Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Τα Κόκκινα Τσαρούχια,

                                   Τα κόκκινα Τσαρούχια:

Είχα   δυο τσαρούχια κόκκινα με μαύρες φούντες.  Η μάνα μου, τα είχε φυλάξει στο κατζέλο του κομμού,  μου είχε υποσχεθεί θα μου έραπτε  φουστανέλα, μαζί με τα τσαρούχια είχε έρθει κι ένα γιλεκάκι κόκκινο με κίτρινα κεντήματα σελάχι το λέγανε. Ήταν ενός γυαλιστερό κόκκινο χρώματος, κάθε μέρα τα χάιδευα  την μαύρη φούντα περιμένοντας την ευλογημένη μέρα.   Όλα για την  25η  Μαρτίου.
Στο σχολείο κάναμε πρόβες, μου είχαν δώσει ένα ποίημα κι εγώ με στόμφο ανέβαινα στο βάθρο και ξελαρυγγιαζόμουν: θα πρέπει να ήμουν ή Δευτέρα ή Τρίτη Δημοτικού:


25 Μαρτίου:
Λεβέντισσα αστραπόμορφη,
Κι ευτυχισμένη μέρα
Που από δάφνες και μυρτιές
Γεμίζεις τον αέρα.
……………………………………
Όμως ποτέ δεν  έφτασε  αυτή η ευλογημένη στιγμή. Αρρώστησα, δεν φόρεσα ποτέ τα τσαρούχια ούτε την φουστανέλα, έμειναν στη μνήμη σαν ένα όνειρο σαν κάτι που ξεφυτρώνει από ένα σεληνιακό τοπίο γεμάτο ομίχλη μπροστά πάνε τα τσαρούχια, μετά το γιλεκάκι με τα χρυσά κεντήματα, μετά ο άβγαλτος εαυτός μου,  από πίσω ακολουθούσαν η μορφή της μάνας και του πατέρα. 
 Ήρθε  ο πόλεμος, φωτιά και λάβρα έπεσε απ’ τον ουρανό και  σκέπασε τα πάντα. Πέρασαν  πολλά χρόνια, η στάχτη των καμένων κατακάθισε στις ψυχές μας, σε κάθε επέτειο πρώτα υπήρχε η έγνοια αν έχουμε να φάμε, μετά τα υπόλοιπα. Στην Αθήνα  ούτε για το τραμ δεν υπήρχαν, έτσι βρέθηκα σε ένα σκαφίδι πλέοντας τους ωκεανούς, μετά από περιπέτειες  έφτασα στον Ειρηνικό Ωκεανό βγήκα στο Λος Άντζελες, πήγα στην  Σάντα Μόνικα. Ήταν Κυριακή βράδυ 12 Μαρτίου 1951.  Τώρα πια  στη Νέα Υόρκη ξαναπερνούν απ’ τον νου μου οι τότε εικόνες,  τα κόκκινα τσαρούχια,  η καλοθύμητη αυτή μέρα 25η Μαρτίου,  ξανάρχεται στο νου μου, ο πόλεμος,  η Σάντα Μόνικα, οι άνθρωποι του τότε, τι κρίμα έφυγαν για τον άλλο κόσμο όσοι με αγαπούσαν,   έμειναν οι ψίθυροι από τα κύματα της θάλασσας να με νανουρίζουν, μόνο που αυτά δεν είναι κύματα αλλά στεριανές φωνές να τρέξω να προλάβω να συνεχίσω την παράδοση της φυλής μας, αυτή που είχε αρχίσει απ’  τα Μαρκάτα Κεφαλονιάς, αυτή   που έχασα τόσα χρόνια αυτή που μου άφησαν ο πατέρας και η μάνα, την πίστη μας  για την ημέρα αυτή που δεν πρόλαβα να φορέσω τα κόκκινα τσαρούχια.
Όμως  όλα αυτά ξαναζωντάνεψαν στα παιδιά μου, και στα παιδιά των, εδώ στην Νέα Υόρκη, έστω  κι αν εγώ τα παρακολουθώ σαν θεατής… ένεκα ηλικίας…

Τα κόκκινα τσαρούχια μου χάθηκαν τάφαγε η κατοχή, τα θυμήθηκα  διαβάζοντας ότι ο Πάπας Φραντσίσκο αρνήθηκε να φορέσει (εις ένδειξη ταπεινότητας ίσως) τις κόκκινες παντούφλες αυτές που δεν είχαν μαύρη φούντα αλλά χρυσά σιρίτια  διότι πώς να το κάνουμε θα ήταν αποφόρια του Βενέδικτου, (Τι σου είναι κι αυτός  ο Πάπας)  μου ξανάρθε στον νου τα δικά μου κόκκινα τσαρούχια αυτά που δεν πρόλαβα να θαραπαώ!
Θα μου πείτε τε τι σχέση έχει ο Πάπας  καμία, απλούστατα ήταν και τα δυο κόκκινου χρώματος, το ένα το τσαρούχι εννοούσε λεβεντιά ελευθερία και οι παντούφλες υποταγή σε ένα καθιερωμένο στάτους…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Η Παράδοση:

 Η παράδοση:

Μου μήνυσε ότι  θέλει να με δει, της είπα όχι, ήταν τότε που ο ιδρώτας κατέβαινε από το μέτωπό, έμπαινε στα μάτια κι έτσουζε, τά’κλεισα σε μια ξαπλώστρα σε ένα παγκάκι, στης κουπαστής, το σκεπαστό της πρύμης.  Παγκάκι   που άφησε σημάδια της σανίδας στο πρόσωπο λες και ήταν κάγκελα φυλακής. Ξάπλωσα  μ’ ένα σώμα αποχαυνωμένο από τη ζέστη, ένα σώμα  όπου τόγλυφε το αεράκι εξατμίζοντας τον ιδρώτα, έτσι   το σώμα άρχιζε να δροσίζεται έπαιρνε ανάσα. Θόρυβος  ακούστηκε, είχαν αναστατώσει το βαπόρι, ένας Κεφαλλονίτης με είδε που κοιμόμουν,    φώναζε τ’ όνομά μου:

Τόξερα  πως θάσουνα εδώ, το βαπόρι ολόκληρο σε ψάχνει,   ξύπνησα, το σώμα   ξαναζωντάνεψε κι άρχισε να ψάχνει να βρει   εκείνη που της είχε πει το όχι, αυτή που είχε  ξεσηκώσει το βαπόρι.
Βγαίνοντας από την πύλη αυτή είδε τις γραμμές απ’  το παγκάκι που αλύσωναν το πρόσωπό μου έβαλε το χέρι της και τις χάιδεψε ήταν η παράδοση του ναυτικού στης στεριάς τα καρδιοχτύπια.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  



Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Η Μοναξιά σε ένα σύγχρονο κόσμο

                                    H Μοναξιά σε ένα σύγχρονο κόσμο.

Χάθηκε το ενδιαφέρον,  το πνεύμα έπαψε να τον παρακινεί, έχασε και την περιέργειά του, το βλέμμα του απλανές, ούτε που σκέφτεται να γυρίσει σελίδα, έμεινε μια χούφτα κόκαλα, τυλιγμένα σε ανθρώπινο πετσί. Η καρέκλα  του κομπιούτερ τον γέμισε ρόζους, ούτε το τηλέφωνο  κουδουνίζει, έξω καταχνιά, μαυρίλα συννεφιά, περιμένουν χιόνι   παγωνιά, η υγρασία του δίνει στα νεύρα κι αυτά τα ρημάδια τα κόκκαλα πονούν, το τσουκάλι βράζει φασολάδα, μαζί της χαράζει η ελπίδα, η ελπίδα της νιότης, αυτή  που  φέρνει η μνήμη. 

Γύρω του υπάρχει η σιωπή, αυτή που τρέχει σαν ποτάμι στην άβυσσο της αιωνιότητας.
Όμως αυτός  ακούει τον παφλασμό της, ο χρόνος του κρατά συντροφιά,  ανυπομονεί να φύγει από κοντά του, χωρίς  να καταλαβαίνει ότι με αυτό συντομεύει το μονοπάτι της ζωής του.

Μάταια ζητά μια ζεστή αναπνοή, νάχει τα γούστα του, ένα χάδι, ένα καλό λόγο, αισθάνεται ικανός για απολογία, λες και είναι ο  Σωκράτης, όμως δεν έφταιξε σε τίποτα,  ούτε μπορεί  να λύσει το μυστήριο της σχετικότητας δεν  είναι ο Αϊνστάιν,  ούτε  μπορεί να ζήσει σαν υπαρξιστής δεν   είναι ο Πολ Σαστρέ, ούτε ο  Αλμπερτ  Καμύ από τ’  Αλγέρι.
Είναι ένας απλός άνθρωπος.


Αντί αυτών γεμίζει με μια ψυχική   μοναξιά, ανοίγει τον υπολογιστή, τίποτα, κανένας, κανένα  μήνυμα, καμιά επιστολή, αισθάνεται αχρείαστος, άχρηστος, όλοι τον προσπερνούν, φυτεύουν τα τριαντάφυλλά τους σε άλλους κήπους.
 Η  σανιδένια μυρωδιά πεύκου της καρέκλας τον  μεταφέρει στην λευτεριά άλλων εποχών,  σήμερα τον πνίγει, το μπλε τριαντάφυλλο που έψαχνε τόσα χρόνια μαράθηκε, έπεσαν τα φύλλα του, έπαψε να ευωδιάζει,  το διαδίκτυο απρόσωπο, του λείπει η άχνα μιας  ανθρώπινης αναπνοής δίπλα του,  τι κι αν τα χρόνια διάβηκαν, η ψυχή δεν γερνά ποτέ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Καλό σας Μήνα Μάρτη.

                                            Καλό σας Μήνα Μάρτη

Μια παροιμία στην Αγγλική γλώσσα λέει ο (Μάρτης  μας έρχεται σαν λιοντάρι και φεύγει σαν αρνάκι.)  Έτσι μας ήρθε και ο σημερινός.

 Χθες ήταν χαρά Θεού σήμερα ο άνεμος σφυρίζει απ’ τα σύρματα του ηλεκτρικού των τηλεφώνων  λες και είσαι σε καράβι μέσα  φουρτούνα, αύριο θα χιονίσει, αλλά ότι και να κάνει που θα πάει θάρθει και η Άνοιξη αυτή που όλοι περιμένουμε  να ανθίσουμε κι εμείς όχι σαν φιόρα αλλά  με ένα χαμόγελο στα χείλη, με μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

                                                 Γαβριήλ Παναγιωσούλης