Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

ΔΙΑΚΟΠΕΣ, ΤΕΛΟΣ

Διακοπές τέλος
Η πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη θεωρείται εδώ στις ΗΠΑ ως ημέρα του εργάτη, ‘labor day’  κάτι σαν την δική μας πρωτομαγιά. Έτσι και σήμερα 1η Σεπτεμβρίου 2014  είναι αργία, όλα κλειστά από την επόμενη ανοίγουν τα σχολεία, όλα μπαίνουν σε μια τάξη σα να λέμε το χειμερινό ημερολόγιο. Τέλος στις καλοκαιρινές διακοπές. Έτσι κι εγώ γύρισα γεμάτος καλοκαιρινές εντυπώσεις κι εμπειρίες απ’ τον τόπο που γεννήθηκα, τις οποίες ακολούθως αρχίζω να περιγράφω.    

Το μυστικό μιας σταγόνας. 
    
Από μακριά φαινόταν σαν μια δροσοσταλίδα αιωρούμενη από ένα  παραδεισένιο δένδρο αυτό της μνήμης μου,  την κοίταξα με αγάπη, ήταν γεμάτη όνειρα, γεμάτη νοσταλγία. Από μέσα της περνούσε μια ηλιαχτίδα όπου αντανακλούσε  όλα τα χρώματα της ίριδος.  Δίπλα μου μια τριανταφυλλιά, την θυμήθηκα, υπήρχε από τότε που υπήρχα σαν παιδί, έκοψα ένα από τα κάτασπρα τριαντάφυλλά της, το έφερα κοντά μου το μύρισα μια ευωδιά  ξέφρενης παιδικής χαράς γέμισε το είναι μου.  Πιο πέρα μια Λουΐζα, τα φύλα της μύριζαν όπως τότε που ήμουνα παιδί, αναμνήσεις της μάνας μου φούντωσαν στο  μυαλό, έτρεξα και της άδειασα μια μπουκάλα νερό στην ρίζα της, ήταν η ίδια ρίζα από τότε, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μόνο εμείς οι άνθρωποι μιας και είμαστε θνητοί οι παλαιότεροι είχαν φύγει με την βάρκα του Αχέροντα. Έτσι αισθάνθηκα μόνος με συντροφιά τις αναμνήσεις, από μια εποχή  που δεν υπάρχει πλέον. Ένα  αγκάθι απ το κάτασπρο τριαντάφυλλο τσίμπησε το δάχτυλό μου, μια σταγόνα αίμα  κατακόκκινη  γεμάτη ζωντάνια γεννήθηκε,  με έκπληξη την τίναξα παρέκει, έπεσε πάνω στην δροσοσταλίδα αυτήν της μνήμης μου και έσπασαν και οι δυο.
Αμέσως χύθηκαν κάτω στη γη, φούντωσαν  τα όνειρα, η παιδική μου νοσταλγία, σκόρπισαν πάνω σε μια χαρούμενη πέτρινη γη σε έναν λαμπρό ήλιο, ήταν ο ίδιος όταν  γεννήθηκα,  σκόρπισαν πάνω στις βουνοκορφές, αυτές  που η μάνα μου,   μου έλεγε ότι από πίσω τους υπήρχε η μυθική χώρα των πλούσιων ανθρώπων με τις πολύχρωμες γραβάτες και τα πλατιά καπέλα.   Η  χώρα όπου για να την βρεις πρέπει να κυνηγάς το μονοπάτι του ήλιου, όταν μεγαλώσεις εκεί θα πας, έτσι πίστευε λες και δεν χωρούσαμε όλοι στο φτωχικό μας. Κι όμως ήταν αλήθεια, όλες οι οικογένειες στο χωριό είχαν ανθρώπους ως μετανάστες στο εξωτερικό, ή ναυτικούς, ή τεχνίτες τυροκόμοι, αυτοί οι ολίγοι που απέμεναν ασχολούντο με την κτηνοτροφία, γίδια, πρόβατα.

Αυτό που παρήγαγε ο τόπος ήταν πέτρες άσπρες, που ανάμεσά του φύτρωναν τα αναιμικά κριθαρένια  στάχυα αυτά που μας κρατούσαν στην ζωή, υπήρχαν και πέτρες κόκκινες «τσακμακόπετρες»  που τις χρησιμοποιούσαμε  για παραγωγή σπινθήρα ν’ ανάψουμε φωτιά, εποχή πολέμου.     
Σήμερα όλα αυτά σκόρπισαν και διαλύθηκαν  πάνω σε μια ωμή  πραγματικότητα, σηκώνω το βλέμμα κοιτάζω το βουνό, αυτό που με σκέπαζε όταν γεννήθηκα  είναι το ίδιο, μόνο που τώρα το στεφάνωσαν με ανεμογεννήτριες έτσι τα βράδια όταν δεν ακούγεται τίποτε άλλο μου κρατά συντροφιά ο θόρυβος από το άλεσμα του ανέμου, μοιάζει σαν να αλέθουν κριθάρι σε ανεμόμυλο της εποχής που γεννήθηκα. Δείτε στην φωτογραφία εκεί που πατούν τα πόδια μου είναι η πίσω αυλή του προσεισμικού σπιτιού μου, το βουνό η Αγία Δυνατή με τις ανεμογεννήτριες.
Και μετά από όλα αυτά λαμβάνεις και μια ειδοποίηση από το κατεστημένο ότι τα κατσάβραχα αυτά που γεννήθηκες, αυτά που σήμερα  δεν ζει κανένας, παρά μόνο κουκουβάγιες, αυτά που είναι μακριά από την θάλασσα θεωρούνται οικόπεδα, τεκμήρια με αντικειμενική αξία 142 Ευρώ το τ. μ. άρα είμαι πλούσιος, χαράς ευαγγέλια που λένε. Αν   αληθεύει  αυτό σκέπτομαι  τι κρίμα που δεν το ήξερα τόσα χρόνια και παράδερνα στις θάλασσες, στις ξένες χώρες!   Κανείς δεν βλέπει ότι το χωριό έπαψε πλέον να υπάρχει, σήμερα λέγεται οικισμός με κλειστά  σπίτια, τα ερείπια σου σφίγγουν την καρδιά, μια ψυχολογική απελπιστική μοναξιά  σε νικά, όταν κλείνεις την πόρτα τη νύχτα μένεις μόνος με συντροφιά τους 4 τοίχους, τα μυρμήγκια κάτι ξανθά σε γαργαλούν στα πόδια, ο ποντικός σουλατσάρει στην σοφίτα, μια σαύρα καθηλωμένη στο φως περιμένει τίποτα φτερωτά ζωύφια, από κάπου ακούγεται η λυπητερή φωνή του Γκιώνη. 
Τότε αισθάνεσαι να σου λείπει η ανθρώπινη επαφή, η θαλπωρή, η συνδιάλεξη, η αλλαγή έτσι με χαρά προσμένεις την αναχώρησή σου την μέρα στην επανένταξή σου στην κοινωνία, μια κοινωνία όπου πάλλεται ζει αυτήν που είσαι μέλος της  στα ξένα 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
  



Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Φεγγάρι του Αυγούστου


                                            Το Φεγγάρι είναι παντού

Ο  λαός, οι τουρίστες  έτρεχαν  στην Ακρόπολη να θαυμάσουν την αυγουστιάτικη Πανσέληνο. Πραγματικά ένα θαύμα του Ελληνικού ουρανού.  
Έτρεξα κι εγώ από την γωνιά μου στο νησί  να θαυμάσω το φεγγάρι του  Αυγούστου, την  πανσέληνο, την κοίταζα έκπληκτος καθώς σκάριζε απ τον σουρουπωμένο ορίζοντα κι έπαιζε κρυφτούλι μαζί μου ανάμεσα στα ερείπια και τα δένδρα, αυτά που είχαν   απομείνει  από το κάποτε  σφύζον  χωριό   Μαρκάτα, Πυλάρου Κεφαλονιάς.
Μου  φάνηκε κάπως   ξεδιάντροπη κατακόκκινη, έτρεξα και της πήρα μια φωτογραφία, να θυμούμαι τη σκηνή, το μέρος που γεννήθηκα.
Σκέφθηκα ότι είναι το ίδιο φεγγάρι, αυτό που  όταν ήμουν μικρός έπαιζε  κρυφτούλι με τα σύννεφα, αλλά μας έφεγγε να διακρίνουμε τα καλοκαιρινά μονοπάτια,  μας αναπτέρωνε την ελπίδα για ένα καλύτερο φωταγωγημένο αύριο.  Μας έκρυβε όμως τον κατάμαυρο  ουράνιο θόλο έτσι δεν μπορούσαμε να μετράμε τα πιο φωτεινά αστέρια για να περνάμε  την  ώρα μας ξαπλωμένοι στο αλώνι της στέρνας, περιμένοντας να δροσίσει πριν πάμε για ύπνο.
Το  φως του ήταν οδηγητής των μικρών παιδιών στα χρόνια της σκλαβιάς  για να μαθαίνουν γράμματα. (το κρυφό σχολειό). Έτσι μας μάθαιναν στο σχολείο.    
Το ίδιο φεγγάρι φαινόταν ψηλά στον ορίζοντα όταν στην σιγαλιά της νύχτας στο απόλυτο σκοτάδι, εκεί που ακουγόταν μόνο το σύριγμα του κοψίματος της φωσφορίζουσας θάλασσας της Καραϊβικής,    πήγαινα στην πλώρη του βαποριού ακριβώς κάτω από την γέφυρα, καθόμουν και το κοίταζα για ώρες ολόκληρες,   περίμενα να συναντηθούν οι ματιές μας με αυτή που με περίμενε στην στεριά. 
Με το τραγούδι του φεγγαριού Blue Moon «Μπλε Φεγγάρι» πιτσιρικάς μαζί με έναν φίλο από τη Λίμνη Ευβοίας περπατώντας στα καλντερίμια της Νέας Υόρκης, πηγαίναμε να μάθουμε χορό στου Προδρομίδη.
Στην Βενεζουέλα στο Πουέρτο Λα Κρουζ υπήρχε πάνω σε ένα ύψωμα το Cuánda  ένα κέντρο με το όνομα   La Luna = Φεγγάρι, εκεί πάντα βρίσκαμε αυτό που μας πρόσφερε το φως του φεγγαριού  την  αγάπη, έστω και παροδική αφού ήταν της νύχτας. Όταν ξημέρωνε χανόταν η αγάπη, έμεναν οι αναμνήσεις.   Έτσι το ίδιο φεγγάρι είναι παντού στη ζωή μας. Είναι το ίδιο που  επηρεάζει και τα δένδρα, το πότε πρέπει να τα κεντρώνουν,   κάθε νέο φεγγάρι θα άλλαζε ο καιρός και υπήρχε πιθανότητα να βρέξει, αυτό κοίταζαν και οι Ιερείς  και μια μέρα πριν έκαναν λιτανείες στο χωριό παρακαλώντας την παναγία να βρέξει, να τελείωσε η ανομβρία και Ώ! Του θαύματος έβρεχε.   
Ακόμα  και  την θάλασσα επηρεάζει το Φεγγάρι, με άμπωτες και παλίρροιες, μα κι εμάς τους ανθρώπους κι ας μη το καταλαβαίνουμε. Παλαιότερα ονόμαζαν Σεληνιασμό την  επιληψία πίστευαν ότι  ήταν αποτέλεσμα  της φάσης του Φεγγαριού, και τον άρρωστο Σεληνιασμένο, το ίδιο  και στην Ισπανική γλώσσα η λέξη  Luna= Σελήνη, Lunático= Σεληνιασμένος, τρελός.  
Και για να κλείσω το του Φεγγαριού στην Γουατεμάλα υπάρχει μια ιστορία αγάπης όπου δεν ευδοκίμησε, αλλά έγινε αιτία να γραφτεί ένα πολύ ωραίο τραγούδι  στην Σελήνη.
Μια φορά κι έναν καιρό το τραγουδούσε όλη η Γουατεμάλα,  το τραγουδούσα κι εγώ που το εγώ έγινε εμείς τότε τα καλά ονειρεμένα χρόνια της νιότης.   

Το τραγούδι αυτό το έγραψε ένας   ερωτευμένος  ποιητής συνθέτης, ο  Paco Pérez  προς τιμή μιας πολύ όμορφης εβραιοπούλας της  Ευγενίας Κοέν  η οποία του είχε κλέψει την καρδιά, αλλά η αγάπη  διαλύθηκε ένεκα που οι γονείς της Ευγενίας δεν τον εγκρίνανε.

Ο τίτλος του τραγουδιού εννοεί «Φεγγάρι της Τσελαχού».
Τσελαχού είναι το  όνομα στη γλώσσα K'iche' Maya της πόλης του Quetzaltenango, δεύτερη πόλη του κράτους. .
Το φεγγάρι  είναι παγκόσμιο ανήκει σε όλους μας, το υμνούν οι ερωτευμένοι  σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.  
  
Έχω μεταφράσει μόνο τον τελευταίο στίχο.

Παραθέτω το πρωτότυπο του στα ισπανικά

Luna de Xelaju
                                                     
Luna gardenia de plata que en mi serenata te vuelves canciòn,                                                 
tu que viste cantando me ves hoy llorando mi desilusión                                                  
calles bañadas de luna que fueron la cuna de mi juventud                                            
vengo a cantarle a mi amada mi luna plateada de mi Xelaju


Luna de Xelaju que supiste alumbrar en mis noches de pena                        
por una morena de dulce mirar                                                           
luna de Xelaju me diste inspiración la canción que hoy te canto                          
regada con llanto de mi corazón


En mi vida no habrá más cariño que tu mi amor               
porque tú eres ingrata mi luna de plata           
luna de Xelaju luna que me alumbro                                      
en mis noches de amor hoy consuelas mi pena
por una morena que me abandono
.
Στη ζωή μου δεν θα υπάρξει άλλη αγάπη απ τη δικιά σου
Όμως  είσαι αχάριστο ασημένιο μου φεγγάρι
Φεγγάρι της Τσελαχού, συ που μου φώτιζες
στις αγάπης μου τις νύχτες, τώρα τη θλίψη μου παρηγορείς,  
Για μια μελαχρινή που μ’ εγκατέλειψε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης   







Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Εντυπώσεις στους Αιθέρες:



Για ότι γράφω δεν θέλω να παρεξηγηθώ, απλούστατα  κατοπτρίζω, σαν καθρέφτης τις ακτίνες που εκπέμπουν οι περιστάσεις:
  
Αυγούστου 18η 2014

Η διάρκεια του ταξιδιού μας θα ήταν 10 ώρες και 9 λεπτά, έτσι μας είπαν μετά από την απογείωση και το καλωσόρισμα στο αεροπλάνο, σε ταξίδι από την Αθήνα προς Νέα Υόρκη. Το αεροπλάνο της DELTA  Airbus 300
Όπως συνήθως το κάθισμα στενόχωρο μικρό  σκέφτηκα 10 ώρες καθιστός πως θα περάσει αυτή η ώρα. Μπροστά του ο κάθε επιβάτης είχε μια μικρή οθόνη και πατώντας διάφορα κουμπιά θα μπορούνε να διαλέξει το πώς να περάσει  τις ώρες του.
Ήταν σαν ένας μικρός υπολογιστής.
Στην αρχή έβαλα ένα κινηματογραφικό έργο ( 300 και ο Θεμιστοκλής) και μια άλλη λέξη που μου διαφεύγει.
Ήταν μια μυθοπλασία του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού αρχίζοντας με τους 300 του Λεωνίδα, την μάχη στον Μαραθώνα, τον καμπούρη Εφιάλτη, την  Αρτεμισία μια Ελληνίδα της οποίας της είχαν σκοτώσει την οικογένεια οι Έλληνες  κι αυτή για να εκδικηθεί πέρασε στους Πέρσες κι έγινε αρχηγός των στρατευμάτων του Ξέρξη και πρωτοστάτησε στη ναυμαχία της Σαλαμίνος και προσωπικώς εναντίων του Θεμιστοκλή, κλπ…
Μετά βρήκα ένα  documentary  οι ρακοσυλλέκτες, πως ζουν οι φτωχοί αυτοί που μαζεύουν από τα σκουπίδια κουτιά και μπουκάλια και τα πουλάνε…
Άλλο ένα documentary  HABLA  οι Ιστοριούλες λατινοαμερικάνων στο να επιτύχουν το Αμερικανικό όνειρο. Ένα  πάρα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο  φιλμ, παίρνοντας  συνέντευξη, από δέκα  (δεν συγκράτησα τον ακριβή αριθμό)   γυναίκες και δυο άνδρες, σε τόσο διαφορετικά θέματα εκεί όπου αγωνίστηκαν όλες για να επιτύχουν.  
Αρχίζοντας από μια Ολυμπιονίκη η οποία κέρδισε μετάλλιο, μια άλλη  γυναίκα από το Πουέρτο Ρίκο γεννημένη στο Μπρονξ όπου οι γονείς της είχαν μπακάλικο κι αυτή κατόρθωσε κι έγινε διευθύντρια της Ισπανόφωνης εφημερίδας της Νέας Υόρκης El Diario La Prensa, μιας  ομοφυλόφιλης η οποία απέκτησε παιδί και εργάζεται σε σπουδαία  κυβερνητική θέση, μα  και πολλές άλλες γυναίκες με εξέχουσες θέσεις που το μικρό  μου μυαλό  δεν συγκράτησε, ακόμα βγήκε μια τσαχπίνα  το αρχικό επάγγελμα πόρνη, μετά  βγήκε μια τελευταία και είπε ότι η περιουσία της γυναίκας είναι   τα γεννητικά της όργανα (εδώ έγραφε το  ιατρικό του  όνομα) με αυτό υπόσχεται, σαγηνεύει, πλουτίζει, αγαπιέται, αγαπάει, με οποιοδήποτε όνομα και να το προφέρει ο λαός  κι απορύθμιζε πολλά τοπικά ονόματα από λατινοαμερικανικά ιδιώματα.
Μετά από αυτό σκαλίζοντας αυτό το δαιμονισμένο μηχανάκι βρήκα την πορεία που ακολουθούσε το αεροσκάφος μας, πάνω απ τον Ατλαντικό ωκεανό πετούσαμε σε 36.000 πόδια με ταχύτητα 514 μίλια την ώρα, και σε πιο σημείο βρισκόμασταν διαβάζοντας το βόρειο πλάτος και δυτικό μήκος.
Έτσι απότομα μας είπαν  προσδεθείτε και καθίστε, κοίταζα την οθόνη μου και παραδόξως το αεροσκάφος ανέβηκε στα 40.000 πόδια ύψος κι έκοψε ταχύτητα σε 470 μίλια ή και λιγότερο. Θυμήθηκα σε ένα κουβεντολόι που είχαμε στο χωριό όταν κατατρίφθηκε το αεροπλάνο της Μαλαισίας σε 33.000 πόδια ύψος, που λέγανε ότι τα επιβατηγά αεροπλάνα δεν μπορούν να φθάσουν το ύψος των 40.000 ποδών διότι  υπάρχει κίνδυνος να εκραγούν. Προφανώς ήταν ψέματα. Κοίταξα τον χάρτη πετούσαμε πάνω από το νησί Newfoundland Canada, περίπου 3 ώρες μακριά από τον προορισμό μας. Σε αυτό το ύψος φτάσαμε στην Νέα Υόρκη η οποία έχει βόρειο πλάτος 40.30’ και ακόμη ένα, οι τροχοί  του αεροπλάνου άγγιξαν το έδαφος προσγείωσης  είχε ταχύτητα 150 μίλια την ώρα.
Φθάνοντας στον ΝΥ μας υποδέχθηκαν διάφορα μηχανήματα με ένα πράσινο φως εκεί έκανες σκαν το διαβατήριό σου και σε φωτογράφιζαν, ήξεραν από πριν ποιος ήσουν.
Έμεινα έκθαμβος με το  που έφθασε η τεχνολογία
Σας ευχαριστώ που με διαβάσετε είναι κι αυτό το να πετάς στους αιθέρες μια σύγχρονη περιπέτεια με ανοιχτούς ορίζοντες του πλανήτη μας, μα και του  μυαλού μας. 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης  
 


Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014



                                               ΖΕΣΤΗ

Είναι  μια ζεστή Αυγουστιάτικη μέρα εδώ στο χωριο, στα Μαρκάτα στην Πύλαρο Κεφαλονιάς, δεκαπεντάυγουστος το ραδιόφωνο λέει καύσωνας, η ατμόσφαιρα  μου θυμίζει ανθρώπινα  νιάτα,  τότε που η άπνοια της ζέστης συντρόφευε τα χτυποκάρδια του έρωτα, τα χτυποκάρδια της αγάπης.

 Σήμερα όλα αυτά πέρασαν,  απέμειναν   τα ερειπομένα σπίτια, τα άσπρα μαλλιά, η νοσταλγία  της νιότης. 

Σε  βασανίζει η μη συμμόρφωσή σου με το σήμερα, αυτό σε κάνει να υποφέρεις, να αποζητάς αυτό που δεν μπορείς ν’ αποχτήσεις, είναι τόσο δύσκολο να το παραδεχθείς, να το καταλάβεις,  να το συνηθείσεις.   

Η ζέστη σε κάνει υπόδουλό της, είναι αυτή που σου κινεί τα νήματα του παρελθόντως, σου θυμίζει τα χρόνια εκείνα που σε έλουζε ο ιδρώτας της αγαπης του έρωτα de ternura  τότε που ο ιδρώτας  άφηνε επάνω σου μια ανθρώπινη δροσιά.

Σήμερα η ζέστη επιμένει,  την κοιτάς σαν χαζός, την αισθάνεσαι γύρω σου, σε αγκαλιάζει, στης ﷽﷽﷽﷽﷽έστη επιμένει, εσύζα να μσε  σε πνίγει και είσαι μονάχος, η θύμηση  του τότε της ζέστης των τροπικών σε βασανίζει κοιτάς για ελπίδα γυρνάς το κεφάλι, όλα έχουν πετάξει μακρυά σου δεν υπάρχει τίποτα πια, απελπισμένος  σκύβεις το κεφάλι περιμένοντας το πεπρωμένο,  από ανημποριά, από μοναξιά από την σκληρή πραγματικότητα, περιμένοντας τον   Χειμώνα ίσως αυτός να σου φέρει κάποια θαλπωρή,     μια συντροφιά, μια ανταλλαγή σκέψεων, να ανοίξεις την καρδιά σου, σε μια τρυφερή εξομολόγηση για αυτό που σε βασανίζει, να σου δοθεί    μια αναλαμπή, μια ελπίδα με το να συνεχίζεις να υπάρχεις.

Τελικά επαναστατείς κοιτάς γύρω σου βλέπεις χαλάσματα, ερείπια και  αναφωνείς:
 Θεέ μου πως αλλάζει η ζωή; 

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης