοι Παππούδες μας θα σας συνοδέψουν, τραγουδώντας, ευλογώντας και δοξάζοντες στο κατάλληλο μέρος κι εκεί θα σας αφήσουν να δοθείτε  στις πιο όμορφες τρέλες της αγάπης……………………………………………………………
Οι Μεγάλοι Παππούδες μας Μάγια ύψωσαν στον Τζακόλ και Μπιτόλ τις ικεσίες τους.
Προσκυνούμε υψώνοντας τα χέρια μας.  Ω! Τζακόλ! Ω! Μπιτόλ!........μην μας αφήνεις να χαθούμε οδήγησέ μας απ το γαλάζιο δρόμο…. Δείξε μας πότε ξημερώνει…
Τελειώνοντας την  προσευχή τους είδαν ότι φανερώθηκε στον γαλάζιο θόλο τ’ ουρανού        η υπέροχη παρουσία του Τζακόλ και Μπιτόλ σε μορφή του πιο μεγαλόπρεπου ήλιου.
…κατευθύνθηκαν προς το μέρος που είχαν αφήσει την προηγούμενη νύχτα την Μα-ίζ και τον Τεοτισόντε. Παρόλο που έψαχνα και στα πιο απομακρυσμένα μέρη δεν τους βρήκαν πουθενά.
Ο Τζακόλ και Μπιντόλ οι δημιουργοί είχαν μεταμορφώσει τους αγαπημένους τους σε δυο  συγγενικά φυτά και ανάμεσα στα φύλλα τους που μοιάζουν σαν πράσινες ξιφολόγχες βλάστιζαν μπουμπούκια φουσκωμένα από μικρούς κάτασπρους καρπούς. 
Ο Τζακόλ  και Μπιτόλ είχαν κάνει το θαύμα τους. Τους  είχαν μεταμορφώσει σε φυτά όχι μόνο γιατί το ήθελαν αυτοί, αλλά γιατί ο καρπός του θεϊκού αυτού φυτού έδειχνε  τα ξανθιά  μαλλιά    του Τεοτισόντε και τα λευκά δόντια της Μα-ίζ.
Από τότε κατ’ εντολή των Τζακόλ και Μπιτόλ… των δημιουργών των μεγάλων  Παππούδων Μάγια είχαν για κύρια τροφή τους καρπούς αυτού του φυτού, οι οποίοι  δώσανε το όνομα «στην θύμηση»  της πιο όμορφης και αγαπημένης τους κόρης ΜΑΪΖ   
 

Μετάφραση αποσπάσματος (Η Γέννηση του Καλαμποκιού) από το βιβλίο  Μύθοι και παραδόσεις της Γουατεμάλας του συγγραφέα: Φρανσίσκο Μπερνόγια Γκάλβεζ

Γαβριήλ Παναγιωσούλης










Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Χιονισμένα Όνειρα:


                                                  Χιονισμένα όνειρα:

Δεν πρόλαβε να φύγει  η Σάντυ και μας ήρθε  καινούργια καταιγίδα, τούτη τη φορά με χιόνι.  Χιονίζει στην πόλη ολόκληρη,  κρύο, παγωνιά ανθρώπινη (ας μου επιτραπεί η λέξη από «πνευματική» μοναξιά,)  η νύχτα έφερε το χιόνι, χτυπά στα  τζάμια αυτά που φαίνονται ότι μέσα κλείνουν μια γλυκιά  θαλπωρή.
Καθώς κοιτώ έξω την αυλή, θυμάμαι, μια βραδιά που χιόνιζε  στο Κεμπέκ του Καναδά,  όμως το θυμάμαι μόνο εγώ, οι άλλοι η οικογένεια ή  βλέπουν τηλεόραση, ή  διαβάζουν,  εγώ κολλημένος εκεί στο τζάμι θυμάμαι, ίσως και να αναπολώ.  Όχι  δεν είμαι σίγουρος τι είναι, ούτε είμαι εγωιστής αλλά τότε ήμουν νέος με όνειρα, αυτά που σήμερα μου λείπουν.
Το  κρύο ήταν φοβερό, το χιόνι αρκετά βαθύ.  Ήταν Νοέμβριος ο ποταμός άγιος Λαυρέντιος είχε παγώσει και μας είχε αποκλείσει, σα θεριό που απολαμβάνει τη λεία του.  Εκεί    αναμένοντας παγοθραυστικό μας είχαν δέσει στην όχθη, έξω απ το λιμάνι. Πήρα την απόφαση να βγω μόνος μου στη στεριά.  Είχα αγοράσει ένα μπουφάν χοντρό χρώματος κανελί το φόρεσα λοιπόν, πήρα και τα γάντια μου και ξανοίχθηκα στη στεριά.   Κάποιος  είχε πει, είχε διαδοθεί, ότι εκεί κοντά υπήρχε μπαρ με πιοτά και γυναίκες. Ήθελα να σπάσω τη μονοτονία του ναυτικού, αυτή που υποφέραμε μέσα στο βαπόρι, να βρω διαφορετικούς ανθρώπους, να βρω συντροφιά.  Ήταν ένα από τα ελαττώματα μου, ελάττωμα που αλλάζει ζωές.  
Όμως η ώρες περνούσαν και δεν συναντούσα τίποτα. Το χιόνι έπεφτε συνέχεια, τώρα χωνόμουν μέχρι τον αστράγαλο. Αποφάσισα να γυρίσω, έχασα τον προσανατολισμό μου, όσο πέρναγε η ώρα τόσο χωνόμουν πιο πολύ στο χιόνι, σκοτεινιά παντού, εν τέλει κατά τα μεσάνυχτα έφτασα στον μόλο, αναγνώρισα το βαπόρι, μπήκα και κλείστηκα στην καμπίνα μου, δεν είπα κανενός τίποτα. Μέσα στην καμπίνα το καλοριφέρ του ατμού έσπαγε το κρύο, έστω κι ας σφύριζε η βαλβίδα λες και ανάπνεε παγωμένο αέρα  κι έβγανε ατμό.

Συνήλθα, από το ονειροπόλημα, το χιόνι εξακολουθεί να πέφτει. αισθάνθηκα την ζεστή θαλπωρή που απολάμβανα κοιτώντας το από τα τζάμια, ξάπλωσα κι έκλεισα τα μάτια, ίσως να ξαναέλθουν τα όνειρα του τότε, μόνο έχουν ένα κακό ότι τα βλέπω μόνος μου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Η ΒΟΗ ΤΗΣ ΠΥΛΑΡΟΥ


Η κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα το 1901,
είναι σαν την σημερινή, άρα ο Χρόνος δεν συνέτισε, τους Κυβερνώντας μας.   
   
Αντιγραφή από την εφημερία (Η Βοή της Πυλάρου), στην οποία γράφει και ο υποφαινόμενος.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

 Ο Μολφέτας Επίκαιρος

Και ποιος δεν έχε ακούσει για τον Γεώργιο Μολφέτα (Αργοστόλι 1871-Αθήνα 1916) που σατίριζε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής τους λυρικός και σατυρικός ποιητής και δημοσιογράφος και εκδότης εφημερίδων.
Το ΖΙΖΑΝΙΟΝ ήταν ένα σατυρικό φύλλο  που εξέδιδε στο Αργοστόλι, αλλά    είχε ξεπεράσει τα σύνορα του νησιού, ήταν πολύ γνωστή εφημερίδα του καιρού του και κυκλοφορούσε σε 4.500 φύλλα, πράγμα εκπληκτικό  για την εποχή του.
Ο Μολφέτας στο παρακάτω ποίημα καυτηριάζει τη φτώχεια και την ανεργία, την οικονομική ανισότητα και την φαυλότητα-διαπλοκή της εξουσίας. Δημοσιεύτηκε στο «Ζιζάνιο» στις 21/2/1901, θα μπορούσε όμως, να είχε γραφεί σήμερα γιατί οι αντιστοιχίες ανάμεσα στο τότε και το τώρα είναι πολλές:

Είναι καιρός μου φαίνεται
να πάρω άλλα μέτρα
να φύγω κι από πίσω μου
να ρίξω μαύρη πέτρα.

Τι περιμένω μένοντας   
σε τόπο σαν ετούτο
όπου ενώ φημίζεται
για τον πολύ τον πλούτο
καμιά δεν βλέπεις πουθενά
να γίνεται εργασία
κι όλα τα χέρια της δουλειάς
είναι σ’ απελπισία.

Τι περιμένω μένοντας
στον τόπο τον τσιφούτη
που θάφτονται στις τράπεζες
χρυσοκανθάρων πλούτη,
χωρίς ελπίς να φαίνεται
κανείς των να θελήσει
τόσους εργάτες που πεινούν
μ’ αυτά να ωφελήσει.

Αλλού να πω να ζήσουμε
ν’ αλλάξουμε φυλλάδα
δεν υποφέρω πια μωρέ
να βλέπω την Ελλάδα
από εστία των Σοφών
της τέχνης και των Φώτων
σκηνή αισχρών κωμωδιών
κι αισχίστων γεγονότων.

Από μητέρα των κλεινών
Ηρώων και Γιγάντων
μητέρα της φαυλότητος
και των κακών απάντων.
Από σεμνή και άσπιλον
Παρθένα των αιώνων
γωνία διαπρέπουσα
στα ψέματα και μόνο.

Γεράσιμος Κ.  Κουγιανός






Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Στα Ύψη των Ανέμων


  
Είδα χθες βράδυ στο όνειρό μου…
 Α! για σταματήστε, αυτό  δεν ήταν όνειρο, λοιπόν  αφού κοιμήθηκα νωρίς ξύπνησα  κατά τις 3 το πρωί, για να περάσει λιγάκι η ώρα άνοιξα την τηλεόραση, έβαλα ένα κανάλι για να ξεκουραστεί ο νους μου το οποίο έχει μόνο έργα χωρίς διαφημίσεις συνήθως κλασικά, έπεσα πάνω  σε  ένα έργο στην Γερμανική γλώσσα έγχρωμο με τα όνομα ΛΟΛΑ. Έγραφε από κάτω αγγλικά κι έτσι μου ήταν εύκολο να εμβαθύνω στην ιστορία αυτή. Η υπόθεση στο έργο ξετυλιγόταν την εποχή της δεκαετίας του 50 όπου υπήρχε ένα μόνο τηλεοπτικό κανάλι το οποίο άρχιζε την ογδόη πρωινή.
Η ιστορία ενός ηθικολόγου άβγαλτου  χωριάτη επιστήμονα Γερμανού, έπαιζε και βιολί  ο οποίος ερωτεύτηκε μια τραγουδίστρια καμπαρέ, οι σκηνές του καμπαρέ, των γυναικών,   της ορχήστρας, αυτών  που χόρευαν και στροβιλιζόταν σαν τρελοί, οι ίντριγκες ανάμεσα στην ελίτ  της πόλης και του χωριάτη ηθικολόγου, για τη γυναίκα, γύρω απ’ τη γυναίκα,  μου έφερε μνήμες του εαυτού μου στην Βρέμη στο καμπαρέ Golden City, εποχή 1957 εκεί όπου ανακατευόταν ναυτικοί, ντόπιοι, μουσικοί και γυναίκες, πολλές γυναίκες.
Ε! αυτό με έκανε και δάκρυσα, έβρεξα το μαξιλάρι, θυμήθηκα την τότε ζωή μου, μια ζωή που ήταν ακόμα ανεπηρέαστη από αισθήματα.    

Προσπάθησα αλλά δεν μπόρεσα  να αποφύγω τις αναμνήσεις, σε αυτές αναγνώρισα  τον εαυτόν μου, με κυνηγούν  όπου κι αν πάω, όπου και να βρεθώ, τις φέρνω στην πλάτη σαν σαμάρι και είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μου.

Αλλά   αυτό το κρυφό σαμάρι των αναμνήσεων, που δεν είχε  κανένα συνειδητό  υπόβαθρο, συγκρούεται με την σύγχρονη  κοινωνία στην οποία ανήκω, είμαι μέλος της, έστω κι ας είμαι μετανάστης.

Να σήμερα έχουμε εκλογές, άρα ποιος θα υπερισχύσει; 
Τι  θα αλλάξει για εμάς τους κοινούς ανθρώπους;
Κανείς δεν ξέρει ακόμα, το μόνο σίγουρο είναι  ότι αύριο έρχεται καινούργια καταιγίδα κι ο κάθε ένας μας τρέχει να προλάβει να προστατευθεί από τα καιρικά φαινόμενα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

ΠΙΝΙΑΤΑ


PIÑATA
ΠΙΝΙΑΤΑ η λέξη εννοεί μπαλόνι, στάμνα, ή χάρτινο κουτί σε διαφορετικά σχήματα,    γεμάτα γλυκά,  ή δώρα, σε παιδικό πάρτι γενεθλίων. . .  

Κάποτε διασκέδαζα μαζί με τα παιδιά, γινόμουν κι εγώ ένας από αυτά.

Τραβούσα λοιπόν  το σχοινί κι ανέβαινε το χάρτινο  αλογάκι. Τα πιτσιρίκια τρέχανε κρατώντας ένα   ραβδί   στο χέρι, να το χτυπήσουν,  να το σπάσουν ώστε να πέσουν οι καραμέλες στο έδαφος.
Τους βάζαμε και ένα μαντήλι στα μάτια σα να παίζαμε  την τυφλόμυγα, κι εγώ κωπηλατούσα πάνω, κάτω, λες και βρισκόμουν με πλεούμενο σε φουσκοθαλασσιά και γελούσαμε όλοι μαζί. 

Η συνήθεια αυτή στην Γουατεμάλα γινόταν με  πήλινες στάμνες γεμάτες καραμέλες, αυτό γίνεται όταν εορτάζουν τα γενέθλια των παιδιών συνήθως πιτσιρίκων στην αυλή του σπιτιού.
Εδώ στη Νέα Υόρκη  η συνήθεια αυτή προέρχεται από το Μεξικό αντικαταστούν την πήλινη στάμνα με χάρτινες κούκλες, φιγούρες ζώων, ή άστρων κλπ.  πάντα γεμάτες καραμέλες.

Και λίγη δική μου περίληψη της ιστορίας από το Wikipedia.
Οι Πινιάτας  έφτασαν  στην Ευρώπη τον 14ο αιώνα λέγεται από την Κίνα, εκεί  προσαρμόστηκαν  στις εορταστικές εκδηλώσεις της   Σαρακοστής. Η πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής έγινε «Κυριακή της "Πινιάτας". Στην Ισπανία, η γιορτή ονομαζόταν ο χορός της Πινιάτα,  χρησιμοποιούσαν ένα πήλινο δοχείο, το οποίο αρχικά δεν ήταν διακοσμημένο. Αργότερα, κορδέλες, πούλιες, και χρωματιστό χαρτί προστέθηκαν. Η λέξη "piñata" πιθανότατα προέρχεται από την ιταλική λέξη «Pignatta" που σημαίνει "εύθραυστο δοχείο", όπως  τα πήλινα δοχεία (Στάμνες) που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά νερού. Ωστόσο, η λέξη έχει επίσης συνδεθεί με ανανάδες ("piña" στα ισπανικά).  
Την παράδοση της Πινιάτας έφεραν  στο Μεξικό τον 16ο αιώνα οι Ισπανοί.   Ωστόσο, υπήρξε μια παρόμοια παράδοση στην Κεντρική Αμερική ήδη. Η  των Μάγια ήταν παρόμοια με τη σύγχρονη  piñata, συμπεριλαμβανομένων το δέσιμο των ματιών των συμμετεχόντων για  να χτυπήσουν με το ραβδί  την  piñata, επίσης οι Μεξικάνοι Αζτέκος εόρταζαν τα γενέθλια του Θεού του Πολεμου  Huitzilopochtli με παρόμοια τελετή…

  Στο χωριό μου στην Κεφαλονιά λέγαμε πινιάτα τις μεγάλες μπακιρένιες κατσαρόλες, όπου μια φορά τον χρόνο περνούσαν  ηπειρώτες φωνάζοντας Πινιάτες για Στάγκωμα,  (γάνωμα), για να τις γανώσουν με αυτό το ασπρομολυβί χρώμα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης