Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Σαν Πειρατής:



Παρακολουθώντας τις ειδήσεις σε ένα ντοκουμέντα του national Geographic πρόβαλαν το μέρος όπου οι έμποροι ναρκωτικών της Κολομβίας κρύβουν και κατασκευάζουν υποβρύχια με σκοπό να μεταφέρουν ναρκωτικά στις ΗΠΑ…

Αρχικά τα υποβρύχια ήταν απλά πλέανε κάτω από τρία πόδια νερό, μετά τα τελειοποίησαν να πλένε κάτω από 30 πόδια νερό. Το πλήρωμα ήταν 3 άτομα, ο καπετάνιος, ένας μηχανικός και ο συνοδός φορτίου.


Το λιμάνι αυτό μια «σπιάντζα» με ένα μόλο λεγόταν Τουμάκο μια ζούγκλα γεμάτη κανάλια, όπου η πυκνή βλάστηση έκρυβε τα σκάφη.

Με έκπληξη είδα ότι στο μέρος αυτό πριν πολλά χρόνια ταξίδευα κι εγώ ως πλήρωμα σε βαπόρι μεταφέροντας μηχανήματα, γενικό εμπόριο…
Μια καινούργια ναυτιλιακή εταιρία ναύλωσε το βαπόρι για ένα χρόνο. Ήταν Κολομβιανή μαζί με το Εκουαδόρ, λεγόμενη Grancolombiana de vaporεs, πρώτα ήταν μαζί με την Βενεζουέλα, μετά χώρισαν και της Βενεζουέλας ονομάστηκε venezolana de navegación.

Ταξίδια μας ήταν από βορρά προς νότο. Μέσα σε δέκα μέρες αλλάζαμε κλίμα από παγωμένο σε τροπικό. Ξεκινούσαμε από το Μόντρεαλ, Θρι Ριβερς, Κεμπέκ Καναδά, κι όσα μικρά λιμανάκια είχε ο ποταμός Άγιος Λαυρέντιος, μετά πηγαίναμε Βοστόνη ΗΠΑ κι από κει κατευθείαν Κολομβία.

Πρώτα το λιμάνι, Santa Marta, μετά το λιμάνι της Cartagena de Indias, τελευταίο το λιμάνι της Baranquilla το οποίο ήταν στην όχθη του ποταμού Rio Magdalena, του οποίου τα νερά δεν είχαν αρκετό βάθος για ένα φορτωμένο βαπόρι. Στην είσοδο του ποταμού "Vocas de Ceniza" εκεί ο ποταμός συναντώντας τη θάλασσα πάντα υπήρχε «Δεστία» μια αναταραχή του νερού όπου σήκωνε κύμα.
Όλα αυτά στην ακτή της Καραϊβικής. Περιττό να πω ότι για τους ναυτικούς ήταν σαν παράδεισος, εύρισκες ότι σου έλειπε στο πέλαγος. Το λιμάνι της Σάντα Μάρτα είχε μπαρ, γυναίκες που γύριζαν σαν φτερωτές φέλες γύρω από τους ναυτικούς, το λιμάνι της Καρταγένας ήταν γεμάτο από ας πούμε μικρό-απατεώνες, μα κι ένα καθολικό ‘κονβέντο’ Μοναστήρι πάνω στο λόφο
. Ο μανιάτης ο μάγειρας πούλησε τσιγάρα και Ουίσκι σε καλή τιμή, όταν πήρε τα πέσος και πήγε στην τράπεζα να τα κάνει δολάρια ήταν όλα κάλπικα.
Η Μπαρανκίγια ήταν ένα πολύπλοκο λιμάνι, υπήρχε μια μαύρη ζώνη από το μόλο προς την πόλη, μας λέγανε ότι ήταν επικίνδυνη, το ποτάμι με καφετιά βρώμικα νερά κατέβαζε πολλά σκουπίδια μέχρι και νεκρά ζώα, είχε πολλά νυχτερινά κέντρα, αυτό που θυμούμαι το Γαρδένια, μετά μας ξεμονάχιαζαν πιτσιρίκια και μας έδιδαν επισκεπτήρια κάρτες με διευθύνσεις οίκου ραπτικής, αν πήγαινες να σου ράψουν κουστούμι, ή από περιέργεια, σε περίμεναν γυναίκες, από εκεί έβγαινες χωρίς κουστούμι.
Μετά γύριζες στο βαπόρι, προσπαθώντας να καταλάβεις το νόημα της ζωής.

Όταν αναχωρούσαμε από την Καραϊβική περνούσαμε το κανάλι του Παναμά πλέαμε τον Ειρηνικό Ωκεανό προς νότο στο κολομβιανό λιμάνι της Μπουένας Βεντούρας, εκεί χανόμαστε μέσα στο χάος της συνοικίας Λα Πιλότα, από υπόκοσμο γυναίκες, τραγούδια, σε ρυθμό merecumbé όπως το (Rio Manzanares déjame pasar,) και το (si naciste sin corazón en el pecho, tú no tienes la culpa de ser así…) ακόμα και ο δρόμος ήταν γεμάτος κόκκινα λασπόνερα…

Μετά πλέαμε πάλι νότια προς το λιμάνι του Τουμάκο… κοντά στα σύνορα με το Εκουαδόρ. Ε! Αυτό ήταν ένας μόλος, μια ερημιά μέσα στη Ζούγκλα.
Μια φορά σε ένα λιμάνι του Περού ήρθε κάποιος στο βαπόρι και πούλαγε πιστόλια, Έτσι από περιέργεια, μαζί με άλλους πήρα κι εγώ ένα μαζί με ένα κουτάκι σφαίρες, ήταν Γερμανικής κατασκευής περίστροφο με μύλο των 22.

Εκεί λοιπόν στο Τουμάκο μας είπαν οι φύλακες του μόλου αστυνομικοί άμα θέλουμε να κάνουμε σκοποβολή μπορούμε να βγούμε στη στεριά και να σκοπεύουμε τα δένδρα. Σε αυτούς τους ίδιους πούλησα και μια καραμπίνα των 22 που είχε κατάσχει ο καπετάνιος στο βαπόρι κατόπιν φασαρίας για τζόγο ανάμεσα στο πλήρωμα. Αλλάζοντας καπετάνιο κληρονόμησα εγώ την καραμπίνα.

Έτσι κι έγινε αλλά το δικό μου στην δεύτερη σφαίρα πάθαινε εμπλοκή, δεν γύριζε ο μύλος. Ο κάλυκας έκανε ένα εξόγκωμα και φρακάριζε, μετά ρώτησα, μου είπαν ότι οι σφαίρες ήταν πολύ παλιές. Το τέλος του περιστρόφου ήταν όταν πήγαμε στην Αβάνα Κούβας, ήταν η αρχή του Κάστρο ήρθαν οι αρχές, μας είπαν ότι θα κάνουν έρευνα στο βαπόρι κι αν βρουν όπλα, εχθροί του καθεστώτος φοβήθηκα και το πέταξα στη θάλασσα στο λιμάνι της Αβάνας, όπου εκεί θα βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Το ξεκίνημα στα πέτρινα χρόνια

Ταβέρνα ο Τσάπαλος, είχε το γραμμόφωνο διαπασών με το άσμα: (Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου…) τα μεσημέρια που σταματούσε το εργοστάσιο, ώρα φαγητού- περνούσα απ’ έξω η μυρωδιά των φαγητών μου έφερνε ζάλη, κοίταζα μέσα στα ταψιά φιγουράριζαν πατάτες του φούρνου και φασόλια γίγαντες, 2.000 δρχ. η μερίδα, χωρίς ψωμί.
Δίπλα σε κάποια απόσταση, περνούσαν οι σιδηροδρομικές γραμμές των ΣΕΚΣτην κατηφόρα μετά από τις γραμμές νεοσύλεκτοι φαντάροι έκαναν γυμνάσια, με το όπλο στα σκέλια άφηναν τον εαυτόν τους να ρολάρει στο χέρσο αυτό κομμάτι γης. Καθόμουν και τους έβλεπα όσο το επέτρεπε η ώρα. Λίγο πιο κάτω ήταν ο στρατώνας του Ρουφ. Στην Αρχή τον στρατώνα αυτόν τον είχαν οι Άγγλοι NAAFI, είχα κάποιον γνωστό που δούλευε στην αγγλική βάση, επισκεπτόμενος τη βάση μου βρήκαν και τη δουλειά στο Ρουφ, μετά που έφυγαν οι Άγγλοι τον παρέδωσαν στον Ελληνικό στρατό. Απέναντι από την ταβέρνα ένα μικρό οίκημα φαινόταν ερειπωμένο, το μισό ήταν εργοστάσιο παραγωγής λαμπτήρων για φακούς και ποδήλατα. Το άλλο μισό άδειο. Εκεί εργαζόμουν για περίπου ένα χρόνο, 15 χρονών παιδί με κοντά παντελονάκια εργάτες 6 κορίτσια και δυο αγόρια. Ημερομίσθιο 11.000 δρχ. ημερησίως.
Η τιμή του δολαρίου στην αρχή ήταν 12.000, μετά ανέβηκε και σταμάτησε 15.000 δρχ. Όχι δεν υπήρχε τηλέφωνο, όμως είχαν ανοίξει στον πέτρινο τοίχο μια τρύπα σε ύψος τραπεζιού, στο διπλανό άδειο κτίριο του ιδίου γκρινιάρη παράξενου ιδιοκτήτη. Έτσι όταν χτύπαγε το τηλέφωνο σαν πιο μικρός ανέβαινα στο τραπέζι επάνω πέρναγα το κεφάλι μου από την τρύπα κι απαντούσα, περιττό να πω το πανδαιμόνιο που γινόταν κορίτσια-γυναίκες τραγουδούσαν της εποχής (Το φανταράκι απόψε πάει, έχει μεράκια και τάχει πιει…) μα και το (Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ακουμπισμένος σ’ ένα δεντρί, ο τραυματίας αναστενάζει…) μια παρέα από 4 κορίτσια ήταν από την Κερατέα μιλούσαν Αρβανίτικα μεταξύ τους, μου φαινόταν τόσο παράξενο. Σαν σχόλαγα 5 το απόγευμα περπατούσα μέχρι την Πειραιώς στην στάση Καμπά, εκεί έπαιρνα το πράσινο τραμ για την ομόνοια, εισιτήριο 500 δρχ. Περνούσαμε από τη λαχαναγορά, από το γκάζι, φθάνοντας στην ομόνοια περπατούσα για ακαδημίας οδός Σινά έπαιρνα το λεωφορείο της ΕΔΕΜ πάλι 500 δρχ. κατέβαινα στην λεωφόρο Συγγρού στάση Χρυσάκη, περπατούσα στην οδό Μεγίστης μέχρι την Ηρακλέους Καλλιθέα. 7 η ώρα έπρεπε να ήμουν παρών στο νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας. Η θεια μου κι εγώ είχαμε νοικιάσει ένα υπόγειο 2 δωμάτια, μια γκαζιέρα πετρελαίου, που όταν άνοιγες τις σταγόνες για να δυναμώσει έπιανε φωτιά. Πέρασα από εκεί πριν μερικά χρόνια το υπόγειο ακόμα υπάρχει κλειστό, όπως και η διώροφη οικία. Χειμώνας πήγαμε με έναν γνωστό οδηγό λεωφορείου στην οδό Αθηνάς στα παλιατζίδικα, νομίζω κάπου λεγόταν αμερικανική αγορά, αγόρασα ένα μεταχειρισμένο πανωφόρι 70.000 δρχ. Μετά το μαρτύριο του φαγητού δεν βγαίναμε, θυμάμαι πήγαινα στην Λαική Καλλιθέας περνούσα από την οδό Φιλάρετου έπαιρνα ότι έβρισκα, για κρέας κονσέρβα κόρνεδ μπιφ Αργεντινής το τηγανίζαμε.

Ε! Τι άλλο να πω όταν έγινα 16+ ξεκίνησα για κατάκτηση της ζωής, έφυγα για τους Ωκεανούς, και για να το κατορθώσω βρήκα δανεικά 20 λίρες χάρτινες Αγγλίας, έτσι ήθελαν αυτοί, δραχμές δεν ήθελε κανένας, πίσω μου έσερνα την ελπίδα αυτών που απόμειναν, με τα χρόνια κατάλαβα ότι ποτέ μου δεν είχα μια φυσική παιδική ζωή, αλλά όταν το κατάλαβα ήταν αργά, ίσως στην επόμενη ζωή, στην παρούσα μόλις άρχιζε κάτι, πριν το νιώσω τελείωνε…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω,




Ήμασταν πολλοί, όπου κι αν περπατούσες έβρισκες μπροστά σου ελληνόπουλα, τα περισσότερα λαθραία, αυτά που το είχαν σκάσει από βαπόρια, παιδιά αμούστακα, μα και μεγάλοι άνδρες οι οποίοι είχαν πιστέψει στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Ήταν και μερικοί ναυτικοί με ορισμένη άδεια παραμονής συνήθως 29 ημερών μέχρι να βρουν άλλο βαπόρι να μπαρκάρουν. Όλοι ψάχναμε για μια γνωριμία, για μια γυναίκα, με την πρόθεση η παντρειά και να μείνεις στη στεριά, για μια ευκαιρία, για μια εργασία, για ένα αποκούμπι, για ένα χέρι κατανόησης, ένα χέρι να σε σπρώξει μπροστά, κάτι που δεν υπήρχε.

Όλοι διωγμένοι από αυτά τα φτωχά πέτρινα χρόνια της πατρίδας μας Ελλάδας, Ένας από αυτούς τους πρωταγωνιστές ήταν και ο εαυτός μου.

Όμως οι ντόπιοι ελληνοαμερικάνοι δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα για εμάς, συνήθως ζούσαμε μια ζωή ξεχωριστή συγκεντρωμένοι γύρω από την τότε Ελληνική γειτονιά, του Μανχάταν από τους 47 δρόμους έως τους 26. Μια ζωή σκυλίσια με τον φόβο της αστυνομίας αλλοδαπών, από τα συχνά μπλόκα που έκαναν στους δρόμους, αλλά και με τον φόβο των καταδοτών επί αμοιβή ντόπιων ελληνοαμερικανών αυτών που σου έκαναν τον φίλο. Τον καιρό εκείνο η γειτονιά αυτή έβριθε από Ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες ποντάριζαν οι περισσότερες στους νεοφερμένους έλληνες. Και ήταν τα μπουζουξίδικα στους 26+ δρόμους το Βρετάνια, το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί κήποι, όπου όταν έμπαινες μέσα τα λυπητερά σπαρακτικά τραγούδια έμοιαζαν μοιρολόγια, από εκεί έβγαινες με ένα μεγάλο κενό.

Ήταν τα ξενοδοχεία Ρεξ, Φλάνδρες, Ρίο, όλα μαζεμένα στους 47 δρόμους, εκεί όπου ήταν και η πιάτσα για δωμάτια, για μπάρκα...
Cameo έτσι λεγόταν ο κινηματογράφος της στην 8η λεωφόρο και 44 δρόμους του Μανχάταν, έπαιζε μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες, παρακολουθούσες όταν τελείωνε η ταινία οι περισσότερα θεατές, έβγαιναν έξω με δάκρυα…
Και ήταν όλοι παιδιά, άρα τι τους έλειπε; Μα η πατρίδα ο τόπος μας. Δίπλα το εστιατόριο Πάνθεον, τα καταστήματα Δώρων Άτλας και Κεντρικόν πουλούσαν βαφτιστικά, κεριά και λιβάνι, καρτ ποστάλ ελληνικά, την Ατλαντίδα και τον Κήρυκα, την μέθοδο αγγλικής άνευ διδασκάλου του Δίβρη μα και της Ατλαντίδος, ελληνικές σημαίες μα και μπακιρένιο μπρίκι καφέ από Λίβανο.
Πιο κάτω το Προδρομίδης κατάστημα δώρων, ακόμα πουλούσαν και ραδιόφωνα βραχέων κυμάτων για να ακούμε εμείς οι καψούρηδες το Εδώ Αθήναι, το φωτογραφικό ατελιέ Ακρόπολις, το εστιατόριο Παράδεισος το σπεσιαλιτέ του κεφαλάκι αυγολέμονο σούπα και κάπως φτηνό για εμάς τους διαβατάρηδες, η καφετέρια Μολφέτας στους 47 δρόμους, με το σλόγκαν «Να τρως και να πίνεις τυχερά να μην δίνεις κλπ…» το κυνήγι, τα μπλόκα από την αστυνομία αλλοδαπών συνεχιζόταν κάθε μέρα. Μαζί με φίλο πήγαμε στο Ξενοδοχείο ΣΤΑΤΛΕΡ 34 δρόμους γινόταν μια ελληνοαμερικανική χοροεσπερίδα, απελπισμένοι να γνωρίσουμε, την βγάλαμε μονάχοι μας στο μπαρ αν και ήταν εκατοντάδες οι ομογενείς, ούτε μια καλησπέρα.

Περπατούσες στο πεζοδρόμιο και κοίταζες πίσω σου, μήπως σε παρακολουθούν τούτη τη φορά όμως ερχόταν από τον δρόμο, σταματούσε δίπλα σου ένα αυτοκίνητο, έβγαιναν δυο μπάτσοι, ο ένας πήγαινε μπροστά σου, ο άλλος από πίσω, πριν σε σταματήσουν σου έβγαζαν μια κονκάρδα χρώματος χρυσαφή, σου την έβαναν μπροστά στα μούτρα και φώναζαν, αστυνομία αλλοδαπών, τα χαρτιά σου, από πού είσαι, οι ερωτήσεις διαδεχόταν η μια την άλλη, μετά σου πέρναγαν τις χειροπέδες, σε πετούσαν στο πισινό κάθισμα του αυτοκινήτου, πιο κάτω, έξω από μια κόκκινη επιγραφή ΜΠΑΡ σταμάτησαν βγήκε ο ένας, γύρισε με άλλον κρατούμενο.
Τα κρατητήρια γεμάτα λαθραίους, μια φορά τον μήνα ερχόταν το βαπόρι από Πειραιά το Νέα Ελλάς, έβαζαν στη γραμμή όλους τους κρατούμενους, μετρούσαν όταν έφταναν στον αριθμό 15 σταματούσαν, τους έλεγαν εσάς σας κάνουμε απέλαση για την Ελλάδα. Ήταν και πολλοί ηλικιωμένοι οικογενειάρχες που είχαν πιστέψει στα όνειρα, αυτοί παρακαλούσαν να τους απελάσουν όσο πιο γρήγορα, ήταν και τα Ιταλικά βαπόρια Σατούρνια και Βουλκάνια που πήγαιναν Πάτρα.
Το βαποράκι μας μικρό μόλις τονάζ 3500,θα έπρεπε να το ονομάζουν ΕΛΠΙΔΑ έμοιαζε με σκαφίδι φορτωμένοι γενικό εμπόριο, είχαμε αναχωρήσει από την κόλαση της Νέας Υόρκης, πλέαμε, προς την Καραϊβική. Νόμιζες ότι αν έβγαζες το χέρι έξω από την κουπαστή θα έπιανες την θάλασσα, τόσο.
Το πλήρωμα οι περισσότεροι νεαρά παιδιά, πολλά παιδιά ήταν νιόπαντροι με αμερικανίδες κι ερχόταν να περιμένουν να έρθει η σειρά τους φωνάξουν, να πάρουν μεταναστευτική βίζα για ΗΠΑ. Άλλοι είχαν έρθει κυνηγημένοι από τις μεταναστευτικές αρχές γιατί είχαν παραβιάσει την παραμονή τους στη στεριά, άλλοι είχαν βγει από τα κρατητήρια, αφού ήταν λαθραίοι, ήταν όλοι η νεολαία της Ελλάδας αυτοί που δεν ζητούσαν τίποτα παρά μόνο μια εργασία, ένα μεροκάματο.
Το βαποράκι αυτό με Παναμαϊκή σημαία ήταν ένα είδος σιγουριάς, παρείχε τροφή στέγη μισθό και κοντινά μικρά ταξίδια γύρω από τις ακτές της Αμερικής. Ένα μωσαϊκό νεαρών παιδιών που ζητούσαν ένα πιο λαμπρό μέλλον, ένα καταφύγιο έξω από τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η αρχή της ερήμωσης της Ελληνικής Επαρχίας, αυτά τα πέτρινα χρόνια όπου δεν υπήρχε μέλλον ούτε ευκαιρία εργασίας.


Τα βαπόρια ήταν γεμάτα ναυτόπαιδα, μερικοί μάλιστα ναυτολογούταν σαν υπεράριθμοι (έπρεπε να γνωρίζεις, να έχεις μέσων) και περίμεναν άμα αδειάσει καμιά θέση να την πάρουν αυτοί, ή ακόμα προέβλεπαν να το σκάσουν στην Αμερική.
Ένα μεγάλο βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα, Να πως ζουν οι πλούσιοι φώναξε ένα παιδί, τρέξαμε όλοι στην κουπαστή, κάποιος είχε μια φωτογραφική μηχανή αυτές που άνοιγαν σα φυσαρμόνικα, τρέξαμε πήρε την φωτογραφία αν και μας είχε προσπεράσει.
Ήταν το βασίλισσα Μαίρη, ή Ελισάβετ της Αγγλίας 80.000 τονάζ
Η διαφορά ανάμεσα στα δυο υπερωκεάνια ήταν ότι το ένα είχε τρεις τσιμινιέρες, τώρα δεν θυμούμαι πιο από τα δυο.
Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω, την κοίταξα με απορία, δάκρυσα, η ευχή μου να μην επαναληφθούν τα χρόνια εκείνα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης









Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

H Aράχνη, Η Σαύρα:



Το βασίλειο του ήλιου σε όλη του την λαμπρότητα, που και που κάνα συννεφάκι έκανε τον περίπατό του στο γαλάζιο στερέωμα μέχρι που άρχιζε να φυσά ο Μαΐστρος οπότε εξαφανιζόταν. Η θάλασσα γαλαζοαίματη σα να ήταν νέκταρ των Θεών αλλά για εμάς τους θνητούς δεν ήταν νέκταρ αλλά μια απόλαυση το τσαλαβούτημα στην αγκαλιά της. Οι νύχτες φεγγαρόλουστες, τα τριζόνια ακουγόταν που και που, τα τζιτζίκια κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, περιμένοντας την ανατολή του ήλιου για να αρχίσουν να τραγουδούν, από κάπου όχι από πολύ μακριά ακουγόταν η μονότονη φωνή του γκιώνη.


Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, άρχιζε το λυπητερό του μονότονο κλάμα βρίσκοντας καταφύγιο στα γειτονικά ερείπια ή σε κανένα δένδρο προσπαθώντας με τα μάτια της νύχτας να καταλάβει αν υπήρχε ζωή εκεί τριγύρω του, χαρούμενος που το δικό του βασίλειο επεκτείνονταν στα τόσα πολλά μισογκρεμισμένα άδεια σπίτια που του είχαν αφήσει, αυτοί που είχαν φύγει, αυτοί που ποτέ δεν γύρισαν, μα κι αυτοί που ταξίδεψαν το μοιραίο ταξίδι προς τον Αχέροντα.
Από το βουνό ακουγόταν υπόκωφα κουδουνίσματα, λες και ήταν Θεϊκή συναυλία, ανακατεμένα με μακρόσυρτα αλυχτίσματα σκύλων, φυλάκων στα κοπάδια αιγοπροβάτων.
Ολόκληρη η περιοχή εγκαταλειμμένη, άδεια σπίτια, ετοιμόρροπα να συντριβούν σαν χάρτινος πύργος.
Εκεί κοντά έχω και το φτωχικό το σπίτι μου το πατρικό, εκεί που πρωτάνοιξα τα μάτια μου. Η σκηνή με γέμισε νοσταλγία έστω κι ας έχει χαθεί η ανθρώπινη επικοινωνία τα γέλια των παιδικών μου χρόνων η αγάπη και η στοργή των συνανθρώπων μας. Απίστευτη η ερήμωση του τόπου μου, οι κινούμενες οπτασίες στις νυχτερινές ατελείωτες ώρες μοιάζουν σα φαντάσματα όπου έχουν έρθει από έναν κόσμο του υπερπέραν. Έχουν καταλάβει αυτά που αφήσαμε εμείς, μα και όσοι έφυγαν για ένα υποσχόμενο Νιρβάνα, ή για ένα καινούργιο El Dorado
.
Στην σιγαλιά της νύχτας μια σαύρα κατάλαβε το παράπονό μου κι ερχόταν κάθε βράδυ να μου κάνει παρέα, μαζί με την αράχνη. Πέρναγε κάτω απ το κατώφλι της κλειστής πόρτας κι ανέβαινε πάνω στην οροφή ακριβώς δίπλα από το φως της πισινής εισόδου, καρτερούσε κι έτρωγε όλα τα ζωύφια που έλκυε η λάμπα του φωτός. Όταν άκουγε θόρυβο έτρεχε και κρυβόταν, αποφάσισα να μην την ενοχλώ μια και ήταν ότι έχει απομείνει στα ερείπια που κάποτε ανθούσε η ανθρώπινη παρουσία.
Το σούρουπο φάνηκαν στην αυλή κάτι κινούμενα ξερά φύλλα, έτρεξα τα σκούντησα ένας σκαντζόχοιρος έκανε τον περίπατό του… τον καλωσόρισα.
Βρισκόμουν στην αυλή μου όπου έχει ερημώσει, πατούσα το χώμα εκεί όπου πρωτόπαιξα «αμάδες» τα παιδικά μου παιχνίδια χαραγμένα στη σάρκα του τότε χώματος, σε μια Ελληνική επαρχία όπου σήμερα οι άνθρωποι κάτοικοι είναι σπάνιο είδος, τείνουν προς εξαφάνιση, τα Μαρκάτα το χωριό μου, πως κατάντησε έτσι;


Τα αγκωνάρια του σπιτιού του προπάππου μου, αν κι ερειπωμένα από τους σεισμούς, με κοιτούν ειρωνικά, οι ρίζες τους πέτρες κακοτράχαλες. Του παππού μου τα χωράφια χέρσα εγκαταλειμμένα, του πατέρα μου το σπιτικό, γι’ αυτό που μόχθησε μια ζωή έρημο το έχουν καταλάβει οι αράχνες και τα άλλα ζωύφια, τεσσάρων γενεών όνειρα, ριζωμένα σε μια Πύλαρο όπου βλέπει να χάνονται οι ελπίδες της να ξανα-αγκαλιάσει τα παιδιά της, αυτά που έφυγαν ψάχνοντας για ένα El Dorado, κι αυτά που περιμένοντας τη βοήθεια τους, τα πρόλαβε ο χρόνος και τα έθαψε σε τόπο χλοερό.

Έτσι κάθε φορά που γυρίζω στις ρίζες μου, τρέχουν να με προϋπαντήσουν ότι υπάρχει, οι σαύρες, σαμιαμίδια, οι αράχνες, οι σκαντζόχοιροι, τα τζιτζίκια, τα πουλιά, ακόμα και ποντίκια…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η Γέννηση του Καλαμποκιού:

Μα-ίζ

Τεοτισόντε

Περίληψη:
…Μια εποχή όπου τα ζώα μιλούσαν είπαν στους ανθρώπους:
Ακολουθείστε μας, θα πάμε να σας δείξουμε το μέρος όπου οι Θεοί Τζακόλ και Μπιτόλ έχουν διαλέξει ένα καινούργιο δώρο για εσάς.
Οι Μάγια τους ακολούθησαν, μπροστά πήγαιναν τα ζώα, Το (Jaguar) γάτος του βουνού και το (Coyote) Τσακάλι, όπου τους άνοιγαν δρόμο, τα πουλιά πετούσαν από πάνω τους με τα φτερά τους προφύλαγαν από τις καυτερές αχτίδες του ήλιου. Περπατούσαν στο μονοπάτι που ακολουθούσε την ίδια πορεία με τον ήλιο, αυτό που διάβαινε από τους δρόμους του Τσικίν.
Στο τέλος του μονοπατιού βρήκαν πραγματικά το δώρο των Θεών που το φύλαγαν για αυτούς.
Ήταν ένα πανέμορφο μωρό, για κρεβάτι του είχε τα σμαραγδένια χορτάρια, προστατευόμενο από τη σκιά ενός όμορφου δένδρου.
Ήταν τόσο χαριτωμένο το μωρό που το ονόμασαν Τεοτισόντε, που εννοεί (φυτό των Θεών, αγριόχορτο που ευδοκιμεί μόνο στα οροπέδια της Κεντρικής Αμερικής, μπορεί να διασταυρωθεί με το καλαμπόκι και να παράγει διαφορετικές ποικιλίες) γιατί ήταν καρπός μιας αχτίδας του ήλιου με ένα κύμα του ποταμού που διέτρεχε την γη του Παξίλ και Καγιαλά
.
Πήραν το μωρό από το μέρος που το βρήκαν με την συγκατάθεση των Θεών Τζακόλ και Μπιτόλ. Με στοργή, αγνότητα και προσοχή το τοποθέτησαν στο ίδιο ουράνιο παλάτι, του πιο ηλικιωμένου που ήταν στα ψηλά κλαδιά ενός δένδρου της Σέϊμπα. Του έδωσαν για συντρόφισσα στα παιχνίδια του την πιο μικρή, πιο όμορφη, πιο αγαπημένη από τις κόρες του, την Μα-ιζ.

Η Μα-ιζ ήταν όμορφη σαν το απαλό φως του φεγγαριού, μάτια σκούρα σαν τη νύχτα, επιδερμίδα χλωμή σαν της μπανάνας, στόμα φιλήδονο και ζουμερό σαν να ήταν από μεταξένια πούπουλα, από όπου φαινόταν μικρούτσικα κάτασπρα δόντια, σαν το χαλάζι, αυτό όπου έπεσαι πάνω στους παππούδες μας στη μακρινή πεζοπορία τους.


Είχαν περάσει χρόνια από τον καιρό που οι μεγάλοι παππούδες μας είχαν λάβει το δώρο των θεών, μέχρι που ο Τεοτισόντε και η Μα-ιζ δεν ήταν πια παιδιά, είχαν μετατραπεί σε δυο υπάρξεις όπου την καρδιά τους είχε τσιμπήσει η σφήγκα της αγάπης. Την ίδια ώρα που τα πουλιά κελαηδούσαν οι Μεγάλοι παππούδες μας οι Μάγια γονατιστοί ύψωσαν τις προσευχές τους στους Θεούς τους:
Ω! Τζακόλ και Μπιτόλ κοίταξέ μας, άκουσέ μας, μην μας αφήνεις να χαθούμε , δώσε μας το σημάδι του λόγου σας :
Πότε φεύγει ο ήλιος και η μέρα, πότε νυχτώνει, πότε ξημερώνει, οδήγησέ μας από το γαλάζιο δρόμο, δώσε μας ειρήνη. Τελειώνοντας την προσευχή τους είδαν ότι φάνηκε στον γαλάζιο θόλο του ουρανού, η παρουσία του Τζακόλ και Μπιτόλ σε φόρμα ενός λαμπρού μεγαλοπρεπή ήλιου. Τότε σηκώθηκαν από γονατιστοί που ήταν και κατευθύνθηκαν προς το μέρος που είχαν αφήσει την Μα-ιζ και τον Τεοτισόντε, τα πολυαγαπημένα τους παιδιά, τους συντρόφευαν τα πουλιά κελαηδώντας, αλλά δεν τα βρήκαν πουθενά.
Οι Θεοί είχαν μεταμορφώσει τα αγαπημένα τους παιδιά σε δυο συγγενικά φυτά, που ανάμεσα στα φύλλα τους που έμοιαζαν σαν πράσινες ξιφολόγχες, βλάστιζαν μπουμπούκια φουσκωμένα από μικρούς κάτασπρους κόκκους.
Οι μεγάλοι παππούδες κατάλαβαν ότι οι Θεοί έκαναν το θαύμα τους, τους είχαν μεταμορφώσει σε φυτά κι όχι μόνο αλλά οι καρποί του θεϊκού αυτού φυτού έδειχναν τα ξανθά μαλλιά του Τεοτισόντε και τα λευκά δόντια της Μα-ιζ
Έτσι οι δημιουργοί Τζακόλ και Μπιτόλ έδωσαν στους Μάγια για κύρια τροφή τους καρπούς αυτού του φυτού, όπου του έδωσαν το όνομα Μα-ιζ σε ανάμνηση της όμορφης κι αγαπημένης τους κόρης.


Μεταφρασμένο από Γαβριήλ Παναγιωσούλη σε περίληψη από τους μύθους της Γουατεμάλας,
Συγγραφέας: Francisco Barnoya Gálvez, Guatemala 1985
Título original (El Nacimiento del Maíz)


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Αξέχαστες Αναμνήσεις:

Tο προζύμι του ανθρώπινου χαρακτήρα.
Recordar es vivir…
Κοίταξα απ’ το παράθυρο, καθρέφτες γύρω, γύρω, στην είσοδο κατέβαινες μερικά σκαλάκια, ήταν μια καφετέρια στο κέντρο της Αβάνας, απέναντι από το ξενοδοχείο της Αγγλίας μπροστά από το Βουλεβάρτο Ντελ Πράδο, όπου οδηγούσε στο Malecon, δίπλα από το πάρκο με το άγαλμα του Χοσέ Μαρτί.



Η καφετέρια ήταν γεμάτη κορίτσια, νεαρά άτομα.
Ναυτικοί εμείς δεν ξέραμε πώς να αρχίσουμε, πως να δώσουμε γνωριμία. Είχαμε φύγει από τα παραλιακά μπαρ όπου πλεονάζουν οι γυναίκες της στιγμής και είχαμε ανεβεί προς το Καπιτώλιο, το κέντρο, έτσι να φύγουμε λιγάκι από τα λασπόνερα.
Μαζί μας ήταν κι ο Σαράντος ο μάγειρας του βαποριού, βετεράνος από τα σύρματα της Αιγύπτου, άνθρωπος της πιάτσας. Δεν ξέρω πως τα κατάφερε κι έπιασε κουβέντα με την πιο ηλικιωμένη, μαζί της κουβάλησε και ένα μπουμπούκι, μικρή πιτσιρίκα, με φώναξαν κι εμένα πιτσιρίκος κι εγώ να κάνουμε παρέα.


Είχε στα μαλλιά της ένα κόκκινο γαρίφαλο, άσπρη σαν το γάλα. Ήταν η αρχή στον παράδεισο του γαλαξία, στο να μάθεις τη νυχτερινή ζωή της Αβάνας, η αρχή του λούσου, της πολυτέλειας, πήγαμε σε κρυφά άγνωστα μέρη, ακούσαμε τυπική ορχήστρα της Κούβας, μας μάθανε τα πιοτά τους, το Ρούμι Matusalem και Bacardi, διάβαζαν το Bohemia, μας ταξίδεψαν με λιμουζίνα, σε αόρατα ξενοδοχεία, μας έδωσαν την εντύπωση, ότι όλη η Αβάνα γλεντούσε. Ήταν η αρχή, η μύησή μου στον κόσμο και την κουλτούρα της Κούβας, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια, μια εποχή 1952 όπου ο πρόεδρός της ήταν ο Fulgencio Batista… πέρασαν τα χρόνια.


Ο γιατρός Carvajal γνωστός μου από τις συχνές επισκέψεις του στο Βαπόρι, ανήκε στο υγειονομείο της Κούβας, μου βρήκε μια θέση στο Anglo-Αmerican Hospital, είχα μια μικρή ενόχληση κι επέμενε να με πάρει μαζί του για ιατρικές εξετάσεις, είχε το ελεύθερο επικοινωνίας από τους συντρόφους του Κάστρο ένεκα της ιδιότητάς του ως γιατρού. Κάναμε βόλτες στην Αβάνα συζητώντας με τους κομπανιέρος που με τα όπλα στο χέρι μας σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι, ήταν αυτοί που είχαν είδη καταλάβει την Αβάνα και περίμεναν να μπει ο Κάστρο ο οποίος ήταν στη Santa Clara.

Ένας φίλος ανθυποπλοίαρχος στο βαπόρι μου λέει: Σκέψου το καλά, αν πας στο νοσοκομείο μπορείς να κλειστείς μέσα και να μην μπορείς να ξαναφύγεις.

Σοφά λόγια, φτάνοντας στο βαπόρι λέω του γιατρού, φίλε μου άλλαξα γνώμη, δεν θέλω να μείνω στην Αβάνα, φύγαμε την άλλη μέρα το πρωί για Καναδά… εποχή 1959
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Έτσι, Για Μια Φορά Ακόμα…








Στην ζωή μου μέσα πάντα μου αρέσει να μαθαίνω κάτι καινούργιο, έχω επισκεφθεί πολλές δεκάδες χώρες στον κόσμο, σε όλες αυτές αναμιγνύομαι με τους ντόπιους, και προσπαθώ να μάθω, τα πιστεύω τους, την ιστορία τους…
Έτσι για μια φορά ακόμα επισκέφθηκα φιλοξενούμενος τη μυθική χώρα, όπου η φιλοξενία είναι συνώνυμη με την Μπέσα σύμφωνα με τον συγγραφέα Ισμαέλ Κανταρέ σε κάποιο βιβλίο του που είχα διαβάσει πριν χρόνια.

Η συνομιλήτρια μου δασκάλα σε δημοτικό σχολείο της Πρεμετής με κοίταξε με έκπληξη, έβγαλε μια φωνή και είπε, σε άλλη γλώσσα Αλβανική που εγώ δεν κατάλαβα αλά μου τα εξήγησε μετά που χωρίσαμε η κυρία φίλη και γνωστή μου η οποία χρησίμευε σαν διερμηνέας
. Της έδωσα την εντύπωση όχι ενός κοινού ανθρώπου, αλλά ενός πολύ έξυπνου που ξέρει πολλά. Δεν έδωσα καμία σημασία… το όνειρό της δασκάλας ήταν να μάθει Αγγλικά, παρέα μας ήταν και δυο χαριτωμένα παιδάκια της 8-10 ετών. Η σκηνή σε καφετερία της Χιμάρας, όπου απολάμβανα ένα νόστιμο εκμεκ-καταϊφ
Στην συζήτησή μας πάνω πάντα μέσω διερμηνέα τι ρώτησα τι διδάσκει, πόσες τάξεις έχει το σχολείο, για τα περίχωρα της Πρεμετής που ήταν όλα Ελληνικά, για τις μάχες των Ελλήνων, μας τα είχαν μάθει στο Ελληνικό σχολείο της είπα…
Τη ρώτησα αν θεωρούσαν τους εαυτούς τους απόγονους των Ιλλυρών, γιατί η σημαία τους έχει τον Βυζαντινό δικέφαλο αετό, «τουλάχιστον έτσι νομίζω,» αν όλοι οι Αλβανοί της διασποράς μιλάνε την ίδια γλώσσα, Κόσσοβο, Σκόπια, κλπ.
Υπολόγισα μορφωμένη γυναίκα θα πρέπει να με κατατοπίσει, στις απορίες μου.
Μια όμορφη τεράστια παραλία στην τοποθεσία Λιβάδι περίπου 10-15 χιλιόμετρα από τη Χιμάρα.
Εκεί πηγαίναμε για μπάνια, με το προηγούμενο καθεστώς ήταν στρατιωτική ζώνη απαγορευόταν η πρόσβαση.
Εντυπωσιάστηκα από τα καταφύγια πολεμίστρες χωμένες στη γη, ερειπωμένες, απομεινάρια μιας επίδειξης ισχύος του προηγούμενου καθεστώτος.
Εκεί συνάντησα και τον σύζυγο της δασκάλας, καθηγητής κι αυτός νομίζω γυμναστικής ήταν μπλεγμένος στην πολιτική και γύριζαν να αγοράζουν ψήφους για κάτι εκλογές που ερχόταν.
Απέναντι από την παραλία μακριά φαινόταν μια γλώσσα στεριάς προς το βορειοδυτικό μέρος. Προσπαθούσα να καταλάβω, η Κέρκυρα είναι πιο νότια, ρώτησα τον άνδρα αυτόν. Ναι, είναι ο Αυλώνας μου είπε.

Μετά η συζήτηση άνοιξε για τις τόσο γνωστές Αλβανικές τοπωνυμίες, όπου πολλές φέρνουν Ελληνικές ρίζες, για την δημιουργία του κράτους το 1912, για κατάκτηση της Αλβανίας από τους Ιταλούς πριν τον Β! παγκόσμιο πόλεμο…
Μια συζήτηση όπου ανταλλάσαμε απόψεις χαμογελώντας. Μετά έφυγε να πάει στη γυναίκα του πιο πέρα.
Σαν βράδιασε, η οικογένεια όπου με φιλοξενούσε πήγαμε σε εστιατόριο εκεί στην παραλία για φρέσκο ψάρι. Ο φίλος που μου έκανε τον διερμηνέα μαζί με τους άλλους και τις γυναίκες άρχισαν να γελούν. Τους κοίταξα κατάπληκτος,
Ξέρεις τι μας είπε στο τέλος αυτός που συζητούσατε μαζί, ότι θα πρέπει να είσαι κατάσκοπος… με τόσα που ξέρεις και ερωτήσεις που κάνεις, φαίνεσαι ύποπτος… εδώ φάνηκε και η επιρροή της συζύγου του…
Έστω κι αν ομολόγησα, ότι δεν ξέρω τίποτα…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Μια Επέτειο!

Είχα ξεκινήσει 10 Σεπτεμβρίου πρωί απ την Κεφαλονιά, διανυχτέρευσα στην Αθήνα ένα βράδυ, 11 Σεπτεμβρίου 2001 αναχώρησα από Αθήνα για Ρώμη, με Alitalia όπου αλλάξαμε αεροπλάνο.
Πετάγαμε πάνω απ τον Ατλαντικό Ωκεανό, πριν λίγες ώρες είχαμε αφήσει πίσω μας τις βόρειες ακτές την Γαλλίας, το αεροπλάνο της ALITALIA προορισμός Νέα Υόρκη. Στο σπίτι με περίμεναν με να κόψουμε την τούρτα γενεθλίων της εγγονής μου.
Ξάφνου ακούστηκε έτσι απότομα η φωνή του πιλότου, κάτι είπε στα Ιταλικά που δεν κατάλαβα, μετά το επανέλαβε στα Αγγλικά που ίδρωσα για να καταλάβω.
Γυρίζουμε πίσω στην Ρώμη, έκανε λοιπόν στροφή, ένας μικροπανικός κατέλαβε τους επιβάτες, άλλοι έλεγαν ίσως να υπάρχει βόμβα, κινητά τηλέφωνα ανοίχτηκαν, κάτι κορίτσια φαινόταν φοιτήτριες όρθια φώναζαν, μιλούσαν Αγγλικά, Ιταλικά, σηκώθηκα κι εγώ όρθιος, τότε μου ήρθε μια κρύα λογική και την είπα στους συνεπιβάτες μου. Αν ήταν βόμβα θα πηγαίναμε στο πιο κοντινό αεροδρόμιο κάπου στη Γαλλία, άρα κάτι άλλο συμβαίνει.
Στην Ρώμη νύχτα ένα χάος, γεμάτο το αεροδρόμιο αστυνομικούς, έκανα μια κουτή ερώτηση,
-Από δω που θα πάω;

Για να πάρω μια κουτή απάντηση,
-Να πας στο προξενείο σου…

Κανένας δεν μας έλεγε το λόγο γιατί γυρίσαμε, μόνο ότι δεν μπορούσαμε να αναχωρήσουμε για τη Νέα Υόρκη.
Ξαναπήγα στην Αλιτάλια απαίτησα να φύγω από τη Ρώμη, πράγματι με έβαλαν σε ένα αεροπλάνο αυτά DC9 που έχουν τρεις μηχανές στο τελευταίο κάθισμα εκεί αποκάτω από την μηχανή όπου κάθονταν οι αεροσυνοδοί.
Φθάσαμε Αθήνα ήταν περίπου μεσάνυχτα, πετάχτηκα έξω, πήρα το λεωφορείο για το Σύνταγμα κι από εκεί με τα πόδια σε ένα μικρό ξενοδοχείο στην Πλάκα όπου πήγαινα τακτικά, το Άνταμς.

Στο μπαρ είχαν την τηλεόραση, κόσμος πολύς παρακολουθούσε την καταστροφή των Διδύμων, κοίταξα το ρολόι μου ήταν σχεδόν δυο μετά τα μεσάνυχτα, της επόμενης ημέρας 12 Σεπτεμβρίου απίστευτο, μετά πήγα σε δωμάτιο, κοιμήθηκα λίγο, 7 το πρωί πήρα ταξί για τον σταθμό λεωφορείων Κηφισού, αργά το απόγευμα ήμουν στην αγκαλιά της Κεφαλονιάς, όπου πέρασα ακόμα 15 μέρες…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Μια Ασπρόμαυρη Ταινία:

Ηλιοβασίλεμα στην Πύλαρο

Και ήρθε ο αραμπάς με το κόκκινο άλογο στον χωματένιο δρόμο, η καρότσα είχε για καθίσματα κάτι κασέλες, οι οποίες είχαν απέξω το σινιάλο της Shell κι έγραφαν πετρέλαιο Ελληνικού μονοπωλίου, η μάνα μου μ’ έπιασε απ’ το χέρι, ήταν ντυμένη με μια σκούρα ρόμπα, κρατούσε στο χέρι ένα μαντηλάκι άσπρο φρεσκοσιδερωμένο, που μύριζε λεβάντα. Οι ρόδες της καρότσας τεράστιες μύριζαν κατράμι.



Ήμουν τόσο μικροκαμωμένος ώστε κάποιος με πήρε στην αγκαλιά του και με πέταξε πάνω στην καρότσα. Η μάνα μου έκατσε δίπλα μου. Σε άλλη κασέλα κάθισαν η μάνα και η αδελφή, αυτού που πηγαίναμε να επισκεφτούμε. Μπροστά κρατώντας τα γκέμια του αλόγου ο αμαξάς ο οποίος ήταν πατέρας του.
Ξεκινήσαμε από τα Μαρκάτα Πυλάρου, πηγαίναμε στις Αγροτικές φυλακές Ληξουρίου, μια απόσταση 20 χιλιομέτρων και, να δούμε τον γιο του αμαξά μα και φαμελίτη μας, τον φυλακισμένο Μικέλη ο οποίος καθώς λέγανε είχε σκοτώσει μια γριά.
Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω ούτε να αρνηθώ το αν ήταν αλήθεια ή όχι, αυτό που ξέρω ότι εμείς ένα κάρο γεμάτο ανθρώπους, πήγαινε προς το Λιβάδι εκεί όπου ήταν οι αγροτικές φυλακές Κεφαλληνίας.
Για πρώτη μου φορά είδα φυλακισμένους, φορούσαν όλοι μια κίτρινη στολή με μαύρες χοντρές ρίγες, ήταν σε μια αυλή, από κάπου έτρεχε νερό κι αυτοί το έβαζαν στη χούφτα τους κι έπλεναν το πρόσωπό τους. Είδα και τον Μικέλη, κουβέντιασαν οι μεγάλοι με αυτόν, εγώ μόνο κοίταζα χωρίς να μιλώ.
Ο πόλεμος ακόμα δεν είχε αρχίσει, ακουγόταν που κόχλαζε, χωρίς όμως να έχει εκραγεί.
Ένα πρωί έφτασαν οι Ιταλοί κατακτητές, ανοίχτηκαν οι φυλακές, ο καθένας πήγε σπίτι του. Μαζί τους φέρανε την πείνα, την κατάσχεση των ζώων, ο πατέρας του Μικέλη έχασε την άμαξα, πέρασαν τα χρόνια, με την πρώτη ευκαιρία όλοι έφυγαν, ο Μικέλης η οικογένειά του πήγαν στην Μομπάσα Αφρική, είχαν έναν ακόμη αδελφό ναυτικό ο οποίος είχε μείνει εκεί.
Σήμερα δεν υπάρχει ούτε το σπίτι τους, ούτε η γωνιά μα ούτε και η τσίγκινη παράγκα όπου καίγαμε ξύλα στο κρύο του χειμώνα και λέγαμε παραμύθια μαζί με την μικρότερη αδελφή του, τη Ρωξάνη... τα μόνα που έχουν μείνει είναι τα ερείπια των φυλακών, τα σιδερο-καγκελόφραχτα παράθυρα.

Περνώντας από εκεί στέκομαι και προσκυνώ, δακρύζω από την θύμηση. Όχι δεν προσκυνώ τα εικονίσματα, αλλά τα αθώα παιδικά μου χρόνια, αυτά που χάθηκαν.
Αυτό που απέμεινε όπως τότε, είναι το ίδιο το ηλιοβασίλεμα της Πυλάρου, αυτό που μου θυμίζει την ταυτότητά μου, αυτό που όταν το αντικρίζω ο νους μου παίζει τις ασπρόμαυρες ταινίες της παιδικής μου ηλικίας…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Και μας πούλησαν τα σύννεφα:

Αποχαιρετώντας την Κεφαλονιά, στο βάθος τα βουνά της Πυλάρου.





Με τον φίλο Στράτο Αθήνα Ιούλιος 2011

Μικρός στο μέρος που γεννήθηκα πίστευα ότι ο Θεός τη νύχτα για να φωτίσει εμάς τους ανθρώπους άναβε σπίρτα και τα στερέωνε στο στερέωμα του ουρανού. Με το φως της ημέρας μας έστελνε τουλούπες από κάτασπρο βαμβάκι που έπλεε στο στερέωμα για να επουλώνει τις πληγές των ανθρώπων, να στεγνώνει τα δάκρυα. Εδώ στα ξένα που όλα πωλούντο μας πούλησαν τα σύννεφα με την υπόσχεση να μας ανεβάσουν εκεί ψηλά στο Θεϊκό βασίλειο, και να μας μεταφέρουν εκεί που πρώτο-άνοιξα τα μάτια μου, στις τουλούπες το βαμβάκι των ονείρων μου.
Και ήρθε το μεγάλο πουλί, περιμέναμε ουρά στο αεροδρόμιο, η μπροστινή μου μια κυρία μεσήλικα με 5-6 βαλίτζες όλο κοίταζε αναστέναζε, φοβόταν, πολύς ο κόσμος, ατελείωτες οι ώρες αναμονής ίσως να γέμιζε το μεγάλο πουλί και να την άφηναν έξω. Ίδρωνε γύριζε κάθε λίγο και λιγάκι και με ρωτούσε, λέτε να μας αφήσουν έξω; για κοίτα τόσος κόσμος που να χωρέσει;


Θάταν 400, ή και παραπάνω άτομα.
Με έκανε κι εμένα να αμφιβάλλω, τι να της πω; Ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την σύγχρονη ηλεκτρονική κοινωνία όπου ζούμε, ότι είμαστε όλοι φακελωμένοι, από πριν; ο κάθε ένας βιδωμένος στην θέση του.
Μας στρίμωξαν στο μεγάλο πουλί πετάξαμε στα σύννεφα, το βιολογικό μας ρολόι διαμαρτύρεται το ανθρώπινο σώμα δεν είναι φτιαγμένο για τέτοιες ταχύτητες, επιτέλους προσγειωθήκαμε.
Χαρήκαμε όταν συναντήσαμε φίλους στην Αθήνα, μετά στην Πύλαρο, στο νησί μας, όταν μας σκέπασε πάλι με το προστατευτικό της πέπλο η γαλανομάτα κόρη, θύμηση από τραγούδι μιας περασμένης εποχής, ξαναζήσαμε τη νοσταλγία, έτσι ξαναγίναμε παιδιά, πιστεύοντας στον Θεό του ουρανού με τα σπίρτα, και τα σύννεφα ως βαμβάκι για να επουλώνει τις ανθρώπινες πληγές, να στεγνώνει τα δάκρυα…


Ε! Στον γυρισμό μείναμε με την εντύπωση ότι τα σύννεφα δεν πουλιούνται, ότι είμαστε παιδιά της γης, ότι τα παιδικά όνειρα παραμένουν όνειρα εφόσον υπάρχουμε, μετά χάνονται στο άπειρον του ουρανού, για να ξαναγεννηθούν καινούργια όνειρα σύγχρονα μοντέρνα που δεν θα έχουν καμιά σχέση με τα δικά μας.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης