Οι Πινακίδες:
Κοιτώ ττις πινακίδες της φωτογραφίας Μαρκάτα γράφει η από πανω, εννοεί ότι μπαίνουμε στη χώρα
των Μαρκάτων εκεί όπου υπάρχει το σπίτι μου, εκεί όπου γεννήθηκα, η αποκάτω με μια κόκκινη λουρίδα γράφει Μακρυώτικα,
εννοεί ότι φεύγουμε από την χώρα των Μακρήδων.
Στα δεξιά της πινακίδας υπήρχε ένα τριώροφο σπίτι άδειο, οι ιδιοκτήτες του
είχαν μεταναστεύσει πριν τον πόλεμο στην Ρουμανία. Την εποχή
του πολέμου το κατώι το χρησιμοποιούσαν μπιστικοί για μαντρί, εγώ με έναν κουβά και μυστρί μάζευα την
κοπριά από το πάτωμα, την χρησιμοποιούσαμε για λίπασμα για το πετρο-χωμάτινο
κηπάκι μας, για να γίνουν οι πατάτες.
Τώρα δεν υπάρχει πια γκρεμίστηκε με τους
σεισμούς μόνο ένας ξεθωριασμένος τοίχος στέκει όρθιος γυμνός μια μαρτυρία ότι
κάποτε ζούσαν άνθρωποι εκεί.
(Πριν λίγα
Χρόνια ήρθε κάποιος νεαρός από την Ρουμανία, ήταν περαστικός, πήγαινε
μετανάστης στην Αυστραλία μιλούσε μόνο Ρουμανικά κι Αγγλικά, ζητούσε να βρει τον τάφο, το σπίτι του
προπάππου του, με φώναξαν για διερμηνέα, κατάλαβα ότι ήταν ο δισ-ή-τρισέγγονος αυτών που είχαν το σπίτι. Πήγαμε μαζί στο
προαύλιο της εκκλησίας τάφοι παλιοί χορταριασμένοι, ταφόπλακες ανασηκωμένες, πεταμένες
από δω και από εκεί, από τους εναπομείναντες νεότερους. Ψάξαμε μαζί για τον τάφο, βρήκαμε θραύσματα
από κομματιασμένους πέτρινους σταυρούς, ταφόπλακες, αλλά τίποτα καμία σιγουριά, μπορεί νάταν τούτος ή
εκείνος, μα και μετά από τόσα χρόνια, που να βρεις άκρη.)
Όταν μπήκα στην εκκλησία έψαξα να
βρω κάτι τι να διαβάσω πήγα στο ψαλτήρι το γεροντάκι που μου άνοιξε την πόρτα
με υπερηφάνεια μου έδειξε τα ευαγγέλια όλα καινούργια, τα παλιά τα έχω πετάξει
σε μια κρύπτη, μέσα στη υγρασία, δείξε μου τα παλιά του λέω ήταν
μισο-μουχλιασμένα με κόκκινα γράμματα
Εκδοθέντα εν Κωνσταντινούπολι… αν
θυμάμαι καλά τον 15ο ή 16ο,
αιώνα κανένας πλέον δεν ενδιαφέρθηκε για
τίποτα.
Το σχολείο μου, το κοινοτικό γραφείο
ακόμη και η ενορία μας που ανήκαμε ήταν στα Μακρυώτικα ένα από τα πιο μεγάλα
χωριά της Κεφαλονιάς. Το Σχολείο ακόμα και σήμερα λειτουργεί…
Μας χωρίζει ένα αυλάκι, αυτό που
όταν βρέχει απότομα σέρνει δηλαδή τρέχει σαν ποτάμι και πνίγει τα πάντα, θα
πρέπει παλαιότερα όταν θα φτιάχτηκε ο κόσμος να ήταν ποτάμι εφόσον είναι γεμάτο
στρογγυλές πέτρες, γουλιά. Αυτό το αυλάκι
πέρναγα κάθε μέρα για να πάω στο σχολείο, κάθε Κυριακή στην εκκλησία
υποχρεωτικά με τα’ άλλα παιδιά του σχολείου, λέγαμε και το Πάτερ υμών, πήγαινα
και στις κηδείες για να κρατήσω εξαπτέρυγα, να βγάλω τίποτα χαρτζιλίκι και ήταν τόσες
πολλές αφού υπήρχε άφθονη πρώτη ύλη, πολλοί οι σκοτωμένοι, εποχή πολέμου.
Σήμερα όσοι έχουν απομείνει στο χωριό λίγοι σκυθρωποί με τα χρόνια να
βαραίνουν τις πλάτες τους μάταια αναμένουν μια αχτίδα φωτός, μια αχτίδα
αναγέννησης της Ελληνικής επαρχίας.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

































