Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Λένε ότι ο Απρίλης είναι ο μήνας των ποιητών.
Λένε ότι η εαρινή ισημερία 21η Μαρτίου είναι η ημέρα των ποιητών, της Ποίησης, έτσι αποφάσισα να συμβάλλω κι εγώ στον πανηγυρισμό αυτόν με κάτι πρωτότυπο δικό μου.
Η ποίηση συνήθως εκφράζει ανικανοποίητους πόθους, όνειρα, φανταστικά, καθρεφτίζει σε κάθε στοίχο μια ψυχή η οποία αναπολεί, αυτά που δεν έφτασε ποτέ, ή αυτά που έφτασε και της έφυγαν, ή ακόμα και νοσταλγία περασμένων πρωτόγνωρων συγκινήσεων…


Το δικό μου (ποίημα) εκφράζει μια ιστοριούλα 30 ατόμων, την αληθινή ανθρώπινη χαρά ότι έσπασε η μονοτονία, αυτή που μας βασάνιζε στη μέση του Ωκεανού, εκεί όπου για ολόκληρα μερόνυχτα, μας θαλασσόδερνε η αρμύρα των κυμάτων.

Μονοτονία εν Πλω

Ο Κουμιότης ο θερμαστής,
είχε την τράπουλα στην τσέπη,
σαν τελείωνε τη βάρδια την 4-8
φώναζε για 66 αγοραστό.
*
Μάζευε κοντά του κι άλλους
κάπνιζαν σαν τα φουγάρα,
πίνανε καφέ, γράφανε πόντους,
αποτρέποντας ανίας φαγωμάρα.
*
Εκεί όμως εις την πρύμη,
μερικά χαρτόμουτρα,
πόκα στρώσανε κρυφά,
φώναζαν και βλαστημούσαν
και βιδάνιο σκορπούσαν.
*
Μετά από τα μεσάνυχτα,
στου καραβιού τη μέση,
ακούστηκαν τρεχάματα,
φωνές και φασαρίες.
*
Ξύπνησα, πετάχτηκα επάνω,
ένας Μανιάτης φάνηκε,
στο χέρι καραμπίνα,
Κεφαλλονίτη κυνηγούσε,
κλέφτη τον αποκαλούσε.
*
Ο Καπετάνιος κατέβηκε,
ένας Καρδαμυλήτης,
την καραμπίνα φούχτωσε,
την πήρε στα γραφείο.
*
Φωνές, κακό, διαπληκτισμοί,
Έμοιαζε με λειτουργία.
Ώσπου φωνή λάλησε: «Ω! τι ευτυχία!
»Δόξα τω Θεώ! Έσπασε η μονοτονία.»

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η Άνοιξη, ο εαυτός μου..



Σήμερα σας προσφέρω την Άνοιξη με αυτά τα ολίγα Τριαντάφυλλα, όχι δεν τ’ αγόρασα αλλά είναι αυτά που εγώ φύτεψα προ χρόνια, στο μικρό κήπο μου, άρα είναι δώρο από την καλλιέργεια της γης που όμως καθρεφτίζει τον εαυτόν μου… Μετά, υποχρεούμαι να απουσιάσω από το διαδίκτυο, από ανάγνωση, τηλεόραση και οτιδήποτε έχει να κάνει με την όραση, ένεκα εγχείρησης στα μάτια (καταρράκτη), εν τω μεταξύ τα τριαντάφυλλά μου θα με αναπληρώνουν…
Ελπίζω κι εύχομαι να μην χαθούμε.

DNA με αυτό γεννιόμαστε, αυτό είναι η ένδειξη της κληρονομικότητας μας, Αυτά τα χρωμοσώματα που πήραμε και από τους δυο γονείς μας, τα οποία δημιουργούν την μοναδική ταυτότητα του οργανισμού μας.

Ο εαυτός μας, ο δικός μου, ο δικός σου, είναι μια καδένα ας πούμε αλυσίδα από χάντρες στιγμών ή συμπτώσεων οι οποίες ενώθηκαν κι έπλασαν το άτομό μου.

Είναι φορές που διερωτώμαι άρα που θα ήμουν, ή πως θα ήμουν αν δεν το έφερναν οι συμπτώσεις, να γίνει έτσι ο ρους της ζωής, ή απορώ το πως τα έφεραν οι στιγμές και ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε δημιούργησαν τον σημερινό μου εαυτό, έτσι όπως είμαι σήμερα
. .

Με πιάνει μια περιέργεια και γυρίζω πίσω στη ζωή, προσπαθώ να βρω κάποιον ή φταίχτη, ή κάποιον να του δώσω τα εύσημα, αλλά με πιάνει μια αμφιβολία και με τυραννούν, αυτά τα αν!
Κι αρχίζω να σκέπτομαι, να φταίει εκείνο το καράβι που έπιασε Ηράκλειο Κρήτης, το S/S Demosthenes, ή να φταίει η σκάλα του βαποριού που ήταν στενή κι ενώ κατέβαινα στην Βαλτιμόρη ΗΠΑ ένας χοντρός ανέβαινε δεν χωρούσαμε και οι δυο, με γύρισε πίσω στο βαπόρι κι όλα αυτά σε 5 λεπτά μέσα. Δεν θα βγεις έξω, έχω εντολές, μια στιγμή άλλαξε το μέλλον μου.
Μετά στο Los Angeles μια στιγμή γνωριμίας με παρέσυρε, κι έμεινα στη στεριά, μετά σε μια στιγμή ειλικρίνειας μου σε Κεφαλλονίτη στη Νέα Υόρκη εκμυστηρεύθηκα ότι δεν είχα ντοκουμέντα με κάρφωσε, ήταν 3 Νοεμβρίου θα μπορούσα να εξαφανιστώ αλλά όχι εκείνη την ημέρα, εκείνη τη στιγμή άρχισε η μεγαλύτερη περιπέτειά μου, σε μια στιγμή συνείδησης είπα την αλήθεια, τιμωρήθηκα, εκεί μέσα στη σκοτοδίνη γνώρισα τον άνθρωπο που μέχρι σήμερα η τύχη το έφερε κι έπλασε από μακριά το άτομό μου με κατάληξη ΝΥ.

Στον Παναμά η στιγμή δολοφονίας του προέδρου στο ιπποδρόμιο με πολυβόλο, ε! Αυτή η στιγμή μου άλλαξε τα σχέδιά έχασα τον γνωστό της κυβέρνησης, ευτυχώς μου επέστρεψαν τα χαρτιά μου. .
Στιγμές πολλές κάθε μια δενόταν πάνω στο άτομό μου, ναι, με συνέπαιρναν ως άνθρωπο αλλά ήταν πολύ δύσκολο να αλλάξουν τον χαρακτήρα μου.
Μα κι αυτή η στιγμή πάλι, ο πρόξενος της Σουηδίας κι άλλοι επίσημοι μας κάλεσαν πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν στο Club de Leones
Ναυτικοί εμείς αισθανθήκαμε σα την μύγα στο γάλα. Φύγαμε μετά τα μεσάνυχτα
Γυρίσαμε στο βαπόρι, σε μια στιγμή αδελφικός μου φίλος ο Θεσσαλονικιός είχε μια ιδέα, μόνο για μια στιγμή να πάμε να γλεντήσουμε με τον λαό μέχρι να ξημερώσει. Έκτοτε χαθήκαμε.
Ήταν μόνο μια στιγμή, αυτή η στιγμή δέθηκε στην καδένα ταρακούνησε τις άγκυρες, μετά σε μια στιγμή έτρεξα είπα στον φύλακα ‘βατσιμάνη’ να μην αφήσει επισκέπτες στο βαπόρι.
Σε μια στιγμή τούφυγαν και μπήκαν, μόνο για μια στιγμή, όλες αυτές οι στιγμές, οι συμπτώσεις ενώθηκαν κι έπλασαν το άτομό μου, με άλλαξαν σε αυτό που είμαι σήμερα όπως όλοι μας ο κάθε ένας μας έχει συμπτώσεις στιγμές, που αν ήθελε θα μπορούσε να αποφύγει, αλλά ας πούμε ότι αφέθηκε στο πεπρωμένο ή στην λογική της στιγμής να δημιουργήσει αυτό που είναι σήμερα.
Τα τριαντάφυλλα γεννούνται μπουμπούκια ανθίζουν λουλούδια ευωδιάζουν τη φύση, τελικά μαραίνονται και πεθαίνουν, αλλά την επόμενη χρονιά ξαναζωντανεύουν!
Άρα κι εμείς οι άνθρωποι, δεν θα έπρεπε να έχουμε την ίδια τύχη;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Έλειπε η Ελιά του Πλάτωνα






Στην Φωτογραφία
Η Πανωραία Παναγιωσούλη Διευθύντρια Σχολείου στο Μπρονξ -Δεξιά
ο Δημήτριο Φιλιππίδης δημοσιογράφος ρεπόρτερ της ERT WORLD και της εφημερίδας ΣΗΜΕΡΙΝΗ Κύπρου, διδάσκει Μπρονξ
Η Όλγα Ζήση Ηθοποιός, διδάσκει Χάρλεμ
Όλοι οι ανωτέρω διδάσκουν την Ελληνική Γλώσσα
********************************************************************************
Χθες Κυριακή 6 Μαρτίου 2011 συναντηθήκαμε φίλοι και γνωστοί κατά κάποιον τρόπο φίλοι όπου καταγίνονται με λογοτεχνία, μουσική, θέατρο, δημοσιογραφία μα κι εκπαιδευτικοί. Γενικώς φίλοι της τέχνης στο σπίτι της φίλης Όλγας Ζήση.
Μια πολύ εποικοδομητική συζήτηση σχετικά με την διδασκαλία Ελληνικών σαν δεύτερη γλώσσα στο αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα, η παρέα αυτή που απαρτίζετε απ την Πανωραία Παναγιωσούλη Διευθύντρια σχολείου με συνεργάτες τον φίλτατο Δημήτρη Φιλιππίδη και την Όλγα Ζήση αποτόλμησαν και πήραν την πρωτοβουλία να διδάσκουν Ελληνικά σε σχολειά του Χάρλεμ και του Μπρονξ μέχρι σήμερα βαίνουν όλα καλά. Μετά από τα πλούσιο φαγητό, της οικοδέσποινας Όλγας άρχισε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μέχρι αργά την νύχτα, έξω έβρεχε ασταμάτητα, το μόνο που μας έλειπε ήταν η Ελιά του Πλάτωνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Σαν Παραμύθι:

Γερμανοί επιστήμονες θα ταξιδέψουν στο Rio Dulce Izabal για να ανακαλύψουν έναν υποτιθέμενο θησαυρό.
Βερολίνο:
Αυτό ανακοίνωσε σήμερα η γερμανική εφημερίδα Bild, χορηγός της αποστολής, στα μέλη της οποίας περιλαμβάνονται δύο δημοσιογράφοι, ένας φωτογράφος, μια τηλεοπτική φωτογραφική μηχανή και επαγγελματίας δύτης, ο οποίος θα βουτήξει στα νερά της μεγαλύτερης λίμνης της Γουατεμάλας, για να να εντοπίσει τον θησαυρό, ο οποίος είναι οκτώ τόνοι χρυσού.
Ο Rittsteig ισχυρίζεται ότι έχει αποκωδικοποιήσει τον κώδικα που ονομάζεται Maya της Δρέσδης και ανακάλυψε σε ένα από τα κεφάλαια του ειδικευμένες πληροφορίες που θα τον οδηγήσουν στην ανακάλυψη ενός μεγάλου θησαυρού χρυσού, της εξαφανισμένης κουλτούρας στα ύδατα της λίμνης Izabal.
«Ο κώδικας Μάγιας της Δρέσδης μας οδηγεί σε ένα τεράστιο θησαυρό στη Γουατεμάλα που απαρτίζεται από οκτώ τόνους καθαρού χρυσού», δήλωσε ο Joachim Rittsteig, μετά από 40 χρόνια μελέτης του εγγράφου, στις παρατηρήσεις του που δημοσιεύθηκαν χθες στη γερμανική εφημερίδα Bild.
Είναι ομότιμος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης και συγγραφέας πολλών εκδόσεων για τον πολιτισμό Μάγια, σαν εμπειρογνώμον σημειώνει ότι "στη σελίδα 52 γίνεται λόγος για την πρωτεύουσα των Μάγια Ατλάν η οποία καταστράφηκε από σεισμό στις 30 Οκτωβρίου το έτος 666 π.χ. Στην πόλη αυτή φυλάσσονταν 2,156 χρυσές τάβλες δίσκοι στους οποίους οι Μάγια έγραφαν τους νόμους τους."
Ο θησαυρός βυθίστηκε μαζί με την πόλη, στα ύδατα της λίμνης Izabal ίχνη της διαπιστώθηκαν από τον Γερμανό επιστήμονα, χάρη σε εικόνες ραντάρ που λαμβάνονται στην περιοχή.
Ο Γερμανός εμπειρογνωμόνων για τον πολιτισμό των Μάγια εκτιμά ότι "μόνο η υλική αξία του χρυσού από τους πίνακες σήμερα ανέρχεται σε € 211 εκατομμύρια, (290 εκατ. δολάρια).
Ο κώδικας Μάγια της Δρέσδης συντάχτηκε το έτος 1250 Μ.Χ. από τους ιερείς των Μάγια, είναι ένας από τα τέσσερα πιο σπουδαία ντοκουμέντα αυτού του πολιτισμού που παραμένουν και συντηρούνται στην βιβλιοθήκη της Σαξονίας το Saxon State Library, Γερμανίας, πριν από 272 χρόνια.
Ο κώδικας ανακαλύφθηκε το 1739 στα χέρια του ενός πλούσιο ατόμου στη Βιέννη, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πώς ήρθε στα χέρια του, ο οποίος τον δώρισε στη βιβλιοθήκη της Δρέσδης, η οποία τον διατηρεί σε θερμαινόμενο θωρακισμένο γυάλινο θάλαμο, στην αίθουσα των θησαυρών και ντοκιμαντέρ της.
Ο Joachim Rittsteig αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του για να αποκρυπτογραφήσει το πολύτιμο έγγραφο, που αποτελείται από 74 σελίδες διαστάσεων 3,56 μ. με 74 διαφορετικά ιερογλυφικά.
Ο κώδικας Μάγια της Δρέσδης περιέχει σχεδόν όλες τις γνώσεις του πολιτισμού των Μάγια, συμπεριλαμβάνει αστρονομικές και ιατρικές γνώσεις, στο τελευταίο φύλλο του περιγράφει την αποκάλυψη ή το τέλος του κόσμου, η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα στις 21 Δεκέμβρη του 2012.

"ΧΧΙ Αιώνας"
1 Μαρτίου 2011
"SigloXXI"

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Φιλική Συνάντηση

Οι έχοντες όρεξη γνωστοί μας
Το Ζεύγος Στρατή
Ο Τροβαδούρος μας Σ. Λάζος

ΟΙ Παρουσιαστές και ο συγγραφέας

Η άλλη, μια πιο χαρούμενη όψη της Νέας Υόρκης
Μια φιλική συνάντηση, στη Νέα Υόρκη, προγραμματισμένη από πολύ καιρό.
Ένα άνοιγμα ψυχής του συγγραφέα Βαγγέλη Διακογιάννη στην παρουσίαση του βιβλίου του (Το δοξάρι της Ψυχής μου) παρουσιαστής ο κος Αβραμέας διάβασαν οι ηθοποιοί Ηλέκτρα Μαμινάκη και Αλέξανδρος Βέλμος
Μετά την παρουσίαση του βιβλίου απολαύσαμε τις μπαλάντες του αοιδού Σεραφείμ Λάζου με ακομπανιαμέντο της κιθάρας του.


Μερικοί από εμάς οι έχοντες όρεξη τελειώσαμε με μεζεδάκια κι ένα εβίβα σε γνωστό εστιατόριο της Αστόριας Νέας Υόρκης παρέα με τον συγγραφέα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Tα Παράξενα!


Τη Νέα Υόρκη, την ονομάζουν το χωνευτήρι, την παρομοιάζω σαν χωνί που αλέθει τους διάφορους σπόρους δηλαδή τις ανθρώπινες φυλές και βγάζει ομοιόμορφους μα και ανομοιόμορφους καρπούς. Τους ανθρώπους της. Πάνω στο άλεσμα όμως επιπλέουν αυτοί που εναντιώνατε, πηδούν απ έξω απ το χωνί, αυτοί που το θεωρούν προδοσία να παρατήσουν τα πάτρια αυτά που ξέρανε μέχρι τώρα, ακόμα και τις ματσαράγκες τους.
Στο άλεσμα των καρπών εκεί είναι που χάνονται υποσχέσεις, συνειδήσεις, μα και ο συντροφικός σύνδεσμος φιλίας ή πατριωτισμού, εφόσον κυριαρχεί ο εγωιστικός ατομισμός, επισήμως και ανεπισήμως. Η ατομική εξυπνάδα, η ατομική ας μου επιτραπεί η λέξη ελληνική κουτοπονηριά, η οποία όμως δεν χωρά πλέον στην σημερινή κοινωνία.
Το βλέπω, το αισθάνομαι προσπαθώ ν’ αλλάξω ν’ απομακρυνθώ, να διαλαλήσω ότι η συμπεριφορά μας έχει αλλάξει ότι απεχθάνομαι την κουτοπονηριά, την υστεροβουλία μέχρι σήμερα δεν το έχω καταφέρει, το γιατί είναι διότι με θεωρούν έναν από τους ίδιους κι αυτό με πονάει.
Πεθαίνει ο άνθρωπος, πενθούν τα παιδιά του, οι γυναίκες του, τρέχουν οι άλλοι, να καρπωθούν αν υπάρχει κέρδος, από τις στάχτες του θα ξεφυτρώσει ένα μεγάλο δένδρο, της μνησικακίας που τους πράσινους καρπούς του θα τρέξουν να κόψουν οι τα κροκοδείλια δάκρυα φέροντες, χωρίς να ξέρουν ότι η ζωή είναι ένα τίποτα, ένα μεγάλο κενόν μιας ματαιότητας που ο μόνος που το καταλαβαίνει είναι ο αποθανών, αλλά είναι πλέον αργά… ίσως στην άλλη ζωή!
Βρέχει, έξω είναι μια μέρα σκοτεινή απαισιόδοξη.
Los Mayas dieron la bienvenida al año 5,127, que estará regido por el cargador Kab'lajuj E. Como cada ciclo del calendario maya, este constará de 18 meses de 20 días.
Οι Μάγια καλωσόρισαν το έτος 5,127, το οποίο θα 'βασιλεύει' από τον φέροντα (αχθοφόρο) Καμπ’λαχούχ Ε. Όπως κάθε κύκλος του ημερολογίου των Μάγια, έτσι κι αυτό θα περιέχει 18 μήνες των 20 ημερών.
Από την εφημερίδα Sigloxxi.
Bronx,
Όλοι το περίμεναν αλλά δεν το πίστευαν, καλό παιδί να σου δώσει και την καρδιά του, έσπερνε παιδιά, γυναίκες πολλές μα και τώρα στα στερνά του καμία, έτρεξαν όλοι ελεημοσύνη οι γείτονες, λουσάτο φέρετρο, γυαλιστερό, μεγάλα στεφάνια αυτά με τα πολλά τριαντάφυλλα, ψεύτικα δάκρυα οι πενθούντες, οι στάχτες του το πρόβλημα, τι θα τις κάνουν; Όλοι τις αποφεύγουν, τα παιδιά του αδυνατούν, πέθανε ε! και τι;
Πόσο φτηνή είναι η διπλανή ζωή, τι ουτοπία οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις;

Γι’ αυτό ας πιούμε μια κόπα ακόμα, ας μεθύσουμε, έτσι ίσως να έρθει η λήθη, όχι παρηγοριά αυτή δεν υπάρχει, γιατί είναι μια άγνωστη αναμενόμενη, μόνο ας τραγουδήσουμε όπως λέει και το κάτωθι ρητό.

Cuando me muero no quiero que lloren, quiero que canten en vez de llorar
Όταν πεθάνω δεν θέλω να κλαίτε, θέλω να τραγουδάτε αντί να κλαίτε .


Γαβριήλ

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Πρωταγωνιστής: Το Ταξί:

Άρα, μήπως έπρεπε να τριτώσει το κακό;
Είχα γνωρίσει τον Χαβιέρ από την γυναίκα μια γνωστή μου, με την οποία συζούσε, αυτή μου τον σύστησε. Είχαν κάνει κι ένα κοριτσάκι.
Ψηλός ξανθός με γαλανά μάτια εργαζόταν για την εταιρία σιδηροδρόμων, εκτός αυτού εργαζόταν στο λιμάνι σαν τελωνειακός στην πάταξη λαθρεμπορίου.
Είχε ένα κόκκινο τζιπ μου το έδινε να το οδηγώ αυτός δίπλα μου, μου έλεγε οτιδήποτε σου συμβεί κοίτα να ξεφύγεις, μη σταματάς, πάτα γκάζι και φύγε!
Μέναμε φιλοξενούμενοι για λίγο διάστημα στο σπίτι της γυναίκας του, σε ένα χωριουδάκι μέσα στην καταπράσινη ζούγκλα, αυτός πάντοτε έλειπε, όταν έκανε όμως την εμφάνισή του τότε καθόμαστε στην τροπική νύχτα έξω στην αυλή του και λέγαμε ιστορίες έχοντας μάλιστα κι ένα λυχνάρι πετρελαίου που κάπνιζε για να διώχνει τα κουνούπια. Όχι δεν υπήρχε ηλεκτρισμός.
Ο Χαβιέρ είχε αγάπη με τα όπλα, όταν το κράτος κρατικοποίησε τους σιδηρόδρομους, βρήκε δουλειά ως αστυνομικός, αυτό τον έφερε σε μια παραστρατιωτική οργάνωση της δεξιάς. Comisionado militar. Όλοι αυτοί ήταν ο φόβος και ο τρόμος στους αθώους κατοίκους. Παραστρατιωτικοί ήταν το κρυφό κράτος, ήταν αυτοί που πάνω τους βασιζόταν το κατεστημένο…
Ένα βράδυ θα ήταν περίπου 1 μετά τα μεσάνυχτα ακούω χτυπήματα στην πόρτα. Κοιτώ από την χαραμάδα ήταν η γυναίκα του Χαβιέρ, άνοιξα,
Μου λέει έλαβα τηλεγράφημα από το Γουαλάν, μια πόλη 200 χιλιόμετρα στο εσωτερικό σκότωσαν τον Χαβιέρ πρέπει να με πας εκεί. Τον είχαν σκοτώσει πισώπλατα. Μα δεν γίνεται είναι επικίνδυνο οι στρατιώτες μπορεί να μας ρίξουν, όχι μου λέει αυτό το αναλαμβάνω εγώ. Της είπα να πάρουμε μαζί μας κι έναν φίλο του γνωστό μου, καλόν άνθρωπο.
Αρνήθηκε να έρθει, πριν ξημερώσει είναι σκέτη αυτοκτονία. Αυτή έκλαιγε από τα πολλά με κατάφερε, πήρα και την γυναίκα μου μαζί μια και είμαστε όλοι γνωστοί, ξεκίνησα λοιπόν ο δρόμος κατασκότεινος, οδηγούσα με το εσωτερικό φως αναμμένο. Στρατιωτική περίπολος κάθε λίγο και λιγάκι μας σταματούσαν πράγμα παράξενο η γυναίκα του τους γνώριζε όλους, δεν μας πείραξαν. Φτάνοντας στον προορισμό μας η γυναίκα του έφυγε να βρει τον σκοτωμένο, εμείς δεν ξέραμε τι να κάνουμε, δεν γνωρίζαμε κανέναν. Σκέφτηκα να πάμε στην αστυνομία, είπα την περιπέτειά μας, και τους ζήτησα να μας πουν αν είμαστε ασφαλείς να γυρίσουμε πίσω.
Όχι μας είπαν, δεν είστε ασφαλείς ούτε εδώ όσο είναι νύχτα, μας έβαλαν με το αυτοκίνητο στην αυλή της αστυνομίας, έκλεισαν μπροστά μας μια τεράστια πόρτα και μείναμε στο αυτοκίνητο περιμένοντας να ξημερώσει. Με την αυγή γυρίσαμε σπίτι.
Το κάτω χείλος του έτρεμε καθώς μιλούσε, στο πηγούνι του φύτρωναν μερικές τρίχες σκορπισμένες δω κι εκεί. Πάντα όταν μιλούσε τις χάιδευε.
Τα μάτια του κόντευαν να χαθούν μέσα στις σχισμές τους.
Ήρθε στις τρεις τα χαράματα,
Σκότωσα κάποιον με το ταξί σου,
-όχι δεν με είδε κανένας, ξέρεις δεν τόθελα αλλά στεκόταν στη μέση του δρόμου σα φάντασμα. Ο Τισότ ο οδηγός μου πρότεινε:
-πάμε να φύγουμε θα πάμε μακριά θα λείψουμε μερικές μέρες και μετά θα ρθούμε πίσω σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
Βάλαμε βενζίνα, ο βενζινοπώλης είπε μα που τρακάρεται; Το φτερό ήταν ζαβωμένο. -Μπα η ιδέα σου είναι. Στραβά θα βλέπεις, Έτσι ήταν πάντα.
Νοικιάσαμε κι ένα δωμάτιο για τρεις μέρες, τρώγαμε στους δρόμους, γυρίσαμε κάναμε τους ανήξερους.
Μετά σκέφθηκα ρε τι άσχημο όνειρο, από την αγωνία είχα ιδρώσει, ξύπνησα έβαλα μπρος το αυτοκίνητο και πήγα στην πιάτσα.
Το Ράμπλερ ένα αμερικάνικο αυτοκίνητο ταξί ήταν παρκαρισμένο απ’ έξω μπροστά στο μπαρ εστιατόριο πάτι. Μέσα ο οδηγός τάπινε με κάτι μικρούλες. Μα κι αυτές οι μικρούλες είναι σαν τις πεταλουδίτσες γύρω απ το φως. Δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις, όταν έχεις ρόδα. Έπιανε τα γένια του αυτές τις λίγες τρίχες που εξείχαν και γελούσε, ήταν μεθυσμένος, ο ιδιοκτήτης του ταξί παρακολουθούσε τον οδηγό του, τον βρήκε μεθυσμένο, τον έπιασε απ τον λαιμό τον τράβηξε έξω και εκεί τον έσφιξε λίγο παραπάνω, τον έπνιξε. Πάει πέθανε ο Τισότ.
Συντετριμμένος πήγα στην κηδεία του γνώριζα την γυναίκα του, τον γιο του.
Ο ιδιοκτήτης πήγε φυλακή, βγήκε με μέσω κι έγινε μετανάστης αρχίζοντας μια νέα ζωή σε άλλη γη άλλα μέρη.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,
Γουατεμάλα



Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

AN!

Η Καθημερινή Τρίτη 14η Ιουλίου 1959


Μια ματιά στα περασμένα, τότε που η Ελλάδα ανήκε στο βασίλειο της δραχμής, τότε που φώναζαν 30 δρχ. το δολάριο! Το Ευρώπουλο ούτε καν είχε συλληφθεί ακόμα. Μια εποχή όπου ζούσα τρυπωμένος, θαλασσοδαρμένος στις πλώρες, αυτές που δεν έπιαναν λιμάνι, λες και ήταν σπηλιές πρωτόγονων ανθρώπων, αυτών που περίμεναν να πατήσουν στεριά, να γνωρίσουν άλλους ανθρώπους, να φέξη ο ήλιος και για αυτούς!

Σήμερα ρωτάμε τι άλλαξε, για εμάς; Εκτός βεβαίως η φθορά του χρόνου, σε αυλάκια ρυτίδων, και ασήμια στα μαλλιά που όμως καλλιεργούν την σκέψη και τα πολλά αναπάντητα αν! και αν! και αν!
Όμως έτσι είναι η ζωή όλα τα αν είναι υποθετικά, οπότε είναι σαν να μην υπάρχουν, έλα όμως που σου βασανίζουν το μυαλό, και το σημαδεύουν με τόξα,
σαν αυτά της θεάς Άρτεμις, αυτή όμως κυνηγούσε θηράματα, όχι όνειρα, σαν αυτά που με θαμπώνουν και με κυνηγούν με το υποθετικό αν! και αν!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Η Ελπίδα! Το Αύριο!

Θέματα για να γράψεις υπάρχουν χιλιάδες, αρχίζοντας από τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, από την χλιδή των κατοίκων της πέμπτης λεωφόρου, ή την μπλε μοναξιά του πελάγου στο αργοκίνητο φορτηγό βαπόρι, ή ακόμη την καταπράσινη ζούγκλα των τροπικών, ή χαμένος στα καλντερίμια της Καρθαγένης, ή παρακολουθώντας Γκόσπελ μουσική στο Κίνγκστον Τζαμάικας καθόμουν κι έβλεπα τα ρυθμικά κουνήματα και τις κραυγές των πιστών, ή βγάζοντας τα παπούτσια μου σε παγόδα μπρος τον Βούδα στην Βιρμανία, ή στην συνοικία Κάτεντραχτ στο Ρότερνταμ, ή ακόμη και του μέρους που γεννήθηκα, όλα αυτά τα βάζω στο μίξερ και προσπαθώ να κάνω ένα κοκτέιλ κοσμοπολίτικων εντυπώσεων, σκέπτομαι τι είναι αυτό που με έχει εντυπωσιάσει στην ζωή μου περισσότερο και καταλήγω: Τίποτα, όσο η απλότητα.
Παλαιά ήταν της μόδας ένα τραγούδι το ξέρω στα Ισπανικά Un Hombre y una mujer,δηλαδή ένας άνδρας και μια γυναίκα. Έτσι η βάση της εορτής του Αγίου Βαλεντίνου, δηλαδή η ημέρα των ερωτευμένων είναι αυτή: Ένας άνδρας και μια γυναίκα. Όλα τα υπόλοιπα είναι πώς να το πω ματεριαλιστικές γαρνιτούρες. Μπορείς να εκφράσεις αυτό που αισθάνεσαι με ένα απλό λουλούδι, με μια μαργαρίτα κομμένη από τον κάμπο και να την ξεφυλλίζεται μαζί, αυτό θα είναι το κορύφωμα της αγάπης.

Αν επιθυμείτε να ακούσετε το τραγούδι "Un hombre y una mujer", κάντε κλικ στο play
.
Περπατώντας κάτω απ’ το φως της φθοριούχας μακρόστενης λάμπας, ένα αμυδρό φως όσο του το επέτρεπαν να φωτίζει τα ζωύφια, αυτά που ζουζουνίζουν γύρω, γύρω, λίγο πριν καούν, προσέχοντας να μην πέσω στα παράλληλα βαθιά χαντάκια, του χωρίς πεζοδρομίου ασφαλτοστρωμένου δρόμου, χαντάκια που είχαν καταλάβει οι βάτραχοι προφυλαγμένοι στην πυκνή βλάστηση, όταν ένας βάτραχος έκανε την αρχή με σκουξίματα χαράς, μετά τον σιγοντάριζαν οι σύντροφοι του, όταν σταματούσαν τότε άρχιζαν το τραγούδι οι της απέναντι πλευράς.
Οι βάτραχοι έδιναν την συναυλία τους για να τιμήσουν εμάς τους περιπατητές. Εκεί όπου τελείωνε η συναυλία των βατράχων άρχιζε ένας φτωχός χωματένιος δρόμος, αυτός δεν είχε χαντάκια έτσι οι βάτραχοι ούτε καν τον ήξεραν ότι υπήρχε. Στο τέλος του χωματένιου δρόμου από την αριστερή πλευρά υπήρχε ένα απλό σπιτάκι χωμένο στην καταπράσινη τροπική βλάστηση. Τα βήματά μου με έφεραν στο ανηφοράκι αυτό.
Κρύφτηκα πίσω απ τον κορμό ενός φοίνικα, τι περίμενα να εμφανισθεί το κορίτσι. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ένας σκύλος με πήρε μυρωδιά κι άρχισε να γαβγίζει, η αναμονή ήταν μια κατάσταση έκστασης, όμως φοβήθηκα κι έφυγα.
Πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς το βαπόρι, αν είχα μαργαρίτα θα είχε μαραθεί, έλα όμως που στα τροπικά δεν ανθεί, συνάντησα μπαρ με χρωματιστά φώτα, γυναίκες της νύχτας, φίλους που γλεντούσαν, τα έκανα όλα πέρα, ζητούσα το καρδιοχτύπι, αυτό που περίμενα, δεν το βρήκα, όμως με την ελπίδα του αύριο έφυγα.

Τι κι αν ξημέρωνε του Αγίου Βαλεντίνου;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Όχι, η σκηνή δεν ήταν πριν χιλιάδες χρονια, αλλά μόλις Χθες


Οι δυο μου εγγονούλες, Ελένη και Κλεοπάτρα

Όλοι φωνάζουν για την υπερθέρμανση της γης, παράδειγμα δεν έχω κανένα, τουναντίον αν πάμε όπως πάμε θα χρειαστούμε να ζούμε σε παγοκαλύβες, Igloo
Σας αναλύω μια σκηνή πως ήταν η ζωή όταν γεννήθηκα, που όμως έμοιαζε με αυτή των αρχαίων, ως από ευκολίες.
Είχα ένα «φακότο» μικρό στενό τσουβαλάκι ριγμένο στον ώμο, μαζί με την μάνα, τον πατέρα, τα δυο μικρότερα αδέλφια πηγαίναμε να μαζέψουμε ελιές. Ήταν ένα χωραφάκι όλο πέτρα γεμάτο πέτρες στρογγυλεμένες λες και προ αιώνες η γη αυτή ήταν κάτω από την θάλασσα, ή κάποιο τεράστιο ποτάμι κυλούσε και έγλειφε τις πέτρες μέχρι που να γίνουν στρογγυλές. Ποτέ δεν το σπέρναμε τι να σπείρεις; Είχε μέσα τρεις ρίζες ελιές, δυο μεγάλες παλαιές και μια νεαρά, την οποία γνωστός βοσκός της περιοχή την είχε πετσοκόψει και όχι μόνο αλλά της είχε βγάλει και την φλούδα του τρυφερού κορμού της.
Πηγαίναμε λοιπόν να μαζέψουμε ελιές, στο μονοπάτι από δεξιά συναντάγαμε το ερείπιο της εκκλησιάς του Άϊ ψεύτη, στο χωραφάκι αυτό θα καθόμαστε όλη μέρα, είχαμε φέρει και φαγητό, θυμάμαι φακή, ψωμί λάδι κι ένα κρεμμύδι ολόκληρο, μια μπουκάλα νερό από την στέρνα αυτό που μαζεύαμε από τα κεραμίδια
.
Η μάνα ανέβηκε πάνω στο δένδρο, ο πατέρας με έναν λούρο τίναζε τα έξω κλαριά, εμείς τις μαζεύαμε από κάτω, ο κάθε ένας σε δικό του σακουλάκι. Ήταν Νοέμβρης και κρύο, αν τύχη κι έβρεχε εκεί πιο κάτω ήταν μια σπηλιά, πηγαίναμε και καθόμαστε περιμένοντας να σταματήσει.
Όταν ερχόταν η ώρα του φαγητού που ποτέ δεν ήταν αρκετό απλώναμε μια πετσέτα κατάχαμα άσπρη με κόκκινες ρίγες, με μια πέτρα σπάζαμε το κρεμμύδι και το τρώγαμε δαγκωνιές μαζί με λίγη φακή και ψωμί. Έπρεπε να τελειώσουμε πριν μας πιάσει η νύχτα, μετά φορτωνόμαστε στην πλάτη ο κάθε ένας μας ένα τσουβαλάκι με ελιές και παίρναμε το δρόμο του γυρισμού. Σε ένα παλιό λινό βάζαμε τις ελιές μέχρι που να συναχθούν όλες, πολλές φορές άναβαν, έβγαναν έναν αχνό σα να ήταν αναπνοές φαντασμάτων, μετά ανάβαμε τον λύχνο η μάνα φύσαγε ένα κούτσουρο από την χόβολη να βγάλει φλόγα να ανάψουν τα ξύλα να μαγειρέψει κάτι αν υπήρχε, ακόμα και κουρκούτι.
Όταν τελειώναμε τις ελιές φωνάζαμε τους λιτρουβιαρέους οι οποίοι ερχόταν τις μέτραγα, με έναν τενεκέ πετρελαίου, κάθε δυο τενεκέδες ήταν ένα κιλό, τις κουβαλούσαν στην πλάτη τους, όταν τελείωναν το στύψιμο, μας έφερναν το λάδι στο σπίτι πάλι στην πλάτη τους μέσα σε ασκιά από τομάρι γίδας, το μετρούσαν δε, σε παλιάτσες, κάθε παλιάτσα 2 γαλόνια από 8 πίντες το κάθε γαλόνι. Κάθε 2 πίντες ένα κουάρτο κάθε πίντα 4 καρτεζί, κάθε καρτεζί 4 ουγγιές, κοκ.
Στο σπίτι, στο κατώι είχαμε κάτι πήλινα πιθάρια, εκεί έβαζαν το λάδι, το χειμώνα δε με το κρύο έπηζε σαν βούτυρο. Λάδι από το λιτρουβιό όπου δυο λιθάρια τα κινούσε ένα άλογο κι άλεθαν τις ελιές, τόσα κιλά ελιές, τόσες παλιάτσες λάδι έβγαλαν οι δικές σας, οι λιτρουβιαρέοι πληρωνόταν με ποσοστά.
Η σκηνή από το μέρος που γεννήθηκα, τα σταθμά είναι Ενετικής, ή αγγλικής προελεύσεως, εμείς δε οι κάτοικοι, θα πρέπει να ήμαστε απόγονοι των αρχαίων ελλήνων αφού τίποτε δεν είχε αλλάξει, ούτε τα πιθάρια, ούτε οι στάμνες (μπότης) που πίναμε νερό, ούτε οι «παδέλες» πήλινες κατσαρόλες, καμιά πρόοδος κανένας σύγχρονος πολιτισμός δεν μας είχε αφομοιώσει εκτός από τα σταθμά.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης