Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Η Κοινωνία...

 Η Κοινωνία…
Αν μπορούσες να ξαναγεννηθείς θα ήθελες να είχες περάσει τη ζωή σου όπως αυτήν που έχεις ή διαφορετική; 
Σκέψου το καλά, ας αρχίσουμε από την κοινωνία, αυτήν που γεννήθηκες, ήταν γεμάτη, θαλπωρή, φτώχεια, αγάπη, μα κι εκδικητική, ένεκα εμφυλίου, μια αποκομμένη από τον πολιτισμό μας πάμφτωχη κοινωνία. 
Απότομα βρέθηκες σε μια θαλασσινή πειρατική κοινωνία, όχι δεν υπήρχε ξεκούραση, ούτε επαναπατρισμός, μια κοινωνία του πεζοδρομίου, γεμάτη ανθρώπινα αντικείμενα.
Μετά προσπάθησες να εξερευνήσεις τι υπάρχει πέρα απ’ τον ορίζοντα να νιώσεις τον άνθρωπο, να νιώσεις την αγάπη την θαλπωρή έζησες σε μια ξένη φτωχή κοινωνία, όπου έμαθες να σκέφτεσαι στεριανά, μια κοινωνία που την έκανες δική σου, εκεί ξανάνιωσες το καλωσόρισμα, μια κοινωνία νεανικής ανεμελιάς, για 10 χρόνια.
Σήμερα ζεις σε μια κοινωνία κερδοσκοπική που πιστεύει τόσα έχεις τόσο αξίζεις. Κι αν δεν έχεις, δεν αξίζεις τίποτα.
 Και όμως μέσα σου ο εσωτερικός σου κόσμος ζει σε μια δική του πλούσια κοινωνία που εσύ ο ίδιος δημιούργησες, αλλά είσαι καταπληκτικά μόνος, οι απ’ έξω έχουν δημιουργήσει την δική τους κοινωνία, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
 Στην Φωτογραφία: Φιλοσοφώντας, άρα τι να κρύβεται πίσω απ’ τον θαλασσινό ορίζοντα;

LikeShow more reactions
Comment

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Μια αλλιώτικη ζωή...

                                          Μπαρ ο «Άσος  Κούπα»
 
Μια κόκκινη επιγραφή φώτιζε το σκοτάδι Μπαρ ο «Άσος Κούπα,»  ήταν ένα τρίγωνο όπου συναντιόταν τρεις  δρόμοι πριν  γίνουν ένας για να περάσουν το γεφύρι.  Και η κατασκευή αυτή είχε την φόρμα τριγώνου. Το μπαρ ήταν χρωματισμένο πράσινο αν και τα βράδια δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις το χρώμα μια που ήταν σκοτάδι.
Ο Ιβάν ο τελωνειακός κάθισε δίπλα μου στο μπροστινό κάθισμα του ταξί  φαινόταν μεθυσμένος, τράβα  μου είπε για τον Άσσο. Τον ήξερα δούλευε στο λιμάνι ως εκτελωνιστής ήταν πάντα μεθυσμένος και τα βράδια γύριζε από μπαρ σε μπαρ ζητώντας να βρει κάτι τι το καινούργιο. Όταν μάθαινε ότι καινούργια πιτσιρίκα είχε βγει στην πιάτσα έτρεχε από πίσω εδώ είχε να κάνει  με στρατιώτες από την παρακείμενη βάση. Όλοι τρέχανε από πίσω, ακόμα και η κινέζα ιδιοκτήτρια ρεστοράν και ξενοδοχείο το σχολίαζε, ήταν όμορφη,
Της πρόσφερα δουλειά, αυτή όμως δεν θέλησε τα παράτησε όλα και πήγε στο μπαρ.
Της αρέσει η ζωή της νύχτας, ήταν μια αδυνατούλα μικρή, πολύ μικρή και άπειρη. Τον παράτησα στην πόρτα κι έφυγα ένεκα που όπου σύχναζαν στρατιώτες ήταν επικίνδυνο, να τα βάνεις μαζί τους.
Πέρασα το γεφυράκι,  αποκάτω αναδινόταν μια βρώμα από εκεί που ήταν  η πλανόδια αγορά, ένεκα της ζέστης,  ήταν βράδυ και ήταν κλειστή...
Ήταν  το ίδιο γεφυράκι όπου πριν από καιρό ένας ταξιτζής παρέσυρε  κάποιον μεθυσμένο που είχε βγει απ’ το μπαρ Άσος  Κούπα  και στεκόταν  σαν κολόνα στη μέση του δρόμου. Τον τρακάρισε από πίσω, τον πέταξε  πάνω στο καπό ο σοφέρ έστριψε αριστερά το σώμα έπεσε στην άσφαλτο εκεί έμεινε ακίνητο.  Σαν ξημέρωσε  ψάχνανε να βρούνε πως σκοτώθηκε ο άνθρωπος.
Εν τω μεταξύ ο σοφέρ ένα βράδυ πούπινε  παρέα και κερνούσε  τις κοπέλες σε μπαρ,  είχε το ίδιο τέλος, ο ιδιοκτήτης του ταξί ένα καινούργιο χρώματος μπλε   Rambler που δούλευε γι’  αυτόν    τον έπιασε απ’    τον λαιμό τον έσφιξε λίγο παραπάνω και το έπνιξε, είπε ότι ήταν λάθος του, αλλά έφυγε απ’ την ζωή.  Σήμερα ο τότε ιδιοκτήτης ταξί  βρίσκεται στην Νέα Υόρκη.
Πήγα στο ξενύχτι, ήξερα τον γιο του καλό παιδί,  κατά βάθος ήταν καλός άνθρωπος αλλά το ποτό τον κατέστρεψε.  
Εκεί δίπλα ήταν και η Μάρτα μια κοπελιά όπου έκανε θελήματα της γειτονιάς  την τράβηξε ο Σέργιο ένας απ’ την Χιλή  με υποσχέσεις και με πολύχρωμες κορδέλες   την έμπασε σε μπαρ, έφυγε από την λάσπη της φτώχειας και μπήκε στην λευκή λάσπη της σάρκας.
Μετά φάνηκε η γυναίκα του Λεονάρδο Ιταλού μετανάστη με τις δυο κόρες της ντυμένες κυριακάτικα, μπήκαν στο ταξί μου να τις πάω στην εκκλησία στην λειτουργιά των 10, θα λειτουργούσε σήμερα  Πάτερ  Περούτσι  «από την Ιταλία» φίλος της οικογενείας.    
Ο κινηματογράφος RITZ  έπαιζε το φιλμ το «Το  σκουπίδι» La basura  με την ζωή Λάσκαρη, μου μήνυσε ο ειρηνοδίκης ‘φίλος μου’ της πόλης και μου το σύστησε να πάω να το δω … 
O δικαστής (ανώτερος απ’ τον ειρηνοδίκη)  De la primera instancia  έπαιζε μπιλιάρδο στο Ριτζ  όταν του ψιθύρισα ότι χρειάζομαι μια γνώμη του, να μου δώσει το ΟΚ,  με είχε στείλει ο ειρηνοδίκης μια που ήταν περασμένη η ώρα, νύχτα  και έπρεπε να βγει από την φυλακή ένας Έλληνας ναυτικός από την Ιθάκη από το βαπόρι ΣΙΦΝΟΣ του Γράτσου, πριν την αναχώρηση του πλοίου που ήταν τα μεσάνυκτα.  
Μετά από μια τέτοια μέρα πήγα σπίτι, ξάπλωσα στην βεράντα σε μια αιώρα κι άφησα τον τροπικό άνεμο να με χαϊδεύει,  έκλεισα τα μάτια μου ακούγοντας τις σφυριξές βαποριών αυτών που άφηναν το λιμάνι, μαζί τους πήραν και τον Γιάννη, τον Έλληνα ναυτικό ελεύθερο πια από την Ιθάκη. 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης     



Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Συνάντηση φίλων...

  Μια φιλική προθέρμανση  ανάμεσα σε φίλους, με κρασάκι και μεζέδες Πέμπτη βράδυ 23 Μαρτίου 2017 για να ευχηθούμε το Ζήτω η 25 Μαρτίου 1821…


Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Τα Κόκκινα Τσαρούχια,

                                   Τα κόκκινα Τσαρούχια:

Είχα   δυο τσαρούχια κόκκινα με μαύρες φούντες.  Η μάνα μου, τα είχε φυλάξει στο κατζέλο του κομμού,  μου είχε υποσχεθεί θα μου έραπτε  φουστανέλα, μαζί με τα τσαρούχια είχε έρθει κι ένα γιλεκάκι κόκκινο με κίτρινα κεντήματα σελάχι το λέγανε. Ήταν ενός γυαλιστερό κόκκινο χρώματος, κάθε μέρα τα χάιδευα  την μαύρη φούντα περιμένοντας την ευλογημένη μέρα.   Όλα για την  25η  Μαρτίου.
Στο σχολείο κάναμε πρόβες, μου είχαν δώσει ένα ποίημα κι εγώ με στόμφο ανέβαινα στο βάθρο και ξελαρυγγιαζόμουν: θα πρέπει να ήμουν ή Δευτέρα ή Τρίτη Δημοτικού:


25 Μαρτίου:
Λεβέντισσα αστραπόμορφη,
Κι ευτυχισμένη μέρα
Που από δάφνες και μυρτιές
Γεμίζεις τον αέρα.
……………………………………
Όμως ποτέ δεν  έφτασε  αυτή η ευλογημένη στιγμή. Αρρώστησα, δεν φόρεσα ποτέ τα τσαρούχια ούτε την φουστανέλα, έμειναν στη μνήμη σαν ένα όνειρο σαν κάτι που ξεφυτρώνει από ένα σεληνιακό τοπίο γεμάτο ομίχλη μπροστά πάνε τα τσαρούχια, μετά το γιλεκάκι με τα χρυσά κεντήματα, μετά ο άβγαλτος εαυτός μου,  από πίσω ακολουθούσαν η μορφή της μάνας και του πατέρα. 
 Ήρθε  ο πόλεμος, φωτιά και λάβρα έπεσε απ’ τον ουρανό και  σκέπασε τα πάντα. Πέρασαν  πολλά χρόνια, η στάχτη των καμένων κατακάθισε στις ψυχές μας, σε κάθε επέτειο πρώτα υπήρχε η έγνοια αν έχουμε να φάμε, μετά τα υπόλοιπα. Στην Αθήνα  ούτε για το τραμ δεν υπήρχαν, έτσι βρέθηκα σε ένα σκαφίδι πλέοντας τους ωκεανούς, μετά από περιπέτειες  έφτασα στον Ειρηνικό Ωκεανό βγήκα στο Λος Άντζελες, πήγα στην  Σάντα Μόνικα. Ήταν Κυριακή βράδυ 12 Μαρτίου 1951.  Τώρα πια  στη Νέα Υόρκη ξαναπερνούν απ’ τον νου μου οι τότε εικόνες,  τα κόκκινα τσαρούχια,  η καλοθύμητη αυτή μέρα 25η Μαρτίου,  ξανάρχεται στο νου μου, ο πόλεμος,  η Σάντα Μόνικα, οι άνθρωποι του τότε, τι κρίμα έφυγαν για τον άλλο κόσμο όσοι με αγαπούσαν,   έμειναν οι ψίθυροι από τα κύματα της θάλασσας να με νανουρίζουν, μόνο που αυτά δεν είναι κύματα αλλά στεριανές φωνές να τρέξω να προλάβω να συνεχίσω την παράδοση της φυλής μας, αυτή που είχε αρχίσει απ’  τα Μαρκάτα Κεφαλονιάς, αυτή   που έχασα τόσα χρόνια αυτή που μου άφησαν ο πατέρας και η μάνα, την πίστη μας  για την ημέρα αυτή που δεν πρόλαβα να φορέσω τα κόκκινα τσαρούχια.
Όμως  όλα αυτά ξαναζωντάνεψαν στα παιδιά μου, και στα παιδιά των, εδώ στην Νέα Υόρκη, έστω  κι αν εγώ τα παρακολουθώ σαν θεατής… ένεκα ηλικίας…

Τα κόκκινα τσαρούχια μου χάθηκαν τάφαγε η κατοχή, τα θυμήθηκα  διαβάζοντας ότι ο Πάπας Φραντσίσκο αρνήθηκε να φορέσει (εις ένδειξη ταπεινότητας ίσως) τις κόκκινες παντούφλες αυτές που δεν είχαν μαύρη φούντα αλλά χρυσά σιρίτια  διότι πώς να το κάνουμε θα ήταν αποφόρια του Βενέδικτου, (Τι σου είναι κι αυτός  ο Πάπας)  μου ξανάρθε στον νου τα δικά μου κόκκινα τσαρούχια αυτά που δεν πρόλαβα να θαραπαώ!
Θα μου πείτε τε τι σχέση έχει ο Πάπας  καμία, απλούστατα ήταν και τα δυο κόκκινου χρώματος, το ένα το τσαρούχι εννοούσε λεβεντιά ελευθερία και οι παντούφλες υποταγή σε ένα καθιερωμένο στάτους…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Η Παράδοση:

 Η παράδοση:

Μου μήνυσε ότι  θέλει να με δει, της είπα όχι, ήταν τότε που ο ιδρώτας κατέβαινε από το μέτωπό, έμπαινε στα μάτια κι έτσουζε, τά’κλεισα σε μια ξαπλώστρα σε ένα παγκάκι, στης κουπαστής, το σκεπαστό της πρύμης.  Παγκάκι   που άφησε σημάδια της σανίδας στο πρόσωπο λες και ήταν κάγκελα φυλακής. Ξάπλωσα  μ’ ένα σώμα αποχαυνωμένο από τη ζέστη, ένα σώμα  όπου τόγλυφε το αεράκι εξατμίζοντας τον ιδρώτα, έτσι   το σώμα άρχιζε να δροσίζεται έπαιρνε ανάσα. Θόρυβος  ακούστηκε, είχαν αναστατώσει το βαπόρι, ένας Κεφαλλονίτης με είδε που κοιμόμουν,    φώναζε τ’ όνομά μου:

Τόξερα  πως θάσουνα εδώ, το βαπόρι ολόκληρο σε ψάχνει,   ξύπνησα, το σώμα   ξαναζωντάνεψε κι άρχισε να ψάχνει να βρει   εκείνη που της είχε πει το όχι, αυτή που είχε  ξεσηκώσει το βαπόρι.
Βγαίνοντας από την πύλη αυτή είδε τις γραμμές απ’  το παγκάκι που αλύσωναν το πρόσωπό μου έβαλε το χέρι της και τις χάιδεψε ήταν η παράδοση του ναυτικού στης στεριάς τα καρδιοχτύπια.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  



Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Η Μοναξιά σε ένα σύγχρονο κόσμο

                                    H Μοναξιά σε ένα σύγχρονο κόσμο.

Χάθηκε το ενδιαφέρον,  το πνεύμα έπαψε να τον παρακινεί, έχασε και την περιέργειά του, το βλέμμα του απλανές, ούτε που σκέφτεται να γυρίσει σελίδα, έμεινε μια χούφτα κόκαλα, τυλιγμένα σε ανθρώπινο πετσί. Η καρέκλα  του κομπιούτερ τον γέμισε ρόζους, ούτε το τηλέφωνο  κουδουνίζει, έξω καταχνιά, μαυρίλα συννεφιά, περιμένουν χιόνι   παγωνιά, η υγρασία του δίνει στα νεύρα κι αυτά τα ρημάδια τα κόκκαλα πονούν, το τσουκάλι βράζει φασολάδα, μαζί της χαράζει η ελπίδα, η ελπίδα της νιότης, αυτή  που  φέρνει η μνήμη. 

Γύρω του υπάρχει η σιωπή, αυτή που τρέχει σαν ποτάμι στην άβυσσο της αιωνιότητας.
Όμως αυτός  ακούει τον παφλασμό της, ο χρόνος του κρατά συντροφιά,  ανυπομονεί να φύγει από κοντά του, χωρίς  να καταλαβαίνει ότι με αυτό συντομεύει το μονοπάτι της ζωής του.

Μάταια ζητά μια ζεστή αναπνοή, νάχει τα γούστα του, ένα χάδι, ένα καλό λόγο, αισθάνεται ικανός για απολογία, λες και είναι ο  Σωκράτης, όμως δεν έφταιξε σε τίποτα,  ούτε μπορεί  να λύσει το μυστήριο της σχετικότητας δεν  είναι ο Αϊνστάιν,  ούτε  μπορεί να ζήσει σαν υπαρξιστής δεν   είναι ο Πολ Σαστρέ, ούτε ο  Αλμπερτ  Καμύ από τ’  Αλγέρι.
Είναι ένας απλός άνθρωπος.


Αντί αυτών γεμίζει με μια ψυχική   μοναξιά, ανοίγει τον υπολογιστή, τίποτα, κανένας, κανένα  μήνυμα, καμιά επιστολή, αισθάνεται αχρείαστος, άχρηστος, όλοι τον προσπερνούν, φυτεύουν τα τριαντάφυλλά τους σε άλλους κήπους.
 Η  σανιδένια μυρωδιά πεύκου της καρέκλας τον  μεταφέρει στην λευτεριά άλλων εποχών,  σήμερα τον πνίγει, το μπλε τριαντάφυλλο που έψαχνε τόσα χρόνια μαράθηκε, έπεσαν τα φύλλα του, έπαψε να ευωδιάζει,  το διαδίκτυο απρόσωπο, του λείπει η άχνα μιας  ανθρώπινης αναπνοής δίπλα του,  τι κι αν τα χρόνια διάβηκαν, η ψυχή δεν γερνά ποτέ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Καλό σας Μήνα Μάρτη.

                                            Καλό σας Μήνα Μάρτη

Μια παροιμία στην Αγγλική γλώσσα λέει ο (Μάρτης  μας έρχεται σαν λιοντάρι και φεύγει σαν αρνάκι.)  Έτσι μας ήρθε και ο σημερινός.

 Χθες ήταν χαρά Θεού σήμερα ο άνεμος σφυρίζει απ’ τα σύρματα του ηλεκτρικού των τηλεφώνων  λες και είσαι σε καράβι μέσα  φουρτούνα, αύριο θα χιονίσει, αλλά ότι και να κάνει που θα πάει θάρθει και η Άνοιξη αυτή που όλοι περιμένουμε  να ανθίσουμε κι εμείς όχι σαν φιόρα αλλά  με ένα χαμόγελο στα χείλη, με μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

                                                 Γαβριήλ Παναγιωσούλης