Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Πρωτομαγιά














Έρχεται η Πρωτομαγιά μια καλοθύμητη μέρα για εμάς που έχουμε γεννηθεί στην Ελλάδα, όπου τρέχαμε στους αγρούς να πλέξουμε το στεφάνι με αγριολούλουδα να το κρεμάσουμε στο ανώφλι του σπιτιού μας, να μας φέρει καλή τύχη, γούρι. 
                                  Το βράδυ ακόμα κάνει κρύο
Είχα  πάει έξω μακριά από την πόλη, για 4 μέρες ώστε να αναπτερώσω το ηθικό μου σαν παλαιός  οργωτής μιας θαλασσινής γης. Μου λείπει τόσο!!!!! Γύρισα γεμάτος ενθουσιασμό, βρήκα στο κηπάκι μου λουλούδια να στολίζουν την αυλή μου, έκλεισα τα μάτια, είδα τον εαυτόν μου να μαζεύει αγριολούλουδα να πλέκει στεφάνι, σκέφτηκα το έθιμο αυτό, την ομορφιά του Ελληνισμού.


Τα φωτογράφισα  έτσι όπως είναι πολύχρωμα, φτωχά, γεμάτα αγάπη, ευγνωμοσύνη στον ζωοφόρο ήλιο αυτόν που ανοίγουν τα πέταλά τους να υποδεχθούν, εμείς δε τα πλέκαμε στεφάνι να υποδεχθούμε την Πρωτομαγιά πίσω στην πατρίδα.























Γαβριήλ Παναγιωσούλης  

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Άνοιξη



Μας ήρθε η Άνοιξη,  σημάδια οι χρωματιστοί μου Υάκινθοι, που άνθισαν στο κηπάκι μου.
Όχι δεν θα γράψω πολιτικά άρθρα, (κάνεις εχθρούς και φίλους)  ούτε περιπετειώδη αινιγματικά θαλασσοβρεγμένα  συμβάντα τα οποία βάζουν το μυαλό σε δίλημμα, με το αν, το γιατί και το διότι.
Αλλά θα χαρώ της φύσης την εορταστική πολύχρωμη ενδυμασία, θα απολαύσω την ευωδία των λουλουδιών τον λαμπρό ήλιο και θα περιμένω, την ελπίδα που κρυμμένη στην καταχνιά του χειμώνα άρχισε τα πρώτα της βήματα από αυτό το ταπεινό μου φτωχικό κηπάκι.


Όπως λέει κι ένα παλιό Ελληνικό ποίημα του σχολείου μου



Η άνοιξη μας έφτασε,
Εμπρός βήμα ταχύ,
Να την προϋπαντήσουμε
Παιδιά στην εξοχή.

Δεν θυμάμαι τον συγγραφέα

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Ενσταντανέ από τη ζωής της Νέας Υόρκης




                   Χαρτονομίσματα που αχρηστεύθηκαν, 1924
                       Η κατοχή τους σε έκανε  πλούσιο.  
Έτσι ήταν κάποτε, έτσι είναι σήμερα, έτσι θα είναι αύριο.
Στη χώρα της μετανάστευσης  όλοι πασχίζουν να προοδέψουν με το να κάνουν λεφτά.
Μετά από αυτό τελεία και παύλα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Κανένα ιδανικό. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα, η κοινωνία μας εδώ δεν σου επιτρέπει να ασχολείσαι  με κάτι που δεν αφήνει κέρδος, που δεν κάνεις χρήμα. Είναι απαράδεκτο, ακόμα και σήμερα η ίδια λογική, σκοτώνει την ψυχή,   την ωραιότητα της φύσης, την ικανότητα να μυρίσεις ένα τριαντάφυλλο, ακόμα και να ονειροπολείς, να δεις την πεταλούδα που πετάει ν’ ακούσεις το θρόισμα μιας μύγας..  Πρωτεύει  το κέρδος. Έτσι καταντήσαμε το ενδιαφέρον της ελληνικής  γραφής, των βιβλίων  εδώ στα ξένα, να  ανταγωνίζονται, τις ελαίες καλαμών την φέτα και τις παστές σαρδέλες, λαμπάδες, και λιβάνι σε  αυτά τα πολυσύχναστα μέρη όπου συχνάζουν οι έλληνες της διασποράς.
Κι όμως το χρήμα δεν είναι σταθερό, κυλά κι αλλάζει  ιδιοκτήτη σαν την άμμο της θάλασσας που την ταρακουνούν φουρτούνες και κύματα.     
Για να γίνεις σήμερα άρχων, τιτουλάριος, κάποιων φαντασμαγορικών  περγαμηνών πρέπει να έχεις χρήμα, να ανήκεις στους εκατό. 
Άρα όλα αυτά είναι φτιαγμένα από τον άνθρωπο, να σου πουλούν αυτά που θα σου ανοίξουν τις πύλες ενός υποτιθέμενου παραδείσου, αρκεί να έχεις χρήμα, ευτυχώς που υπάρχει για όλους μας η μεταθανάτιο ισότητα.                                                                                                                  


Γαβριήλ  Παναγιωσούλης












Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Άνθρωποι στην Αστόρια,


                  Άνθρωποι, στην Αστόρια  
Μοντέρνα σύγχρονη η  ζωή μας, τεχνολογία που τρέχει πιο γρήγορα από αυτήν που μπορεί να συλλάβει ο εγκέφαλός μας, η καινούργια γενιά αισθάνεται σαν το σπίτι της, εμείς οι κάπως παλαιότεροι, ακόμα και για να στείλουμε γραπτό μήνυμα κοινός τεξτ στο τηλέφωνο δεν καλοβλέπουμε,  είναι μικροί οι αριθμοί, τα γράμματα, θα πρέπει να σταματήσουμε να τρέχουμε, ούτε να  περπατάμε, να φορέσουμε τα ματογυάλια μας, κι όμως όλα γύρω σου τρέχουν δεν προλαβαίνεις να πατήσεις τα κουμπιά ή πλήκτρα, τα δάχτυλά σου έχουν χοντρύνει πατάς άθελά σου δυο μαζί, φτου κι από την αρχή και αν κάποτε το κατορθώσεις  σου ζητά τον κωδικό σου, τον ξέχασες νάνε γάτα, ή καναρίνι, λες νάνε το κίτρινο, ή το γαρδέλι, ιδρώνεις, ρίχνεις μια ματιά στον ουρανό και βλαστημάς, κουδουνάκι ακούγεται, α μπα δεν είναι κανένα πρόβατο, αυτό το άτιμο  λέει ότι σου άφησαν μήνυμα αμ και το πώς να το διαβάσεις άμα δεν ξέρεις τον κωδικό, τον ξέχασες,  μα αυτό δεν είναι τεχνολογία αλλά βασανισμός, κατακρεούργηση της προσωπικότητάς σου. 
Α! ρε σε τι εποχή φτάσαμε,
Νοστάλγησα τα ραβασάκια διπλωμένο το χαρτί σε σχήμα καρδιάς, τα ραντεβουδάκια πίσω απ τον κορμό των δένδρων, νοστάλγησα την απλή ανθρώπινη ζωή τότε  που μοιραζόμαστε μια γκαζόζα, τότε που διαβάζαμε μαζί εικονογραφημένες νουβέλες, τότε που δεν υπήρχε τηλεόραση που ο κινηματογράφος ήταν το βδομαδιάτικο καταφύγιό μας.
Νοστάλγησα τον άνθρωπο, την φιλία, την αγάπη, την συνδιάλεξη, την κατανόηση,  το άγγιγμα των χεριών την ανατριχίλα, το αληθινό χαμόγελο…
Κοίταξα εκεί πιο κάτω στον δρόμο άνθρωποι περπατούσαν κουνούσαν τα χέρια τους και φώναζαν, άλλοι γέλαγαν, άλλοι ήταν μουτρωμένοι, άλλοι λικνιζόταν λες και ήταν σε θάλασσα κου κουνούσε το βαπόρι, άλλοι έκαναν βήματα παράξενα τρελά χόρευαν,  κοίταξα να δω με ποιον συνομιλούσαν, με κανέναν, φίλοι μου με κανέναν, είχαν αυτό το άτιμο το μηχανάκι στο τσεπάκι τους κι ένα καλώδιο στ’ αυτί τους. Άλλοι πάλι είχαν μηχανάκι με φράουλες, με βατόμουρα, μέχρι που για φωτογράφο βρήκαμε έναν που έτρεμε το χέρι του δέστε την Φώτο, μη χειρότερα Θεέ μου.   
Έκανα τον σταυρό μου, και σκέφτηκα μα άνθρωποι είναι αυτοί ή Ρομπότ; Και τι ρομπότ σαν κουρδισμένα παλιά ρολόγια, χωρίς αισθήματα, χωρίς ν’ ανατριχιάζουν από το ανθρώπινο άγγιγμα, χωρίς  ψυχή, χωρίς καρδιά.
Να είστε  όλοι καλά, χαρούμενη Εβδομάδα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης 



         

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Τα σχοινιά











































Με την άκρη του ματιού μου κοιτώ  την σημερινή σύγχρονη ζωή,  την συγκρίνω με την ζωή του τότε, αυτή που μεγάλωσα, αποτέλεσμα μιλάμε για δυο διαφορετικά πράγματα. Όμως εδώ είναι το πρόβλημα το πώς θα καταφέρεις να ισορροπήσεις.
Τα σχοινιά 
    
Όλη μου την εφηβική ηλικία και όχι μόνο την πέρασα μπλεγμένος με σχοινιά πασχίζοντας να απελευθερωθώ λες και ήμουν ένας Λαοκόωντας που τον πνίγουν τα φίδια, που όμως δεν ήταν φίδια αλλά σχοινιά, ιβιλάϊ, κάβοι, γούμενες, συρματόσχοινα,  μπαστέκες,  μπίγες, μαγκιόρες και όχι σε μπαρούμες σε  αμπάρια, με μουκαπόρτες και μετζανιά, σε σαμπάνια και  μουσαμάδες σε σακοράφες  και σφήνες, σε μπαλαούρο και μαγαζιά σε πλώρες και πρύμες,   σε  μάϊνα κι αγάντα, σε άρμπουρα και κόφες, σε σήματα μορς, σε   βίρα, σε μπουνάτσες και φουρτούνες, σε ψαρόλαδο, σε πάκτωνα για το εξωτερικό χρωμάτισμα, σε μπότζι και σκαμπανέβασμα, σε τροπικές ζέστες και παγωμένους ωκεανούς. Όχι καμιά ευκολία    ούτε κλιματισμός ένας ανεμιστήρας που εργαζόταν με συνεχές ρεύμα 220 DC τον χειμώνα μόνο καλοριφέρ που ο ατμός σφύριζε σαν οχιά από την  σκουριασμένη βαλβίδα. Εκ φύσεως συνεσταλμένος μπορώ να πω ντροπαλός, μα και αμαθής, δύσκολο πράγμα να τα φέρνεις βόλτα στη ζωή. 
Ένα πράγμα έλειπε από όλη αυτήν την θεογονία των θνητών η γυναίκα, ταξιδεύαμε μήνες ολόκληρους, ουρανός και θάλασσα, είχαμε ξεχάσει το πώς είναι η γυναίκα, φθάναμε στα λιμάνια διψασμένοι τις βλέπαμε και σταματούσε το μυαλό μας. Ρε για δες τι ευτυχία που έχουν οι στεριανοί, τρέχαμε σαν τρελοί.
Όλα αυτά τα χρόνια τα έζησα χωρίς να έχω ανακατευθεί ψυχικώς σε μια κοινωνία ανταποδόσεως αλλά περιστοιχιζόμενος από αντικείμενα, όπου κι αυτό ανταπέδιδα.   
Νόμιζα ότι έτσι ήταν η ζωή, μια ζωή γεμάτη τρισδιάστατες εφήμερες περιπέτειες που κράτησε πολλά, πολλά  χρόνια.  Μια ζωή αφύσικη, σήμερα τι να πω, όπου και να κατασταλάξω, με πνίγουν οι αναμνήσεις σαν να είμαι μπλεγμένος σε ιστό αράχνης. Τρομάζω ν’ αναγνωρίσω τον εαυτόν μου αυτόν που ήμουνα. Δυστροπώ και εναντιώνομαι  
Αλλά  δυστυχώς ο δρόμος της ζωής μας προχωρά προς μία κατεύθυνση, one way, una vía.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης       
  
 

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Η ματιά του Λιονταριού




Με τα μάτια του Λιονταριού  
Σήμερα 8 Απριλίου μπορώ να πω πρώτη μέρα που αισθάνεται κάποιος ότι ήρθε η άνοιξη, στο κηπάκι μου δειλά, δειλά άνθισαν μερικά κίτρινα ζουμπούλια, τα υπόλοιπα ακόμη φοβούνται να σκαρίσουν.
Χθες είχαμε την Ελληνική Παρέλαση στην Πέμπτη Λεωφόρο Νέα Υόρκη, είχα προγραμματίσει να πάω, να σας μεταφέρω και φωτογραφίες  όμως δεν τα κατάφερα, άρα έπαψα να κουμαντάρω τον εαυτόν μου, είδα την παρέλαση από το χουζούρι του καναπέ μου, στην τηλεόραση, ε! μετά από αυτό αισθάνθηκα ότι  πρέπει για λίγο καιρό να λιγοστέψω και την παρουσία μου στο διαδίκτυο  να ξαποστάσω, να πάρω μια ανάσα. Να γνωρίσω τον καινούργιο εαυτόν μου, να συμφιλιωθώ μαζί του ή  να ξαναβρώ τον παλιό μου εαυτόν, τον αγωνιστή αυτόν που φτάσαμε μαζί ως εδώ,  ελπίζω ότι σύντομα θα γίνει.
(άλλες μεν βουλές ανθρώπων άλλα δε Θεός κελεύει.)

 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Ένα ακόμη Σάββατο, 6 Απριλιου 2013
















Κονταρίνης, Δόριζας, Παναγιωσούλης, Τζιλιάνος


Ένα ακόμη Σάββατο στην Νέα Υόρκη, 6 Απριλίου
Ακόμα έχουμε κρύα, οπότε η επίσκεψη της Αστόριας γίνεται με όλες τις χειμωνιάτικες επιφυλάξεις…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης    


Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Στιγμιότυπο της Ελληνικής Διασποράς




                                                          Όλοι  Κεφαλλονίτες

Ένα τυπικό στιγμιότυπο  της Διασποράς των Ελλήνων, τότε που άδειασε η Ελλάδα.

Και ήταν λοιπόν πολλοί Έλληνες μαζεμένοι σε μια γωνιά  έπαιζαν χαρτιά  ραμί, «άλλες φορές παίζανε πόκα, πόκερ, πρέφα, 66 αγοραστό,» σήμερα όμως παίζανε ραμί με 7 χαρτιά, καμιά φορά το άλλαζαν κι έπαιζαν με 10 χαρτιά, καθόταν σε πάγκους σ’  ένα στενόμακρο μεγάλο τραπέζι, έγραφαν πόντους, τα λιγοστά λεφτά που είχαν όποιος κέρδιζε τα έδιναν κάτω απ το τραπέζι,  να μην τους πάρει είδηση το μάτι των φυλάκων διότι απαγορευόταν να παίζουν νιτερέσο.   Τότε ήταν επιτρεπτό το κάπνισμα, κάπνιζαν σαν φουγάρα, περίεργοι φυλακισμένοι όρθιοι παρακολουθούσαν γύρω, γύρω, καμιά φορά αυτός που έχανε σηκωνόταν κι έβριζε αυτούς που καθόταν από πάνω του, ότι του φέρνουν γρουσουζιά, κακή τύχη.
Έτσι ξεκίνησε ένας καυγάς, σήκωσαν καρέκλες και τις εκσφενδόνιζαν αναμεταξύ τους, πρωταγωνιστής ένας από την Σύρο!
Οι υπόλοιποι έτρεξαν να τους χωρίσουν, δυο Τούρκοι που καθόταν παράμερα μπήκαν κι αυτοί στον καυγά για να καταπραΰνουν τα πάθη φωνάζοντας Γιαβρούμ, γιαβρούμ.
Ένας Κεφαλλονίτης στραβός από ένα μάτι, που τον είχε προδώσει ο αδελφός του ότι ήταν λαθραίος, γιατί τον έπιασε να φιλάει την σερβιτόρα στο εστιατόριο όπου εργαζόταν και το είπε της γυναίκας του.  Το έκανα αυτό για να  σώσω τον αδελφό μου  να μην καταστρέψει την οικογένειά του και κοίτα που μ’ έφερε, έπιανε τα σιδερένια κάγκελα του παραθύρου και δοκίμαζε να τα λυγίσει να βγει έξω να σκοτώσει τον αδελφό του. Τουλάχιστον έτσι μου έλεγε. Ε! αυτός μ’ έπιασε από το χέρι και μου λέει πάμε σε μια γωνιά για να μην φάμε καμιά καρεκλιά.

Ο άλλος Κεφαλλονίτης ήταν μάγειρας σε βαπόρι Χιώτικο έλεγε ότι τον είχαν δείρει στο πέλαγος και μόλις έφτασαν στην Νέα Υόρκη τον παρέδωσαν στις αρχές και τον έφεραν φυλακή. Ε! Αυτός σηκωνόταν τη νύχτα «κοιμόταν στο από πάνω κρεβατάκι» με ξύπναγε και μου έλεγε αν ακούω κάτι, όχι του λέω, εμένα μου λέει μου μιλούν με ράδιο.

Δυο ακόμα Κεφαλλονίτες ο Κώστας Μ. και ο Γιάννης  Π.  έκαναν προσηλυτισμό και έρανο για το κουμουνιστικό κόμμα, ηρνούντο να τους στείλουν στην Ελλάδα, ένα ωραίο πρωί τους μπαγλάρωσαν για την Πολωνία. Ο επίσημος Διερμηνέας των φυλακών στις ανακρίσεις ένα κεφαλλονίτης γεννημένος στην Ρουμανία, έτσι μου είπε όταν το ρώτησα.

 Μα κι αυτοί οι ελεύθεροι Έλληνες  ερχόταν στο επισκεπτήριο για να διαλέξουν πληρώματα για μπάρκο, σε βαπόρια όπου πήγαιναν συνήθως σε άσχημα ταξίδια ή σκυλοπνίχτες όπου δεν μπορούσαν να βρουν στην ελεύθερη αγορά,  είχαν ένα ύφος πολύ ανώτερο από αυτό του Πάπα, αν τολμούσες και τους παρακαλούσες για να σε βοηθήσουν σου έφερνα ένα σωρό γραφειοκρατικές δυσκολίες, σου έφερναν την δυστυχία με διάφορα προσχήματα  επωφελούμενοι την   άνιση κατάσταση όπου βρισκόσουν.

Θα μου πείτε γιατί τα θυμούμαι;
Μα ήταν ένα κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας, ένα κομμάτι δικό μου, όπου το μυαλό αποτύπωνε εικόνες, οι οποίες γράφτηκαν με ανεξίτηλο μελάνι.
Σήμερα μόνο εγώ τις βλέπω, γι’ αυτό τις γράφω για να μην επαναληφθούν.      

Γαβριήλ Παναγιωσούλης