Το μονοπάτι στενό, ανηφορικό, το
πλάτος του τόσο όσο να περνά ένας
φορτωμένος γάϊδαρος, ήταν άγραφος νόμος.
Τρία σπίτια είχαν πρόσβαση από αυτό το μονοπάτι, το δικό μας, του απέναντί μας
που ήταν έρημο, τον ιδιοκτήτη του τον
είχαν σκοτώσει σε καρτέρι ένα πρωί χάραμα, καθώς βάδιζε για την Αγία Ευφημία. Το από πάνω σπίτι, ο άνδρας μαζί με τα τρία αγόρια του έκαιγε
καμίνια για ξυλοκάρβουνα στο βουνό, η γυναίκα του και γειτόνισσά μας με την
κόρη της πρόσεχαν δυο γίδες από όπου μας
έδιναν γάλα.
Ένας γερμανός στρατιώτης από την απέναντι πλευρά του αυλακιού, απ έξω απ’
την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου γονάτισε και σημάδεψε την γυναίκα, τράβηξε την
σκανδάλη, η σφαίρα την βρήκε στην
κοιλιά. Έπεσαι, οι γείτονες την σήκωσαν την έβαλαν στο κρεβάτι, για βοήθεια φώναξαν
τον τσαγκάρη του χωριού αυτόν που έπαιζε βιολί, καπάκιζε λίγα γερμανικά, ήρθε
ένας γερμανός αξιωματικός, λέγανε ότι ήταν γιατρός, η σφαίρα της είχε κόψει το
βασιλικό άντερο, την άφησαν στο κρεβάτι να πεθάνει.
Ο άνδρας της, τα παιδιά της μαζεύτηκαν στην αυλή και κλαίγανε σπαρακτικά.
Ανακατεμένος σε όλα παρακολουθούσα τα πάντα, μέχρι που μια ηλικιωμένη που
φορούσε βελέσι μ’ έπιασε απ’ το μπράτσο, μου είπε να φύγω, αυτά δεν είναι για μικρά
παιδιά.
Η καμπάνα σήμαινε λυπητερά, δυο κοντές με τη μικρή, σιγή μισού λεπτού και
μετά δυο βαριές, με τη μεγάλη.
Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να
μάθει, η νοικοκυρές στις αυλές τους, το κοινό φέρετρο της εκκλησίας ετοιμάστηκε
ένα σεντόνι ήταν αυτό που θα την συντρόφευε στην μαύρη γη, το φέρετρο γύρισε
στην εκκλησία για τον επόμενο, αυτόν που
είχε σειρά.
**
Μια Πέμπτη με είχαν καλέσει στα προικιά στο σπίτι όπου θα γινόταν ο γάμος,
κάποιος με έσπρωξε πάνω στο νυφικό στρώμα, αυτό που θα περνούσαν οι
νεόνυμφοι την πρώτη νύχτα του γάμου. (έθιμο
για να αποκτήσουν σερνικό)
Μετά απ’ την ανταλλαγή στεφάνων και το η γυνή να φοβάται τον άνδρα, το
πάτημα του ποδιού απ’ την νύφη, κατά το έθιμο άρχισαν τα σμπάρα, οι
χειροβομβίδες, έπεφταν η μια πίσω απ την άλλη, δυο από αυτές δεν έσκασαν,
έστειλαν ένα παιδί να κάνει λάκκο και να τις χώσει, μ’ ένα φτυάρι τις πήρε,
τότε έσκασαν του έβγαλαν το ένα μάτι, λαβώθηκε στα χέρια, πιτσιλιές από αίμα, η γιαγιά ούρλιαζε απ’ το κρεβάτι της, πανικός
δημιουργήθηκε, δεν είχαν ακόμη αρχίσει να σερβίρουν φαγητό, άνθρωποι τρέχανε, έφυγα
νηστικός.
**
Μεσάνυχτα, απόλυτος σιγή, κάπου, κάπου κανένα πεινασμένο σκυλί ούρλιαζε, η
φωνή του χανόταν στις έρημες χαράδρες, χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα. Το φως
του λύχνου μετά βίας έκανε μια τρύπα στο σκοτάδι του δωματίου, απαγορευόταν να υπάρχει
παράθυρο φωτισμένο. Είχαμε κρεμάσει μαύρες κουβέρτες. Ανοίχτε ακούστηκε μια κλαψιάρικη φωνή, είμαι
εγώ η Αγγέλα, ο πατέρας ξεκλείδωσε, εμείς από πίσω όρθιοι, με κυνηγά μια γάτα
να με κατασπαράξει, μπήκε μέσα.
Ξέρεις ότι απαγορεύεται η κυκλοφορία; Αν σε πιάσουν θα σε εκτελέσουν, της
δώσαμε μια μπουκιά ψωμί, δεν είχαμε τίποτε άλλο, της ανοίξαμε την πόρτα κι έφυγε.
Πίσω από την πόρτα φιγουράριζε μια διαταγή των κατακτητών-αστυνομίας, μόνο
επιτρέπετε να μένουν στο σπίτι όσοι έχουν δηλωθεί στην λίστα. Οποιοσδήποτε άλλος
θα τυφεκιζόταν.
**
Άφησε την τελευταία του πνοή
καθιστός στο κρεβάτι, έλα να δεις τον μπάρμπα σου για τελευταία φορά μούπε ο
πατέρας (είχε κολλήσει χτικιό στον στρατό) φορούσε μια φανέλα μάλλινη με μακριά μανίκια, νιόπαντρος
η γυναίκα του έστυβε ένα λεμόνι σε ποτήρι κι έκλαιγε, εγώ σταμάτησα στην είσοδο
και κοίταζα. Μετά βάλανε όλα τα ιμάτιά του σε μια παλιά στέρνα
αυτή που δεν είχαν τελειώσει οι παππούδες μας και βάλανε φωτιά, δεν γλύτωσε
ακόμα ούτε τα μαχαιρο-πιρουνά του, το
σκουτέλι του τα φλιτζάνια του ακόμα και το ρολόι της τσέπης.
Όλα κάηκαν, όλα έγιναν στάχτη μαζί
με το μικρόβιο του Κωχ.
**
Σήμερα το ίδιο μονοπάτι μένει εκεί, οδηγεί στα ερείπια, δεν υπάρχουν άνθρωποι,
χάθηκαν, έφυγαν, σκόρπισαν, οι παιδικές
αναμνήσεις δεν πρέπει να χαθούν, είναι μαρτυρίες, η ιστορία της φυλής μας του
γένους μας, είναι η πηγή της οδύσσειας μας…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης