Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Χρόνια Πολλά



Ατιτλάν, Γουατεμάλα


Συγκομιδή καφέ, Αντίγκουα Γουατεμάλα


Ένας καινούργιος χρόνος άρχισε 2012, τον συναπάντησα με την νωπή εμπειρία ότι ξανά περπάτησα στα μονοπάτια των ονείρων μου, αυτά που επισκεπτόμουν σαν ναυτικός, σε αυτά που σαν παιδί ζητούσα την ανθρώπινη κατανόηση, σε αυτά που με έλκυε ένα απροσδιόριστο Νιρβάνα, σε αυτά τα μονοπάτια ξανά περπάτησα, σήμερα σαν επισκέπτης.


Όμως τούτη τη φορά περπατήσαμε όλοι μαζί, κάναμε Χριστούγεννα στην Γουατεμάλα, σε μια οικογενειακή θαλπωρή, αναλύσαμε τα μέρη, που έγινε το ξεκίνημα, η αρχή, εκεί όπου εδραιώθηκε η αγάπη, η γνωριμία, εκεί όπου μπήκαν οι βάσεις του τι είμαστε σήμερα, εδώ που ζούμε ως κάτοικοι της Νέας Υόρκης.


Ένα θερμό ευχαριστώ, χρόνια πολλά κι ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος σε όλους τους φίλους & αναγνώστες του 'ΠΥΛΑΡΟΣ'
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

My Resolution for 2012

My resolution for 2012
My resolution for the coming year 2012 is to fulfill my promise στην κυρία Πόπη, and I will do that!

Την κυρά Πόπη, την γνωρίζω χρόνια πολλά, εδώ στην Νέα Υόρκη, θα μου πεις πόσα 15-20 ούτε καν θυμάμαι.
Η αρχή έγινε ο άνδρας της είχε έναν φίλο όπου ήταν φίλος μου και γείτονάς μου. Μια μέρα πέθανε ο άνδρας της κυρά Πόπης από καρκίνο, ο φίλος μου επαναπατρίστηκε στην Γλυφάδα, θάναι πάνω από 10-15 χρόνια, Η κυρά Πόπη έμεινε μόνη με την κόρη τας, η οποία παντρεύτηκε νομίζω αστυνομικό, η κυρά Πόπη έμεινε μόνη στο διαμέρισμα, αγγλικά δεν ξέρει με φωνάζει τακτικά να την επισκεφτώ, εργάζεται μια-δυο μέρες την εβδομάδα προσέχει κάνα ασθενή, για να τα φέρνει βόλτα, φτιάχνει σιτάρι (κόλλυβα) σε καμιά κηδεία, αλλά κι εδώ πρέπει να γνωρίζεις κάποιον, να σου δώσει την ευκαιρία.
Μάλιστα όταν πάμε σπίτι της μαζί με την γυναίκα μου τσακίζεται να μας περιποιηθεί.

Ο καημός της θέλει να γράψει την ιστορία της πριν πεθάνει, ή πριν πάθει αμνησία, θέλει να μου την πει, να την μαγνητοφωνήσω, γεννημένη στον Πολυχνίτο Λέσβου στην είσοδο του κόλπου της Καλλονής, μικρή οι γονείς της την έστειλαν σε κάποιο σπίτι στην Αθήνα αυτός ήταν στρατηγός ή κάτι τέτοιο, όταν πέθανε της άφησε μια περιουσία κοντά στην Αθήνα, Λούτσα την οποία της την άρπαξαν, την πάντρεψαν και την έδιωξαν από την Ελλάδα… από ότι έχω καταλάβει
Κι εγώ όλο υποσχέσεις θα πάρω μαγνητόφωνο, θάρθω κάποια μέρα, θα έρθω αύριο, μα κι αυτό το αύριο ποτέ δεν έρχεται πάντοτε είναι σήμερα, μέχρι τώρα ακόμα δεν το κατάφερα.
My resolution for the coming year 2012 is to fullfill my promise στην κυρία Πόπη, and I will do that.
Ευτυχισμένος ο καινούργιος Χρόνος, με υγεία και Ειρήνη στον κόσμο ολόκληρο.

Happy New Year
Feliz Año nuevo,
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Χριστιυγεννιάτικη Νύχτα...






Στην τότε Πύλαρο.
Ήταν ένας σιδερένιος παγωμένος μισο-σκουριασμένος σκελετός με τέσσερα πόδια και δυο χάλκινα πόμολα ένα στην κάθε άκρη στο κεφαλάρι. Τα πόμολα έμοιαζαν σαν χλωμό φεγγάρι, αυτό που κρύβεται μέσα στο αχανές σκοτάδι, όμως η χλομάδα του αποτυπώνεται πάνω στα πόμολα αυτά που στολίζουν το κρεβάτι που είχαμε κληρονομήσει από τη νόνα μου. Πάνω του ξεκουραζόταν σανίδες κυπαρισσένιες γεμάτες ρόζους που όταν τους έξυνες μύριζαν ρετσίνι. Το στρώμα είχε ένα ακαθόριστο χρώμα, είχε ρίγες μπλε και άσπρες, όμως το άσπρο ήταν ένα βρώμικο μουντό, έμοιαζε λασπωμένο, στη μέση είχε μια τρύπα από αυτή το γέμιζαν με προβατίσια μαλλιά…
Χριστούγεννα, η μάνα έβγαλε λιγάκι μαλλί το έξανε, βρήκε το μικρό σπιτάκι έμοιαζε με σπηλιά, αυτό που είχε φτιάξει για εμάς τα παιδιά από τάβλες κασέλας πετρελαίου του Ελληνικού μονοπωλίου shell, ο θείος μας ο μελισσοκόμος, αυτός που ήταν άρρωστος με φυματίωση. Ήταν αυτός που μας είχαν απαγορεύσει να εγγίζουμε οτιδήποτε άγγιζε αυτός για να μην κολλήσουμε χτικιό.


Η μάνα πίθωσε μέσα το ξασμένο μαλλί το έχτισε σα φωλιά, βρήκε μια παλιά καρτ-ποστάλ που είχαν στείλει οι μπαρμπάδες απ την Αμερική όπου ήταν ζωγραφισμένο το νεογέννητο μωρό το οποίο ζεσταινόταν από τα χνότα των ζώων και μας έφτιαξε εμάς των παιδιών την φάτνη.
Μας σήκωσε χαράματα απ το κρεβάτι, φύσηξε το κούτσουρο που είχε φυλάξει στη χόβολη ν’ ανάψει φλόγα, άναψαν τα ξύλα ζέστανε νερό στην φωτιά και μας έλουσε με σαπούνι πράσινο, μας μετέδωσε την αγάπη της, την στοργή της, την πίστη της, μας έστειλε στην εκκλησία να κάνουμε χρυσό δόντι.
Εμείς τα παιδιά χαρούμενα γυρίσαμε απ την εκκλησία Χριστούγεννα, σήμερα κάτι καλό θα μαγειρεύουν στο σπίτι, αν είχαμε αλεύρι θα μας έκανε τηγανίτες, ή αν είχαμε καλαμπόκι μια ζεστή πουλέντα, αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο κάνα κουνέλι θα έσφαζε ο πατέρας, έτσι να καταλάβουμε του Χριστού τη γέννηση…
Μετά σαν βράδιαζε μερικά κάρβουνα σε έναν κουβά στη μέση του δωματίου να ζεσταίνουμε τα χέρια μας και να λέμε παραμύθια, αν είχαμε καλαμπόκι θα το ψέναμε πάνω σε τενεκεδένιο καπάκι, και κάθε φορά που ο κάθε κόκκος άνθιζε σε μια σάρκα κάτασπρη σα μπαμπάκι φωνάζαμε από χαρά, και το χώναμε γρήγορα στο στόμα μας.


Σαν έμπαινε η νύχτα το ημίφως του λύχνου και η μυρωδιά από καμένο φυτίλι μας έπνιγε, η μάνα έτρεχε να ανάψει το καντήλι αυτό που θα μας κρατούσε συντροφιά όλη τη νύχτα, έτρεχε να ζεστάνει νερό να το βάλει στις μπουκάλες να ζεστάνουμε τα πόδια μας στην παγωμένη νύχτα, αυτή που ερχόταν γεμάτη όνειρα πολύχρωμα, φανταστικά, όνειρα που έπλαθαν τα αθώα παιδικά μυαλά, όνειρα που τρεμόσβηναν σαν την φλόγα του καντηλιού από τον αέρα που έμπαινε από την χαραμάδα της πόρτας, με το ακομπανιαμέντο της σταγόνας βροχής που έπεφτε από τα κεραμίδια στην εμαγιέ άσπρη λεκάνη κι όμως ήταν μια χριστουγεννιάτικη νύχτα, γεμάτη αγάπη ζεστασιά, θαλπωρή και φτώχεια, μα και πίστη ότι απόψε θα μας ζέσταιναν οι αναπνοές των αλόγων… αυτών που ήταν στην φάτνη…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Αξέχαστες ημερομηνίες:

Τα μπλογκ μας, οι ιστοσελίδες μας, κάθε μια εκφράζει τον ιδιότυπο χαρακτήρα του κάθε ενός μας. Δεν μπορεί να εκφράζουν όλα τα μπλογκ τα ίδια συναισθήματα, ούτε τις ίδιες εμπειρίες, διότι πως να το κάνουμε είμαστε όλοι μας διαφορετικοί. Το ξέσπασμα ψυχής του κάθε ενός μας είναι αυτή η ιστοσελίδα. Αυτό που ενώνει την διαφορετικότητά μας είναι η γλώσσα, έτσι έχουμε την ίδια γλώσσα αλλά όχι το ίδιο καλούπι γραφής, γίνεται όμως σεβαστή του κάθε ενός η γραφή σύμφωνα με το παρελθόν κι εμπειρίες…
*******************************************************************************

Ο Καπετάν Γεράσιμος Σπαθής από την Σάμη Κεφαλληνίας, με φώναξε στη γέφυρα του πλοίου, ήταν πρωί, ακόμα έπινε τον πρωινό καφέ του...
Έπιασε τη συζήτηση μαζί μου:

Ακούσαμε στον ασύρματο ότι έγινε σεισμός στην Κεφαλονιά, είπε, δεν έδωσα πολύ σημασία, μαθημένος από το νησί όπου κάθε λίγο και λιγάκι η γη ταρακουνιόταν λες και είχε τεταρταίο πυρετό, όσα χρόνια ήμουν εκεί όπου γεννήθηκα.




Ήμασταν εν πλω με το α/π ΑΙΝΟΣ προορισμό το λιμάνι της Nuevitas Camagüey Cuba . Φτάσαμε στην Κούβα στις 12 Αυγούστου 1953 μάθαμε την καταστροφή, έστειλα τηλεγράφημα στην Αθήνα, μου απήντησαν ότι υγιαίνουν άπαντες.
Φορτώσαμε ζάχαρη προορισμός Νέα Ορλεάνη, το περιοδικό LIFE είχε στην πρώτη σελίδα φωτογραφίες θύματα του σεισμού, κάνανε έρανο στους δρόμους υπέρ των σεισμοπαθών, μάλιστα είχαν έρθει στην Νέα Ορλεάνη ο Βασιλέας Παύλος με την Φρειδερίκη. Κατέληξαν στο ξενοδοχείο Ρούσβελτ. Κάποιος από την παρέα ναυτικός είπε να πάμε να τους δούμε. Πήγαμε λοιπόν στην είσοδο του ξενοδοχείου στην οδό St. Charles. Εκεί ένας κεφαλλονίτης απ τον Λουρδά τους χαιρέτισε δια χειραψίας εκ μέρους των Ελλήνων ναυτικών. Δεν μπορώ όμως να θυμηθώ αν η επίσκεψη του Παύλου και Φρειδερίκης ήταν αυτό το ίδιο ταξίδι ή μετά.
Το έφερε έτσι η τύχη κι έμεινα ξέμπαρκος στην Νέα Ορλεάνη, έμεινα αρκετό καιρό για ιατρικές εξετάσεις και μετά να περιμένω άλλο βαπόρι.
Καθώς κάθισα στο κάθισμα του λεωφορείου το κεφάλι μου άγγιξε κάτι παράξενο, γύρισα να δω, υπήρχε μια επιγραφή με τη λέξη 'έγχρωμοι' ήταν τοποθετημένη πάνω στη χειρολαβή της πλάτης με δυο πύρους σε τρύπες που προϋπήρχαν. Στην μετέπειτα στάση άλλος επιβάτης σήκωσε την επιγραφή, την έβαλε στην χειρολαβή του από πίσω καθίσματος και κάθισε μπροστά της. Άφωνος παρακολουθούσα την σκηνή στην γραμμή του λεωφορείου της magazine street της Νέας Ορλεάνης.
Είχα ψάξει στην εφημερίδα Times Picayune για δωμάτιο είχα νοικιάσει ένα έξω από το κέντρο, όχι πολύ, μακριά από περιοχές του λιμανιού, για να κατέβω στην πόλη έπαιρνα το τραμ συνήθως όρθιος, δεν είχα δώσει σημασία σε αυτό τον διαχωρισμό μεταξύ λευκών και μαύρων, εξ άλλου περαστικός ήμουν από την πόλη αυτή του Μισισιπή ποταμού.
Προσπάθησα να διασκεδάσω αυτή την μοναξιά σε μια ξένη πόλη, πήγαινα για καφέ στο Meal-a-Minit όπου σέρβιραν καφέ με Τσίκορι μετά περπατούσα στην όχθη του Μισισιπή, παρακολουθούσα τα ποταμόπλοια αυτά με τις ρόδες και στο νου μου έφερνα τα μυθιστορήματα του Mark Twain, έκανα βόλτες στην γαλλική συνοικία στην Bourbon street εκεί οι κράχτες μισάνοιγαν τις πόρτες από striptease μερικοί σ’ έπιαναν από το μπράτσο και φώναζαν no cover charge, no minimum στην ίδια γειτονιά υπήρχαν και εστιατόρια με αυλές και πάνινα καρό τραπεζομάντηλα, μου θύμιζαν το χωριό μου, τελικά κατέληγα εκεί όπου σύχναζαν ναυτικοί στα Μπαρ της οδού Decatur, πολλοί οι ναυτικοί, πολλά τα βαπόρια, μα και κάτι υπερμεγέθη γυναικεία σώματα να σερβίρουν.
Αυτή που γνώρισα κάναμε μια πλατωνική παρέα με κουβαλούσε κάθε λίγο και λιγάκι στην εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου, Καθεδρικός ναός της Νέας Ορλεάνης στην πλατεία Τζάκσον, της γαλλικής συνοικίας, έβγανε απ το τσαντάκι της μια μαύρη μαντήλα, σκέπαζε το κεφάλι της, έβρεχε τα δάχτυλά της από μια γούρνα με νερό που ήταν στην δεξιά μεριά της εκκλησίας έκανε τον σταυρό της και γονάτιζε, έβρεχα κι εγώ τα δάχτυλά μου, μετά στεκόμουν αμίλητος ως που να βγούμε, αυτή πάλι με κοίταζε και γελούσε, έμοιαζε σα να ήθελε να με προστατεύσει, δε επέτρεπε τίποτα και πάντα με τραβούσε απ’ το χέρι.
Για να αποφύγω την πολύ ζέστη και υγρασία πήγαινα σε κινηματογράφο με κλιματισμό σε αυτόν που είχε δυο έργα, αλλά με όλα αυτά αισθανόμουν τόσο ξένος, εν τέλει γνώρισα κι έναν Χιώτη πρώην ναυτικό οποίος έκανε τροφοδοσία στα πλοία. Μια μέρα μου λέει πάμε παρέα στο Baton Rouge πρωτεύουσα της Λουϊζιάνας να παραδώσω τρόφιμα σε πλοίο του Χιώτη εφοπλιστή Καρά, πάμε λέω.
Όταν ανεβήκαμε στο δεξαμενόπλοιο κάποιος πετάχτηκε και είπε:
Ε! πατριώτη έλα μέσα να σε κεράσουμε, φώναξαν μόνο τον Χιώτη.
Πάλι αισθάνθηκα ξένος, πέρασαν μήνες λαμβάνω τηλεφώνημα να μετατεθώ στο Gulfport Mississippi όπου με περίμενε άλλο βαπόρι. Πήρα το λεωφορείο της εταιρίας του κυνηγόσκυλου κι έφθασα μπαρκάρισα πάλι, βάλαμε πλώρη για το γαλάζιο, αχανές, πέλαγος της λησμονιάς, εκεί ξαναβρήκα το στοιχειό μου…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Το Εγώ έγινε Εμείς:




H Thanksgiving day, ημέρα των ευχαριστιών που εορτάζεται εδώ στις ΗΠΑ την τελευταία πέμπτη Νοεμβρίου χωρίς να θέλω να σκαλίσω το πως εδραιώθηκε ή από ποιους, είναι η ημέρα όπου θυσιάζονται χιλιάδες γαλοπούλες ευχαριστώντας τον Θεό που με την πρόνοιά του, έστειλε κοπάδια από ινδιάνους ώστε οι τότε οδοιπόροι μετανάστες προσκυνητές (pilgrims) μαζί με τους ντόπιους ‘ερυθρόδερμους’ να χορτάσουν την πείνα τους, κι από τότε όλος ο κόσμος να έχει πρόσβαση σε ένα πλούσιο γεύμα, και να δοξάζει το Θεό.


Η Ελλάδα μας η χώρα που γεννήθηκα ήταν σαν ξέφραγο αμπέλι, η αναρχία, η ανεργία, οι σκοτωμοί ήταν σε καθημερινή διάταξη. Ο κόσμος έφευγε όπως μπορούσε, σάλταραν απ’ έξω απ’ τα τείχη των συνόρων, άλλοι κολυμπώντας, νόμιμοι ή παράνομοι. Ένας ο σκοπός τους, να φύγουν να δουλέψουν, να φάνε μια μπουκιά ψωμί.
Ένας από αυτούς που έφυγε ήμουν κι εγώ, μικρό παιδί, τα ξένα κράτη μας κατέτρεχαν, σα να είμαστε στίφη βαρβάρων, εν τέλει κάποτε κατέληξα στα κρατητήρια ως παράνομος
.

Όχι δεν ήμουν κακοποιός, ούτε δολοφόνος, απλούστατα ζητάγαμε μια εργασία, μια οποιαδήποτε.

Ξημέρωνε λοιπόν αυτή η τελευταία Πέμπτη του Νοέμβρη, μέρα που οι άνθρωποι θα πρέπει να προσευχηθούν και να δώσουν τις ευχαριστίες τους στον θεό.

Επί τη ευκαιρία της εορτής την παραμονή ήρθε στο κελί μας ο αντιπρόσωπος μιας εκκλησίας λεγόταν Χριστιανική Επιστήμη, μας φώναξαν να πάμε σε άλλη αίθουσα να μας διδάξουν τη φωνή του Ευαγγελίου μας έδωσαν από μια βίβλο ανοίξαμε την τάδε σελίδα το δείνα κεφάλαιο, μας το εξηγούσαν, μετά μας είπαν για την ιδρύτρια της εκκλησίας αυτής Mary Baker Eddy, μας δώρισαν και την εφημερίδα Christian Science Monitor με δημοσίευμα στην Ελληνική γλώσσα.
Στο συσσίτιο της επόμενης μέρας των ευχαριστιών, πρωτοδοκίμασα γαλοπούλα με γέμιση από ψωμί, μια γλυκιά σάλτσα από cranberry (είδος μούρου) και πατάτες πουρέ.

Ήταν η πρώτη μου φορά, από τότε πάντα η γεύση αυτής της ξινόγλυκης σάλτσας-ζελέ, μαζί με τη γέμιση μου θυμίζει τον εαυτόν μου, αυτόν που κοντεύω να ξεχάσω, έναν εαυτόν εγκαταλειμμένο στο έλεος του θεού, η θύμηση της τότε κατάστασης μου φέρνει δάκρυα, προσπαθώ να γιάνω τις πληγές που άφησε η ανημποριά και αδικία, των κινούμενων τα νήματα σαν να ήμασταν μαριονέτες όλοι εμείς οι έλληνες, οι σπαρμένοι σε κάθε γωνιά της υφηλίου.
Η σύνδεση, των δυο εαυτών μου γίνεται, υπάρχει, αλλά μόνο εγώ την καταλαβαίνω, μόνο εγώ την ξέρω.
Φώναξαν μάλιστα και φωτογράφους, και είμαστε πολλοί έλληνες, εκατοντάδες, παιδιά, γέροι, όλοι ανακατωμένοι, παράνομοι, τι ζητάγαμε, μα ένα μεροκάματο, μια θέση κάτω από τον ήλιο, αυτό που η πατρίδα μας δεν είχε να μας δώσει, ή δεν ήθελε, ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1951 τόπος Ellis Island Νέα Υόρκη.

Σήμερα:
Πέρασαν τα χρόνια…
Όπως το άγουρο ξινό σταφύλι ωριμάζει, έτσι και η ζωή ωρίμασε γλύκανε, μαζί με τα χιόνια στα μαλλιά έφερε και αυτά που τότε στην αρχή φαινόταν άπιαστα όνειρα, έφυγε το εγώ αντικαταστάθηκε από το εμείς, έτσι κάθε χρόνο γιορτάζουμε αυτήν την ημέρα των ευχαριστιών, όλοι μαζί, έτσι κι εφέτος 24 Νοεμβρίου 2011, έστω κι αν ακόμα η γεύση σάλτσας ζελέ ‘φραγκοστάφυλου’ (cranberry) μου θυμίζει το εγώ, τον άλλο εαυτό μου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Ζωγραφιές!


Το χθες, είναι μια χρονική διάσταση, που κάποτε υπήρχε, το αύριο είναι κάτι το άγνωστο υπάρχει σαν μια αφηρημένη έννοια που δεν έρχεται ποτέ, γιατί πάντα είναι σήμερα.

Η ζέστη αφόρητη, στο λιμάνι επικρατούσε άπνοια, η σκηνή στο Μαρακαΐμπο Βενεζουέλας, το βαποράκι μας μικρό μόλις 3.500 τόνων πλέαμε και στη λίμνη του Μαρακαΐμπο δίπλα στις πετρελαιοπηγές μεταφέροντας σωλήνες πετρελαίου.
Σαν βράδιασε ετοιμάστηκαν μερικοί από το πλήρωμα για έξοδο. Απ’ το μεσημέρι είχε χαθεί ο δεύτερος μηχανικός απ’ το βαπόρι, ένας πειραιώτης, μετά μάθαμε ότι τον είχαν φυλακή γιατί αντιμίλησε τελωνειακού ο οποίος έκανε λαθρεμπόριο ουίσκι από τον καπετάνιο.

Εκεί στο Μαρακαΐμπο είχα γνωρίσει από προηγούμενα ταξίδια μια κοπελιά από το Barquisimeto, πίναμε μαζί, εγώ μπύρα Zulia, εκείνη ήθελε ουίσκι, της είχα φέρει και δώρα από τη ΝΥ. Ξίνισε τα μούτρα της Δεν της άρεσαν, ώ! Αυτά μού έφερες! Άντε μετά να βρεις άκρη.
Την παράτησα κι έφυγα, έτσι πήγα μαζί με τους συνάδελφους στη νυχτερινή ζωή, αυτή για τους ναυτικούς, εκεί όπου γινόταν η νύχτα μέρα, εκεί όπου έρρεε η λάσπη. Πολλές οι γυναίκες σαν τα ζουζούνια, εντύπωση οι περισσότερες ξένες, και ευρωπαίες.
Στο επόμενο λιμάνι στο Puerto La Cruz μια όμορφη με έκανε πέρα, την πρόσβαλα με μια ερώτηση που της έκανα, είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτόν της, εν τέλει έκανα παρέα με μια λίγο αδυνατούλα άσχημη, αλλά χωρίς προβλήματα.
Στο La Guaira ψάχναμε για φιλενάδες στην παραλία στο Maiquetía, macuto εν τέλει καταλήξαμε στο αεροδρόμιο,,,,
Στο Puerto Cabello ήρθε η αστυνομία του τελωνείου στο βαπόρι και μας κατάσχε ότι ρούχα είχαμε καινούργια, με την ετικέτα πάνω, ως ύποπτα λαθρεμπορίου. Δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτε άλλο.
Μετά στo λιμάνι Cumana, κάποιος φίλος ναυτικός, βγήκε έξω γνώρισε μια οικογένεια Ελλήνων μεταναστών από την Χίο, είχαν μια κόρη, έρχεται και με τραβά μαζί του, μου έκανε την προξενιά με την κόρη, την είδα δεν… Είχαν Tienda μαγαζί εμπορικό υφασμάτων, ρούχων
.
Από εκεί φύγαμε πήγαμε σε άλλο λιμάνι Carupano.
Βάλαμε πλώρη για Νέα Υόρκη, το κυματάκι μας δρόσιζε, φύσαγε πάντα από την νοτιοανατολική πλευρά, κάτι σαν μελτέμια, ξαναβρήκαμε τη γαλήνη στην απόλυτη απομόνωση από τον πολιτισμό, από την κοινωνία, από τα προβλήματα, από τις γυναίκες, αναζωογονήθηκα στου πελάγου την ιώδιο αρμύρα, σε μια απομόνωση όπου η λαμαρίνα του βαποριού πάχους μισής ίντσας είναι αυτή που σε χωρίζει από τη θάλασσα, αυτή που έπλεες πάνω της
.


Πάνω στη σκουριασμένη λαμαρίνα στο πέλαγος ζωγραφίζαμε αγγέλους σε μορφή γυναίκας, ζωγραφίζαμε με άχνη από αλάτι, μέχρι που οι κορυφές των κυμάτων μας έλουζαν με θαλασσόνερο ρίχνοντας μας χελιδονόψαρα που έσπαγαν τα μούτρα τους πάνω στη λαμαρίνα, και μας χάλαγαν τις ζωγραφιές.

Μεγαλώσαμε σε λαμαρίνα σκουριασμένη, λες και ήταν η μάνα μας, αυτή που μας θήλαζε, είναι αυτή που πάνω της βρίσκαμε προστασία ξεγνοιασιά, κάτι το σίγουρο, ζούσαμε σε έναν κόσμο βρεμένο με αλάτι κι εκεί πάνω στη σκουριά ζωγραφίζαμε, ζωγραφίζαμε την καρδιά μας, την ψυχή μας, όλα αυτά σε πρόσωπα αγγέλων αυτά που θα έπρεπε να είχαν οι γυναίκες, αυτές που μας έλειπαν από τη ζωή. Μια ολόκληρη ζωή, τα καλύτερα παιδικά μας χρόνια, γεμάτα θαλασσόνερο λες και ήμασταν ψάρια,
Κι όταν έφτανες στο λιμάνι άβγαλτος στης στεριάς τα κόλπα, έπεφτες για μια ακόμα φορά, στα θέλγητρα αυτής που ορκίστηκε ότι εσένα μόνο περίμενε, όμως μέσα σου βαθιά ήξερες ότι ήταν ψέματα, σε νίκησε όμως η ψευδαίσθηση, η σκέψη σου, του:

Τι έχω να χάσω;
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Χθες βράδυ:

Αναμνηστική Φωτογραφία, μεταξύ άλλων: Συγγραφείς: η Υιώτα Στρατή, η Βάνα Κοντομέρκου, η Ιουστίνη Φραγκούλη, ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης.



Χθες το βράδυ 15/11/11 συναντηθήκαμε φίλοι συγγραφείς από Νέα Υόρκη, έχοντας συνάξει βιβλία κι άλλων ομογενών συγγραφέων, οι οποίοι δεν ήταν παρόντες.


Συναντηθήκαμε στο Εστιατόριο Bellaire της Αστόριας Νέας Υόρκης, με την συγγραφέα δημοσιογράφο κ. Ιουστίνη Φραγκούλη η οποία με δική της πρωτοβουλία μας έδωσε την ευκαιρία να ακουστεί και η δική μας φωνή των συγγραφέων ομογενών, με παρουσίαση έργων μας (βιβλίων) στο σαλόνι της έκθεσης ελληνικών βιβλίων που γίνεται στις 17/11/11 στην Πρεσβεία μας στην Ουάσινγκτον, μαζί με εκδοτικούς οίκους από Αθήνα, της ευχόμαστε καλή επιτυχία στις προσπάθειες της, μα κι ένα μεγάλο ευχαριστώ για αυτήν της την πρωτοβουλία, ότι κι εμείς αν και μακριά από την Ελλάδα υπάρχουμε, παράγουμε Ελληνικά.
Ευχαριστώ-ούμε

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Συνάντηση




Μια συνάντηση φίλων της παρέας μας εδώ στη Νέα Υόρκη, να ανταλλάξουμε απόψεις και γνώμες, όχι για να λύσουμε τα προβλήματα αυτά που τυραννούν την ανθρωπότητα, αλλά για να ανανεώσουμε τον δεσμό φιλίας, με καλό κρασάκι και μεζέ, περιμένοντας να ξημερώσει η 11/11/11


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Τα πέτρινα χρόνια, το σήμερα:


Στα πέτρινα χρόνια που μεγάλωσα, οι ξένες δυνάμεις είχαν καταλάβει τα πάτρια εδάφη με στρατό, με άρματα, με αεροπλάνα, με αραβίδες, μάλινχερ και ξιφολόγχες, οι Ιταλοί φινάτσοι φορούσαν καπέλα με φτερά, με πράσινα δίκοχα, και κράνη, με μπαλάσκες και σφαίρες, τα γερμανικά οπλοπολυβόλα τα κουβαλούσαν οι γερμανοί στρατιώτες στους ώμους με στολές χακί που έσκιαζαν τον κόσμο, τον απλό κοσμάκη.
Όταν έφυγαν, όταν πέθαναν, όταν σκοτώθηκαν, τα λάφυρα τις στρατιωτικές χλαίνες τις κάνανε οι έλληνες παλτά, τα κράνη σύκλους για να τρώνε τα γουρούνια, το δέρμα από τις μπαλάσκες παπούτσια, τα ελαστικά «ρόδες» σόλες, μάλιστα ήταν πιο φτηνά τα πέδιλα από την μπάντα της ρόδας, την πυρίτιδα προσάναμμα για να ανάψουν φωτιά τα κούτσουρα να μαγειρέψουν, τα όπλα αυτά που άφησαν οι κατακτητές οι έλληνες τα έκρυψαν και τα χρησιμοποιούσαν για να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, σύμφωνα με το τι πίστευε ο καθένας, σύμφωνα με τις ιδέες που μπορεί να ήταν ρωσόφιλες αγγλόφιλες, αμερικανόφιλες, μόνο ελληνικές δεν ήταν
…

Ξέρετε η ιδέα που δεν έχει σάρκα και οστά αλλά μόνο μια άυλο ψυχική παρουσία, δηλαδή δεν είναι τρισδιάστατη, κάτι που δεν την βλέπεις και μόλα ταύτα για αυτή την ιδέα αν ήταν διαφορετική από του γείτονά σου σε σκότωνε… αυτά ήταν τα πέτρινα χρόνια.
Σήμερα η κατάκτηση της χώρας μας έγινε απ’ το Ευρώ
Έχουμε μια γη η Ελληνική γεμάτη ήλιο και θάλασσα, όπου φυτρώνουν κάθε λογής ανθεκτικοί ξενόσποροι.
Είμαστε σαν μια γερμανική αποικία, όπως και όλα τα μεσογειακά κράτη, δεν είναι ανάγκη πλέον να στείλουν στρατό με ξιφολόγχες για να κατακτήσουν τη γη μας, η κατάκτηση έγινε ήδη, με την συνεργασία αυτών που έβαλαν το ατομικό τους συμφέρον πάνω από την πατρίδα
.
Παλαιά στα πέτρινα χρόνια τους έλεγαν δωσίλογους και τους εκτελούσαν, σήμερα τους λένε σεβαστοί εξυπνάκηδες… Έτσι όπως πάμε κάποια μέρα θα απελευθερωθούν τα μεσογειακά κράτη, τότε θα ξαναγυρίσουν στα εθνικά τους νομίσματά, ο γυρισμός θα είναι επώδυνος, φτωχός, ταπεινός, πειναλέος, αλλά θα γίνει, έτσι το ευρώ θα εξαλειφτεί από την κοινωνία μας…
Είναι σα να λέμε ένας κρυφός πόλεμος μεταξύ δολαρίου και ευρώ. Πολλοί δεν θέλουν να το πιστέψουν το αποκλείουν, ούτε κι εγώ θέλω να παραστήσω τον προφήτη, αλλά δυστυχώς υπάρχει και αυτή η προοπτική:
Το να είναι αλήθεια…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Είναι γιατί δεν έχεις γεννηθεί στη χώρα μας:



Η κομματική πολιτική:
Το ταξί μου στην πιάτσα μπροστά απ’ το λιμάνι, περίμενε να πέσει κάνας λαχνός.

Στο κράτος βασίλευε ησυχία, η κυβέρνηση των συνταγματαρχών κρατούσε την πολιτική κατάσταση υπό έλεγχο, ήταν μια δικτατορία, τα αμερικανικά βαπόρια της United Fruit Company, ιδιοκτήτριας και του μόλου έκαναν εβδομαδιαία προγραμματισμένα ταξίδια στο λιμάνι, φέρνοντας τουρίστες κι εμπόρευμα. Αρκετή κίνηση, το χρήμα κυκλοφορούσε αρκεί να είχες κουράγιο για δουλειά.
Βόμβος αεροπλάνου ακούστηκε, θα ήταν περίπου 10 η ώρα πρωινή, το τηλέφωνο της εταιρίας μπανανών άρχισε να κτυπά. Ήταν το μοναδικό στην πιάτσα, ο Τηλεφωνητής ένας μελαχρινός αγγλόφωνος απ’ το Μπελίσε βγήκε στην βεράντα και φώναξε, ζητούν 4 ταξί στο αεροδρόμιο, μια απόσταση περίπου 4 χιλιομέτρων. Πρώτος ετοιμάστηκα να πάω, μάλιστα φώναξα και τον οδηγό του δεύτερου ταξί μου νάρθει κι αυτός.
Κάτω υπό διεθνείς πιέσεις η κυβέρνηση είχε προκηρύξει εκλογές για το επόμενο έτος. Αμέσως γεννήθηκαν διάφορα κόμματα όλα εθνοσωτήρες, το πιο σοβαρό κόμμα της αντιπολίτευσης ήτα το partido revolucionario ιδρυτής του ένας το επώνυμο Μοντενέγρο στα Ελληνικά Μαυροβουνιώτης. Το κατεστημένο τον δολοφόνησε, τότε ανέλαβε ο αδελφός του να φέρει πέρας την ελπίδα του λαού… Αυτός λοιπόν είχε έρθει στο αεροδρόμιο με την συνοδεία του και ζητούσαν ταξί για να πάνε στο Στάδιο να βγάλουν προεκλογικό λόγο.

Λόγο ενάντια του καθεστώτος, ενάντια στην κυβέρνηση, τους μεταφέραμε όλους στο στάδιο, αφού γέμισαν με υποσχέσεις τους ακροατές, τους περιμέναμε και τους πήγαμε πίσω στο αεροδρόμιο… Την άλλη μέρα κάποιος συνάδελφος ταξιτζής μου λέει:
-Ξέρεις είχε έρθει στην πιάτσα ένα τζιπ της λιμενικής αστυνομίας και σε ζητούσε.

Άνοιξα τον στόμα μου από την έκπληξη.
-Εμένα; να με κάνει τι;
Εν τέλει με βρήκαν ήταν παιδιά του λιμενικού, γνώριζα πολλούς από αυτούς ένεκα τα βαπόρια.
-Μάθαμε ότι προσφέρθηκες να μεταφέρεις τους αντίθετους για να βγάλουν λόγο στο στάδιο κι αυτό τιμωρείται κλπ…
-Εγώ εργάζομαι για το μεροκάματο, φώναξαν ταξί στο αεροδρόμιο και πήγα, είναι η δουλειά μου, παραπέρα δεν ξέρω τίποτα.
Άνθρωποι λογικοί κατάλαβαν με άφησαν να φύγω. Επισκεπτόμενος την Νέα Υόρκη, δεκαετία του 70 πήγα να επισκεφθώ φίλο Κεφαλλονίτη από τα βαπόρια στο εστιατόριο Ακρόπολις απέναντι από το αντικαρκινικό νοσοκομείο SLOAN KETTERING στους 68 δρόμους και πρώτη λεωφόρο. Μου λέει ο φίλος μου:
-Έχει έρθει από την Γουατεμάλα για θεραπεία καρκίνου ο πρόεδρος Μοντενέγρο που στο μεταξύ είχε κερδίσει τις εκλογές ή κάποιος της οικογενείας του, περίμενε να σου τους συστήσω:
Πράγματι με σύστησε νομίζω ήταν γιος ή ανιψιός του, καθώς συζητάγαμε του ανέφερα την ιστορία με το ταξί. Μου λέει:
-Πρέπει να είσαι μαχητικός υπέρ του κόμματος:
-Μα εγώ προσπαθούσα να κρατώ ισορροπία ανάμεσα στα κόμματα, να μην γίνομαι φανατικός ούτε με τον ένα ούτε με τον άλλο…

και τι μου απαντά:
-Είναι γιατί δεν έχεις γεννηθεί στην χώρα μας, την Γουατεμάλα…
-Τι άλλο να πω! Ο καθένας μπορεί ν’ αλλάξει την Γουατεμάλα π.χ. με Ελλάδα Στην πολιτική από όπου και να πας τον μπελά σου βρίσκεις.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης