Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Πρωτοχρονιές, εν κινήσει!



                                   Πρωτοχρονιές εν κινήσει!
Μια τριανταμία του Δεκέμβρη στο χωριό, Δεκαετία του 1940, όλη την νύχτα έκανα όνειρα το τι θα μου φέρει ο Αϊ Βασίλης που θα κατέβαινε από την καπνοδόχο του σπιτιού, ξαπλωμένος στο κρεβάτι τρέμοντας από το κρύο κουκουλωμένος με το πάπλωμα και μια μπουκάλα ζεστό νερό στα πόδια, που είχε φέρει η μάνα. Πρωί, πρωί σηκωνόμουν και κοίταζα τα παπούτσια που είχα αφήσει αποβραδίς   κάτω απ’ την καπνοδόχο. Το θαύμα είχε γίνει, ήταν μέσα δυο φούσκες (μπαλόνια) χρωματιστές, μια κόκκινη και μια μπλε. Ω! τι χαρά, τι ευτυχία, θα τις φούσκωνα και θα παίζαμε με τα άλλα παιδάκια.

Μια τριανταμία του Δεκέμβρη 1949, Καλλιθέα, Αθήνα, το ημιυπόγειο δωμάτιο δεν είχε καπνοδόχο, ο Αϊ Βασίλης δεν θα ερχόταν πια, το πρωί με φώναξε η σπιτονοικοκυρά να της πάω στο φούρνο της γειτονιάς ένα ταψί με πατάτες. Η θεια μου είχε πάρει μια κονσέρβα corned beef  Αργεντινής  και αυγά Τουρκίας. Θα τρώγαμε ομελέτα με κρέας. Ω! τι χαρά!     

Μια τριανταμία του Δεκέμβρη τα  μεσάνυχτα ακούστηκαν οι σφυριξές των βαποριών που ήταν στη ράδα στο λιμάνι της Νέας Υόρκης να καλωσορίζουν τον καινούργιο χρόνο. Σηκώθηκα  απ’ το κρεβάτι μου, πήγα στο παράθυρο, ανάμεσα από τα κάγκελα μπορούσα να δω τους φωτισμένους ουρανοξύστες, μια πίκρα με κυρίεψε, το κεφάλι μου στριφογύριζε, μια δύναμη εκδίκησης με συνεπήρε, εκδίκηση, μίσος εναντίων των πάντων, εναντίον του κατεστημένου, εναντίων των εχόντων και κατεχόντων, εναντίων αυτών των προπαγανδιστών για τη γη της επαγγελίας πίσω στο χωριό μου, δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου,  τα δάκρυα καταπράυναν το μένος μου. Κουκουλώθηκα  κάτω από την κουβέρτα περιμένοντας ν’ ακούσω το  τρομακτικό χτύπημα από το ραβδί του φύλακα που ξέσπαγε τον θυμό του στον σκελετό του κρεβατιού που κοιμόμουν. Time  up.  Ellis Island 31 of December 1951 

Μια τριανταμία του Δεκέμβρη, σαν μια οικογένεια είχαμε όλοι μαζευτεί στο καπνιστήριου του βαποριού, στη μέση του νότιου Ατλαντικού Ωκεανού. Με κάθε κούνημα του πλοίου  από τους εξαεριστήρες των δεξαμενών έβγαινε μια βρώμα σαν καμένη ζάχαρη. Πλημύριζε το αριστερό πλωριό δωμάτιό μου, σα να  μου υπενθύμιζε κάθε λίγο και λιγάκι ότι είμαστε φορτωμένοι  Μελάσες, λες και δεν το ήξερα. Πηγαίναμε από Γαλλία για Νέα Ορλεάνη.   
Αυτή την βραδιά στο πέλαγος είχαμε στρωθεί όλοι στο τραπέζι παίζοντας 31 περιμένοντας να αλλάξει ο χρόνος. Και ήταν συνάδελφοι ναυτικοί από όλα τα μέρη της Ελλάδος, Από Κύμη Εύβοια, Κίμωλο, Αστυπάλαια, Ιθάκη, Σύρο, Ύδρα, Πελοπόννησο,   εγώ ήμουν ο μόνος Κεφαλλονίτης. Στις 12 ακριβώς, σταμάτησε το παιχνίδι, έφεραν ποτό και κεράσματα, ο καπετάνιος από την Σύρο κατέβηκε από τη γέφυρα, ευγενικός ήρθε    και μας χαιρέτισε όλους μαζί και τον κάθε ένα μας χωριστά. Με την ευχή: Και του χρόνου στα σπίτια σας.
Ήταν μια ευχή που δεν σήκωνε σκέψη, αν την σκεφτόσουν σε έκανε να κλαις.   

Μια τριανταμία του Δεκέμβρη, το πλήρωμα του βαποριού όσοι δεν είχαν βάρδια το έστρωσαν στην πόκα. Έπαιζαν με μανία, σα να μην υπήρχε το αύριο. Στον τζόγο χανόταν ο μισθός, όταν τελείωνε κι αυτός έπαιζαν τσιγάρα (κούτες) αυτά που έπαιρναν για την διάρκεια του ταξιδιού. Έπιναν συνέχεια καφέ και κάπνιζαν, βλαστημούσαν κι έλεγαν αν έκανα αυτό ή το άλλο. Φώναζαν και το καμαροτάκι τους σερβίριζε καφέ, άδειαζε τα τασάκια από τα αποτσίγαρα, του έδιναν βιδάνιο.
Κάποτε φθάσαμε στο λιμάνι, puerto Cortez Honduras ο ήλιος μόλις είχε δύσει φαινόταν στον ορίζοντα οι τελευταίες του αχτίδες. Το πράτιγο μας περίμενε στον μόλο, δόθηκε ελεύθερη επικοινωνία, έτρεξα να ετοιμάσω το τραπέζι για τα μεσάνυχτα ώστε  πάνω στην αλλαγή του χρόνου να είναι όλα έτοιμα. Έβαλα πιοτό ουίσκι, καρύδια, μύγδαλα, σταφίδες, διάφορα γλυκά.
Τα χαρτόμουτρα έπαιζαν συνέχεια, δεν τους ενδιάφερε τίποτε άλλο.
Με έναν φύλακα του μόλου ήρθε μήνυμα, σε περιμένει το κορίτσι στην πύλη.   Απίστευτο δεν το περίμενα. Φτιάχτηκε μια παρέα από 6 άτομα, ο ένας ο Κίλγορ είχε και ταξί, ο άλλος ένας Λιβανέζος με κατάστημα ρούχων, παλιός γνωστός μου. Στην αρχή πήγαμε κι αγοράσαμε τρακατρούκες για τα μεσάνυχτα, μετά πήγαμε για ποτό, αλλάξαμε στέκι, πήγαμε για χορό, τα μεσάνυχτα ξεχύθηκε ο κόσμος στους δρόμους, τα βαπόρια σφύριζαν, εμείς βγήκαμε στο δρόμο και βάλαμε φωτιά στα πυροτεχνήματα, ένα  έσκασε στα χέρια μου.
Κάτσαμε μαζί μέχρι τα ξημερώματα, έπρεπε όμως να πάω για δουλειά στο βαπόρι θα ψέναμε το πρωτοχρονιάτικο γεύμα. Τα χαρτόμουτρα ακόμα έπαιζαν πόκα.  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

25 Δεκεμβρίου,


Το παρελθόν είναι  Ιστορία, το μέλλον είναι μυστήριο, το παρόν είναι το σήμερα που  όμως για να υπάρξει  βασίζεται στο παρελθόν.
 Η πόλη της Γουατεμάλας, είναι  μια πόλη χτισμένη σε οροπέδιο της οροσειράς Σιέρα Μάδρε σε υψόμετρο περίπου 1600 μέτρων. Για το εύκρατο κλίμα της λέγεται το κράτος της αιωνίας άνοιξης.  Θαλασσινό της επίνειό το λιμάνι του Σαν Χοσέ στο Ειρηνικό Ωκεανό. Κουρασμένος από τη θαλασσινή ζωή, έψαχνα για κάτι το στεριανό, μην ξέροντας ακριβώς τη ζητούσα. Έτσι για ένα φεγγάρι μετακόμισα εκεί.  


Χριστούγεννα και είμαστε μόνοι,   όπως όλες τις μέρες άνοιξα το μαγαζάκι μου για δουλειά. Νέος στην πόλη, δεν γνώριζα κανένα, η επιβίωση ήταν μια καθημερινή αγωνία,  ξάφνου η γυναίκα μου λέει νομίζω πως ήρθε η ώρα. Έκλεισα το μαγαζάκι και πήγαμε στο materno Infantil  το βράδυ της ημέρας των Χριστουγέννων γεννήθηκε η πρώτη μου κόρη. Ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο στα ξένα μέρη. 
Από τότε εορτάζουμε σε μια οικογενειακή θαλπωρή, μαζί με τα Χριστούγεννα και γενέθλια της κόρης μου.         


 Γαβριήλ  Παναγιωσούλης



Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!


Εύχομαι σε όλους τους επισκέπτες, φίλους και φίλες του ΠΥΛΑΡΟΣ
Χαρούμενα Χριστούγεννα, κι ένα ευτυχισμένο χρόνο 2013  

Χριστούγεννα!

Ένας άνδρας ώριμος κάπως πενηντάρης, μια γυναίκα λεπτή πλάι του κι ένα κοριτσάκι  θάταν κάπου 8- 9 χρονών.

Περπατούσαν στο μόλο και κοίταζαν το βαπόρι, έκανε κρύο, ο άνδρας φορούσε πανωφόρι σε ένα χρώμα λαδί καρό,  είχε τυλιγμένο το λαιμό του με  κασκόλ, στο κεφάλι φόραγε ένα μπερέ,  η γυναίκα και το παιδάκι ακολουθούσαν, φαινόταν ότι κρύωναν, σα να έτρεμαν. Κοίταξαν την Ελληνική σημαία που κυμάτιζε στην πρύμη του βαποριού μας, στο πλωριό κατάρτι κυμάτιζε η Γαλλική σύμφωνα με το νόμο, φαινόταν σα να δίσταζαν, μετά άνοιξαν βήμα και ανέβηκαν τη σκάλα.
Με το που μπήκαν ο άνδρας μας χαιρέτησε Ελληνικά, είμαι ράφτης είπε δουλειά δεν έχω, κάτι είπε στη γυναίκα και το κοριτσάκι στα Γαλλικά. Του είπαμε περάστε μέσα, «τότε ήμουν πιτσιρικάς 17 ετών,» κάθισαν στην τραπεζαρία τους σερβίρισα καφέ,  το μεσημέρι, τους σερβίραμε φαγητό, φαινόταν ότι πεινούσαν, ο μάγειράς μας δεν δυστρόπησε, ήταν κοντός στο ανάστημα καλός άνθρωπος  Κορίνθιος, ονομαζόταν  Αντρέας Καψάλης, φορούσε ένα καπέλο άσπρο ψηλό που έγερνε σε κάθε κίνηση του κεφαλιού του λες και φύσαγε αιγαιοπελαγίτικος μπάτης. Οι  επισκέπτες μας  κάθισαν μέχρι που βράδιασε, ξανά έφαγαν, έφυγαν, χάθηκαν στου λιμανιού τη σκοτεινιά.
Την άλλη μέρα πάλι ξαναήρθαν, ήταν Δεκέμβρης,  Χριστούγεννα του 1950.
Φάγαμε μαζί, παρακολουθούσα με αμηχανία την οικογένεια αυτή, μου έκανε εντύπωση το κοριτσάκι, τόσο ευγενικό!

Η σκηνή στο λιμάνι της Χάβρης στην βόρειο Γαλλία, είχαμε φέρει φορτίο σταριού από λιμάνι  της Βιρτζίνια ΗΠΑ, για Χάβρη, Ρουέν, Δουνκέρκη. Η Γαλλία ακόμη δεν είχε συνέλθει από τα τραύματα και τα ερείπια του πολέμου, προπαντός η Δουνκέρκη όταν περπατούσες έξω σε καλωσόριζε, μια μεγάλη εκκλησιά  γοτθικού ρυθμού σχισμένη στα δυο  να χάσκει  λες και φασκέλωνε τον ουρανό.
Χθες βράδυ ξαπλωμένος στο κρεβάτι σκεφτόμουν, πάλι Χριστούγεννα έρχονται,  οι νοσταλγικές αναμνήσεις του τότε ξαναήρθαν στο μυαλό μου, τα  όνειρα απαιτητικά, στριφογυρίζαμε μαζί στο κρεβάτι, δεν υπήρχε λύτρωση, με σφιχταγκάλιασαν, παραδόθηκα, θυμήθηκα τα Χριστούγεννα  στη Γαλλία, την ελπίδα της νιότης, την έλξη του άγνωστου,    διερωτήθηκα το κοριτσάκι του λιμανιού της Χάβρης, άραγε να ζει; Κι αν ζει θα θυμάται;


Ε! λοιπόν η σκηνή αυτή από τα περασμένα, μια γνήσια συνέχιση του ρουν της ζωής μου στον καθρέφτη της νεανικής νοσταλγίας  είχε τη δύναμη να μου κλέψει τον ύπνο…
 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Η συντέλεια του κόσμου σε Περίληψη.



Σε Περίληψη:
Η συντέλεια του κόσμου. The end of the World,  El fin del mundo


Πολλοί προφήτες λένε ότι θα έρθει το τέλος του κόσμου, την  ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου, δηλαδή την 21η Δεκεμβρίου 2012,  βασιζόμενοι στο ημερολόγιο των Μάγια. Όμως η κοινή λογική λέει ότι, όπως το ημερολόγιο που έχουμε κρεμασμένο στον τοίχο μας  δεν τελειώνει την 31 Δεκεμβρίου 2012, έτσι και το ημερολόγιο των Μάγια δεν τελειώνει της 21 Δεκεμβρίου 2012.

Το ημερολόγιο των  Μάγια βασίζεται στην υποδιαίρεση του 20. Οι Μάγια  άρχισαν να μετρούν παίρνοντας   ως βάση μετρήματος τα δάχτυλα των χεριών  και ποδιών τους κι έφτιαξαν ένα αριθμητικό σύστημα vigesimal «εικοσαδικό» βασιζόμενοι στον αριθμό 20.  Επίσης οι Μάγια χρησιμοποιούσαν το  -0- μηδέν, στην αρχή των αριθμών τους, από το 1 έως το 19 εννοώντας  την αρχή ενός κύκλου, για να πουν το τέλος του κύκλου  έβαναν το μηδέν μετά το 19 που όμως έπαιρνε διάφορα σχήματα, και θέση .  που ήταν  ίσον  με τον αριθμό  20. (Η αρχή και το τέλος.)  



Το  πολιτικό όχι το ιερό έτος  των  Μάγια διαχωρίζεται σε 18 μήνες από 20 μέρες ο κάθε μήνας και ο ιερός μήνας Wayeb των 5 ημερών. Η περίοδος  400 ετών στο καλενδάριο Μάγια ονομάζεται κύκλος ή  Baktun είναι η πιο μακρινή περίοδος στο σύστημα μέτρησης  και αντιστοιχεί σε 400 χρόνια.

Το ιερό ημερολόγιο  Μάγια είχε 260 ημέρες το οποίο συνέδεε  την προσωπική τους ζωή, με επετείους όπως τα γενέθλια τους, ή τις θυσίες και τάματα  στους  θεούς τους. (Λέγετε ότι το ιερόν καλενδάριο βασίζεται στον χρόνο εγκυμοσύνης της γυναίκας)  
Ονομαζόμενο Tzolkin αυτό το ιερό ημερολόγιο τους συνίστατο από 13 αριθμημένες μέρες, και 20 ονομαστικές ημέρες. Αυτό το σύστημα μας δίνει  260 συνδυασμούς  ώστε να μην επαναλαμβάνεται καμιά μέρα, με τον ίδιο αριθμό ή ονομασία στο ιερό καλενδάριο τους Tzolkin


Η μεγάλη εποχή ή περίοδος συμπεριλαμβάνει 13 κύκλους ή Baktuns, και συμβαίνει κάθε  5.200 χρόνια.  Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή η παρούσα περίοδο άρχισε το έτος 3.118 π. Χ. και θα τελειώσει την 21ην Δεκεμβρίου 2012, όπου και το χειμερινό ηλιοστάσιο. Τότε θα έρθει και το τέλος του κόσμου, ή θα αρχίσει πάλι μια καινούργια περίοδο, εποχή, αρχίζοντας από το Baktun ένα όπου απαρτίζεται από 13 κύκλους  με 144.000 μέρες ο κάθε ένας κύκλος.      Ο αριθμός 13 παίζει έναν σπουδαίο ρόλο στην ζωή των Μάγια

                                                           "Prensa Libre"
El próximo 21 de diciembre es el fin del Oxlajuj B’aktun, que marca el término de 5 mil 200 años, de acuerdo con el calendario maya; guías el calendario maya está conformado por 18 meses de 20 días cada uno, más el Wayeb, el mes sagrado de cinco días. El Baktun es la unidad más larga de este sistema y equivale a unos 400 años. La gran era incluye 13 Baktun, un periodo de 5 mil 200 años,


Σύμφωνα με την κοσμολογία των Μάγια η δημιουργία αποτελείται από πέντε Μεγάλους Κύκλους των 5.125 ετών, δηλαδή 25.625 χρόνια. Το έτος 2012 θα έχουν περάσει 25.800 χρόνια περίπου από την τελευταία φορά  που το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεσε πάνω σε αυτό που οι Μάγια αποκαλούν Σκοτεινό ρήγμα… σύμφωνα με τους Μάγια το τέλος του κόσμου θα έρθει με νερό.

Οι Μάγια μπορούσαν να μετρούν επ’  άπειρον σύμφωνα με τους αστρονομικούς υπολογισμούς τους .
Η  αρχή μετρήματος
1  ημέρα λέγεται  Kin
20 Kines= 1 Unial, ή 20 μέρες
18 Uinales = 1 Tun, ή 360 ημέρες
20 Tunes = 1 Katún, 7.200 μέρες
20 Katunes = 1 Baktún  ή 144.000 μέρες
20 Baktunes = 1 Pictún ή 2.880.000 μέρες
20 Pictunes = 1 Calabtún, ή 57.600.000 μέρες
20 calabtunes = 1 Kichilutún, ή 1. 152.000.000 μέρες
20 Kinchiltunes = 1 Alautún, ή 23, 040.000.000 μέρες  



  Πηγέςδιάφορες  εφημερίδες της Γουατεμάλας,
Τα βιβλία (La civilización  Maya, Sylbanus Marley),
 The Ancient Maya, Lila Perl, Εθνικός Κήρυξ  κλπ.

Η κοινή λογική λέει ότι για εμάς τους κοινούς θνητούς το τέλος του κόσμου είναι όταν θα αποδημήσουμε σε τόπο χλοερό, ο κάθε ένας μας όταν του γράφει το πεπρωμένο,  άλλωστε είναι φυσικό, το ξέρουμε ότι μια μέρα θα καταλήξουμε στην  μητέρα γη η οποία αναζωογονείται με την ανακύκλωση.
          Γαβριήλ  Παναγιωσούλης



Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Η Συνάντηση της Πέμπτης,




Στις Φωτογραφίες:
Ο Νίκος Λιψάνος, ο κ. & κ. Κοντομέρκου, ο κ.& κ. Λυκογιάννη, ο κ. & κ. Μουστάκη, ο κ. & κ. Παναγιωσούλης, η κ. Σ. Φόλλεντερ  

Προ χρόνια πολλά είχαμε αρχίσει μια φιλική βραδινή συνάντηση κάπου εκεί σχεδόν μια φορά κάθε μήνα, ή κάθε δυο μήνες, την ονομάζαμε η συνάντηση της Πέμπτης έτσι για να αναθερμαίνουμε τις σχέσεις μας την φιλία μας, μα και να συσφίγγουμε, κάθε τι με ελληνική προέλευση.  Να ανταλλάσουμε απόψεις, γνώμες  ειδήσεις από την πατρίδα μα και να βλεπόμαστε.


Έτσι  χθες Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012 στην Αστόρια Νέας Υόρκης  πραγματοποιήσαμε κι αυτήν την συνάντηση, με χαρά και αισιοδοξία, γευτήκαμε τα μεζεδάκια,  ανταλλάξαμε  ευχές για τις ερχόμενες εορτές, και μια ευχάριστη έκπληξη της βραδιάς είχαμε κοντά μας και τον φίλο μας Στράτο.
 Ε! όταν λέω κοντά μας εννοώ ότι τον αισθανόμαστε  δίπλα μας μια κι μιλάγαμε μαζί του με  το τηλέφωνο πίνοντας κρασάκι, ευχόμενοι  εβίβα ο κάθε ένας μας από την δική του άκρη του κόσμου.
Τι σου είναι κι αυτή η τεχνολογία!!!



Γαβριήλ Παναγιωσούλης   



Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Το σχολείο της Ζωής.



Η   συνάντηση του Σαββάτου 08/12/12 πραγματοποιήθηκε για ακόμη μια φορά,   ήπιαμε καφεδάκι, συζητήσαμε τα τρέχοντα της παροικίας κι αποχωρήσαμε, ευχόμενος ο ένας τον άλλον καλή υγεία έως την επόμενη συνάντηση.  



 Το σχολείο της δικής μου Ζωής:

Το βαπόρι μας αγκομαχούσε καθώς διέσχιζε τον Ινδικό ωκεανό. Φορτωμένο ρύζι, ένα ρύζι κιτρινωπού χρώματος έμοιαζε χρυσάφι, που όμως δεν ήταν. Προορισμός  μας το Bassein ένα λιμάνι της Βιρμανίας η σημερινή Μιανμάρ.


Μπήκαμε στο ποτάμι, η πλώρη μας, έκοβε σα νυστέρι την καρδιά του ποταμού από όπου έρεε νερό σαν  κίτρινο αίμα, ακόμα και ο αφρός που άφηναν τα απόνερα της προπέλας ήταν κίτρινος. Εκεί  στο βάθος στην καρδιά της στεριάς φάνηκαν χρυσοκίτρινοι τρούλοι από πανύψηλες βουδιστικές παγόδες. Γυάλιζαν στην αντανάκλαση των ηλιαχτίδων σαν να βλέπαμε κορνιζαρισμένες φωτογραφίες σε μια   παραμυθένια χώρα.
Φουντάραμε στη μέση του ποταμού, ανέβηκαν οι αρχές, θυμάμαι με έπιασαν τα γέλια όταν πρωτοείδα τις φορεσιές των ντόπιων. Ο γραμματικός μου είπε μην γελάς έτσι είναι εδώ  αυτή την κοινωνία.  Φορούσαν ένα πουκάμισο και μετά ένα κομμάτι πανί σαν τραπεζομάντηλο το έφερναν βόλτα στη μέση τους.    
Μας διπλάρωσαν μαούνες και άρχισε η ξεφόρτωση, την άλλη μέρα το πρωί με φώναξε ο καπετάνιος στο γραφείο του, πρέπει μου λέει να πας έξω να βρεις τον πράκτορά μας να του πεις να φέρει την αστυνομία. Την νύχτα μας κλέψανε τις μπαρούμες (σχοινιά) από τις σωσίβιες λέμβους. Ο ίδιος ο καπετάν Παναγιώτης Π. δεν μιλούσε αγγλικά, συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις στέλνουν τον ασυρματιστή, ή τον υποπλοίαρχο.
Ο ασυρματιστής ήταν ένας μεθύστακας Βραζιλιανός, ο  υποπλοίαρχος υπεύθυνος της ξεφόρτωσης, ο δε ανθυποπλοίαρχος ένας Καϊκίσος με ευεργετικό.
Για να έρθει η βάρκα δίπλα,  το βαπόρι έβγαλε μια βραχνή μακρόσυρτη σφυριξά,  μας πλησίασε μια κίτρινη βάρκα, αυτές που κάνουν συγκοινωνία στο ποτάμι, με έναν βαρκάρη στην πρύμνη ο οποίος στριφογύριζε το κουπί λες κι έπλαθε προζύμη. Κατέβηκα από την σκάλα πήδησα στην βάρκα, η οποία ήταν γεμάτη γυναικούλες με ανοιχτές ομπρέλες δεξιά κι αριστερά μου.     
Δεν μου μίλησε κανένας, πλήρωσα τον βαρκάρη σε ΚΥΑΤ έτσι λεγόταν τα χρήματά τους.
Περπάτησα στον χωμάτινο κεντρικό δρόμο,   βρήκα το πρακτορείο, του είπα το και το.
Σηκώθηκε έκανε κάνα δυο βήματα γύρω μου και μου είπε.
Σας δίνω μια συμβουλή: Μην πάτε στην αστυνομία, μην αναφέρεται τίποτα σε κανέναν, θα βρείτε τον μπελά σας,  πηγαίνετε αγοράστε καινούργια σχοινιά και από εδώ και στο εμπρός να προσέχετε πολύ.
Ε! αυτό ήταν όλο; Τότε λέω ας πάω μέχρι τις παγόδες ήταν εκεί μπροστά μου θεόρατες, το κίτρινο-χρυσαφί χρώμα παντού, έβγαλα τα παπούτσια μου απ’ έξω τα άφησα στα κυλινδρικά σκαλιά και μπήκα, το τεράστιο κίτρινο- χλωμό  άγαλμα του Βούδα καθιστό στο δάπεδο με ένα πιάτο     μπροστά του. Πριν από αυτόν υπήρχαν κάγκελα όπου πάνω κρεμόταν διάφορα τάματα προπαντός γυναικείες πλεξούδες. Κοίταζα με  περιέργεια  σαν χαζός, δεν μου μίλησε, ούτε με πλησίασε κανένας. 
Κοιτάζοντας την φαντασμαγορική Παγόδα  προσπάθησα να βρω την εσωτερική μου γαλήνη να φθάσω να αγγίξω ένα Νιρβάνα, άδικος κόπος δεν βρήκα τίποτε.   
Εν τέλει φύγαμε απ το κράτος αυτό, το πιο αφιλόξενο κράτος που έχω συναντήσει, δεν μας μιλούσε κανένας, δεν μας πλησίαζαν λες και είχαμε κίτρινο πυρετό. Ένας αόριστος φόβος αιωρούταν πάνω από τα κεφάλια τους. Με το που ανοίξαμε «πανιά» στο πέλαγος για Ινδία, πρωί, πρωί ξημερώματα  πήγα στην πλώρη.
φόρεσα ένα χοντρό γάντι και θυσίασα στον βωμό του Ποσειδώνα εφτά κότες, -παρακαλώντας τον να έχουμε μπουνάτσα- τους έστριψα το λαρύγγι χωρίς να χυθεί σταγόνα αίματος. Η προσευχή μου δεν εισακούσθηκε, ίσως επειδή δεν χύθηκε αίμα.  Με τον μάγειρα μαζί τους βγάλαμε τα φτερά, από μέσα φάνηκε ένα δέρμα κίτρινο που μύριζε νέκρα. Ήμασταν  όλοι χλωμοί κιτρινιάρηδες ποτισμένοι με αρμύρα από τους μουσώνες του Ινδικού Ωκεανού.   Όλοι μας περιμέναμε να φάμε την μοναδική ημερήσια  σούπα. Όχι δεν υπήρχαν ψυγεία είχαν καεί, ούτε μηχανικός ικανός για να τα επιδιορθώσει.
Ο Αργεντινός πρώτος μηχανικός μέσα στην κοσμοχαλασιά του ωκεανού εκεί όπου η θάλασσα σήκωνε βουνά τα κύματα έτοιμα να μας πνίξουν, φορούσε τα γαλόνια του και μου έδειχνε φωτογραφίες με ανθοδέσμες για το πώς τρώνε στα Αργεντίνικα βαπόρια…  κι εγώ τούλεγα να εύχεσαι να έχουμε να τρώμε μια φορά την ημέρα, ώστε να φτάσουμε σώοι στο Άντεν. 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης       
    

     

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Τρεις διαφορετικοί δρόμοι:












Μιλούσαν μεταξύ τους γαλλικά, ήταν απόγονοι Γάλλων των  πρώτων αποίκων,  κατοίκων  της Λουϊζιάνας, ο Ιατρός Ντεκουέρ σπεσιαλίστας χειρούργος σε μεταμόσχευση δέρματος και η κ. Μποντρού  νοσοκόμα. Είχα μείνει ξέμπαρκος στην Νέα Ορλεάνη  για skin  graft μιας παλιάς εγχείρησης.   Το νοσοκομείο μια ιδιωτική κλινική  φάνταζε σα μια κουκλίστικη βίλα λευκού χρώματος όπου είχε μείνει  απολιθωμένη στο χρόνο, της εποχής του Ναπολέοντα. Και ήταν στην κεντρική οδό της Νέας Ορλεάνης στην Canal Street. Εκεί έκανα παρέα με την  Daisy νοσοκόμα η οποία με τραβούσε  κάθε λίγο και λιγάκι στον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου στο Jackson Square της  Γαλλικής συνοικίας για προσευχή.   
Είμαστε τρεις Κεφαλλονίτες ξέμπαρκοι   ένας από τα Σπήλια, άλλος από τη Λιβαθώ κι εγώ από Πύλαρο. Συναντιόμασταν    στο  Café Du Monde πίναμε καφέ μαύρο με   τσίκορι, (chicory)  ο ένας λόγο ασθενείας ο άλλος για να δώσει εξετάσεις για Λιβεριανό δίπλωμα πλοιάρχου κι ο άλλος φύλακας (Βατσιμάνης) σε παροπλισμένο  βαπόρι που ήταν δεμένο απέναντι απ’ το αγκυροβόλιο,  είχε και μια σκύλα για προστασία του German Shepherd.  Στο  χρηματοκιβώτιο του παροπλισμένου Βαποριού, υπήρχε ένα πιστόλι 22ρι μακρύκανο με φιλντισένια χειρολαβή.  
Ο   Μισισιπής ποταμός από όπου όλοι μας είχαμε έρθει, με το χρώμα των βρώμικων νερών του λέρωνε   τις ατομικές  σκέψεις μας, αν και  μαζί ήμασταν σε προηγούμενο βαπόρι. Τώρα προσπαθούσαμε να βρούμε μια σταθερή λύση στα προβλήματα της ύπαρξής μας. Ως ναυτικοί, μας παρέσυρε της θαλάσσης το ρεύμα πότε εδώ πότε εκεί, δεν είχαμε τίποτα το σταθερό. 
Ο Λιβαθινός  άρχισε το κατεβατό, προσπαθούσε να με πείσει: «μια  συμβουλή σου δίνω να παρατήσεις όλα, ξέχασε ποιος ήσουν,  να πας να χαθείς στα βάθη της Αμερικής, άλλαξε και τ’ όνομά σου, είναι ευκαιρία μην την αφήνεις, θα αποκατασταθείς, θα κάνεις λεφτά.»
Ο από τα Σπήλια  γνώρισε την Έμμυ  μπαργούμαν στο μπαρ του Τζίμη  του έλληνα στην οδό Ντεκατούρ. 
Δεν πάει άλλο η ζωή του ναυτικού θα την παντρευτώ να μείνω στην στεριά, την έβγαλε απ’ το μπαρ έπιασε δουλειά στο Maison Blanche, έφυγε απ το δεμένο καράβι, έκανε τα χαρτιά του και ήρθαν στη Νέα Υόρκη, ο Λιβαθινός  πήρε το Λιβεριανό δίπλωμα πλοιάρχου και μπαρκάρισε πλοίαρχος σε αμερικανικών  συμφερόντων επιβατηγό βαπόρι με Λιβερίας σημαία, που έκανε ταξίδια στην Καραϊβική,  εγώ  κατέληξα νυκτοφύλακας στο καράβι αυτό που ήταν δεμένο στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Ορλεάνης παρέα με την σκύλα και το 22ρι πιστόλι. Από  εκεί μετά από περίπου ένα μήνα πήρα το αεροπλάνο και πήγα στην Γουατεμάλα.  
Ήταν  η μέρα που είχαν σκοτώσει τον αμερικανό πρόεδρο Kennedy.
Το έμαθα αφού ήδη είχα φτάσει στον προορισμό μου.    

Γαβριήλ                  Παναγιωσούλης



Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Συνάντηση του Σαββάτου, 01/12/12





Στις φωτογραφίες οι συγγραφείς της Διασποράς: Δημήτριος Μουστάκης, Ντένης Κονταρίνης,   Γαβριήλ Παναγιωσούλης.

Σήμερα πρώτη Δεκεμβρίου σας ευχόμαστε  καλό σας μήνα, όπου και να βρισκόσαστε σε οποιαδήποτε γωνιά του Πλανήτη μας, όπως πάντα η συνάντηση του Σαββάτου πραγματοποιήθηκε ανταλλάξαμε απόψεις ήπιαμε το καφεδάκι μας  και δώσαμε ραντεβού για το επόμενο Σάββατο.



                            Απ’ το κυνήγι του μεροκάματου στην Νέα Υόρκη.

Μια άγρια συρτή σπαρακτική φωνή ξέσχισε τον αέρα. «Μη βαράς ρε! Έλληνας είμαι.» Γύρισα το κεφάλι προς την φωνή. Το αφεντικό είχε ρίξει έναν άνθρωπο στο πάτωμα και τον έδερνε. «Να και τούτη, να και την άλλη, που θα μου πεις ότι η πορτοκαλάδα μου είναι νερωμένη.» Βαρέθηκε να χτυπά, τον άφησε, σηκώθηκε από πάνω του, πέρασε τ’ ανοιχτά δάχτυλά του σα χτένα για να στρώσει τα μαύρα μαλλιά του, ήρθε πίσω από τον πάγκο και μου είπε:
            «Γιατί δεν ήρθες να βοηθήσεις;»
            «Δηλαδή, να κάνω τι;»   
            «Να χτυπήσεις κι εσύ, εκεί σε χρειαζόμουνα,» δεν του απάντησα, εξακολούθησα να δουλεύω στο καυτό μαντέμι,  ικανοποιώντας χιλιάδες ιδιοτροπίες, ανάμεσα στα τσόφλια, στ’ αβγά και στους ανθρώπους.
            Όταν τελείωσα τη δουλειά είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει. Το αφεντικό φώναξε τον πιατά να κατεβάσει τα ρολά της πόρτας και να κλειδώσει από μέσα. Άνοιξε τα χέρια του κι αγκάλιασε το ταμείο, έχωσε τα χέρια του στα εντόσθιά του κι άρχισε να μετρά τις εισπράξεις της ημέρας, αρχίζοντας από τα κέρματα και τελειώνοντας με τα πράσινα χαρτονομίσματα. Μια βλαστήμια ξέφυγε από το στόμα του. «Σήμερα δεν είχαμε τόσο πολύ δουλειά, όπως άλλες φορές.» Μετά με φώναξε και μου είπε:
            «Κοίταξε να βρεις αλλού δουλειά, δεν κάνεις για το μαγαζί μου.»
Ήταν ένας κοντός στρουμπουλός από την Πελοπόννησο, απέναντι από την Κεφαλονιά, φορούσε παπούτσια με ψηλό τακούνι και παρίστανε τον άγριο.  
            Πέταξα τη βρώμικη ποδιά σε μια γωνιά, πήρα τα χρήματα του κόπου μου που μου έδινε με το βρώμικο χέρι του. Μετά φώναξε τον πιατά και του είπε να μου ανοίξει την πόρτα να φύγω και ξανά να κλειδώσει πίσω μου. Ήταν η γειτονιά του Bowery οδός Lafayette  and Broadway  της Νέας Υόρκης.
            Ένα βάρος ξέφυγε από το στήθος μου. Τα χείλη μου άνοιξαν κι ένας βαθύς χαρούμενος αναστεναγμός  όρμησε έξω, σφυρίζοντας για τη λευτεριά νου και σώματος. Απ’ τη χαρά μου έδωσα μια κλωτσιά στον αέρα και προσπάθησα να χαρώ τη στιγμή της λύτρωσής μου, κλείνοντας τα παράθυρα των υποχρεώσεών μου.
Χαρούμενος κατευθύνθηκα στο υπόγειο μετρό, στο σπίτι με περίμεναν με ανοιχτή αγκαλιά σε μια οικογενειακή ζεστή θαλπωρή, πήγα αποφασισμένος  ν’ απολαύσω  τη λευτεριά μου μαζί τους, έστω και προσωρινός. Άφησα  τις σκέψεις μου στο ντουλαπάκι του αύριο, για να χαρώ την παρούσα κατάσταση, αρνούμενος προς στιγμή να  σκεφτώ  ότι την ερχόμενη εβδομάδα νους και σώμα θα έβγαιναν παρέα για αναζήτηση δουλείας στα διάφορα γραφεία εργασίας της 8ηςΛεωφόρου και 40 δρόμων της Νέας Υόρκης.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης