Με σκιτσάριζε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, όταν τελείωσε μου την έκανε δώρο κι έφυγε,
τότε σταμάτησα και σκέφτηκα ότι ιχνογράφησε ένα τόσο διαφορετικό κομμάτι της ζωής
μου.
Ο ιδρώτας έτρεχε απ τα μελίγγια μου, απ’ το πρόσωπό μου, ανακατευόταν με τη
σκόνη του δρόμου και ζωγράφιζε ρυάκια καφετιών ρυτίδων, λες και ήταν οργωμένα
χωράφια που περίμεναν να φυτρώσουν
αγριόχορτα, αυτά που βγαίνουν στους βάλτους, σα να ήταν ρύζι κι αυτοί που με περιτριγύριζαν
εργάτες έτοιμοι να βάλουν τα χέρια τους πάνω μου να θερίσουν. Από πίσω μου με ακολουθούσαν ένα τσούρμο
πιτσιρίκα φωνάζοντας ε! Μίστερ, από κάπου μακριά ερχόταν η μπόχα των βρώμικων
νερών του ποταμού Γάγγη, όπου ήταν και το βαπόρι μας αραγμένο.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει, ξάφνου μπροστά μου βρέθηκε
ένα κτίριο πράσινο με αυλή και ανοιχτές πόρτες.
Δεν ξέρω τι μ’ έσπρωξε να μπω στην αυλή, ίσως ο φόβος του άγνωστου, ή αυτά τα
παιδάκια που με ακολουθούσαν
λες και ήμουν κάνα προφήτης να μοιράζει δώρα.
Μπήκα από την ανοιχτή πόρτα η αίθουσα ήταν γεμάτοι άντρες γονυπετείς που
προσευχόταν ντυμένοι στα άσπρα. Ήταν ένα μωαμεθανικό τέμενος.
Κάποιος από
αυτούς σηκώθηκε, κάτι είπε στα πιτσιρίκια και τα έδιωξε, μετά μου έδειξε ποιον
δρόμο να πάρω να γυρίσω στην προκυμαία όπου ήταν το βαπόρι. Στον δρόμο μου
συνάντησα οδηγούς Ρίκσω τρίκυκλα ποδήλατα όπου τα χρησιμοποιούσαν για ταξί, οι
οδηγοί επέμεναν να πάμε να με κεράσουν τσάι, περιμένοντας βεβαίως να τους
αγκαζάρω για κούρσα. Με σκιτσάριζε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, όταν τελείωσε μου την έκανε δώρο κι έφυγε,
τότε σταμάτησα και σκέφτηκα ότι ιχνογράφησε ένα τόσο διαφορετικό κομμάτι της ζωής
μου.
Τέλος έφθασα στο βαπόρι, οι άνθρωποι σαν μυρμήγκια στην σειρά μέρα νύχτα ξεφόρτωναν
σακιά ρύζι, χωρίς διακοπή, χωρίς ανάσα, ρύζι
όπου είχαμε φέρει από τη Νέα Ορλεάνη, πλέοντας από τον γύρο του
ακρωτηρίου της καλής ελπίδας της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η σκηνή στο λιμάνι
της Chittagong στο κράτος του Bangladesh, στον
κόλπο της Βεγγάλης, στον Ινδικό Ωκεανό.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




































