Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Θαλασσοδαρμένα Ίχνη:


Με  σκιτσάριζε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα,  όταν τελείωσε μου την έκανε δώρο κι έφυγε, τότε σταμάτησα και σκέφτηκα ότι ιχνογράφησε ένα τόσο διαφορετικό κομμάτι της ζωής μου.   
  

Ο ιδρώτας έτρεχε απ τα μελίγγια μου, απ’ το πρόσωπό μου, ανακατευόταν με τη σκόνη του δρόμου και ζωγράφιζε ρυάκια καφετιών ρυτίδων, λες και ήταν οργωμένα χωράφια  που περίμεναν να φυτρώσουν αγριόχορτα, αυτά που βγαίνουν στους βάλτους,  σα να ήταν ρύζι κι αυτοί που με περιτριγύριζαν εργάτες έτοιμοι να βάλουν τα χέρια τους πάνω μου να θερίσουν.  Από πίσω μου με ακολουθούσαν ένα τσούρμο πιτσιρίκα φωνάζοντας ε! Μίστερ, από κάπου μακριά ερχόταν η μπόχα των βρώμικων νερών του ποταμού Γάγγη, όπου ήταν και το βαπόρι μας αραγμένο. 
Είχε  αρχίσει να νυχτώνει, ξάφνου μπροστά μου βρέθηκε ένα κτίριο πράσινο με αυλή και ανοιχτές πόρτες.
Δεν ξέρω τι μ’ έσπρωξε να μπω στην αυλή, ίσως ο φόβος του άγνωστου, ή  αυτά τα  παιδάκια    που με ακολουθούσαν λες και ήμουν κάνα προφήτης να μοιράζει δώρα.
Μπήκα από την ανοιχτή πόρτα η αίθουσα ήταν γεμάτοι άντρες γονυπετείς που προσευχόταν ντυμένοι στα άσπρα. Ήταν ένα μωαμεθανικό τέμενος.  
Κάποιος από αυτούς σηκώθηκε, κάτι είπε στα πιτσιρίκια και τα έδιωξε, μετά μου έδειξε ποιον δρόμο να πάρω να γυρίσω στην προκυμαία όπου ήταν το βαπόρι. Στον δρόμο μου συνάντησα οδηγούς Ρίκσω τρίκυκλα ποδήλατα όπου τα χρησιμοποιούσαν για ταξί, οι οδηγοί επέμεναν να πάμε να με κεράσουν τσάι, περιμένοντας βεβαίως να τους αγκαζάρω για κούρσα.  Με  σκιτσάριζε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα,  όταν τελείωσε μου την έκανε δώρο κι έφυγε, τότε σταμάτησα και σκέφτηκα ότι ιχνογράφησε ένα τόσο διαφορετικό κομμάτι της ζωής μου.   
  
Τέλος έφθασα στο βαπόρι, οι άνθρωποι σαν μυρμήγκια στην σειρά μέρα νύχτα ξεφόρτωναν σακιά ρύζι, χωρίς διακοπή, χωρίς ανάσα, ρύζι  όπου είχαμε φέρει από τη Νέα Ορλεάνη, πλέοντας από τον γύρο του ακρωτηρίου της καλής ελπίδας της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η σκηνή στο λιμάνι της Chittagong στο κράτος του Bangladesh, στον κόλπο της Βεγγάλης, στον Ινδικό Ωκεανό.
   
Γαβριήλ  Παναγιωσούλης

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Στην αρχή του Φθινοπώρου!



Κάποτε είχαμε καθιερώσει εμείς οι παλιοί φίλοι να συναντιόμαστε μια φορά τον μήνα, έτσι για να πιούμε ένα ποτηράκι κρασί, να αναζωογονούμε την φιλία μας, να ανταλλάσουμε απόψεις, ακόμα και φιλολογική συζήτηση καθότι οι περισσότεροι φίλοι έχουν μια καλλιτεχνική φιλολογική ποιητική τάση, ή έχουν συγγράψει βιβλία ποίησης  και μυθιστορημάτων…

Μία παρέα που μας συνδέει  ο αλληλοσεβασμός,  η αγάπη για την φιλολογία, για την Ελλάδα, πασχίζοντας για το πώς θα μπορέσουμε να εδραιώσουμε  την δική μας  Ελληνική λογοτεχνική παρουσία εδώ στα ξένα.
Σα να λέμε, είναι σα ν’  αντιστεκόμαστε Ελληνικά να μην καταπιεί εμάς και τα έργα μας ο χρόνος της αφομοίωσης  


Ένεκα του καλοκαιριού των διακοπών έγινε  επιμήκυνση του διαστήματος της παρούσας συνάντησης. 
Στην συζήτηση  αναφέραμε τον φίλο Στράτο από την Αθήνα ο οποίος είχε την καλοσύνη να μας τηλεφωνήσει όταν ευρισκόμεθα καθ’ οδών, ήταν μαζί μας νοερώς.  
Τον ευχαριστούμε.

Στις Φωτογραφίες: Ο κος και η κα. Δημήτρης και Άσπα  Τριγώνη, συγγραφέας, ποιήτρια, ο κος  Δημήτρης Μουστάκης συγγραφέας, ο κος Νίκος Λιψάνος συγγραφέας, ο  κος Τάσος Μουζάκης ποιητής συγγραφέας, ο κος και η κα Κωνσταντίνος Λυκογιάννης, αρθογράφος, ο κος και η κα Ανδρέα Κοντομέρκου συγγραφέας, ο κος και η κα Γαβριήλ Παναγιωσούλης  συγγραφέας, η κα. Στέλλα Ζαμπούρου  Φόλλεντερ ποιήτρια συγγραφέας.   

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
NEW  YORK 
  

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Οι εκπλήξεις της ζωής




Και ήθελε να πάμε στην Ιαπωνία να το γλεντήσουμε, ήταν η επέτειο των γενεθλίων της  εγγονής μου,  μα όχι δεν γίνεται είπαμε είναι πολύ μακριά, τότε θα φέρουμε την Ιαπωνία εδώ κοντά μας.
Έτσι κι έγινε.

Γλεντήσαμε όλοι μαζί , γευθήκαμε την Ιαπωνική κουζίνα, μα και τον τρόπο παρασκευής φαγητού, μας ευχήθηκαν τραγουδιστά  στα ιαπωνικά Happy Birthday to you.


Η συνέχεια στο σπίτι με την καθιερωμένη τούρτα των γενεθλίων. Τούτη τη φορά ευχηθήκαμε στα αγγλικά μα και στα Ελληνικά.

Έτσι κι εμείς οι παππούδες, ξεσκάμε λιγάκι και θυμηθήκαμε τα νιάτα μας…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Bronx, Νέα Υόρκη



Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Labor Day



Labor Day

Μια εορτή της εργατιάς, ημέρα του εργάτη που καθιερώθηκε να εορτάζεται στις ΗΠΑ το 1882 την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη.
Εφέτος 2012 η πρώτη Δευτέρα συνέπεσε  την 3η    του μηνός. 


Η εορτή είναι συνήθως τριήμερη όπου οι κάτοικοι εδώ την εορτάζουν με το τελευταίο barbeque στην αυλή, στον κήπο,  με παρέες από όπου και οι φωτογραφίες  ή ακόμα και στις παραλίες.


Ανεπίσημα είναι και το τέλος του καλοκαιριού, των διακοπών, κλείνουν οι πλαζ,   την επόμενη ημέρα Τρίτη, ανοίγουν τα σχολεία εδώ στην Νέα Υόρκη.

Η ζωή επανέρχεται σε μια χειμερινή καθημερινή ρουτίνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης  

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Καλό Φθινόπωρο...


                                            Σύννεφα

Τελευταίες μέρες του Αυγούστου, μεθαύριο μπαίνει ο Σεπτέμβρης 2012, είμαι πάλι εδώ στα παλιά μου λημέρια,   εύχομαι σε όλους τους αγαπητούς μου αναγνώστες, φίλους  κι επισκέπτες του «Πύλαρος» καλό μήνα, καλό φθινόπωρο.


Έτρεχα όλο το καλοκαίρι,  τούτη τη φορά με ταξίδευαν τα σύννεφα,  μια με ανέβαζαν, μια με κατέβαζαν, μέχρι τουλίπες από  μαλλί της γριάς παρουσιαζόταν μπροστά μου, που όμως ήταν σύννεφα. Με φύσαγαν λες και ήμουν πούπουλο, που όμως δεν ήμουν, αλλά κόκκαλα και σάρκα τυλιγμένα σε ανθρώπινο δέρμα, δεμένος σε ένα κάθισμα,   ως και  πάνω απ το Λονδίνο με μετέφεραν για να δω λέει την υδρόγειο σφαίρα προς τιμή των Ολυμπιακών που καμάρωνε στο Χήθροου,  μια και ήμουν Έλληνας, που το έμαθαν όταν με ρώτησε, αυτός που ερευνούσε με τις χερούκλες του μέσα στην  χειραποσκευή μου.


Όχι  δεν μ’ έφερε στο νησί μου πελαργός, αυτά είναι για τα μικρά παιδιά, αλλά ένα σκαφίδι που έπλεε στον αφρό της θάλασσας.

Στο δρόμο μου συνάντησα και το σκαφίδι του μακαρίτη του Οδυσσέα ελλιμενισμένο στο Μεγανήσι.  


Μετά στην Πύλαρο, βρήκα την Ιθάκη μου,   έπεσα   ανάμεσα σε άγριες χαράδρες, σε ξεροπόταμα, σε  κακοτράχαλες ράχες  από απέραστα σπάρτα, γαϊδουράγκαθα, μάζες από πουρνάρια, συννεφιασμένες βουνοκορυφές,  πέτρες, κουφάρια από τραγιά, κέρατα και προφήτες.  



Του τόχα υποσχεθεί να συναντηθούμε,  παλιός συνάδελφος ναυτικός, μαζί ξεζούμισαν τα νιάτα μας οι γοργόνες,   έτσι  πήγα στο Θιάκι   να συναντηθούμε μετά από 56 χρόνια,  σαν άλλος Οδυσσέας, που όμως δεν ήμουν. Πήγα να ξαναζήσουμε νοερώς τα νιάτα μας, αυτά που σημάδεψαν οι  δυο μάγισσες.


 Κάποτε λοιπόν στην Κούβα   ήμασταν οι διαλεχτοί  είχαμε την τύχη  να μας φωνάξουν στο σπίτι τους, οι δυο καλλονές Καλυψώς, το φέραμε σαν παράσημο ανδρείας,  έτσι τα δυο ουρί μας κέρναγαν  ρούμι και λιχουδιές κι εμείς σαν μαχαραγιάδες ανταγωνιζόμαστε  ποιος θα πάρει την πιο όμορφη, μέχρι που  τις ανταλλάξαμε,   πάνε από  τότε πολλά χρόνια, οι αναμνήσεις  δεν σβήνουν, μας έμεινε  η  ικανοποίηση, ότι ήμασταν νικητές και οι δυο μας.

Σήμερα της ζωής απόμαχοι, ο κάθε ένας μας εκεί που τον έριξε η τύχη, με κοινό παρονομαστή τον χρόνο, μετράμε τις ρυτίδες.
Το βραδάκι άφησα  το Θιάκι,   πήρα το ‘Ιόνιο Πέλαγος’  ένα καραβάκι και ξαναπήγα στην Πύλαρο, 40 λεπτά ταξίδι, και μετά με ρωτούσαν οι περίεργοι της προκυμαίας αν ξέρω  τι χρώμα θα έχουν τα χιλιάρικα, αυτά των νέων δραχμών που θα εκδώσει κρυφά η κυβέρνηση.  Έμεινα από την έκπληξη, γιατί να ρωτούν σκέφθηκα, μα  υπάρχει τέτοια αστάθεια;     
Μετά σκέφτηκα το πράσινο χρώμα, αυτό που είμαι συνηθισμένος,  αλλά άστα λέω, τα μαρούλια δεν φυτρώνουν το καλοκαίρι, πρέπει να κρυώσει ο καιρός λιγάκι και μετά θα παρθούν αποφάσεις.   
Μια ζωή γεμάτη μυστήριο…    

 Γαβριήλ  Παναγιωσούλης 

   



Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Καλό Καλοκαίρι



Περάσαμε την πρώτη μέρα καλοκαιριού εδώ στη Νέα Υόρκη χαρούμενη και το κυριότερο όλοι μαζί,



Από εδώ και στο εμπρός αρχίζουν τα ταξίδια οι διακοπές, έτσι κι εγώ  εύχομαι σε όλους τους αγαπητούς επισκέπτες καi αναγνώστες  καλό και χαρούμενο καλοκαίρι,  






Ταξιδεύω  να βρω το Νιρβάνα μου, την Πύλαρο

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Εις το επανειδείν  το Φθινόπωρο  

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Σαν μια ηλιαχτίδα







Πώς να τρέξω να πιάσω την ηλιαχτίδα αφού μου την έκλεψε  ο χρόνος; 
Αυτός  μου πήρε και τα όνειρα, μοιάζει με δολοφόνος,  μια φορά κι έναν καιρό μου τάχε δώσει όλα, με άφησε να τα δοκιμάσω όλα, χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη βροχή, χόρτασε να χορεύουμε μαζί στα τσίγκινα κεραμίδια ερωτευμένος το χορό της αγάπης, χόρτασε η ψυχή μου  να στροβιλιζόμαστε  αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που  τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην στάχτη αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα, οι στάλες   έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν σφαίρες αυτές που αφαιρούν τη ζωή, αυτές που βγαίνανε απ’ τα όπλα, αυτά που κρατούσανοι οι στρατιώτες του χρόνου, αυτού που σου μέτραγε μια, μια, τις μέρες λες και ήταν δικές του, που όμως ήταν.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Το χάρτινο Χρήμα, έρχεται και παρέρχεται…


                          Η Μεγάλη Αικατερίνη



Τα παραθυρόφυλλα έμειναν ανοιχτά, έτσι για να μπαίνει ο αέρας και να βγαίνουν τα φαντάσματα, τα τζάμια είχαν και κουρτινάκια κεντημένα με το χέρι, όταν φύσαγε  χόρευαν το χορό των αεικίνητων.  
Καθώς περνούσα για να βγω στην πίσω αυλή έτρεμα απ τον φόβο, έτρεχα και δεν κοίταζα ξωπίσω μου. Το σπίτι μύριζε παλιό, κάτι σα μούχλα, οι πόρτες ανοιχτές, όταν έβρεχε έσταζε κι έκανε πολύγωνους λεκέδες βρώμας στο πάτωμα. Μια  κληματαριά είχε κι αυτή από τα χρόνια καμπουριάσει, κάποτε πήρα το θάρρος και μπήκα στην πρώην κρεβατοκάμαρα τους, εκτός απ’ το άδειο κρεβάτι υπήρχε κι ένα κομό, παλιές φωτογραφίες, άρχισα να ψάχνω, άνοιξα τα συρτάρια, τα τράβηξα τελείως έξω, κρυμμένα στο βάθος ήταν μάτσο ρολά από χαρτονομίσματα, ρώσικα ρούβλια, καθώς και διάφορα παλαιά χαρτιά.
      
Εποχή πολέμου, κατοχή, πείνα και δυστυχία
Το σπίτι αυτό συνόρευε με το δικό μας σπίτι ανήκε σε οικογένεια πλουσίων εμπόρων και εφοπλιστών οι οποίοι είχαν πλουτίσει σε Ρωσία και Ρουμανία ως σιτέμποροι κλπ. Είχαν φέρει δε στην Πύλαρο  Κεφαλονιά μια τους υπηρέτρια για να προσέχει τα σπίτια τους, μια ρουμάνα η οποία μιλούσε λίγα Ελληνικά, ήταν αυτή η συμπαθητική γριούλα που φαινόταν σα σκιά πίσω από το τζάμια, την τυραννούσε η μοναξιά και η πείνα,  όταν καμιά φορά είχαμε αλεύρι και ψέναμε ψωμί η μυρωδιά την έκανε να εμφανίζεται στο τζάμι δεν το κουνούσε από εκεί μας κοίταζε με ένα βλέμμα παγωμένο καλοκάγαθο ικετικό λυπητερό, η μάνα πάντοτε της έφτιαχνε μια κουλούρα, γεμιστή με ξύγκι γίδας, ως που μια μέρα δεν φάνηκε,   την βρήκαν πεθαμένη.
Όχι κανένας δεν έκλαψε, πέθανε η ρουμάνα  ένα ασήμαντο γεγονός.
Τα αφεντικά της είχαν αποκλειστεί στην Ρουμανία. 

Όλα  αυτά τα αντικείμενα, μου θυμίζουν και    αντιπροσωπεύουν την παιδική  μου  ηλικία, μια ηλικία που δεν πρόλαβα να την καταλάβω, να την χορτάσω καθότι ποτέ δεν υπήρξε παιδική, αλλά  ενός αγώνα για τον καθημερινό επιούσιο, σήμερα βλέπω τις αποδείξεις του τότε, μέσα σε αυτές υπάρχει ένα αιώνιο γιατί, όμως  τις φυλάω σαν εικόνισμα,  σε αυτές    αναγνωρίζω ένα κομμάτι του τότε ανίδεου εαυτού μου.

Μετά ήρθε ο σεισμός και ισοπέδωσε τα πάντα,  όλα έγιναν πέτρες ερείπια, χαλάσματα όπου κατοικούν κουκουβάγιες. Έμεινε  ο λινός που πατάγανε τα σταφύλια,  το ποδόχι που έρρεε ο μούστος,  σήμερα γεμάτα σκουπίδια και πλαστικά μπουκάλια, ο φούρνος χάσκει ακόμα  με τον στόμα  ανοιχτό απορώντας και ψάχνοντας για ανθρώπους, αυτό το σπάνιο είδος…

El destino es consecuencia de nuestro pasado que forma el futuro.
Το πεπρωμένο, είναι  αποτέλεσμα του παρελθόντος μας, το οποίον καθορίζει  το μέλλον
     

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Έτσι άρχισε η κατάρα,



                                               Έρημη γη!

Θόρυβος ακούστηκε από τη μεριά της αυλής. Πεταχτήκαμε όλοι επάνω, η θεία μου ζύγωσε το κεφάλι πίσω από τις γρίλιες του κλειστού παραθύρου και με τράβηξε από το χέρι. Μου φάνηκε πως έτρεμε.   
Θα έχει πυρετό σκέφτηκα.
Η αυλή του σπιτιού είχε γεμίσει από κινούμενα όντα. Τα σκοτεινά τους μούτρα ενέπνεαν τρόμο, αχτένιστοι με αρβύλες, με δίκοχα, τα μάτια τους κόκκινα έλαμπαν σαν αναμμένα κάρβουνα, έμοιαζαν σαν βρικόλακες που είχαν έρθει να πιουν αίμα. Κινούμενοι σκελετοί ντυμένοι στα πράσινα από Ιταλικά λάφυρα, στους ώμους τους τουφέκια, δεσμίδες  σταυρωτές στα στήθια τους, χειροβομβίδες κρεμόταν από τη ζώνη τους, μπαλάσκες γεμάτες σφαίρες, έμοιαζαν έτοιμοι για επιδρομή στην κόλαση να ελευθερώσουν τον διάβολο.
Πω! Πω! Φώναξα τόσοι πολλοί Ιταλοί στο σπίτι μας θεια  τι να θέλουν;   
Όχι πουλάκι μου, οι Ιταλοί έφυγαν,  αυτοί εδώ είναι Έλληνες!
Α! Έλληνες σαν κι εμάς φώναξα με χαρά και είχα φοβηθεί ότι ξαναήρθαν οι Ιταλοί.
 Η θεια μου μισόκλεισε το στόμα με την παλάμη της και με τράβηξε πιο κάτω από μια μισοσπασμένη γρίλια παραθύρου μπορούσαμε να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν. Να έλα να δεις για να θυμάσαι όταν μεγαλώσεις μου είπε
Σιγά θεια αφού Έλληνες είναι κι αυτοί σαν και εμάς τι μπορούν να μας κάνουν;
Να, βλέπεις αυτόν με το μουστάκι είναι από τα Δειλινάτα, ο αδύνατος που έχει το τουφέκι κρεμασμένο ανάποδα είναι Φαρσινός, αυτός ο κοντός με την μαντύα αρχηγός τους. Ο άλλος που φορά το σακάκι μόνο από την ένα μανίκι  αδελφός του, τους άλλους δεν τους ξέρω φαίνονται ξωμερίτες.
Δηλαδή όλοι Κεφαλλονίτες θεια.
Από όλους αυτούς ξεχώριζε ένας κοντός αδύνατος λερής με ψαροκίτρινα βρώμικα μαλλιά  που ξεχυνόταν έξω απ’ το δίκοχό  με μια μανδύα πράσινη ιταλική που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους με το μάνλιχερ στον ώμο κι ένα ρόπαλο στο χέρι ησυχία δεν είχε, γύριζε σα σβούρα και κοίταζε προς το σπίτι.
Η μάνα στην κουζίνα άναβε ξύλα να βράσει ρίγανη για τον πονόδοντο που της είχε φουσκώσει το μάγουλο, είχε δέσει το κεφάλι της με ένα μαντήλι, τα άλλα αδέλφια μου φοβισμένα την κράταγαν απ την ποδιά ο πατέρας είχε βγει νωρίς μήπως συναντούσε κάποιον που θα πήγαινε στην πρωτεύουσα να του φέρει ασπιρίνες και αν είχε φθάσει η πενικιλίνη «το θαυματουργό φάρμακο»  για τον αδελφό του που πέθαινε φθισικός.
Η θεια μου ξαναήρθε κοντά μου και μου λέει. Τα βλέπεις αυτά τα παλιόσκυλα πουλάκι μου, έχουν έρθει και ζητούν να σκοτώσουν τον πατέρα σου, ψάχνουν να τον βρουν…

Ο θεός να βάλει το χέρι του ψιθύρισε.
Ξαφνικά ουρλιαχτά χαράς ακούστηκαν απ την αυλή μου, σηκώθηκαν όλοι τους όρθιοι, ένας από αυτούς σήκωσε το τουφέκι ψηλά και στριφογύριζε χορεύοντας σαν τσακάλι που κυνηγάει την ουρά του. Το έπιασαν τον φέρνουν…
…………………………………………………………….......
Ήταν παραστρατιωτικοί, ακροδεξιοί,  άτακτοι.
Οι  χωροφύλακες ξεκουραζόταν λίγο πιο πέρα στο σταθμό χωροφυλακής, την νύκτα κλειδωνόταν στον σταθμό κι έδιναν όπλα στους κατοίκους του χωριού να φυλάνε σκοποί κι αυτοί κοιμόταν μέσα   

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Το Κέντρο του Κόσμου: Η Ελλάδα.



                        Και προσοχή στα μηδενικά, αυτά είναι που μας φέρνουν τον πληθωρισμό.    

Δεν υπάρχει γωνιά γης όπου να μην μιλούν για την Ελλάδα μας.
Στα μεταλλωρυχεία της Χιλής, ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν οι μετοχές, σύμφωνα με τις κινήσεις της Ελλάδος, οι Αργεντινοί κοιτούν αμίλητοι, στον κόσμο ολόκληρο λένε, ένας αρχηγός ελληνικού  κόμματος αν εκλεγεί θα είναι ο Τσάβεζ της Ελλάδος,   ακόμη και στην Γουατεμάλα, γράφουν:  Es una situación grave porque se podrían contaminar las economías. Como en un inicio pasó en Grecia, (El Siglo Είναι μια κρίσιμη κατάσταση η οποία θα μπορούσε να μολύνει τις οικονομίες, όπως κατ’ αρχάς είχε  συμβεί στην Ελλάδα.
Κράτη στην Ασία από Κίνα μέχρι Φιλιππίνες, φταρνίζεται η Ελλάδα πέφτει το χρηματιστήριο, σκεφτήκατε  ποτέ τέτοια φήμη;    
Παλαιότερα  το κέντρο του κόσμου ήταν η Ελλάδα, ο ελληνικός πολιτισμός,  το μαντείο των Δελφών ο ομφαλός της γης, αυτά στην αρχαία μας πατρίδα.
Τώρα στη σύγχρονη εποχή  αυτή που ζήσαμε όσοι από εμάς έχουν απομείνει, η αριστερή Ανατολή κουμουνιστές πολεμούσε εναντίον της δεξιάς καπιταλιστές  Δύσης, για να επικρατήσουν σε αυτή την χώρα της χερσονήσου του Αίμου,  εμείς οι Έλληνες αρπάξαμε τα μαχαίρια και σφάζαμε τα αδέλφια μας γιατί ο ένας πίστευε στην Ανατολή ο άλλος στη Δύση. Κανένας δεν πίστευε στην Ελλάδα.  Ήταν ο εμφύλιος, θύματα εμείς οι ίδιοι οι  Έλληνες, αποτέλεσμα αιώνιες έχθρες,  πείνα, γύμνια,  κατατρεγμός και τελικά η ξενιτιά.
Σήμερα Κυριακή 3/6/12 σε μια εκπομπή του BBC άκουσα, μια ανταποκρίτρια να λέει.
Ακόμη στην σημερινή Ελλάδα ισχύουν τα ήθη και έθιμα του τότε, κανένας δεν ξεχνά ότι (Ο παππούς μου σκότωσε τον παππού σου) Your grandfather killed my grandfather

Ευρώ ή Δραχμή, και οι δυο Ελληνικές λέξεις, μας φτάνει μόνο οι υποψήφιοι  βουλευτές    να βάλουν πάνω από το ατομικό τους συμφέρον το συμφέρον της πατρίδας Ελλάδας, διότι οι  υποψήφιοι βουλευτές, όντος άνθρωποι  έχουν ημερομηνία λήξεως,  ενώ η Ελλάδα είναι αιώνια.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης