Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

Περπατώντας...

Περπατώντας…
Ξάφνου θόρυβος ακούστηκε από πίσω μου, γύρισα το κεφάλι, η λογική και ο νους, παρέα με τον χρόνο πιασμένοι χέρι, χέρι με ακολουθούσαν.
Στάσου φώναξαν, μην τρέχεις:
Σταμάτησα έκπληκτος, η ζωή σου μέχρι εδώ ήταν σαν παραμύθι μου είπαν, τώρα ήρθε η σειρά μας πλέον να αναλάβουμε εμείς τα ηνία.
Τους κοίταξα έκπληκτος, λυπημένος, κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουν ένας παντοτινός Φαέθων που κρατούσα τα ηνία της ζωής μου;
Κοίταξα τα πόδια μου πατούσαν στην γη, τον Φαέθων στον ουρανό τον κυνηγούσε ο πατέρας ήλιος, με βαρύ χέρι παρέδωσα τα ηνία φοβούμενος τον θυμό του ήλιου.
Ήταν οι αρχές της Νέας Υόρκης, αυτές που μου είπαν κάτσε μέσα, φοβού την κορώνα του, άσε τον ήλιο να τρέχει μόνος του…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2020

Μια Ηλιαχτίδα

Miα ηλιαχτίδα:
Πώς να τρέξω να πιάσω την ηλιαχτίδα αφού μου την έκλεψε ο χρόνος;
Αυτός μου πήρε και τα όνειρα, μοιάζει με δολοφόνος.
Μια φορά κι έναν καιρό μου τάχε δώσει όλα σ’ ένα τροπικό παράδεισο, με άφησε να τα δοκιμάσω όλα, χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη βροχή, χόρτασε να χορεύουμε μαζί κάτω από τσίγκινα κεραμίδια τον χορό της αγάπης
Χόρτασε η ψυχή μου να στροβιλιζόμαστε αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην χόβολη, αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα.
Οι στάλες έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν σφαίρες αυτές που αφαιρούν τη ζωή, αυτές που βγαίνανε απ’ τα όπλα, αυτά που κρατούσαν οι στρατιώτες του χρόνου, αυτού που σου μέτραγε μια, μια, τις μέρες λες και ήταν δικές του, που τελικά ήταν.
Σήμερα ξαναήρθαν οι στρατιώτες του χρόνου φέρνοντας καινούργιες ηλιαχτίδες τυλιγμένες σε υποσχέσεις, αυτές που προσπαθούν να γλυκάνουν την ζωή μας αυτή που καταφέραμε να κρύψουμε σε τετραγωνισμένους άχαρους τοίχους στην πόλη της Νέας Υόρκης…
Τούτη την φορά νίκησαν οι ηλιαχτίδες και μαζί γιορτάσαμε το σήμερα αφήνοντας για αύριο τους στρατιώτες της φθοράς του χρόνου
Γαβριήλ Παναγιωσούλης