Το χθες, είναι μια χρονική διάσταση, που κάποτε υπήρχε, το αύριο είναι κάτι το άγνωστο υπάρχει σαν μια αφηρημένη έννοια που δεν έρχεται ποτέ, γιατί πάντα είναι σήμερα.
Η ζέστη αφόρητη, στο λιμάνι επικρατούσε άπνοια, η σκηνή στο Μαρακαΐμπο Βενεζουέλας, το βαποράκι μας μικρό μόλις 3.500 τόνων πλέαμε και στη λίμνη του Μαρακαΐμπο δίπλα στις πετρελαιοπηγές μεταφέροντας σωλήνες πετρελαίου.
Σαν βράδιασε ετοιμάστηκαν μερικοί από το πλήρωμα για έξοδο. Απ’ το μεσημέρι είχε χαθεί ο δεύτερος μηχανικός απ’ το βαπόρι, ένας πειραιώτης, μετά μάθαμε ότι τον είχαν φυλακή γιατί αντιμίλησε τελωνειακού ο οποίος έκανε λαθρεμπόριο ουίσκι από τον καπετάνιο.
Εκεί στο Μαρακαΐμπο είχα γνωρίσει από προηγούμενα ταξίδια μια κοπελιά από το Barquisimeto, πίναμε μαζί, εγώ μπύρα Zulia, εκείνη ήθελε ουίσκι, της είχα φέρει και δώρα από τη ΝΥ. Ξίνισε τα μούτρα της Δεν της άρεσαν, ώ! Αυτά μού έφερες! Άντε μετά να βρεις άκρη.
Την παράτησα κι έφυγα, έτσι πήγα μαζί με τους συνάδελφους στη νυχτερινή ζωή, αυτή για τους ναυτικούς, εκεί όπου γινόταν η νύχτα μέρα, εκεί όπου έρρεε η λάσπη. Πολλές οι γυναίκες σαν τα ζουζούνια, εντύπωση οι περισσότερες ξένες, και ευρωπαίες.
Στο επόμενο λιμάνι στο Puerto La Cruz μια όμορφη με έκανε πέρα, την πρόσβαλα με μια ερώτηση που της έκανα, είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτόν της, εν τέλει έκανα παρέα με μια λίγο αδυνατούλα άσχημη, αλλά χωρίς προβλήματα.
Στο La Guaira ψάχναμε για φιλενάδες στην παραλία στο Maiquetía, macuto εν τέλει καταλήξαμε στο αεροδρόμιο,,,,
Στο Puerto Cabello ήρθε η αστυνομία του τελωνείου στο βαπόρι και μας κατάσχε ότι ρούχα είχαμε καινούργια, με την ετικέτα πάνω, ως ύποπτα λαθρεμπορίου. Δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτε άλλο.
Μετά στo λιμάνι Cumana, κάποιος φίλος ναυτικός, βγήκε έξω γνώρισε μια οικογένεια Ελλήνων μεταναστών από την Χίο, είχαν μια κόρη, έρχεται και με τραβά μαζί του, μου έκανε την προξενιά με την κόρη, την είδα δεν… Είχαν Tienda μαγαζί εμπορικό υφασμάτων, ρούχων.
Από εκεί φύγαμε πήγαμε σε άλλο λιμάνι Carupano.
Βάλαμε πλώρη για Νέα Υόρκη, το κυματάκι μας δρόσιζε, φύσαγε πάντα από την νοτιοανατολική πλευρά, κάτι σαν μελτέμια, ξαναβρήκαμε τη γαλήνη στην απόλυτη απομόνωση από τον πολιτισμό, από την κοινωνία, από τα προβλήματα, από τις γυναίκες, αναζωογονήθηκα στου πελάγου την ιώδιο αρμύρα, σε μια απομόνωση όπου η λαμαρίνα του βαποριού πάχους μισής ίντσας είναι αυτή που σε χωρίζει από τη θάλασσα, αυτή που έπλεες πάνω της.
Πάνω στη σκουριασμένη λαμαρίνα στο πέλαγος ζωγραφίζαμε αγγέλους σε μορφή γυναίκας, ζωγραφίζαμε με άχνη από αλάτι, μέχρι που οι κορυφές των κυμάτων μας έλουζαν με θαλασσόνερο ρίχνοντας μας χελιδονόψαρα που έσπαγαν τα μούτρα τους πάνω στη λαμαρίνα, και μας χάλαγαν τις ζωγραφιές.
Μεγαλώσαμε σε λαμαρίνα σκουριασμένη, λες και ήταν η μάνα μας, αυτή που μας θήλαζε, είναι αυτή που πάνω της βρίσκαμε προστασία ξεγνοιασιά, κάτι το σίγουρο, ζούσαμε σε έναν κόσμο βρεμένο με αλάτι κι εκεί πάνω στη σκουριά ζωγραφίζαμε, ζωγραφίζαμε την καρδιά μας, την ψυχή μας, όλα αυτά σε πρόσωπα αγγέλων αυτά που θα έπρεπε να είχαν οι γυναίκες, αυτές που μας έλειπαν από τη ζωή. Μια ολόκληρη ζωή, τα καλύτερα παιδικά μας χρόνια, γεμάτα θαλασσόνερο λες και ήμασταν ψάρια,
Κι όταν έφτανες στο λιμάνι άβγαλτος στης στεριάς τα κόλπα, έπεφτες για μια ακόμα φορά, στα θέλγητρα αυτής που ορκίστηκε ότι εσένα μόνο περίμενε, όμως μέσα σου βαθιά ήξερες ότι ήταν ψέματα, σε νίκησε όμως η ψευδαίσθηση, η σκέψη σου, του:
Τι έχω να χάσω;
Γαβριήλ Παναγιωσούλης