Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΝΙΡΒΑΝΑ

Ο Δεκέμβρης είναι ο μήνας που όλοι τρέχουν να προετοιμασθούν για τα Χριστούγεννα για την πρωτοχρονιά για αγορά δώρων, να μην ξεχάσουν κανένα, μα και να κλείσουν τραπέζι σε κέντρο (όσοι θα πάνε) να υποδεχθούν τον καινούργιο χρόνο. Το άγχος της καθημερινότητας υπερισχύει, το τρέχα, τρέχα δεν σταματά.  Θέλοντας λοιπόν να επιζήσω του άγχους (αν και μου είναι δύσκολο) έψαξα στα κιτάπια της μνήμης   μου, βρήκα μια εικόνα την  ξεσκόνισα την φίλησα από νοσταλγία και αγάπη, προσκύνησα στην φευγάτη νιότη μου και την παρουσιάζω έτσι όπως την έζησα.       


Μια επίσκεψη στο ναό της Νιρβάνας:

Μια μέρα εκεί που περπατούσα κοιτάζοντας τα παράξενα από αυτά που δεν υπάρχουν στο χωριό μου, μου κίνησε την περιέργεια ο τρούλος   μιας πανύψηλης Παγόδας, σε ένα χρυσαφί χρώμα. Ευκαιρία σκέφτηκα να επισκεφτώ το ναό της Νιρβάνας,  έβαλα οδηγό μου τη θέα του τρούλου και βάδιζα μόνος τα σοκάκια της μικρής αυτής πόλης του λιμανιού. Ίσως να με φωτίσει σε κάτι που δεν έχω ή που δεν ξέρω ώστε να βρω τη Νιρβάνα μου αυτό το άγνωστο ύψιστο αγαθό!
Αλλά πρέπει να εξιστορήσω το πώς βρέθηκα στο κράτος αυτό της νοτιοανατολικής Ασίας.  Φορτωμένο το βαπόρι μας ρύζι παλεύαμε μερόνυχτα με τον μουσώνα του Ινδικού Ωκεανού. Προορισμός μας το λιμάνι Chittagong,   Bangladesh  στον κόλπο της Βεγγάλης, μετά κι αφότου ξεφορτώσαμε, αναχωρήσαμε για  Colombo Κεϋλάνης φορτώσαμε ρύζι για Basein Burma,  σημερινή  Myanmar.

Στην φωτογραφία ο φίλος Captain John Ko. Korinis με τον μπερέ, ο άλλος με το  Άφρο η αφεντιά μου. Ινδικός Ωκεανός 1957.
please check comments, σχόλια.

Επιτέλους κάποτε φθάσαμε στο λιμάνι αυτό, φουντάραμε στην μέση ενός ποταμού, φορτηγίδες έπεσαν δίπλα μας κι άρχισαν να ξεφορτώνουν το ρύζι.
Την νύκτα κλέφτες ανέβηκαν στο κατάστρωμα  boat deck έκοψαν κι έκλεψαν τα σχοινιά (μπαρούμες) από τις σωσίβιες λέμβους.   
Ο καπετάνιος μας Π. Παναγιώτου ένας ηλικιωμένος  από την Σάμο καλός άνθρωπος, ήταν της ακτοπλοΐας, «ο κανονικός μας καπετάνιος και το περισσότερο πλήρωμα όταν μάθανε τον προορισμό του φορτίου κόλπος της Βεγγάλης από τον γύρω του ακρωτηρίου της καλής Ελπίδος τα χτύπησαν κάτω κι έφυγαν όλοι μαζί στη Νέα Ορλεάνη» έτσι περιμέναμε αρόδου στον Μισισιπή να έρθει καινούργιο πλήρωμα.»  Πρέπει να τονίσω ότι το βαποράκι αυτό ήταν ένα μικρό 5.000 τόνων με ταχύτητα 5-6 μίλα ωριαίος.
Το εφοπλιστικό γραφείο μαζί με τον πράκτορα τρέχανε να βρούνε ναυτικούς την τελευταία στιγμή, έτσι  έφεραν όποιους βρήκαν.  Ήταν η εποχή που ήταν κλειστό το κανάλι του Σουέζ 1956. Λέγανε ότι ο καπετάνιος μας πρώτη του φορά πλοιαρχούσε σε ποντοπόρο φορτηγό και μάλιστα αργοκίνητο… δεν μιλούσε Αγγλικά.
Με φωνάζει λοιπόν  ο καπετάνιος βρίζοντας ελληνικά και μου λέει πρέπει να πάμε στην αστυνομία να καταδώσουμε την κλεψιά, εσύ είσαι ο πιο εύκαιρος, (Η δουλειά μου ήταν (Steward) λοιπόν   μπες σε μια βάρκα αυτές που κάνουν την συγκοινωνία με τη στεριά πήγαινε στον πράκτορα και πες του να ειδοποιήσει την αστυνομία, για την κλεψιά.   (Κανονικά την δουλειά αυτή την έκανε ο ασυρματιστής  «Μαρκόνης,» αλλά ο δικός μας ήταν ένας βραζιλιάνος μέθυσος και υπήρχε το φράγμα της γλώσσας με τον πλοίαρχο.)
Πράγματι πήγα, ο πράκτορας μου λέει:
Μια συμβουλή σας δίνω, μην αναφέρεται τίποτα στην αστυνομία, ούτε σε κανένα, θα βρείτε τον μπελά σας,  απλούστατα αγοράστε καινούργια σχοινιά…
Aφού πήρα την απάντηση,   πριν γυρίσω στο βαπόρι αποφάσισα να  κάνω μια βόλτα στην πολιτειούλα, να δω τα αξιοπερίεργα. Ξεκίνησα με οδηγό μου τον πανύψηλο τρούλο παγόδας, (και ήταν πολλές)  που φάνταζε από μακριά σαν χρυσάφι. Φτάνοντας  μπροστά απ’ την παγόδα είδα ότι ήταν ανυψωμένη με κυκλικά σκαλιά,  όπου πάνω στην κορυφή σχημάτιζαν μια πλατιά  στρογγυλή προεξοχή.  Κοίταξα  τι έκαναν οι υπόλοιποι κι έκανα κι εγώ το ίδιο, ανέβηκα τα σκαλιά  έβγαλα τα παπούτσια μου και τ’ άφησα στην είσοδο απ’ έξω. Μέσα στο βάθος φάνηκε  ένα τεράστιο  άγαλμα ενός χλωμού  Βούδα, με μεγάλα αυτιά που ήταν καθιστός οκλαδόν και κρατούσε ένα μεγάλο πιάτο. Στάθηκα μπροστά του και παρακολουθούσα, κόσμος με προσπέρναγε, προπαντός γυναίκες, δεν μου έδινε κανείς σημασία. Ήταν ένα κράτος ακοινώνητο με ένα πληθυσμό βουβό, καχύποπτο προς τους ξένους.  
Μπροστά απ’ το άγαλμα ήταν κάγκελα κι επάνω εκεί ήταν κρεμασμένες κοριτσίστικες πλεξούδες, τάματα προς τον Βούδα, από στο αριστερό μέρος του «ναού» τεράστιες ζωγραφιές που μπροστά τους έκαιγαν δεκάδες κεριά-καντήλια, έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τα χρώματα  τις ζωγραφιές μερικές τρομακτικές. Είπα να προσευχηθώ, αλλά δεν μου πήγαινε, μετά σκέφθηκα την ουτοπία της Νιρβάνας, αυτής που όλοι ψάχνουμε αλλά δεν ξέρουμε πως!
Μετά συνήλθα κι άρχισα να ψιθυρίζω κάτι σαν (ρε τι γυρεύω εγώ σε τούτη την κοσμοχαλασιά και μόνος μου) κανονικά θα πρέπει  να λέω  μια παράκληση στους θεούς που γνωρίζω να μου δείξουν τον σωστό δρόμο. Μετά  άκουσα κάτι θορύβους, γύρισα  δίπλα μου  είδα τους πιστούς να με κοιτάζουν παράξενα, κάτι ανθρωπάκια μικρού αναστήματος.  Απόρησα, μετά σα να μ’ έπιασε ένας φόβος, βγήκα, κατέβηκα τα σκαλιά παίρνοντας μαζί μου τα παπούτσια μου που είχα αφήσει απ’ έξω, τράβηξα για το ποτάμι όπου ένα μονόξυλο με  έναν μονό κωπηλάτη που φορούσε κινέζικο καπέλο και στριφογύριζε στην πρύμνη  το μοναδικό κουπί  με έφερε  εκεί που ήταν φουνταρισμένο το βαπόρι στη μέση του ποταμού και ξεφόρτωνε ρύζι σε μαούνες.

Φτάνοντας στο βαπόρι κατάλαβα ότι αν κι επισκέφθηκα το βουδιστικό ναό, αν κι έκλεισα τα μάτια μου κι ένωσα τις παλάμες μου σαν προσευχή, αν κι έσκυψα το κεφάλι μπροστά στις τόσες πολλές κέρινες φλόγες με τον Βούδα να κάθεται οκλαδόν  στο βάθος, αν και ήμουν ξυπόλητος εις ένδειξη σεβασμού, εν τούτοις δεν βρήκα αυτό που ζητούσα. Την αγαλλίαση και ηρεμία που υπόσχεται η  Νιρβάνα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης







Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Ημέρα Ευχαριστιών!

                                                                  Ημέρα των Ευχαριστιών!

 Άλος ένας χρόνος πέρασε και ήμαστε  πάλι όλοι  μαζί, έτσι όπως μερικοί από εμάς ξεκίνησαν  πρωτοπόροι  σαν τους pilgrims ψάχνοντας και βρίσκοντας  τούτη εδώ την καινούργια μας πατρίδα. Σήμερα 27 Νοεμβρίου 2014 ημέρα των ευχαριστιών.
Έτσι κι εμείς στέλνουμε τις ευχαριστίες μας στον Θεό ο οποίος τα πάντα εν σοφία εποίησε!  
Είναι κι αυτό ένα από τα μεγαλύτερα αγαθά (the togetherness) η οικογενειακή θαλπωρή, η συντροφιά και η  αλληλεγγύη.  

Αν παρατηρήσετε την φωτογραφία αριστερά στον τοίχο κρέμεται ένα λυχνάρι.
Είναι αυτό το ίδιο που έφεγγε όταν γεννήθηκα και με συνοδεύει στον κύκλο που λέγεται ζωή.  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η Αναλαμπή:


Η αναλαμπή.
Τούτο το πρωί με το ροζιασμένο χέρι μου  γυρνώ  σελίδα στο βιβλίο της ύπαρξης μου. Μέτρησα  τα φύλλα του βιβλίου μου, αρχίζοντας από ένα και τελειώνοντας στα 13.
Δεκατρία  φύλλα όλα κι όλα, μέχρι εκεί  πρόλαβα να γράψω, όμως χωράνε τόσα πολλά επιτεύγματα μέσα στα δεκατρία αυτά φύλλα λες και είναι δεκατρείς διαφορετικές ζωές, που όμως είναι μία.
Στην αρχή ήταν το ένα, το ένα  αναζητούσε το δύο.   

Τα   δύο  γίνανε  πέντε, εκεί σταμάτησα να ξεκουραστώ, ήταν η εποχή της τρίτης μαργαρίτας. Μετά συνέχισα να γράφω, τα  πέντε γίνανε  εφτά, τα εφτά γίνανε εννέα, τα εννέα  γίνανε ένδεκα, τα ένδεκα  γίνανε δεκατρία ολόκληρα φύλλα.
Φαίνεται σαν αίνιγμα που όμως δεν είναι.


Ο επίλογος γράφτηκε στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, η οποία είναι γεμάτη με μαργαρίτες, οχτώ όλες κι όλες, θα μπορούσε να ήταν λιγότερες ή και περισσότερες, αλλά όχι, έτσι ήθελε η μοίρα, τόσες νάναι του τόχε πει και μια τσιγγάνα στην πιάτσα του ταξί αυτή που  ήθελε οχτώ δεκάρες για να του πει την μοίρα του, húngara έτσι την λέγανε.

Το πεπρωμένο, χωρίς οίκτο λες και ήτανε Θεός ξεφύλλιζε τις μαργαρίτες, τραβώντας τα φύλλα ένα, ένα, γράφοντας στην σελίδα τ’ ουρανού με θαλασσί μελάνι  τα μελλούμενα.

 Όμως δεν μπορούσε να τα διαβάσει γιατί τον εμπόδιζαν τα’ αστέρια, κάθε μαργαρίτα είχε δέκα φύλλα, κάθε φύλλο κι ένας χρόνος.

Σήμερα φτάνοντας στην όγδοη μαργαρίτα δοκιμάζει να την ξεφυλλίσει μόνος του, πήρε την ευθύνη πάνω του,  έτσι  ανάλογα με το τι του γράφει η μοίρα θα γελά ή θα κλαίει.

Πρώτο του βήμα πήγαν να γλεντήσουν την επέτειο των γενεθλίων, για να θυμηθεί τα παλιά του,
που αλλού παρά σε ένα Κουβανέζικο  εστιατόριο με μουσική χορό και φαγητό, αφού η Κούβα έγραψε ένα κομμάτι της ιστορίας της ζωής του.


Τελικά ήταν μόνο αναλαμπή μιας αστραπής που κάποτε ήταν κεραυνός.   
Πάντως φίλοι μου η ζωή είναι ένα αίνιγμα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Αίνιγμα Σκέψεων!


Πώς  περνά ο καιρός μας, όταν  το χθες μας είναι αδιάφορο; 
Ιδού το δίλλημα.
Πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε το σήμερον ενδιαφέρον.
Όμως δεν θα υπήρχε σήμερον αν πρώτα δεν υπήρχε χθες.
Οπότε για να χτίσουμε το αύριο παίρνουμε την εμπειρία του χθες, τα γεγονότα του σήμερα  και χτίζουμε  το αύριο.
Όμως επειδή πέρασαν τα χρόνια, προσπαθώ να περάσω καλά το σήμερα αλλά δεν γίνεται αν δεν πάρω παράδειγμα απ’ το χθες το οποίο είναι οδηγός μου.
Οπότε το χθες είναι αυτό που με έπλασε άνθρωπο, το σήμερα μου προσφέρει την καθημερινή συνέχιση της ζωής,  το δε αύριο, μου είναι άγνωστο και αμφίβολο αν θα μπορούσε να φέρει  εις πέρας όνειρα τα οποία έχουν βάση τους το χθες.       
Έτσι αρκούμε να διηγούμαι το χθες που άρχισε την εποχή του λύχνου και τελειώνει κάθε μέρα στο  σήμερα,   μόλις πέφτει το σκοτάδι, την ώρα που πάω  για ύπνο,   πάντοτε περιμένοντας με ελπίδα  να έρθει ένα αύριο.
Του κάθε ενός μας το χθες, είναι τόσο διαφορετικό!
Ας μην ψάχνουμε λοιπόν  να βρούμε ομοιότητες,  μέσα μου ζει το χθες αυτό που μου είχαν κλέψει παρέα με την θάλασσα  όταν ακόμα παιδί σχεδόν αμούστακο ταξίδευα:
Αυτές  που μπήκαν κλέφτρες, θεληματικά ή άθελά μου, μου έκλεψαν ένα κομματάκι του εαυτού μου, μετά το κομματάκι μεγάλωσε  σε υπερθετικό βαθμό κι έγινε ένα πολύχρωμο αναμνηστικό παρελθόν  από όπου φύτρωσαν οι ρίζες, ο κορμός και τα κλαριά του σήμερα.  Λες  κι έτσι έγραφε η μοίρα.        
Σήμερα τις θυμούμαι στην σειρά και ταξιδεύω με τα άπιαστα όνειρα του νου, έως να ξημερώσει το αύριο, ένα υποθετικό αύριο που ποτέ δεν έρχεται αφού κάθε στιγμή που διαβαίνει, που τρέχει είναι το σήμερα.  

 Η  Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία,  ο Καναδάς, οι ΗΠΑ, το Μεξικό, η Κούβα,  η Γουατεμάλα, η Ονδούρας,, η Νικαράγουα, η Κόστα Ρίκα, το Ελ Σαλβαδόρ, ο Παναμάς, η Κολομβία, η Βενεζουέλα, η Βραζιλία, η Χιλή, ο Ισημερινός, το Περού, η Αρούμπα και Κουρακάο, η Τζαμάικα, η Νοτιοαφρικανική Ένωση, η Σρι Λάνκα, η Μυανμάρ, η Ινδία, το Μπανγκλαντές, το Μπελίζε, ο Άγιος Δομίνικος,  απέμεινε όμως  το χθες της Ελλάδος που δεν μου έκλεψε τίποτα.
Με άφησε έτσι όπως γεννήθηκα. Τι  κρίμα!

 Οι Φωτογραφίες είναι από Τα Κεφαλονίτικα Νέα,
Το Ρωσικό Ιστιοφόρα Άγιος Πέτρος  σφηνώθηκε σε ξέρα στο νησάκι Βαρδιάνοι και Διαλύθηκε 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Η συναυλία των βατράχων




                                             Δεν είχα τίποτα, όμως τα είχα όλα:

Η αιώρα  κρεμόταν  κάτω απ’ το σκεπαστό της βεράντας, εκεί έκανα τη σιέστα μου τα μεσημέρια  απολαμβάνοντας την ελαφρά θαλασσινή αύρα αυτή που προσπαθούσε να σπάσει την αποπνικτική ζέστη των τροπικών.      
Όταν  νύχτωνε οι βάτραχοι άρχιζαν να τραγουδούν και ήταν εκεί δίπλα μου στα χαντάκια του δρόμου, ήταν η παρέα μου, μια ομοιόμορφη  συναυλία κουάκ, κουάκ βρεκεκέξ λες κι έπαιζαν προς τιμή μου, μετά τους συντρόφευαν το ζουζουνιτό των πτερωτών τροπικών ζωυφίων, αυτών που είχαν καταλάβει την φθοριούχα λάμπα της κολόνας του δρόμου. Όλα αυτά προς τιμή μου. 
Σαν νύχτωνε τα  κουνούπια ορμούσαν σα να ήταν καταδιωκτικά αεροπλάνα, ο ιδρώτας έβρεχε το κορμί και το άφηνε με μια υγρή δροσιά λες και ήταν θαλασσινή αρμύρα. Στης νύχτας την σιγαλιά ακουγόταν  η σειρήνα του μόλου για αλλαγή βάρδιας όπου φόρτωναν τα βαπόρια μπανάνες, ανακατευόταν με τις υπόκωφες σφυριξιές βαποριών που τελείωναν την φόρτωση και αποχαιρετούσαν το λιμάνι σε ένα παντοτινό αντίο. Οι γυναίκες όσες πίστευαν στις υποσχέσεις των ναυτικών γύριζαν στα μπαρ πίνοντας για να ξεχάσουν, όσες δεν πίστευαν γλεντούσαν.
Από κάπου μακριά ακουγόταν μουσική, με γυναικεία γέλια και φωνές μεθυσμένων ναυτικών. 
Η αποπνικτική ζέστη της νύκτας  προμήνυε βροχή.
Άρχισε να βρέχει, μπήκα μέσα στο σπίτι, εκεί μια ανοιχτή αγκαλιά με περίμενε, η φωλιά μας όπως πάντα ζεστή υγρή κοίλη, η βροχή  ακουγόταν σαν ο Θεός να μας ρίχνει κουφέτα στα κεραμίδια, ένα  ακομπανιαμέντο ευτυχίας, οι βάτραχοι με την συναυλία τους μας νανούριζαν μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.   
Ένας  άνδρας, μια γυναίκα μια αγάπη, μια συνέχιση της ζωής.
Σήμερα  τα έχω όλα, ακόμα και τριανταφυλλιές, με πλούσια όμορφα  τριαντάφυλλα, που  είναι γεμάτα αγκάθια.

Όμως μου λείπει η νιότη, η γαλήνη, το περιβάλλον, αυτό που συνόδευε η συναυλία των βατράχων, ήταν τόσο  καταδεχτικοί, τόσο ιδεαλιστές ώστε  δεν μου παραπονέθηκαν ποτέ τους για τίποτα, όμως αρκούμαι με το σήμερα…  
     Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Η Μοναξιά στη σύγχρονη εποχή.

Η εδώ εβδομαδιαία εκδιδομένη ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ της Νέας Υόρκης στην οποία ανήκει και ο Ραδιοτηλεοπτικός σταθμός GR-Radio-TV, εκτός από τα  άρθρα μας τα οποία δημοσιεύει και την ευχαριστούμε πολύ, μας έδωσε την ευκαιρία να κάνουμε και μια ραδιοτηλεοπτική "alive" εκπομπή κάθε Τετάρτη από 5μμ. -6μμ. Ώρα Νέας Υόρκης. Να    παρουσιάσουμε τις απόψεις μας, μια και ανήκουμε όλοι στην Εταιρία Ελλήνοαμερικανών  Λογοτεχνών ΗΠΑ.  Διαβάσαμε λογοτεχνικά κείμενα σε πεζό και ποιητικό λόγο,  και γενικώς ανταλλάξαμε γνώμες και απόψεις, αναλύσαμε καταστάσεις που αφορούν την συνέχιση της παρουσίας του Ελληνισμού στα ξένα. Χθες το απόγευμα Τετάρτη  12/11/14 συναντηθήκαμε στον Ραδιοφωνικό σταθμό 4 φίλοι, ο Τάσος Μουζάκης, Ο Δημήτρης Μουστάκης, ο Νίκος Λιψάνος, ο υποφαινόμενος Γαβριήλ Παναγιωσούλης.   Συζητήσαμε διάφορα θέματα και ο κάθε ένας μας διάβασε και από κάτι δικό του.
 Άνοιξα την "παράσταση" ομιλώντας για  το κάτωθι κείμενο, πολλοί  νόμισαν ότι ήταν παράπονο, που όμως δεν ήταν αλλά ένας αντικατοπτρισμός μιας σημερινής κατάστασης.  

                                     Η Μοναξιά στην σύγχρονη εποχή

Χάθηκε το ενδιαφέρον,  το πνεύμα έπαψε να τον παρακινεί, έχασε και την περιέργειά του, το βλέμμα του απλανές, ούτε που σκέφτεται να γυρίσει σελίδα, έμεινε μια χούφτα κόκαλα, τυλιγμένα σε ανθρώπινο πετσί. Η καρέκλα  του κομπιούτερ τον γέμισε ρόζους, ούτε το τηλέφωνο  κουδουνίζει, έξω καταχνιά, μαυρίλα συννεφιά, περιμένουν χιόνι   παγωνιά, η υγρασία του δίνει στα νεύρα κι αυτά τα ρημάδια τα κόκκαλα πονούν, το τσουκάλι βράζει φασολάδα, μαζί της χαράζει η ελπίδα, η ελπίδα της νιότης, αυτή  που  φέρνει η μνήμη. 
                                          Ατενίζοντας την μοναξιά

 Γύρω του υπάρχει η σιωπή, αυτή που τρέχει σαν ποτάμι στην άβυσσο της αιωνιότητας.
Όμως αυτός  ακούει τον παφλασμό της, ο χρόνος του κρατά συντροφιά,  ανυπομονεί να φύγει από κοντά του, χωρίς  να καταλαβαίνει ότι με αυτό συντομεύει το μονοπάτι της ζωής του.
 Μάταια ζητά μια ζεστή αναπνοή, νάχει τα γούστα του, ένα χάδι, ένα καλό λόγο, αισθάνεται ικανός για απολογία, λες και είναι ο  Σωκράτης, όμως δεν έφταιξε σε τίποτα,  ούτε μπορεί  να λύσει το μυστήριο της σχετικότητας δεν  είναι ο Αϊνστάιν,  ούτε  μπορεί να ζήσει σαν υπαρξιστής δεν   είναι ο Πολ Σαστρέ, ούτε ο  Αλμπερτ  Καμύ από τ’  Αλγέρι.
Είναι ένας απλός άνθρωπος.
                                              Άρα τι να σκέφτεται;

 Αντί αυτών γεμίζει με μια ψυχική   μοναξιά, ανοίγει τον υπολογιστή, τίποτα, κανένας, κανένα  μήνυμα, καμιά επιστολή, αισθάνεται αχρείαστος, άχρηστος, όλοι τον προσπερνούν, φυτεύουν τα τριαντάφυλλά τους σε άλλους κήπους.
 Η  σανιδένια μυρωδιά πεύκου της καρέκλας τον  μεταφέρει στην λευτεριά άλλων εποχών,  σήμερα τον πνίγει, το μπλε τριαντάφυλλο που έψαχνε τόσα χρόνια μαράθηκε, έπεσαν τα φύλλα του, έπαψε να ευωδιάζει,  το διαδίκτυο απρόσωπο, του λείπει η άχνα μιας  ανθρώπινης αναπνοής δίπλα του,  τι κι αν τα χρόνια διάβηκαν, η ψυχή δεν γερνά ποτέ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Το Γραμμόφωνο

                                                Το Γραμμόφωνο!


Εποχή πολέμου, πείνα και δυστυχία παντού.  Ήταν    αυτά τα πέτρινα χρόνια  που μεγάλωσα, στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς, επικρατούσε  μια πρωτόγονη κατάσταση χωρίς καμία ευκολία ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Πιτσιρικάς 11-12   χρονών έτρεχα μέσα κι έξω στο σπίτι της νόνας*  μου.
Πάνω στο σεντούκι σε αυτό που φυλάγανε  τα κιλίμια του χειμώνα, εκεί  στην γωνιά υπήρχε ένα γραμμόφωνο το είχαν πάντα σκεπασμένο με μια κουρελού. Περνούσα  δίπλα του δεν τολμούσα να το αγγίξω ήταν κάτι σαν τον απαγορευμένο καρπό.  Έβλεπα την κουρελού και ονειρευόμουν τραγούδια, μουσική ζευγάρια να στροβιλίζονται σαν αυτά που διάβαζα στα μυθιστορήματα, αυτά που ερχόταν σε συνέχειες στον Θησαυρό και στο Ρομάντζο. Η  περιέργειά μου φούντωνε πώς είναι δυνατόν να βγαίνει  φωνή, να τραγουδούν,  να παίζουν βιολιά και φλογέρες   μέσα από το μαγικό αυτό κουτί αφού δεν υπήρχαν  οργανοπαίχτες  γύρω μας;
Η σκηνή  στο πατρογονικό σπίτι  του πατέρα μου αυτό που ήταν  δίπλα απ το δικό μας. Εκεί  έμενε η νόνα μου μαζί με τον θείο  μου,   ο οποίος αγαπούσε μια κοπέλα. Ήταν και οι δυο τους πολύ ερωτευμένοι, όλο το χωριό το ήξερε, όμως υπήρχε ο φόβος, ότι  η αγάπη, ο έρωτας θα φέρουν τον θάνατο, μια που ο θείος μου είχε γυρίσει απ τον στρατό φθισικός.
Η φυματίωση ή φθίση ή χτικιό τότε ήταν μια αρρώστια όπου δεν υπήρχε γιατρειά.   Αυτό  το ήξερε η νόνα μου  και όσο ζούσε  τους κρατούσε σε απόσταση.  
Μια μέρα  ξαφνικά η νόνα έπαθε εγκεφαλικό, τρέξανε έφεραν  βδέλλες τις έβαλαν στις αρτηρίες του λαιμού για αφαίμαξη, χαμένος κόπος την άλλη μέρα πέθανε.
Το πένθος γέμισε την οικογένεια. Μετά από λιγάκι το μονοπάτι της αγάπης  ήταν ελεύθερο.  Ο θείος  έσμιξε με την κοπέλα του. Η αγάπη ο έρωτας νίκησε τον φόβο.   Έφεραν τον παπά στο σπίτι κι ευλόγησε τα μυστήριο  του γάμου παντρεύτηκαν.  Μέσα  στο ημίφως του λύχνου, και την δυστυχία της κατοχής ξεσκόνισαν το γραμμόφωνο το έβαλαν πάνω στο τραπέζι της εισόδου.


Εκεί  κόλλησα δίπλα του και το θαύμαζα, απ εξωτερικά είχε  ένα χρώμα μαύρο, από μέσα πράσινο και κάπου στην γωνία είχε την φωτογραφία ενός σκύλου να ακούει με προσοχή και τις λέξεις: Η φωνή του κυρίου του. (RCA His master voice)  Έβανα δίσκους των 78 στροφών κάθε λίγο αλλάζαμε  βελόνα. Δίπλα μου καθόταν κι ένας εξάδελφός μου, αρχίσαμε και κουρδίζαμε το γραμμόφωνο και οι δυο,  τελικά σπάσαμε το κουρδιστήρι.  Μια βουβαμάρα κυρίεψε όλους τους καλεσμένους. Ησυχία επικράτησε.  Με το σκοτάδι οι λιγοστοί γείτονες  άρχισαν να φεύγουν αφού τους ευχήθηκαν να ζήσουν. Έπρεπε να βιαστούν απαγορευόταν  η κυκλοφορία  την νύχτα, έπρεπε να αποφεύγουν και τις στρατιωτικές περιπολίες του στρατού κατοχής.
Οι ερωτευμένοι έζησαν λίγο καιρό χαρούμενοι. Μια μέρα  με φώναξε ο πατέρας ήμουν ο μεγαλύτερος από τα’ αδέλφια μου. Πήγαινε να δεις τον μπάρμπα σου πριν ξεψυχήσει.
Έτρεξα στην κρεβατοκάμαρα, το παράθυρο έβλεπε προς την δύση οι αχτίνες του ήλιου είχαν χαμηλώσει και έμπαιναν απρόσκλητες στο δωμάτιο λες και είχαν έρθει να τον αποχαιρετίσουν.  
Ο θείος ήταν καθιστός ακουμπισμένος στο προσκεφάλι του κρεβατιού προσπαθούσε ν’ αναπνεύσει. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε γρήγορα, φορούσε μια μάλλινη φανέλα γανιασμένη με μακριά μανίκια με τρία κουμπιά μπρος στο στήθος του. Η γυναίκα του έστεκε όρθια  έκλαιγε και του έφτιαχνε μια λεμονάδα με μέλι. Τα δάκρυά  της έπεφταν στο ποτήρι, αυτό που του ετοίμαζε την λεμονάδα, να του  δώσει να πιει το βάλσαμο της αγάπης της.
Ο ήλιος τράβηξε τις αχτίνες του και κρύφτηκε πίσω απ τον ορίζοντα, μαζί του πήρε και την ψυχή του μπάρμπα μου.
Έτρεξα απότομα και πήγα στο  σπίτι μας κρύφτηκα πίσω από ένα σεντούκι πράσινο παλιό κι άρχισα να κλαίω, δεν ξέρω γιατί,  δεν ήθελα να με δει κανένας.  
   
Η αγάπη νίκησε τον φόβο κι ο θάνατος νίκησε την αγάπη

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

*Νόνα = Γιαγιά



Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Μια 8η Νοεμβρίου, των Αρχ-αγγέλων

Μια 8η Νοεμβρίου… Των Αρχ-Αγγέλων


Όλγα η γειτόνισσα ήρθε να μας επισκεφθεί, ανήμερα της γιορτής μου, να μας πει χρόνια πολλά,   ήταν μικροσκοπική με μια καμπούρα στην πλάτη, φορούσε  ένα μαύρο παλτό με τρίχινο δέρμα έμοιαζε με αρκούδα. Μόλις  είχε γυρίσει από Ρουμανία όπου η οικογένειά της εμπορευόταν στάρια και είχε  πλεούμενα και σλέπια στον Δούναβη.   
Εγώ έπαιζα καραμπάνα στην αυλή όταν την είδα να μπαίνει απ το πορτόνι τρόμαξα νόμισα ότι ήταν πραγματική αρκούδα κι έβαλα τις φωνές. Η μάνα μου με πήρε κατά μέρος:
-Δεν  ντρέπεσαι έλα αμέσως μέσα να χαιρετίσεις!
Μετά  απ’ το κέρασμα λουκούμι με νερό απ’ την στέρνα, ευχήθηκε στην μάνα μου τα χρόνια πολλά,  να σας ζήσει,  με φίλησε σταυρωτά  κι έφυγε, ζούσε μαζί με την υπηρέτριά της μια Ρουμάνα δίπλα μας.
Ήταν μια θύμηση της καλής εποχής πριν κηρυχθεί ο Β! παγκόσμιος πόλεμος. Τότε το χωριό ήταν χωρισμένο στους έχοντες και κατέχοντες και στους ακόμα πιο φτωχούς, έτσι όταν ένας φτωχός έβλεπε να τον επισκέπτονται να του πουν χρόνια πολλά οι έχοντες φούσκωνε το στήθος του από περηφάνια.       
Ήταν και η τελευταία φορά που θυμάμαι κάποιος να επισκεφθεί το σπίτι μας ένεκα της εορτής των Αρχαγγέλων στις 8 Νοεμβρίου, να ευχηθεί στην μάνα μου χρόνια πολλά για πάρτη μου.
Μετά ήρθε η κήρυξη του πολέμου, το ένα μας σπίτι το κατάσχεσαν οι Ιταλοί κι έμεναν ακριβώς δίπλα μας. Η  Όλγα έφυγε λέγανε ότι πήγε στους Πεταλιούς ένα νησάκι ιδιοκτησία της οικογένειάς της. Η  υπηρέτρια, η ρουμάνα έμεινε στο χωριό μόνη κι έρημη  πέθανε απ την πείνα. Μετά   έγιναν όλα μαύρα ποιος είχε διάθεση για γιορτές  κεράσματα και τα τοιαύτα αφού η πρώτη μας φροντίδα ήταν πώς να χορτάσουμε φεύγαμε το πρωί για το βουνό να μαζέψουμε  τίποτα λαχανίδες, να γεμίσουμε το στομάχι μας.  
Εδώ είναι η αρχή και το τέλος της ονομαστικής μου εορτής σε μια Ελλάδα που έμοιαζε με κινούμενη άμμο, όσο πιο πολύ προσπαθούσες να επιζήσεις τόσο πιο πολύ βούλιαζες στην αναρχία. Μετά από αυτό υπήρξε το χαώδες σύμπαν αυτό που  μας αγκάλιασε  με συνοδεία μας η   θύμηση του τραγουδιού της Σοφίας Βέμπο Παιδιά της Ελλάδος παιδιά. Το μόνο που απέμεινε, τίποτε άλλο… Α!  έμειναν γραμμένες στην μνήμη μας  και οι απίστευτες περιπέτειες αυτές  που σήμερα διηγούνται οι παππούδες στα εγγονάκια τους  και το χειρότερο τα εγγόνια  δεν τους πιστεύουν. 
Ξεμπουκάραμε  τρομαγμένοι σαν  τα πουλάκια αυτά που τρέχουν  στο δάσος για να σωθούν, ψάχναμε να βρούμε την γη της επαγγελίας αυτή με τα μεγάλα μανιτάρια. Άλλοι την βρήκαν άλλοι όχι. Όμως η μοναδική δική σου  γη, η της αγάπης σου  είναι αυτή που γεννήθηκες, έστω κι αν σήμερα βρίσκεται υπό αμφισβήτηση από αυτούς που έμειναν.  

Έτσι αυτή η ημέρα των αγγέλων η 8 Νοεμβρίου που ακόμα εορτάζεται  μου φέρνει στη μνήμη ένα τραγούδι της ισπανικής γλώσσας σχετικά με τους Αγγέλους  που κάποτε το σιγοτραγουδούσα όταν έβγαινα τσάρκα σε μια πολύχρωμη πιάτσα, στην πόλη του λιμανιού. Εκεί όπου έβραζαν τα ερωτικά εφήμερα πάθη.   

Pintor:
Siempre que pintas iglesias
 Pintas angelitos bellos
 Pero nunca te acordaste
 De pintar un Ángel negro.          

Ζωγράφε: 
Που ζωγραφίζεις εκκλησίες πάντα
ζωγραφίζεις όμορφα αγγελούδια.
Αλλά ποτέ σου δεν θυμήθηκες
να ζωγραφίσεις κι ένα μαύρο αγγελούδι.

Ακούστε το τραγούδι από τον Μεξικανό Javier Solis

  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης