Το νησί των δακρύων
Ήταν σούρουπο ο
ήλιος έτοιμος να δύσει, οι ακτίνες του έστελναν τον τελευταίο αποχαιρετισμό
της ημέρα, έξω χειμώνας, παγωνιά, μια φωνή ακούστηκε ήρθε ώρα να τους κλειστείτε στα κελιά σας.
Έπρεπε να
περάσουν μια περιτριγυρισμένη με συρματοπλέγματα αυλή, όπου σε κάθε γωνία υπήρχαν σκοπιές με
φύλακες, να ανεβούν στο δεύτερο όροφο από μια
εξωτερική παλαιά σιδερένια και σκουριασμένη σκάλα, ο Μίκης σήκωσε το κεφάλι του ψηλά, ένα κύμα από γλάρους πετούσαν, πήγαιναν κι αυτοί για
ύπνο, άλλοι λικνιζόταν στην σημαδούρα
του λιμανιού, κράζοντας χαρούμενα. Ο
Μίκης άρχισε να τους μετράει, η ελπίδα ελευθερίας φώλιασε μέσα του σα να ήταν
γλάρος. Δεν άντεξε τους φώναξε! Eεε!
εσείς αδέλφια μου, πουλιά να ξέρατε πόσο σας ζηλεύω που πετάτε ελεύθερα, θαλασσοπούλια μου, καθρέφτες της ψυχής μου,
που κυνηγάτε τα βαπόρια στης προπέλας τα αφρώδη απόνερα.
Θόρυβος ακούστηκε από πίσω του, κάποιος τον έσπρωξε,
προχωρείτε φώναζαν… το σπρώξιμο από την ανθρώπινη μάζα ισχυρό, καταπιεστικό.
Μάταια κρατιόταν από τις χειρολαβές της σκάλας, ζήλευε την ελευθερία των
γλάρων, δε άντεχε άλλο.
Προχώρα μην
χαζεύεις θα σε τσακίσουν οι από πίσω, του σφύριξε ο διπλανός του.
Μπροστά του έχασκε η πόρτα της φυλακής τα
κάγκελά της φάνταζαν σαν δόντια από στόμα θηρίου, που περίμενε να
καταπιούν έναν καινούριο Ιωνά.
Σπρώχτηκε, καταβροχθίσθηκε στην κοιλιά
του σκοτεινού ματωμένου υγρού κελιού,
ένα κύμα μίσους ανημποριάς τον κυρίεψε, εναντίων του κατεστημένου,
εναντίον των ανθρώπων, δεν είπε τίποτε σε κανένα, ποιος θα τον άκουγε; Δάκρυα
απελπισίας γέμισαν τα μάτια του. Τράβηξε για το στρώμα του, ξάπλωσε και κλείστηκε στον εαυτόν του ακόμα πιο πολύ… απ’
έξω ακουγόταν το βογκητό της μπουρού αυτή που οδηγούσε την νύχτα με το φωτάκι της
τα βαπόρια στο λιμάνι, έκλεισε τα μάτια
του, ο ύπνος ήλθε μαζί με όνειρα, την
ελπίδα, τα πουλιά, τους γλάρους, μα κι
ένα μεγάλο ίσως αύριο, ίσως μεθαύριο, του χρόνου, κάποτε, θα έρθει και η
λευτεριά αλλά, πότε;
Συλλογίστηκε
το έγκλημά του, είχε γεννηθεί σε άλλη χώρα, για τους εδώ ήταν παράνομος...
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
*********
Στη χώρα των
τροπικών
Είχε αρχίσει
να νυχτώνει, έβρεχε όταν οι κρατούμενοι
φεύγοντας απ το δικαστήριο πήραν το
δρόμο της φυλακής, βάδιζαν στη γραμμή, ένας, ένας με τα μούτρα κατεβασμένα, στην κόψη του δρόμου, δίπλα από τα παράλληλα
βαλτώδη χαντάκια. Οι φθοριούχες μακρόστενες λάμπες κρεμασμένες από τις κολόνες
του δρόμου μετά βίας έριχναν το χλωμό τους φως ώστε να σπάσουν την νυχτερινή
σκοτεινιά. Οι βάτραχοι είχαν αρχίσει την συναυλία τους, το φως του ήλιου είχε χαθεί, τα κουνούπια είχαν κρυφτεί κάτω από τις
φυλλωσιές των δένδρων. Τα μπαρ είχαν
ανάψει τις φωτεινές επιγραφές, οι
ναυτικοί έτρεχαν να ξεδιψάσουν και να βρουν γυναικείες αγκαλιές, τα κορίτσια
έριχναν σπάταλα αρώματα στο κορμί τους, απαραίτητη προετοιμασία για τη
νυχτερινή ζωή που μόλις άρχιζε. Η γραμμή των φυλακισμένων εξακολουθούσε να
προχωρεί, τούτη τη φορά σε χωματόδρομο. Σε κάθε τους βήμα χωνόταν πιο πολύ στη
λάσπη. Οι χωροφύλακες συνοδοί τους με την κάνη των όπλων τους να κρέμεται από
τους ώμους τους προς τα κάτω ήταν σκεπασμένοι με κάπες νάιλον, όπως πάντα, ένας μπροστά ένας στη μέση κι
ένας στο τέλος.

Η Αυγουστίνα και η Μαρίνα έριξαν πάνω τους
κολόνιες, βάφτηκαν και ετοιμάστηκαν να πάνε για την νυχτερινή τους δουλειά. Δούλευαν στο μπαρ του Μέμε.
Περπατούσαν αγκαλιασμένες σφιχτά κάτω από την μικρή ομπρέλα για να προφυλαχτούν απ’ τη βροχή. Καθώς
προχωρούσαν συνάντησαν τη γραμμή των φυλακισμένων, βλαστήμησαν την τύχη τους, θα
γινόταν μούσκεμα απ’ τη βροχή περιμένοντας να περάσουν. Οι δυο έλληνες παιδιά
σχεδόν, βάδιζαν κι αυτοί ανάμεσα στους
βρεμένους. Το χέρι της Μαρίνας έσφιξε το γυμνό μπράτσο της Αυγουστίνας, τα
νύχια της μπήκαν μέσα. Με πονάς γιατί με σφίγγεις;
Μα που έχεις
τα μάτια σου δεν βλέπεις;
Τι να δω εκτός
από κατάδικους κλέφτες που περνάν από μπροστά μας. Και θα βραχούμε μέχρι να
περάσει αυτή η καταραμένη γραμμή.
Για κοίτα
καλύτερα ανάμεσά τους είναι δυο έλληνες ναυτικοί, γνωστοί μας πελάτες του μπαρ,
είπε η Μαρίνα. Πλησίασαν και οι δυο σαν ένα σώμα τον μεσαίο χωροφύλακα. Θέλουμε
να μιλήσουμε σε αυτούς τους δυο κατάδικους.
Απαγορεύεται.
Μπορούμε να
τους δώσουμε τουλάχιστον τσιγάρα;
Θα τα δώσετε
πρώτα σε εμάς κι εμείς θα τους τα δώσουμε και μην ξεχνάτε και το μερτικό μας.
Έτρεξαν τα
κορίτσια πήγαν σε μπακαλικάκι αγόρασαν τσιγάρα, σόδες, αγόρασαν και για τους
χωροφύλακες, έτρεξαν πίσω, τα παράδωσαν στους φύλακες, αυτοί τους χτύπησαν στην
πλάτη, τους έδειξαν τα κορίτσια που τους κοίταζαν σαν άγαλμα κάτω από την
ομπρέλα και τους έδωσαν τα τσιγάρα τυλιγμένα σε νάιλον σακουλίτσα για να μην
βραχούν.
Ξαφνιάστηκαν
έγνεψαν ότι τις αναγνώρισαν, έσκυψαν το κεφάλι προχωρώντας σα μερμήγκια στο
λασπωμένο δρόμο προς τη φυλακή… όπου
στην είσοδο πάνω στον τοίχο ήταν
γραμμένα με σκαλιστά γράμματα:
«Στην φυλακή
δεν υπάρχει τίποτα κακό. Όλα είναι χειρότερα.»
Τα κορίτσια
αποσβολωμένα τους έγνεψαν ένα τελευταίο αντίο, πριν πάρουν δρόμο να γλεντήσουν
σε αγκαλιές ναυτικών που περίμεναν στο μπαρ του Μέμε.
Γαβριήλ
Παναγιωσούλης