Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Μας κοροϊδεύουν

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940
 Κοιμήθηκα δύο το πρωί διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα απ’ το τηλέφωνο  με ξύπνησε: «έχουμε πόλεμο» Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει: 
 Λόγια του Γιώργου Σεφέρη
Αυτά ήταν τότε:
 *************************************
Το  επόμενο   είναι από τη Σημερινή εποχή.   


Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Τα σημάδια

                               Τα σημάδια
Νεκρά είναι τα πάντα, νεκρή είναι και η ψυχή του, αυτή που ο ίδιος δεν ήξερε καν ότι υπήρχε.  Νεκρές  έμειναν και οι ανολοκλήρωτες λαχταριστές του επιθυμίες, μαραμένος  ο βασιλικός στη γλάστρα, ξέφτισαν τα όνειρα, νεκροί όσοι τον αγάπησαν τότε, νεκρά γεμάτα αμφιβολία  αυτά που του έμαθαν όταν ήταν μικρός,  αόριστα ήταν και τα μελλοντικά του σχέδια, αφού δεν είχαν καμία στερεή βάση.
Ο  άνεμος φυσούσε με μανία, τον έπαιρνε κι αυτόν μαζί του λες και ήταν χαρταετός, που όμως δεν ήταν, πετούσαν μαζί ψηλά στα σύννεφα, τον έριχνε πάνω στους αφρούς της θάλασσας, τα κύματα τον νανούριζαν, τον έκλειναν σε θαλασσινό κλουβί, και μετά τον πέταγαν σαν άχρηστο, όπου τον τσάκιζαν πάνω στα κτιριακά μεγαθήρια, εκεί τον έκλειναν φυλακή. Δεν είχε ούτε μια στιγμή για τον εαυτόν του, ούτε μια γωνιά γης να πανεμίσει.
Μετά  ήταν οι σειρήνες,  αναζητούσε την τρυφερότητα αντί αυτού έβρισκε γυναίκες της μιας νύχτας, γυναίκες για ναυτικούς, κάθε χρώματος και φυλής, γυναίκες πολλές, κάθε μια του είχε κλέψει κι από ένα κομμάτι της αθωότητάς, σε  κάθε λιμάνι κρυβόταν ένας αναστεναγμός, μια πληγή, μια ιστορία. Οι περισσότερες του είχαν αφήσει και από κάτι. Έτσι  ένα  κομματάκι της νιότης του έμεινε εγκαταλειμμένο  σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ποτέ του δεν είχε τίποτα το σταθερό, τίποτα δικό του.
 Όχι,  στο μακρύ διάβα του δεν βρήκε ούτε παπά, ούτε εκκλησιά, ούτε ειρήνη, μόνο, αχ! πόσο άσχημα ηχεί η λέξη αντικείμενα προς πώληση   (εκμετάλλευση). Δεν άντεχε άλλο έπρεπε ν’ αλλάξει ζωή πριν να είναι αργά!
Μετά σαν άλλο Οδυσσέα η θάλασσα τον ξέβρασε σε καταπράσινη ζούγκλα, εκεί βρήκε την Καλυψώ του, περπάτησαν μαζί στο μονοπάτι των ξανθών μερμηγκιών,  βαπτίστηκαν στης αγάπης τον θεό στα νερά παραπόταμου  Συλβίνου, ξάπλωναν σε αιώρα κάτω από τα φύλλα μπανανιάς και μετρούσαν τ’ αστέρια της νύχτας.  Συνήλθε, άλλαξε ζωή!
Τα χρόνια διάβηκαν σήμερα θυμάται, αισθάνεται σα χαμένος,   Ψάχνεται, υποφέρει. Η νιότη έφυγε τα σημάδια έμειναν, από αυτά υποφέρει, αχ! Αυτά τα άτιμα τα σημάδια, όπου και να γυρίσει, όπου και να στραφεί ξεπροβάλλουν σα φαντάσματα μπροστά του, τον πληγώνουν, τίποτα το κοινό με το σήμερα, με τους άλλους, με το περιβάλλον, με την καινούργια ζωή, πρέπει να το παραδεχθεί, έλα όμως που η ψυχή δεν παραδέχεται; Δεν υπογράφει;          
Τα σημάδια είναι εκεί ζωντανά, τα ψηλαφίζει, τον πονούν, τον κατατρέχουν, το γιατί τον καίει, σταματά στα χείλη του επάνω, δε βγαίνει, δεν φωνάζει, δεν βρυχάται, ποιος θα τον ακούσει στην απόλυτο μοναξιά αφού δεν ξέρουν;
Αφού δεν υπάρχει κανένας;
Κι όμως ελπίζει!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης  


Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Η γιαγιά γνέθει...

         
                                                Η γιαγιά γνέθει...  
  
Με το κρύο του χειμώνα για να ζεσταθούμε φοράγαμε φανελάκια φτιαγμένα από ένα άγριο μαλλί προβάτων που μας γέμιζαν φαγούρα. Το ίδιο και οι κάλτσες. Η Γιαγιά έγνεθε μέρα νύχτα, η μάνα έπλεκε κι εμείς πηγαίναμε σχολείο με μια  πλάκα, μέσα σε μια τσάντα ριγέ ραμμένη σε  ύφασμα από ένα παλιό στρώμα    κρεμασμένη στην πλάτη. Η πλάκα έμοιαζε με ένα μικρό μαυροπίνακα, είχαμε και το κοντύλι για να γράφουμε, κι ένα σφουγγάρι για να σβήνουμε,  κάπου, κάπου οικονομάγαμε και κάνα τετράδιο για να γράφουμε με μολύβι, το αναγνωστικό πρώτης Δημοτικού «ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ»  της Δευτέρας «ΚΡΙΝΟΛΟΥΛΟΥΔΑ».  Στην  Τρίτη τάξη αρχίσαμε να γράφουμε με μελάνι, αυτό που φτιάναμε από φύλλα παπαρούνας, στην αρχή μουντζουρώναμε το τετράδιο.  Όλα τα θέματα που διαβάζαμε από τρίτη μέχρι έκτη τάξη ήταν σε  περιλήψεις σε ένα χοντρό βιβλίο το «ΑΠΑΣΑ ΥΛΗ»  επειδή δεν υπήρχε ή δεν μπορούσαμε να το αγοράσουμε αυτοί που ξεσκόλιζαν το έδιναν σε αυτούς που εξακολουθούσαν το σχολείο. Από την Πέμπτη τάξη διαβάζαμε καθαρεύουσα, το καθημερινό Αντιγραφή-Ορθογραφία- ήταν μισή σελίδα γιατί δεν υπήρχαν τετράδια, ή χαρτί για γράψιμο και αυτά που υπήρχαν ένα χαρτί χρώματος καφετί λερωμένου από τον οίκο Λαδόπουλο Πάτρας.
Το βάθρο με την έδρα του δασκάλου κι ένας μακρύς χάρακας όπου με αυτόν φοβέριζε όλους μας. Μάθαμε γεωγραφία για το Βελουχιστάν, αριθμούς συμμιγής, δεκαδικούς,  το μακρόν προ βραχέως περισπάτε, μάθαμε για την υπογεγραμμένη, τόνους την οξεία και την βαρεία, πνεύματα την δασεία και την ψιλή. Μάθαμε για τον Αβραάμ και Ισαάκ, για την καινή Διαθήκη, για το Βυζάντιο για τους εικονομάχους, τη υπερμάχω στρατηγέ,  το ‘όλη δόξα όλη χάρη…’  Την  επανάσταση και ήρωες του 21 για την Αγία Λαύρα, παλαιών Πατρών Γερμανός… οδηγός μας ήταν η εκκλησία ο παπάς, το πάτερ ημών, το πιστεύω, όταν περνάγαμε απ’ έξω κάναμε τον σταυρό μας, οι λιτανείες για να βρέξει, οι προηγιασμένες, ο αγιασμός τω σπιτιών τα Φώτα με το Εν Ιορδάνη… είδαμε γυναίκες να ξορκίζουν για το μάτιασμα, τη βασκανία, τη βεντερούγα. (ραχίτιδα)    
Κανένας δεν μας δίδαξε τίποτα για τον άνθρωπο, από τι είναι φτιαγμένος πως γεννιέται, φύγαμε και νομίζαμε ότι τα μωρά τα δωρίζει ο Θεός στους παντρεμένους.
Έτσι μου είπαν όταν ρώτησα. Τέτοια απομόνωση, σαν να διαβάζεις το "Εκατό χρόνια μοναξιάς" του Γαβριέλ Γκαρσία Μάρκεζ
Το πρωί πριν φύγουμε για το σχολείο  παίρναμε στην τσέπη μας λίγη φακή, ή αν είχαμε σταφίδες, τίποτα μπομπότα και τα τρώγαμε στον δρόμο.  Όχι  δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό ούτε ήταν εύκολο ν’ ανάψεις φωτιά με ξύλα. 
Υπήρχαν κάτι σουγιάδες οι λεγόμενοι Κολοκοτρώνηδες  σκούριαζαν με την παραμικρή υγρασία,   πηγαίναμε στο βουνό ‘Αγία Δυνατή’ μαζί με την αδελφή μου και ξεριζώναμε τα αγριολάχανα, όσα είχαν απομείνει από τις γίδες που δεν ήταν δικές μας, είχαμε από ένα «φακότο» σακούλι  ο κάθε ένας, ήταν η μόνη μας ελπίδα για να χορτάσουμε την πείνα μας. Όταν περίσσευε  λαχανόζουμο το πίναμε το πρωί με λάδι.
Ξαφνικά  βρέθηκα σε έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο ριψοκίνδυνο, ναυτικό  περιπετειώδη, σ’ ένα βαπορίσιο περιβάλλον μπορώ να πω σε περιπτώσεις χυδαίο.  Βρέθηκα στον κόσμο του Ρίου Βραζιλίας για 40 μέρες, να πρωταγωνιστούν γυναίκες ακόμα κι Ελληνίδες αθυρόστομες (είχα μάθει ότι ήταν συνεργάτιδες των κατακτητών Ιταλών από νησί του Αιγαίου και είχαν φύγει για να γλυτώσουν) εποχή 1950  η Ρίτα έμπαινε στο Βαπόρι έτρωγε και βωμολοχούσε, είχε το ατού, μιλούσε Ελληνικά, έτσι έβγαινε κερδισμένη, μπρος τις Βραζιλιάνες όπου είχε γεμίσει το βαπόρι, αυτές που ερχόταν με τις βάρκες, στο αγκυροβόλιο..
Τελικά καταλήγαμε σε σπίτι της αδελφής της Ρίτας, της Φανής με την κόρη της Άννα πίναμε και ξεσπάγαμε στο τραγούδι στους δρόμους του Ρίο τότε ήταν της μόδας το τραγούδι «Ξημερώνει και βραδιάζει πάντα στον ίδιο το σκοπό…».
Μια ζωή μποέμικη, που  έχει αφήσει τα σημάδια της και δεν συγκρίνεται με αυτήν που ήξερα, που μου είχαν μάθει στο χωριό μου στην Ελλάδα…   

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     


Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

The young men and the sea


Οι νέοι άνθρωποι και η θάλασσα

O Παππούς, πριν γίνει παππούς όπως είναι φυσικό κάποτε ήταν νέος, ένας νέος που ψάρευε, το ίδιο που κάνει σήμερα ο εγγονός.  
Με  την διαφορά  ο Παππούς ψάρευε  με συρτή στις ακτές του Ατλαντικού   ταξιδεύοντας  προς νότο   πλησίον της ακτής της Φλωρίδας, για να αποφύγουν το Gulf Stream  με προορισμό  Κούβα Καραϊβική με ένα μικρό βαπόρι και ο εγγονός ψαρεύει  στις ακτές του Ατλαντικού   στο  Jones Beach του Long Island, Νέα Υόρκη.

   
Δεν έχει σημασία ο χρόνος του πότε, σημασία έχει ότι και οι δυο ονειροπολούσαν   να πιάσουν κάτι μεγάλο, ο παππούς τα κατάφερε, αυτό σήμερα τον γεμίζει με νοσταλγικές αναμνήσεις του τότε και αναφωνεί! Καλέ πότε πέρασαν τα χρόνια μου φαίνεται μόλις χθες που τραβούσαμε το παρκετόσκοινο  να φέρουμε τα ψάρι επάνω.  Και  το βαπόρι  έκανε μισή στροφή ώστε να  φέρει το ψάρι στη μέση από την πρύμη για να μην το χάσουμε!
Είχε ένα χρώμα μπλε-χρυσό όσο σπαρταρούσε στο κατάστρωμα λες και χόρευε καρσιλαμά. Μετά όταν έμεινε ακίνητο έγινε όλο σκούρο  σταχτί-κιτρινωπό
Το αρσενικό από το θηλυκό διαφέρουν, έχουν διαφορετικό ρύγχος.  

 η φωτο είναι από το Wikipedia 

Με ένα κοφτερό μαχαίρι  το έγδαρα, «κάναμε το κεφάλι και τη ραχοκοκαλιά σούπα με ρύζι»  το υπόλοιπο το έκοψα φιλέτο και το φάγαμε τηγανιτό.
Το όνομα του ψαριού στην Αγγλική Mahi-mahi,   dorado.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

       


Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2013 έγινε με επιτυχία η παρουσίαση του βιβλίου
 ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ του συγγραφέα Διονύση Κονταρίνη από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Αμερικής στην Νέα Υόρκη από όπου και οι φωτογραφίες. Παρόντες ήταν αρκετοί παλαίμαχοι συγγραφείς, φίλοι μα η καινούργια γενιά, του φίλου Διονύση. (βλέπε φώτο Εγγονάκια του)
Ένα θερμό ευχαριστώ σε όλους μα ειδικώς στα  παιδιά  της καινούργιας γενιάς.




 Νεοφώτιστος, Μουζάκης, Κονταρίνης, Παναγιωσούλης, Χ. Σπήλιου





_____________________________________________________________________

 Φωτογραφίες από την συνεστίαση μελών της Εταιρίας Λογοτεχνών, Συγγραφέων Αμερικής στις 19 Σεπτεμβρίου 2013 σε εστιατόριο Νέας Υόρκης 


 Το ζεύγος Νεοφώτιστου, Χαρά Σπήλιου Τάσος Μουζάκης
                                       Δυο Φίλοι Αντρέας και Γαβριήλ 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

   

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Θα σε Περιμένω!

                                    Θα σε περιμένω,
Την πίστεψε, στη ζωή του ποτέ κανένας δεν του είχε πει αυτή τη λέξη,
Τα βίντσια του βαποριού δούλευαν με ένα εκκωφαντικό θόρυβο, ο ατμός που  ξέφευγε σε κάθε τους κίνηση σφύριζε, ενωμένος με την αφόρητο ζέστη των τροπικών  και η οχλαγωγία των εργατών στο κατάστρωμα  έκαναν  την σκηνή σα να ήσουν στην κόλαση. Φόρτωναν  καφέ σε τσουβάλια αυτά με την βυσσινή ρίγα στη μέση, βιαζόταν να τελειώσει η φόρτωση καθότι είχαν βάλει αναχώρηση τα μεσάνυχτα. Ο  Βασίλης  μάγειρας από την Χαλκίδα με το πυκνό μαύρο μουστάκι του γλένταγε,  τον κερνούσε στο σαλόνι ο πρώτος  μηχανικός  κι έφερνε μια δυο ζεϊμπέκικες  στροφές  ζητούσε να ξεχάσει τον καημό του, η γυναίκα του τούχε γράψει μην γυρίσεις δεν σε θέλω.  Ο καπετάνιος κι αυτός είχε ανέβει  στο φτερό της γέφυρας και παρακολουθούσε, την  φιλενάδα του μια από την Χιλή, την είχε ξεπροβοδίσει, από πριν από λίγο…   
Ο  πρώτος μηχανικός, ένας πειραιώτης κοντός το έπαιζε κάπως μάγκας φορούσε παπούτσια αργεντίνικα μυτερά με τακούνι, την δική του  την είχε στείλει σπίτι της. Για εμένα μου φαινόταν παράξενο   κουβαλούσε πάντα την ίδια,  του έλεγα γιατί δεν αλλάζεις γυναίκα πάντα την ίδια κουβαλάς;
Μια ευχή σου δίνω να μην σου τύχει, κι εγώ μέσα στην ευτυχία της αγνωσίας  μου  τον νόμιζα τρελό.       
Ο δεύτερος μηχανικός κατέβηκε στη μηχανή για προθέρμανση,  ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπα όλων μας, οι ναύτες περίμεναν να τελειώσουν  οι εργάτες για  να σενιάρουν το βαπόρι να κατεβάσουν τις μπίγες, να βάλουν σφήνες στους μουσαμάδες των αμπαριών, όλοι τρέχανε με μια βιασύνη  λες δεν υπήρχε αύριο.  Μόνο αυτή δεν βιαζόταν   καθόταν κάτω απ την κολόνα του δρόμου και με  περίμενε.
Η σκέψη ότι κάποια με  περίμενε με  είχε  αποξενώσει από τους άλλους συναδέλφους, ίσως να μην τους ενδιάφερε ή ζήλευαν, ή με θεωρούσαν αλήτη, όλοι αυτοί  έδειχναν ότι δεν τους περίμενε κανένας.    
Η Ελλάδα πολύ μακριά, ένα δίλλημα, μια ψυχολογική κατάσταση όπου οι αισθήσεις υπερέχουν, ένα κλείσιμο στον εαυτόν σου, μια έλξη  στο άγνωστο, μια έλξη από αυτό που δεν είχες γνωρίσει, αυτό που το έκανε τόσο ελκυστικό η περιέργεια της περιπέτειας.
Πετάχτηκα έξω, απ’ το βαπόρι, με περίμενε σιωπηλά εκεί κάτω απ’ την κολώνα του δρόμου. Συναντηθήκαμε  μετά από λιγάκι ακούστηκε η βραχνή  σφυρίχτρα του  βαποριού ξεκαθάρισε τη βραχνάδα της πετώντας γύρω της νερωμένο ατμό, που έπεσαν σαν στάλες αφύπνισης   στη γέφυρα.  
Κοίταξα  το ρολόι μου ακόμη δεν ήταν μεσάνυχτα, μετά από λίγο  ξανακούστηκε η σφυρίχτρα τούτη τη φορά τρεις μακρόσυρτες βραχνές, σημείο αποχαιρετισμού  άρχισα να τρέχω να προλάβω, η πρύμη είχε ανοίξει με το όπισθεν, το βαπόρι κρατιόταν με έναν κάβο από την πλώρη, ο καπετάνιος με είδε χειρονομούσε από τη γέφυρα να βιαστώ, εν τέλει μου πέταξαν μια ανεμόσκαλα κι ανέβηκα. Ο καπετάνιος με κατάλαβε,  καλό παιδί από την Θεσσαλονίκη, το όνομά του Αλέκος, το επώνυμο τελείωνε σε ίδης, όταν ερχόταν η δικιά του μέσα χόρευαν στο σαλόνι Τουίστ… κι εγώ τους σέρβιρα καφέ κι ότι άλλο έλεγε η ψυχή τους…
Κι αυτή έμεινε να με περιμένει, παρότι προσευχόμαστε να βρέξει ώστε να σταματήσει η φόρτωση,  τούτη τη φορά δεν ακούστηκαν οι προσευχές μας, δεν έβρεξε.  Όχι δεν με περιμένει πλέον.
Σε μια θαλασσινή εκδρομή  η βάρκα τους  έπιασε φωτιά,  πνίγηκε… και ήταν τόσο νέα!
Γαβριήλ Παναγιωσούλης