
Παρακολουθώντας τις ειδήσεις σε ένα ντοκουμέντα του national Geographic πρόβαλαν το μέρος όπου οι έμποροι ναρκωτικών της Κολομβίας κρύβουν και κατασκευάζουν υποβρύχια με σκοπό να μεταφέρουν ναρκωτικά στις ΗΠΑ…
Αρχικά τα υποβρύχια ήταν απλά πλέανε κάτω από τρία πόδια νερό, μετά τα τελειοποίησαν να πλένε κάτω από 30 πόδια νερό. Το πλήρωμα ήταν 3 άτομα, ο καπετάνιος, ένας μηχανικός και ο συνοδός φορτίου.
Το λιμάνι αυτό μια «σπιάντζα» με ένα μόλο λεγόταν Τουμάκο μια ζούγκλα γεμάτη κανάλια, όπου η πυκνή βλάστηση έκρυβε τα σκάφη.
Με έκπληξη είδα ότι στο μέρος αυτό πριν πολλά χρόνια ταξίδευα κι εγώ ως πλήρωμα σε βαπόρι μεταφέροντας μηχανήματα, γενικό εμπόριο…
Μια καινούργια ναυτιλιακή εταιρία ναύλωσε το βαπόρι για ένα χρόνο. Ήταν Κολομβιανή μαζί με το Εκουαδόρ, λεγόμενη Grancolombiana de vaporεs, πρώτα ήταν μαζί με την Βενεζουέλα, μετά χώρισαν και της Βενεζουέλας ονομάστηκε venezolana de navegación.
Μια καινούργια ναυτιλιακή εταιρία ναύλωσε το βαπόρι για ένα χρόνο. Ήταν Κολομβιανή μαζί με το Εκουαδόρ, λεγόμενη Grancolombiana de vaporεs, πρώτα ήταν μαζί με την Βενεζουέλα, μετά χώρισαν και της Βενεζουέλας ονομάστηκε venezolana de navegación.
Ταξίδια μας ήταν από βορρά προς νότο. Μέσα σε δέκα μέρες αλλάζαμε κλίμα από παγωμένο σε τροπικό. Ξεκινούσαμε από το Μόντρεαλ, Θρι Ριβερς, Κεμπέκ Καναδά, κι όσα μικρά λιμανάκια είχε ο ποταμός Άγιος Λαυρέντιος, μετά πηγαίναμε Βοστόνη ΗΠΑ κι από κει κατευθείαν Κολομβία.
Πρώτα το λιμάνι, Santa Marta, μετά το λιμάνι της Cartagena de Indias, τελευταίο το λιμάνι της Baranquilla το οποίο ήταν στην όχθη του ποταμού Rio Magdalena, του οποίου τα νερά δεν είχαν αρκετό βάθος για ένα φορτωμένο βαπόρι. Στην είσοδο του ποταμού "Vocas de Ceniza" εκεί ο ποταμός συναντώντας τη θάλασσα πάντα υπήρχε «Δεστία» μια αναταραχή του νερού όπου σήκωνε κύμα.
Όλα αυτά στην ακτή της Καραϊβικής. Περιττό να πω ότι για τους ναυτικούς ήταν σαν παράδεισος, εύρισκες ότι σου έλειπε στο πέλαγος. Το λιμάνι της Σάντα Μάρτα είχε μπαρ, γυναίκες που γύριζαν σαν φτερωτές φέλες γύρω από τους ναυτικούς, το λιμάνι της Καρταγένας ήταν γεμάτο από ας πούμε μικρό-απατεώνες, μα κι ένα καθολικό ‘κονβέντο’ Μοναστήρι πάνω στο λόφο. Ο μανιάτης ο μάγειρας πούλησε τσιγάρα και Ουίσκι σε καλή τιμή, όταν πήρε τα πέσος και πήγε στην τράπεζα να τα κάνει δολάρια ήταν όλα κάλπικα.
Η Μπαρανκίγια ήταν ένα πολύπλοκο λιμάνι, υπήρχε μια μαύρη ζώνη από το μόλο προς την πόλη, μας λέγανε ότι ήταν επικίνδυνη, το ποτάμι με καφετιά βρώμικα νερά κατέβαζε πολλά σκουπίδια μέχρι και νεκρά ζώα, είχε πολλά νυχτερινά κέντρα, αυτό που θυμούμαι το Γαρδένια, μετά μας ξεμονάχιαζαν πιτσιρίκια και μας έδιδαν επισκεπτήρια κάρτες με διευθύνσεις οίκου ραπτικής, αν πήγαινες να σου ράψουν κουστούμι, ή από περιέργεια, σε περίμεναν γυναίκες, από εκεί έβγαινες χωρίς κουστούμι.
Μετά γύριζες στο βαπόρι, προσπαθώντας να καταλάβεις το νόημα της ζωής.
Όλα αυτά στην ακτή της Καραϊβικής. Περιττό να πω ότι για τους ναυτικούς ήταν σαν παράδεισος, εύρισκες ότι σου έλειπε στο πέλαγος. Το λιμάνι της Σάντα Μάρτα είχε μπαρ, γυναίκες που γύριζαν σαν φτερωτές φέλες γύρω από τους ναυτικούς, το λιμάνι της Καρταγένας ήταν γεμάτο από ας πούμε μικρό-απατεώνες, μα κι ένα καθολικό ‘κονβέντο’ Μοναστήρι πάνω στο λόφο. Ο μανιάτης ο μάγειρας πούλησε τσιγάρα και Ουίσκι σε καλή τιμή, όταν πήρε τα πέσος και πήγε στην τράπεζα να τα κάνει δολάρια ήταν όλα κάλπικα.
Η Μπαρανκίγια ήταν ένα πολύπλοκο λιμάνι, υπήρχε μια μαύρη ζώνη από το μόλο προς την πόλη, μας λέγανε ότι ήταν επικίνδυνη, το ποτάμι με καφετιά βρώμικα νερά κατέβαζε πολλά σκουπίδια μέχρι και νεκρά ζώα, είχε πολλά νυχτερινά κέντρα, αυτό που θυμούμαι το Γαρδένια, μετά μας ξεμονάχιαζαν πιτσιρίκια και μας έδιδαν επισκεπτήρια κάρτες με διευθύνσεις οίκου ραπτικής, αν πήγαινες να σου ράψουν κουστούμι, ή από περιέργεια, σε περίμεναν γυναίκες, από εκεί έβγαινες χωρίς κουστούμι.
Μετά γύριζες στο βαπόρι, προσπαθώντας να καταλάβεις το νόημα της ζωής.
Όταν αναχωρούσαμε από την Καραϊβική περνούσαμε το κανάλι του Παναμά πλέαμε τον Ειρηνικό Ωκεανό προς νότο στο κολομβιανό λιμάνι της Μπουένας Βεντούρας, εκεί χανόμαστε μέσα στο χάος της συνοικίας Λα Πιλότα, από υπόκοσμο γυναίκες, τραγούδια, σε ρυθμό merecumbé όπως το (Rio Manzanares déjame pasar,) και το (si naciste sin corazón en el pecho, tú no tienes la culpa de ser así…) ακόμα και ο δρόμος ήταν γεμάτος κόκκινα λασπόνερα…
Μετά πλέαμε πάλι νότια προς το λιμάνι του Τουμάκο… κοντά στα σύνορα με το Εκουαδόρ. Ε! Αυτό ήταν ένας μόλος, μια ερημιά μέσα στη Ζούγκλα.
Μια φορά σε ένα λιμάνι του Περού ήρθε κάποιος στο βαπόρι και πούλαγε πιστόλια, Έτσι από περιέργεια, μαζί με άλλους πήρα κι εγώ ένα μαζί με ένα κουτάκι σφαίρες, ήταν Γερμανικής κατασκευής περίστροφο με μύλο των 22.
Μια φορά σε ένα λιμάνι του Περού ήρθε κάποιος στο βαπόρι και πούλαγε πιστόλια, Έτσι από περιέργεια, μαζί με άλλους πήρα κι εγώ ένα μαζί με ένα κουτάκι σφαίρες, ήταν Γερμανικής κατασκευής περίστροφο με μύλο των 22.
Εκεί λοιπόν στο Τουμάκο μας είπαν οι φύλακες του μόλου αστυνομικοί άμα θέλουμε να κάνουμε σκοποβολή μπορούμε να βγούμε στη στεριά και να σκοπεύουμε τα δένδρα. Σε αυτούς τους ίδιους πούλησα και μια καραμπίνα των 22 που είχε κατάσχει ο καπετάνιος στο βαπόρι κατόπιν φασαρίας για τζόγο ανάμεσα στο πλήρωμα. Αλλάζοντας καπετάνιο κληρονόμησα εγώ την καραμπίνα.
Έτσι κι έγινε αλλά το δικό μου στην δεύτερη σφαίρα πάθαινε εμπλοκή, δεν γύριζε ο μύλος. Ο κάλυκας έκανε ένα εξόγκωμα και φρακάριζε, μετά ρώτησα, μου είπαν ότι οι σφαίρες ήταν πολύ παλιές. Το τέλος του περιστρόφου ήταν όταν πήγαμε στην Αβάνα Κούβας, ήταν η αρχή του Κάστρο ήρθαν οι αρχές, μας είπαν ότι θα κάνουν έρευνα στο βαπόρι κι αν βρουν όπλα, εχθροί του καθεστώτος φοβήθηκα και το πέταξα στη θάλασσα στο λιμάνι της Αβάνας, όπου εκεί θα βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Γαβριήλ Παναγιωσούλης












