Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Δεν τα κατάφερα:

Το Ταξί μου,

Το λεωφορείο βαρύ και παλαιό προχωρούσε αργά νωχελικά στον γεμάτο λακκούβες σκονισμένο δρόμο. Δεν είχε μείνει παρά μόνο ένας επιβάτης, ένας χλωμός αδύνατος, φαινόταν αναστατωμένος.
Ε! φίλε μέχρι που πας; Τον ρώτησε ο οδηγός.
Πάω στο Μοράλες,
Μα εγώ δεν πάω εκεί, πάω στο Ματίας θα πρέπει να κατεβείς, να περιμένεις το επόμενο.

Τότε άσε με εδώ.

Σηκώθηκε απότομα και άνοιξε την πόρτα με δύναμη, ο σοφέρ φρενάρισε, ο επιβάτης πετάχτηκε έξω. Προχώρησε στην άκρη του δρόμου και κρύφτηκε πίσω από τους τροπικούς θάμνους.

Τι παράξενος άνθρωπος μουρμούρισε ο οδηγός ο Χουάν αυτός που υπερηφανευόταν για το κόκκινο λεωφορείο του και είχε ζωγραφίσει έναν λευκό κρίνο και το ονόμαζε γραμμές «Η Λευκή Καλόγρια» .
Όταν δεν δούλευε σαν οδηγός έκανε τον χασάπη, είχε στην αγορά ένα κιόσκι που έμοιαζε με κλουβί, κάθε πρωί κλεισμένος μέσα με ένα ξεσκονιστήρι έδιωχνε τιε μύγες, άνοιγε το πορτάκι και σου πουλούσε κρέας. Με το δυνάμωμα της ζέστης έκλεινε το χασάπικο.

Η Σόϊλα είχε συνοδέψει έναν φίλο της ναυτικό μέχρι την πύλη του μόλου.
Κοιτούσε να γυρίσει σπίτι της με κανένα άδειο ταξί, χωρίς φυσικά να πληρώσει.
Στάθηκε στην άκρη του δρόμου και περίμενε, μου έκανε νόημα, σταμάτησα, πας για την πόλη μου λέει, με παίρνεις μαζί σου;
Έλα, ανέβα, έκατσε δίπλα μου. ήταν παλιά γνωστή μου από τότε που συζούσε με έναν έλληνα ναυτικό, τώρα είχαν χωρίσει.

Όπως οδηγούσα πετάχτηκε μπροστά μου, ακριβώς απέναντι από την διασταύρωση των δρόμων και δίπλα από τα διυλιστήρια, ένας νεαρός μου έκανε νόημα. Σταμάτησα άνοιξε την πισινή πόρτα και μπήκε, η Σόϊλα μου λέει φίλε δεν θέλω να σου χαλάσω το αγώι, άφησέ με εδώ, κάποιος άλλος θα με πάρει. Ο καινούργιος επιβάτης μου λέει τράβα ίσια για τον δρόμο που πάει έξω απ’ την πόλη, θα σου πω που να σταματήσεις.
Όταν φτάσαμε κοντά στο σταυροδρόμι της Ζακάπας περίπου 100 και χιλιόμετρα σταμάτα εδώ μου λέει, τι σου χρωστώ με πλήρωσε και γύρισα προς τα πίσω.

Η πόλη του λιμανιού ήταν ανάστατη, ένας οδηγός λεωφορείου είχε τρακάρει, και είχε σκοτώσει μια γυναίκα, τον αναζητούσε η αστυνομία. Κατάλαβα ότι ήταν ο επιβάτης, δεν είπα τίποτε κανενός.

Σαν βράδιασε στην πιάτσα των ταξί με βρήκε φίλος ναυτικός. Θα με πας στο μπαρ η ‘Γαλάζια Θάλασσα’.
Έλα μέσα να σε κεράσω, θέλω να συζητήσουμε, ήπιαμε δυο μπύρες και μου είπε τον καημό του, θέλω να ενοικιάσω ένα δωμάτιο, μπορείς να με βοηθήσεις!
Τι να το κάνεις;
Έχω μια κοπέλα, επιμένει να την πάρω από εκεί που μένει, να μένει μόνη της κι εκεί να με περιμένει να περνάμε τις μέρες μας μαζί όταν θα γυρίσει το βαπόρι.
Ε! όχι του λέω, δεν σε συμφέρει, όχι αυτό δεν το κάνω γιατί μετά θα με βλαστημάς.

Αποτέλεσμα τον έχασα από πελάτη, έκανε ότι δεν με έβλεπε στην πιάτσα, κι έπαιρνε άλλο ταξί . Σηκώθηκα να φύγω, πιο πέρα καθόταν η Σόιλα με τράβηξε απ το μανίκι, κάνε μου παρέα για λιγάκι,
Μα γιατί;
Ένα βαπόρι αμερικάνικο της United Fruit είχε έρθει στο λιμάνι, ήταν ένα μικρό φορτηγό-ποστάλε, τακτικών γραμμών.
Ξέρεις, έχω μια υπερηφάνεια δεν θέλω να με αγγίξει μαύρος, απέναντί μας ήταν αυτός ο αμερικάνος ναυτικός, πώς να στο πω δεν θέλω να κάνω παρέα με μαύρο, όταν λοιπόν μας δει ότι μαζί να συζητάμε θα φύγει.
Έτσι κι έγινε.
Άλλη μια απλή μέρα πήγαινε προς το τέλος της, πήγα σπίτι στην βεράντα, ξάπλωσα στην αιώρα μου, προσπαθούσα να ξεχάσω την ναυτική ζωή, προσπαθούσα να ξεχάσω τα παλιά, να μην βλέπω την εκμετάλλευση των συναδέλφων ναυτικών, εν τέλει δεν τα κατάφερα, κι έμεινα όπως ήμουνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Η Σταλαγματιά:

Ένα αιώνιο γιατί;
Μια σταλαγματιά θύμησης κύλησε σα δάκρυ, έπεσε χάμω, ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.

Αν προλάβαινε η μάνα της Αγγελικής να πήγαινε στο Αργοστόλι με τα πόδια μια απόσταση 35 χιλιομέτρων να φέρει το φάρμακο ίσως να γλύτωνε, ήταν μόλις 7 χρονών κοριτσάκι, δεν πρόλαβε όμως. Στο χωριό είχε πέσει μια επιδημία δυσεντερίας, μετά έφυγε ο συμμαθητής μου ο Νίκος, μετά μας ήρθε ο άνθρακας, μετά η ευλογιά, η Ιλαρά, ο κοκίτης, ο τύφος, ο τριχοφάγος, η ραχίτιδα όλα αυτά στα μικρά παιδιά. Στους μεγάλους βασίλευε το χτικιό και ο φόβος να μην αγγίξουμε τίποτα, να μην κολλήσουμε.
Σαν ξημέρωσε ο θεός την ημέρα από στόμα σε στόμα έφτασε η είδηση και στ’ αυτιά μας. Δυο φορτηγά αυτοκίνητα γεμάτα κατακτητές γερμανούς στρατιώτες πήγαιναν προς το λιμάνι της Σάμης. Είπαν ότι οι αντάρτες του ΕΑΜ τους κάνανε καρτέρι, ξάπλωσε ένας στη μέση του δρόμου και με το αυτόματο γάζωσε τον οδηγό κλπ…

Οι Γερμανοί οπισθοχώρησαν προς το Φισκάρδο, όλοι περίμεναν αντίποινα.

Από το σπίτι μου χτισμένο στα Μαρκάτα Πυλάρου σε ύψωμα έβλεπα απέναντι προς τ’ ανατολικά τη θάλασσα, το στενό της Ιθάκης και το νότιο ακρωτήρι του αϊ Γιάννη. Την επόμενη μέρα φάνηκαν δυο καραβάκια να πλέουν παράλληλα με την ακτή, λέγανε πως πήγαινα στην Σάμη για αντίποινα. Οι αντάρτες τους έβαλαν με τα κανόνια αυτά που είχαν κυριεύσει από τους Ιταλούς με την παράδοσή τους. Οι κανονιές έπεφταν δίπλα τους, μπορούσα να διακρίνω τον αφρό της θάλασσας.

Σε μια στιγμή ένας καπνός άσπρος φάνηκε να γεμίζει τον ορίζοντα στο μέρος που ήταν τα βαποράκια. Νομίζαμε ότι άρπαξαν φωτιά, όχι, είχαν αμολήσει παραπέτασμα καπνού, έτσι χάθηκαν από τα μάτια μας. Σε λίγο φάνηκε αεροπλάνο αγγλικό και τα βομβάρδισε.
Ακολούθησε η νύχτα σκοτάδι πυκνό, θα ήταν περίπου μετά τα μεσάνυχτα ακούσαμε στο σπίτι κάτι σαν σφυρίγματα και μετά έναν κρότο δυνατό που επαναλαμβάνονταν σε τακτικά διαστήματα, σφύριζαν σα να ήταν ο δαίμονας που ερχόταν να πάρει ψυχές. Ο πατέρας, η μάνα μου μας ξύπνησε όλους, απαγορευόταν να ανάψεις τον λύχνο, αν έβλεπαν φως έδινες στόχο, καταλάβαμε ότι ήταν οβίδες κανονιών που οι γερμανοί μας έστελναν από κάπου κοντά στο Φισκάρδο.
Στην αρχή είπαμε να φύγουμε να πάμε να βρούμε κανένα απάγκιο, απέναντί μας ήταν ένα διώροφο σπίτι, λέγαμε να πάμε να απαγκιάσουμε πίσω από τον μεγάλο του τοίχο. Εν τέλει δεν το κουνήσαμε κάτσαμε στο σπίτι, μια οβίδα έπεσαι σε ένα μας χωράφι στην τοποθεσία ξηρά, έκανε έναν μεγάλο λάκκο.
Ξημέρωσε πάλι ο θεός την ημέρα, ήμασταν όλοι καλά, ήταν Σεπτέμβρης του 1944, περιμέναμε με ελπίδα τους κατακτητές να φύγουν. Όταν κάποτε έφυγαν τότε στο σχολείο μας ήρθε κάποια μικρή βοήθεια από την UNRA, μας μοίρασαν κι από μια οδοντόβουρτσα και μας δίδαξαν να πλένουμε τα δόντια μας, μέχρι τότε βάζαμε αλάτι στο δάκτυλο και τα τρίβαμε. Περιμέναμε την λευτεριά, χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα άρχιζε ένας καινούργιος αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος, πολύ χειρότερος από αυτό των κατακτητών όπου κράτησε μέχρι το 1949, σημαδιακός χρόνος για εμένα, τότε ήταν που έριξα μια πέτρα πίσω μου, που από την πολυκαιρία έγινε μαύρη, πολλά χρόνια πείνας στέρησης, πολλά χρόνια αμάθειας, αγραμματοσύνης, πολλά χρόνια ανελεύθερης ύπαρξης, πολλά χρόνια λογοκρισίας, θυμάμαι τις επιστολές που λαβαίναμε ήταν όλες ανοικτές λογοκριμένες, από τα διάφορα κυβερνητικά όργανα.
Κανονικά θα πρέπει να είχα ξεχάσει αυτά τα συμβάντα, αλλά δεν γίνεται, είναι η ιστορία του τόπου μου, είναι η λαχτάρα μου, είναι ο εαυτός μου τυλιγμένος σε κουρέλια, είναι για να θυμόμαστε την Ελλάδα μας, την του τότε, αυτή που ακόμα είναι στις καρδιές μας, έστω κι αν έχει αλλάξει… και στο γυρισμό μετά από τόσα χρόνια βρήκα τα ερείπια, την ερημιά, την απελπισία.
Θεέ μου, γιατί; Τι φταίνε τα μικρά παιδιά, αυτά που τους σκότωσαν την αθωότητά τους, αυτά που μεγάλωσαν σαν γέροι τυλιγμένοι σε παιδικό νεανικό κορμί;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Η κοινωνία μας

Η κοινωνία εκμοντερνίζεται, οι γενιές των ανθρώπων αναδέχονται η μια την άλλη χωρίς να έχουν τον συνδετικό κρίκο αναμεταξύ τους.
Παραδείγματος χάριν, εμείς με τους γονείς μας είχαμε έναν κοινό παρονομαστή, στα φαγητά, στα γούστα, στον τρόπο εκμάθησης της γλώσσας μας, ξέραμε όπως και η νέα μας γενιά το πώς ανάβει το κουμπί του φωτός στο σπίτι, ή η λάμπα του πετρελαίου, ή το λυχνάρι.
Εδώ που ήρθαμε, τα παιδιά μας φυσικό ήταν να μάθουν τα χούγια του τόπου που μεγαλώνουν, η καινούργια τεχνολογία, προχωρεί πιο γρήγορα από το ό,τι κατορθώνει να απορροφήσει ο νους μας, έτσι κάθε μέρα που περνά γινόμαστε πιο αδαείς τότε φωνάζουμε τον εγγονό μας να μας δήξει το πώς δουλεύει το τηλέφωνο, το ipod το πώς να στείλουμε ένα μήνυμα με το ιντερνέτ.
Σκεφτόμαστε ότι ήρθε η ώρα να πούμε στα παιδιά μας στα εγγόνια μας, θέλουμε να τους δήξουμε τις δικές μας επιτυχίες, την καταγεγραμμένη σκληρή ωμή ζωή του τότε μετανάστη, τις δικές μας κληρονομιές αυτές που θα αφήσουμε σε αυτά όταν έρθει η ώρα του ταξιδιού μας.
Κοιτάμε πίσω μας με τρόμο, βλέπουμε ότι δεν έχουμε να αφήσουμε απολύτως τίποτα, η ευφορία που φέρνει το χρήμα όταν υπάρχει παρέρχεται, αλλάζει χέρια, η εκκλησία θα εξακολουθεί να υπάρχει και όχι μόνο αλλά για να επιβιώνει θα αλλάζει όψη σύμφωνα με την τεχνολογία και τη γλώσσα της στιγμής, αυτής της νέας γενιάς.

Τα βιωματικά συγγράμματα των πρωτοπόρων, οι ωμές εμπειρίες του τότε, αφού σήμερα δεν εξυπηρετούν κανένα θα χαθούν. Ένα ατόφιο κομμάτι ελληνικής ψυχής, στα τόσα χρόνια ύπαρξης του ελληνισμού στα ξένα μέχρι σήμερα δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ κανένας να συνάξει αυτή την διασπορική Ελλάδα, σε μια γωνιά, σε ένα δωματιάκι, με τον τίτλο η ψυχή του έλληνα έμεινε ελληνική, αλλά ως συνήθως αυτοί που γράφουν, αυτοί που αποτυπώνουν με την πένα τους τη, σκληρή ζωή δεν έχουν τη δύναμη να μοιράζουν οφίκια παραμερίζονται πάντα σε βάρος του Ελληνισμού, προς όφελος των φερόντων τίτλων ανύπαρκτων άγνωστων πόλεων.
Εμείς τι κάνουμε; Μοιρολατρικά βαδίζουμε προς το τέλος, τι θα μείνει πίσω μας, το τίποτε το χάος, μα δεν είναι κρίμα να μην υπάρχει μια κουκίδα στίγματος στο χάρτη ότι σε αυτό το μέρος κάποτε ζούσαν υπήρχαν Έλληνες;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη
Αυτή η επιστολή δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ, Νέας Υόρκης 15, Ιανουαρίου 2010

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Έχε Πίστη:

Η Σάσα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, θα πήγαινε στο ληξιαρχείο να δηλώσει τη γέννηση του παιδιού της. Σκέφθηκε ποιος να ήταν ο πατέρας του, μήπως ο Έλληνας ναυτικός, μήπως ο χωροφύλακας, ή μήπως ο Τομάς αυτός που δούλευε σε Βενζινάδικο. Σκέφτηκε ποιανού να το φορτώσει. Τελικά ο ναυτικός είχε φύγει, ο Χωροφύλακας την απείλησε ότι δεν ήταν δικό του και ο Τομάς της είπε ότι το αμφέβαλε και ότι ήταν πολύ φτωχός για να την βοηθήσει, έτσι ας έκανε ότι ήθελε.
Πήγε λοιπόν στο ληξιαρχείο και το δήλωσε με ένα όνομα και ένα επώνυμο, το δικό της, σημείο ότι το ένα επώνυμο σύμφωνα με τις συνήθειες εννοεί ότι ήταν άγνωστου πατέρα.
Το ονόμασε Χούλιο, επώνυμο Εστράδα.

Είχε σουρουπώσει τα πιτσιρίκια της γειτονιάς παίζανε στη λασπωμένη γη, τα κουνούπια και τα άλλα φτερωτά ζωύφια χόρευαν γύρω από το φως της φθοριούχας λάμπας της κολώνας του δρόμου. Οι βάτραχοι χοροπηδούσαν κι έσκουζαν στο παρακείμενο χαντάκι, από μακριά ακουγόταν ο απόηχος μουσικής από διάφορα νυκτερινά κέντρα όπου γλεντούσαν ναυτικοί, με κορίτσια αυτά που πουλούσαν ότι ήθελαν οι ναυτικοί εκτός από αγάπη. Οι αστυνομικοί περιπολούσαν προσπαθώντας να ανακαλύψουν τίποτα λαθραία που θα κουβαλούσαν μαζί τους οι ναυτικοί, συνήθως δώρα αρώματα κλπ…
Η σειρήνα αλλαγής βάρδιας εργατών λιμανιού ηχούσε όλο το εικοσιτετράωρο. Οι ατμομηχανές σφύριζαν για αλλαγή βαγονιών φορτίου με μπανάνες ή καφέ ή ζάχαρη. Ξαπλωμένος στην αιώρα μου κατά μήκος της βεράντας του σπιτιού μου αναπολούσα τη ζωή των βαποριών έλα όμως που με είχε νικήσει η του ταξιτζή η οποία ήταν αλληλένδετη με τη γυναίκα.

Η Σάσα φάνηκε να έρχεται, προς το μέρος μου, είχε δει ένα όνειρο και ήταν αλαφιασμένη, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν ήταν όνειρο, χθες το βράδυ άκουσε θόρυβο περνούσε απ’ έξω η άμαξα αυτή με τα μαύρα άλογα, μου φάνηκε σα να ήταν το κάρο του θανάτου που μαζεύει τις ψυχές, είπε. Κακό όνειρο της είπε η Εύα αυτή που περίμενε μισο-κρυμμένη στη γωνία στο μισοσκόταδο τον φίλο της. Ο άνδρας της ήταν ράφτης και δούλευε μέχρι αργά το βράδυ.
Την άλλη μέρα ήρθε η είδηση, σκότωσαν τον Χούλιο, πισώπλατα. Η Σάσα άρχισε τις φωνές μαζεύτηκαν γείτονες, ρωτούσαν το γιατί, που; πότε; Που ήταν το πτώμα; Στο ποτάμι της είπαν, πέρα από τη γέφυρα, ανήκε σε μια παραστρατιωτική οργάνωση το λευκό χέρι, αυτή που τρομοκρατούσε τους αγρότες. Έφυγε για εκεί. Πέρασαν οι μέρες.

Ο τουρίστας φορούσε ένα εξωτικό πουκάμισο με κάτι πράσινες κιθάρες, ήταν αμερικανός απ’ το Μαϊάμι, ζητούσε ταξί, μου λέει θέλω το ταξί σου για όλη την ημέρα, θα σε πληρώνω με την ώρα, θα με πηγαίνεις να δω όλα τα αξιοθέατα της πόλης του λιμανιού. Κάναμε συμφωνία, μαζί του μάλιστα είχε και μια κρεμάστρα, κουβαλούσε ένα πουκάμισο μισο-βρεμένο και το κρέμαγε στην κρεμάστρα πάνω απ την πόρτα του πισινού καθίσματος. Με την τροπική ζέστη στέγνωνε γρήγορα.
Απομεσήμερο θυμήθηκα πως με είχαν καλέσει στο σπίτι του σκοτωμένου για τη ‘νοβένα’ εννιάμερο να προσευχηθούμε για την ψυχή του. Είχαν ανάψει κεριά, γυναίκες και άνδρες μαζεύτηκαν για να δώσουν τα συλλυπητήρια τους, μερικές γυναίκες άρχισαν να ψάλλουν το Άβε Μαρία, μητέρα του Θεού… κρατώντας ροσάριο κομποσκοίνια η Σάσα και λοιποί συγγενείς έκλαιγαν, άλλες γυναίκες έφτιαχναν καφέ μαύρο, είχαν φέρει και ποτό. Τα κέρινα καντήλια αναμμένα σε κάθε γωνιά η καπνιά τους γέμιζε το δωμάτιο, ανακατευόταν με τη ζέστη κι έτρεχε σαν ιδρώτας και σε μούσκευε, μερικοί είχαν φέρει και λουλούδια. Κατά το απογευματάκι είπα στον τουρίστα πελάτη μου, πρέπει να φύγω, έχω μια υποχρέωση αλλά θα σε πάω σε άλλον φίλο ταξιτζή του εξήγησα το λόγο. Καταλαβαίνω, μου λέει έβγαλε από την τσέπη του και μου έδωσε μια εικόνα του χριστού με τίτλο: Δεν ήταν κανένας σπουδαίος, ήταν όμως Θεός.
Έχε πίστη, μου είπε κι έφυγε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Επανάσταση.


Η πόλη της Γουατεμάλας είναι χτισμένη σε ένα οροπέδιο 1500 μέτρων ύψος έχει πάντοτε ένα κλίμα γλυκό, ήπιο, με λουλούδια όλο τον χρόνο και δυο εποχές, των βροχών και της ξηρασίας. Η των βροχών ήταν ο χειμώνας τους ο οποίος άρχιζε τον Μάη μέχρι τον Οκτώβρη.

Στις άκρες η πόλη συνόρευε με τεράστιες βάραθρους, στις πλαγιές τους ήταν χτισμένα οι μπαρακο-γειτονιές των φτωχών, μετά ήταν μια μεγάλη γέφυρα η οποία σύνδεε την πόλη με την εθνική τους οδό προς τις ακτές του Ατλαντικού, ένας δρόμος 295 χιλιομέτρων. Η ονομασία της γέφυρας αυτής ήταν Belize μια παλιά επαρχία της Γουατεμάλας που την είχαν ενοικιάσει τον 19 αιώνα στους εγγλέζους με αντάλλαγμα την κατασκευή σιδηροδρόμων από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό. Αποτέλεσμα μετά από χρόνια η επαρχία έγινε αποικία και μετά απόκτησε την ανεξαρτησία της, υπάρχει μέχρι σήμερα σαν ξεχωριστό κράτος με γλώσσα την αγγλική. Πριν μπούμε στη γέφυρα πάνω σε ένα άλλο ύψωμα ήταν χτισμένη μια στρατιωτική βάση, ονομαζόταν Βάση υποστράτηγου Ζαβάλα.

Είχα ένα μικρό κατάστημα που είχα μόλις εγκαινιάσει όταν ακούστηκε βόμβος αεροπλάνων, μετά πολυβολισμοί. Βγήκαμε όλοι στο δρόμο, τα αεροπλάνα μονοκινητήρια καταδιωχτικά τύπου mustang του Β! παγκοσμίου πολέμου πηγαινοερχόταν και πολυβολούσαν στο απέναντι μικρό οροπέδιο όπου ήταν η στρατιωτική βάση.
Τρέξαμε βάλαμε το ραδιόφωνο, είχαν μόνο τραγούδια, μετά από λίγο όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έκαναν αλυσίδα (Cadena) με το κρατικό ραδιόφωνο το TGW, τα αεροπλάνα συνέχιζαν να περνούν ξυστά πάνω από τα σπίτια και να πολυβολούν.
Τέλος μεταδόθηκε μια διάδοση που από στόμα σε στόμα έφτασε και σε εμάς. Κηρύχτηκε επανάσταση, ένας συνταγματάρχης με την βοήθεια της αεροπορίας πολυβόλησε και νίκησε τη στρατιωτική βάση Ζαβάλα, ο πρόεδρος της χώρας Ydigoras δραπέτευσε, ο συνταγματάρχης Peralta πήρε στα χέρια του την κυβέρνηση κι άρχισε να βγάζει λόγους να πείσει την κοινωνία ότι αυτός ήταν ο μεσσίας της δικαιοσύνης.
Τη βάση την κατάλαβαν οι καινούργιοι, εκεί άρχισε το πλιάτσικο. Στην αναμπουμπούλα αυτή φίλος μου στρατιώτης είχε κλέψει ένα ράδιο και κάτι άλλα μικροπράγματα, την νύχτα θα φύλαγε βάρδια στην μια άκρη της γέφυρας.
Με παρακάλεσε να πάω τάχαμου ότι θα περάσω τη γέφυρα θα με περίμενε και θα με σταματούσε για έλεγχο, θα μου έβανε στο αυτοκίνητο μου, ότι είχε και θα γύριζα πίσω, μην φοβάσαι μου είπε, είμαι το κράτος.

Γύρω μου οι κορυφές των βουνών ήταν κωνικές από τα τόσα πολλά ηφαίστεια που δεν ήταν ενεργά, εκτός από ένα το της φωτιάς που ήταν σε 3835 υψόμετρο ήταν απέναντι από το σπίτι μου, όπου κάθε βράδυ έφεγγε τη γειτονιά με εκρήξεις και ποταμάκια λάβας κατέβαιναν από τα μονοπάτια, πολλές δε φορές μας σκέπαζε με μια στάχτη μαύρη, έτσι το πρωί πριν φύγω για δουλειά ξεσκόνιζα το αυτοκίνητό μου, ήταν από το Volcán de Fuego de Alotenango ένα χωριό της προάστιο της πόλης της Γουατεμάλας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Εμπειρίες:

Η ζωή συνεχίζεται
Σε άλλες κοινωνίες ίσως οι συγγραφείς να ψάχνουν να βρουν θέματα για να αρχίσουν να γράφουν. Η ζωή μου ήταν τέτοια ώστε τα πολλά και διαφορετικά θέματα συσσωρεύονται γύρω μου σαν πολύχρωμα κομφετί σαν αυτά που πέφτουν την πρωτοχρονιά στο Times Square New York. Αυτά τα κομφετί μόλις φυσήξει αεράκι σαν αιωρούμενα θέματα αρχίζουν να με πνίγουν, δεν μπορώ να πάρω αναπνοή, τότε είναι που αρχίζω να γράφω, φόβος μου μήπως φύγω απ’ την ζωή πριν προλάβω να ολοκληρώσω αυτά που θέλω να πω.

Όποιος γράφει δεν γράφει κάτι για να το βάλει σε ένα καλούπι ώστε να γίνει ομοιόμορφο με τους άλλους.

Πόσοι το καταλαβαίνουν αυτό; Ε! Είναι ζήτημα καλαισθησίας, πνεύματος και γνώθι σ’ αυτόν.

Πριν μερικές μέρες πήγα σε ένα ελληνικό γραφείο, μερικά τεύχη από το τελευταίο μου βιβλίο. Όχι με αντάλλαγμα δηλαδή να τα πωλήσω αλλά τα δώρισα ώστε κι αυτοί να τα κάνουν ότι θέλουν. Χριστούγεννα, είναι Πρωτοχρονιά είναι, η απάντησή τους, μου έφερε παγωμένα ρίγη στα κόκκαλα.
Ξέρετε βιωματικά βιβλία, με θαλασσινές παγκόσμιες περιπέτειες δεν έχουν ενδιαφέρον, αυτά που περνούν είναι τα μυθιστορήματα, οι νουβέλες…

Μετάνιωσα, ντράπηκα, αλλά ήταν αργά, τα άφησα κι έφυγα…
Με σκυφτό κεφάλι πήγα στο καταφύγιό μου, ερχόταν Χριστούγεννα, πρωτοχρονιά. Δεν είπα κανενός τίποτα, αλλά μέσα μου, μου τσάκισε την αυτοπεποίθηση. Παραμονή Χριστουγέννων, Noche Buena, μαζευτήκαμε όλοι σε μια ζεστή οικογενειακή ατμόσφαιρα, γλεντήσαμε, χορέψαμε, φάγαμε ήταν η συνέχεια των περιπετειών του βιβλίου μου τούτη τη φορά με χειροπιαστές αποδείξεις, αυτές που δεν γράφονται σε νουβέλες. Κατάλαβα ότι η ζωή η ίδια όπως άρχισε έτσι συνεχίζεται.

Νε έχετε Καλή χρονιά

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Το Αντίδοτο,

Η νοσταλγία και οι αναμνήσεις , είναι μέρος της ζωής σου, σε βοηθούν να καταλάβεις το ποιος είσαι, φανερώνουν την ταυτότητά σου, στην πολυπολιτισμική κοινωνία όπου ζεις και υπάρχεις.
Μια διαφορετική Πρωτοχρονιά!
Η κουκέτα μου δίπλα στο φινιστρίνι, ένα γραφείο βιδωμένο στο πάτωμα, με μια κινητή καρέκλα, ένας ανεμιστήρας βιδωμένος στον τοίχο, η πόρτα του δωματίου μου πάντοτε στον γάντζο, ώστε να μην με κλείσει μέσα, εν περιπτώσει ναυαγίου, μια σέσουλα τενεκεδένια σφηνωμένη κόντρα στο φινιστρίνι για να φέρνει αέρα στις ζεστές θάλασσες και λιμάνια. Η καμπίνα μου ήταν στη μέση του βαποριού επικρατούσε φοβερή ζέστη. Ήταν ακριβώς πάνω από το στόκολο, δηλαδή πάνω από τα καζάνια παραγωγής ατμού. Είχε κι ένα νιπτήρα, σε αυτό το ίδιο δωμάτιο, στο ίδιο βαπόρι έζησε 6 ολόκληρα χρόνια. Συνήθως αυτούς τους ναυτικούς που μένουν τόσο πολλά χρόνια στο ίδιο βαπόρι τους λένε καραμάνια, δηλαδή χάνουν την επαφή με τον έξω κόεμο. Γίνονται ένα με τη λαμαρίνα τουλάχιστον αυτή τη αλείφουν ψαρόλαδο για να μην σκουριάζει. Η γάτα που είχαμε στο βαπόρι για να μην την πιάσει η λαμαρίνα και τρελαθεί, της κρεμούσαμε στο λαιμό ένα κομμάτι χαλκό, μπακίρι, εμείς ασφαλώς όχι όλοι αλλά οι περισσότεροί μας για να μην μας πιάσει η λαμαρίνα, (υπολογίζω μια ψυχονευρωτική νόσος) το αντίδοτο ήταν τα λιμάνια, οι γυναίκες, το ποτό το γλέντι, όσα προλάβουμε σε κάθε ταξίδι σε κάθε πόρτο, αφού αύριο θα αρμενίζουμε ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα, και θα βλέπαμε γυναίκα μόνο στις φωτογραφίες των ημερολογίων κρεμασμένων στον τοίχο.
Τέλη Δεκεμβρίου αναχωρήσαμε από Μπελίζε το επόμενο λιμάνι το Κορτέζ Ονδούρας. Κανονίζαμε που θα περάσουμε την πρωτοχρονιά, αν κι εάν μας βάλουν μέσα στο λιμάνι τουλάχιστον να βγούμε στη στεριά.
Ήρθε τηλεγράφημα αν φτάσετε πριν την 6 απογευματινή θα πέσετε δίπλα, αν όχι στο αγκυροβόλιο και θα περιμένετε μέχρι τις 2 Ιανουαρίου.
Η μηχανή άνοιξε φτάσαμε 5 απογευματινή 31 Δεκεμβρίου, διπλαρώσαμε στην αποβάθρα, πρατιγάραμε, οι εργάτες δεν δούλευαν οπότε αυτό που μας έμενε ήταν να γλεντήσουμε. Κανόνισα με το καμαροτάκι στις 12 τα μεσάνυχτα να βγάλει στην τραπεζαρία τίποτα γλυκά πιοτό για τις βάρδιες της μηχανής, για άλλους που επέμεναν να παίζουν χαρτί και όποιος ήθελε να καλωσορίσει τον καινούργιο χρόνο, και πήγα έξω με παρέα. Τα μπαρ πολλά κοντά στο μόλο στη σειρά το ένα δίπλα από το άλλο, οι γυναίκες του πόρτου όταν είδαν ελληνικό βαπόρι βγήκαν τσάρκα και ήταν πολλές, πάρα πολλές, η κάθε μια έβγαινε περίπατο να αρπάξει μια οποιαδήποτε ευκαιρία.
Δεν είχα υπολογίσει όμως μια μικρή από τα προηγούμενα ταξίδια, με περίμενε στην πύλη, για αυτήν μια ευχάριστη έκπληξη, ρεβεγιόν αν μπορεί να λεχθεί έτσι θα κάναμε μαζί, ο καινούργιος χρόνος θα μας εύρισκε μαζί. Αρχίσαμε σε γνωστό μπαρ, εκεί μας βρήκαν και δυο φίλοι ντόπιοι Λιβανέζοι έμποροι υφασμάτων που τους ήξερα από πριν ο Μπισίρ και ο Μπισάρας Καναουάτη, ο ταξιτζής Κίλγορ με την έγκυο Πατροσίνεα την κοπέλα του. Μαζί μας ήταν κι ένας Κεφαλλονίτης Ληξουριώτης ο Σ. Αραβαντινός που είχε ξεμείνει σε εκείνα τα νερά και μετά μπαρκάρισε στο βαπόρι. Πηγαίναμε από στέκι σε στέκι, ο ταξιτζής στην διάθεσή μας, οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο έπιναν χόρευαν και γλεντούσαν. Με την υποδοχή του καινούργιο χρόνου ανάβουν κροτίδες, βαρελότα γεμίζει ο κόσμος από καπνιά κρότους γέλια, χαρές ευχές, η κοπέλα μου έφερε ένα σωρό, πήγα να βάλω φωτιά σε μια κι έσκασε στα χέρια μου. Πίναμε και χορεύαμε μέχρι τις 4 πρωί, μετά πήγαμε για ύπνο στις έξη γύρισα στο βαπόρι για δουλειά γεμάτος με ένα αντίδοτο της λαμαρίνας, για να συνεχίσω να υπάρχω, αφού αύριο μεθαύριο θα αρμενίζαμε μακριά απ’ το αντίδοτο ανάμεσα ουρανό και θάλασσα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης







Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Καλή και χαρούμενη Πρωτοχρονιά 2010

Χιόνια στην αυλή 20/12/09
Ανεβασμένος στην καρέκλα στον εξώστη κοιτώ το χιόνι



Πόλεμος, φτώχεια, σκοτωμοί, είναι αυτά που άφησα πίσω μου στην Ελλάδα, μια Ελλάδα που αιμορραγούσε από τον εμφύλιο, μια Ελλάδα που έμεινε και μένει γραμμένη στην ψυχή μου ακόμα μέχρι σήμερα.

Μόνος, μονάχος, παιδί, χωρίς παρέα, χωρίς νουθετήσεις από κανένα, κατόρθωσα να νικήσω αυτό το τέρας που λέγεται επιβίωση, πρόοδος και να μην χάσω την ελληνικότητά μου. Οι πρωτοχρονιές πολλές μαζευόταν στην πλάτη μου σαν πολύχρωμο κουβάρι σπάγκου, κάθε πρωτοχρονιά κι ένας κόμπος, όταν το ξεδιπλώνω μετράω τις πρωτοχρονιές, τους κόμπους που πέρασα στις θάλασσες με παρέα τους γλάρους, με στέρηση της ελευθερίας μου σε κρατητήριο, σε όνειρα που δεν είχαν τελειωμό, αχ! Αυτά τα όνειρα ακόμα με τυραννούν, μα και γλεντώντας σε ξένες πατρίδες, σε λιμάνια με οτιδήποτε προσέφεραν.

Πολλοί οι κόμποι στο κουβάρι, πρωτοχρονιές αξέχαστες, με χαρές ή και με πίκρες, με νοσταλγία, μα και με αγάπη.

Σήμερα πλέον μια ακόμα πρωτοχρονιά περνά κοιτάζω γύρω μου και βλέπω,
τα λουλούδια που με περιτριγυρίζουν κι ευχαριστώ τον Δημιουργό, για τη μεταμόρφωσή μου, το «μου» έπαψε πλέον να υπάρχει, έγινε μας, από έναν διαβάτη μονάχο Aventurero σε κάτι πιο αγαπημένο που μας πλαισιώνει, μαζί με την Ορτανσία φτιάξαμε το δικό μας περιβάλλον, γεμάτο ζεστή αγάπη, θαλπωρή, οικογένεια αυτά που δίνουν αξία και νόημα στη ζωή.

Ευχόμαστε σε όλους σας, στους αγαπητούς-τές αναγνώστες της ΠΥΛΑΡΟΣ υγεία, πρόοδο, ευτυχία και χαρά στον καινούργιο χρόνο 2010.
Με αγάπη,
Γαβριήλ Παναγιωσούλης και οικογένεια

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία


Μπροστα στο Σπίτι μας Γουατεμάλα

Στην φώτο φίλοι μας μπροστά στο ναό (Βasílica) του μαύρου Χριστού, Εσκιπούλας, όπου έχει τη φήμη θαυμάτων, προσκυνητές προέρχονται από όλη την Κεντρική Αμερική.
Το ξύλο της κατασκευής 1594 του εσταυρωμένου, είναι μαύρο ένεκα τις καπνιάς κεριών και αγκαλιάσματα πιστών. Από εκεί και το όνομα. El Cristo Negro de Esquipulas.

Είχε σουρουπώσει όταν καθώς περπατούσα συνάντησα μπροστά μου την πομπή με τα ομοιώματα της Παναγίας με Ιωσήφ, που είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου. Οι προσκυνητές είχαν απιθώσει την πλατφόρμα στη μέση του δρόμου για να βάλουν την κορώνα στο άγαλμα της Παναγίας που είχε πέσει καθώς άγγιξε σε κάποιο σύρμα, ήταν μόνο γυναικόπαιδα. Κάποια κυρία μαζί με παιδάκι με είδε σαν από μηχανή σωτηρία.
Κύριε, μου λέει μας δίνεται ένα χεράκι να ανεβάσουμε στους ώμους μας την πλατφόρμα; Είναι βαριά
.
Η σκηνή στην πόλη της Γουατεμάλας της οποίας οι κάτοικοι εξακολουθούν να έχουν τις συνήθειες που τους μεταφύτεψαν οι Ισπανοί κατακτητές. O μοναχός Πέδρο Ντε Μπετανκούρ (1626-1667) εισήγαγε στην Γουατεμάλα τις θρησκευτικές αυτές τελετές.
Εννέα μέρες πριν τα Χριστούγεννα βγάζουν λιτανεία τα ομοιώματα (imágenes) της Παναγίας και του Ιωσήφ και επισκέπτονται εννέα προκαθορισμένα σπίτια, σε κάθε σπίτι ζητούν φιλοξενία να περάσουν την νύχτα τα «ομοιώματα» (ποσάδα) για να αναπαραστήσουν το ταξίδι του Ιωσήφ και της Μαρίας για απογραφή προς Βηθλεέμ. Οι νοικοκυραίοι έχουν φτιάξει μια φάτνη, τους υποδέχονται δε, με παραδοσιακά φαγητά και ποτά. Οι προσκυνητές και όλοι μαζί ψάλλουν έχοντες κεριά αναμμένα, κάνοντας μια μικρή φιέστα. Αρχίζουν στις 16 Δεκ. και τελειώνουν 24 Δεκ. Οι δρόμοι γεμάτοι από τέτοιες λιτανείες με κεριά αναμμένα που ψάλλουν με όργανα, με τον ρυθμικό χτύπο σε καύκαλο χελώνας και ζητούν «ποσάδα» φιλοξενία. Στο τελευταίο σπίτι την παραμονή 24 μαζί με την Μαρία και Ιωσήφ κρύβουν ένα κουκλάκι ομοίωμα του Χριστού, τότε δηλώνουν σε αυτό το σπίτι γεννήθηκε él niño Jesús κλπ… εκεί αρχίζει μεγάλο φαγοπότι, τα παιδιά σπάνε τις «πινιάτες,» χάρτινες κούκλες γεμάτες καραμέλες, οι μεγάλοι πίνουν, ποτά πηγαίνουν επισκέψεις, χορεύουν και γλεντούν, μερικοί θρησκόληπτοι τα μεσάνυχτα πάνε στην εκκλησία να ακούσουν την λειτουργία του πετεινού, Misa del gallo, λέγεται έτσι γιατί ο κόκορας ήταν ο πρώτος που κατάλαβε τη γέννηση του Ιησού. Το πρωί της καθεαυτό μέρας των Χριστουγέννων τους βρίσκει κουρασμένους, έτσι ανήμερα των Χριστουγέννων κάθονται και ησυχάζουν στα σπίτια τους.
Σε μερικά μέρη υπάρχουν και παραλλαγές σε αυτές τις συνήθειες.

Κάποιο ζιζάνιο είχε μπει μέσα μου, δεν ξέρω, ξαναήρθε μέσα μου η θάλασσα, η Κεφαλονιά, σε αυτό το τόσο μακρινό μέρος, σχεδόν δίπλα από τον Ειρηνικό Ωκεανό, αισθάνθηκα διαφορετικός.
Όχι, τους λέω δεν σας βοηθάω.
Έτρεξα και μπήκα στο σπίτι μου κι έκλεισα την πόρτα. Λέω της γυναίκας πάμε έξω πλύθηκα καθώς βγαίναμε μου λέει η γυναίκα που είναι το δαχτυλίδι σου, κοίταξα το χέρι μου δεν υπήρχε. Η αμαρτία γιατί δεν βοήθησες την Παναγία μου είπε. Περιττό να πω γυρίσαμε πίσω. Ε! λοιπόν το άτιμο είχε φύγει μέσα στην πετσέτα και όπως την δίπλωσα κρύφτηκε.

Παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι είχαμε δικά μας νέα, μας τα έφερε το χτύπημα του πελαργού στο τζάμι, ο οποίος μας έστειλε στο materno infantil ειδικό νοσοκομείο. Εκεί βγάλαμε τη βραδιά την άλλη μέρα των Χριστουγέννων 11:50 πριν τα μεσάνυχτα γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί.

Ήταν ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο.

Κι όλα αυτά σε μια πόλη μακριά από τη θάλασσα, με ιδεώδη ανοιξιάτικο κλίμα με έναν πληθυσμό ιθαγενών σε μεγάλο ποσοστό, σε ένα υψόμετρο 1500 μέτρων με την ονομασία El País de la eterna Primavera, το κράτος της αιωνίας άνοιξης.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Έτσι έπλασαν τη γενιά μας:


Το βιβλίο υπάρχει αυτοτελές, τα πρώτα φύλλα μόνο έχουν φθαρθεί στις άκρες.

Στη γη όπου τα κίτρινα λουλούδια (μαρτιάκοι) αναζητούν τον ήλιο.

Τα τζαμένια παραθυρόφυλλα κλειστά, καθισμένος μπρος στο λαβομάνο με ανοιχτό ένα βιβλίο, ένα βιβλίο πολύ παλαιό που είχα βρει καταχωνιασμένο στο κατώι προσπαθούσα να διαβάσω. Διάβαζα ιστορίες της αρχαίας μας κληρονομιάς, αλλά προπαντός ιστορίες κι ανδραγαθήματα των ελλήνων για την απελευθέρωση από τους Τούρκους εις μίαν γλώσσα καθαρεύουσα όπου λόγιοι και συγγραφείς του 19 αιώνα προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν την ψυχολογία των ελλήνων και να αναλύσουν τα μύρια προβλήματα του ελληνικού έθνους. Ονομάζω μόνο μερικούς από τους παίρνοντας μέρος:
Κοραής, Τρικούπης, Βαλαωρίτης, Φ. Σκούφος, Ραγκαβής, Α. Σούτσος,
Αχ. Παράσχος, Παπαρηγόπουλος, Ζαλοκώστας κλπ…
Η εγκύκλιος του υπουργείου εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαίδευσης φέρει ημερομηνία (Εν Αθήναις τη 21η Νοεμβρίου 1884). Οι πατεράδες μας έμαθαν γράμματα με αυτό, εμείς όχι. Εμείς το χρησιμοποιούσαμε και σαν σημειωματάριο πάνω του γράφαμε τα νούμερα όταν παίζαμε κοντσίνα, από έλλειψη χαρτιού.

Έξω χιόνιζε, σήκωνα το βλέμμα προς τον ουρανό και έβλεπα τις νιφάδες του χιονιού να πέφτουν σαν στάχτη, όταν ήταν μικρές τις ονομάζαμε στουπουλίδα κι όταν ήταν μεγάλες πλατομαντήλα. Η ζεστή του σπιτιού ατμόσφαιρα θερμαινόταν από τα κούτσουρα που καιγόταν στην κουζίνα κι από έναν κουβά με αναμμένα κάρβουνα το ονομάζαμε μαγκάλι μα και από την παρουσία της μάνας η οποία δημιουργούσε μια οικογενειακή θαλπωρή, πάντα είχε μια παδέλα στη φωτιά, έστω και με πουλέντα. Ο πατέρας πήγαινε βόλτα στο καφενείο.

Όχι δεν είχαμε παιχνίδια, μα ούτε και ηλεκτρισμό, σαν βράδιαζε χωνόμαστε κάτω από τις κουβέρτες να ζεσταθούμε, το φως του λύχνου κι αυτό τρεμόσβηνε από τα χάδια του αέρα, αυτού που περνούσε απ’ τις ρωγμές, της σκεπής που πάνω της ξεκουραζόταν τα γύφτικα κεραμίδια.

Το για να διαβάσεις κάτι δεν υπήρχε αρκετό φως, μα ούτε και βιβλία εκτός ένα χοντρό σχολικό ξεφτισμένο με τίτλο Άπασα-Ύλη. Α! κι ένα παλιό περιοδικό το "Μπουκέτο," το οποίο μας έδινε δανεικό κάποιος γείτονας, ραμμένα πολλά φύλλα μαζί με σπάγκο βενέτικο διαβάζαμε δημοσιεύματα του Σταμ, Σταμ, κωμικές ιστορίες φραντέζων από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης του Α! παγκοσμίου πολέμου. Τα βράδια όλα τα παιδιά λέγαμε παραμύθια, με αυτά τα παραμύθια αποκοιμόμαστε, πάντα με τη λαχτάρα, με την αμφιβολία αν εμείς θα γινόμαστε κάποτε μέρος των παραμυθιών μας. Μοιάζαμε σαν μια πρωτότυπος πηγή παραμυθιών, Ελληνικού Χ. Κ. Άντερσεν, που όμως δεν καρποφόρησε. Ένα καντήλι κι αυτό έκαιγε νυχτιάτικα, σημάδι ότι κατοικούσαν άνθρωποι, με το πολύ κρύο η μάνα γέμιζε μπουκάλες ζεστό νερό και τις έβαζε κάτω απ τα σκεπάσματα, ώστε να ζεσταίνουμε τα πόδια μας. Μετά κάπως καλυτέρεψε η κατάσταση, ερχόταν και το περιοδικό «Θησαυρός» με τη Χοντρή και το Ζαχαρία στο οπίσθιο εξώφυλλο, με νουβέλες της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, με το έλληνες και ξένοι κατάσκοποι στην Ελλάδα του Ι. Β. Ιωαννίδη, την Μαντάμ Σουσού, η πυργοδέσποινα του Βύθουλα, του Ψαθά, άρθρα του Παπαδάκη, ή Παπαδούκα, το Εκείνος κι Εκείνη του Χαιρόπουλου, κλπ… Ένα και μοναδικό περιοδικό έκανε το γύρω του χωριού.

Η ίδια κατάσταση επικρατούσε και μετά, ούτε ηλεκτρισμός, ούτε τρεχούμενο νερό, ούτε τίποτα, μέχρι που φύγαμε για να κατακτήσουμε τα όνειρα, αυτά που μας νανούριζαν σαν παραμύθια, στο κρύο του χειμώνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης