Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Ένα Ψυχολογικό τεστ!

                                                                       Ιστορίες της νύχτας # 4

Ένα ψυχολογικό τεστ!
                                       Και όμως υπάρχει.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει, τα φώτα του δρόμου άναψαν κάτι στενόμακρε λάμπες φθοριούχου, έδιναν στα πρόσωπα μια χλομάδα λες και ήταν κέρινα.  
Το δουλικό τον κοίταξε καλά στο μάτια.
-Η κυρά μου θέλει ταξί, αλλά θέλει έναν της εμπιστοσύνης να έχει  τον στόμα σου κλειστό.
-Θα βάλω φερμουάρ, είπε ο οδηγός.
-Καλά, Πάμε,
Η πίσω πόρτα του ταξί άνοιξε και μπήκε η Σούζη, η κομμώτρια της γειτονιάς.
-Ω! αυτόν μούφερες, ξίνισε τη μούρη της το δεσποινάριο αυτό που άνοιξε την μπροστινή πόρτα και κάθισε δίπλα του.
-Δεν υπήρχε άλλος στην πιάτσα, είπε το δουλικό.
-Τράβα εμπρός, στρίψε τη γωνία και σταμάτα, στη μέση του τετραγώνου.
Άνοιξε η πίσω πόρτα και μπήκε ο κουμπάρος.  
Πάμε είπε στην επόμενη πόλη 50 χιλιόμετρα στο εσωτερικό.
Εκεί πήγανε σε κέντρο από κάτω εστιατόριο μπαρ επάνω ξενοδοχείο.
Ο Κουμπάρος είπε:
-Πιέτε φάτε ότι θέλετε, όλα πληρωμένα,  θα μας περιμένεις να μας πας πίσω στην πόλη, πήρε την Σούζη αγκαλιά και φύγανε.
Η ‘jukebox’ ροκόλα  έπαιζε συνέχεια μουσική σύμφωνα με τα γούστα των πελατών. Ένα ημίφως κάλυπτε τα πάντα, σα να ήθελε να προστατεύσει την ανωνυμία των πελατών.
-Ξέρεις, -είπε το κορίτσι-  εγώ δεν πέφτω ποτέ τόσο χαμηλά να κάνω παρέα με ταξιτζή, είμαι  πρωτευουσιάνα, έχω τρόπους, αλλά φταίει η Σούζη που με κουβαλά μαζί της για να έχει άλλοθι.
-Μου  είναι αδιάφορο, είπε ο οδηγός.  
-Φέρε ακόμα δυο μπύρες και μεζεδάκια φώναξε, η μουσική έπαιζε ελαφρά μπολερό και μεξικάνικες μπαλάδες.       
Οι πελάτες μεθυσμένοι άρχισαν να τραγουδούν σε ρυθμό Μεξικάνικης rancheras, ένας μάλιστα με γένι ερχόταν στο τραπέζι τους σήκωνε το ποτήρι του και φώναζε, «πίνω για να ξεχνώ»
-Τι θα έλεγες μέχρι να κατεβεί η Σούζη με τον φίλο της να παραγγείλουμε ακόμα δυο μπύρες και να πάμε πάνω σε δωμάτιο να τις πιούμε με την ησυχία μας, έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να γνωριστούμε και να μιλήσουμε για χίλια δυο πράματα.
Το κορίτσι τον κοίταξε στα μάτια, μετά κοίταξε τριγύρω της, είδε τους μεθυσμένους, σκέφτηκε λιγάκι και είπε.
-Μα εγώ δεν είμαι τέτοια.
-Για  όνομα του Θεού,  δεν είπα τέτοιο πράμα.
-Πάμε.
Ένα στρώμα μπλε με ρίγες που κάποτε ήταν άσπρες, ριγμένο στον σκελετό του κρεβατιού, ένα σεντόνι διαφανές, μια πετσέτα κρεμασμένη στον τοίχο κι ένα τραπεζάκι, η τουαλέτα ήταν απ’ έξω. Έβαλαν τις μπύρες στο τραπέζι, ξάφνου ο οδηγός άρχισε να γελά.
-Τι βλέπεις τίποτα το αστείο; Είπε το κορίτσι.
-Όχι, αλά θυμήθηκα μια παροιμία που λέει να φοβάσαι τις γυναίκες μόνο όταν είναι φτιαγμένες από σαπούνι.
-Δηλαδή γιατί;
-Να γιατί όταν τις χαϊδεύεις και με τέτοια ζέστη θα είναι επικίνδυνο να λιώσουν.
-Μα εγώ δεν είμαι τέτοια!
Ο  ταξιτζής της είπε με θυμό,
-Δηλαδή  δεν είσαι τι;
-Εννοώ από σαπούνι κουτέ.
Αγκαλιάστηκαν, η τροπική ζέστη έκανε τα σώματά τους να ιδρώνουν.
-Φαντάσου να ήμουν φτιαγμένη από σαπούνι, θα είχα λιώσει, είπε το κορίτσι.
Μια μυρωδιά μούχλας, αναδινόταν στον αέρα, θα είναι από την υγρασία, σκέφθηκε ο ταξιτζής.
-Θα σκάσουμε εδώ μέσα, αν είχαν τουλάχιστον ανεμιστήρα, βγάλε το μπλουζάκι σου να δροσιστείς, είπε ο οδηγός, Λες να φταίει η μπύρα, ή η ζέστη;
Ή η δική σου θέρμη πέρασε στο κορμί μου, είπε το κορίτσι.
Ξάπλωσε  στο κρεβάτι, τράβηξε τα μαλλιά της προς τα πίσω. Με  χέρι που έτρεμε  χάιδεψε το κουκλίστικο σώμα.  
Ξάφνου η μορφή της άλλης πέρασε από μπροστά του, τον έπνιγε, αδύνατον να ελευθερωθεί, σα να τον δάγκωσε φίδι πετάχτηκε πάνω, νικημένος έσκυψε το κεφάλι, ντύθηκε, άνοιξε την πόρτα,
-«θα σε περιμένω κάτω» φώναξε.
Μια ψυχική ευαισθησία που κρατά κλειδωμένη την αντρική καρδιά!
Λογικώς αδύνατον! Και  όμως υπάρχει! 

Γαβριήλ Παναγιωούλης       
          



Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ Φωνές της Νύχτας

                                          Ιστορίες της νύχτας # 3


                                  Οι φωνές της νύχτας,

Η Μάρθα ξεκρέμασε  τον μικρό καθρέφτη απ’ τον τοίχο, βγήκε στην αυλή το φως του ήλιου την τύφλωνε,  έβαλε την καρέκλα στην σκιά κάτω από τα πλατιά φύλλα μπανανιάς, κάθισε,  έβαλε τον καθρέφτη ανάποδα στα γόνατά της πήρε μια κόλα χαρτί  κι έγραψε ένα γράμμα στην φίλη της Έμμα στην πρωτεύουσα. Της έγραφε αν μπορούσε να  της βρει δουλειά σε νοσοκομείο.   Έκλεισε το φάκελο, έγραψε την διεύθυνση τον σάλιωσε και με την παλάμη του χεριού της χτύπησε το φάκελο για να σφραγίσει καλά.
Ο καθρέφτης έγινε χίλια κομμάτια.
Με κοίταξε σα να φοβόταν το αύριο, το  μέλλον, μετά  μου είπε:
Σε Εφτά θα έχουμε κακιά τύχη.
Τι εφτά;
Δεν ξέρω ή μέρες ή μήνες ή χρόνια.
Και μετά τι θα γίνει;
Ούτε κι εγώ δεν ξέρω.
Ήμασταν   πρωτάρηδες και οι  δυο.
Μετά πήγαμε να ζήσουμε στην πρωτεύουσα .
Η Μάρθα είχε αρρωστήσει, δεν την δέχθηκε το κλίμα, ήταν κίτρινη, οι γιατροί του νοσοκομείου είπαν ότι είχε ελονοσία, αλλά κανείς δεν ήξερε σίγουρα. Δεν πονούσε πουθενά, μόνο είχε μια υπνηλία που σε τρόμαζε.
Αν πόναγε κάπου θα ξέραμε τι ήταν, αλλά αυτή η ατελείωτη υπνηλία με φόβιζε.
Βγήκα έξω να πάρω αέρα, αυτή ξύπνησε μουσκεμένη στον ιδρώτα, πέταξε από πάνω της τα σεντόνια κι ανέπνεε την νυχτερινή δροσιά, έγειρε το κεφάλι της και κοιμήθηκε γυμνή. Έτσι την βρήκε η Έμμα η φιλενάδα της που ήρθε να μας επισκεφθεί και να βοηθήσει. Σκούπισε το πάτωμα,  κι άναψε δίπλα της ένα κέρινο καντήλι.
Η Μάρθα παραμιλούσε, νόμιζε ότι κοιμόταν στα μπράτσα της πεθαμένης μάνας της.
Μια πνοή ανέμου έκανε την φλόγα του καντηλιού να τρεμοσβήνει, η Έμμα έκανε τον σταυρό της.
Ο ιδρώτας μούσκευε το μέτωπό της, ξύπνησε από τον θόρυβο που έκανε το παραθυρόφυλλο χτυπώντας στον τοίχο, έκανε να σηκωθεί    αλλά αισθάνθηκε τόσο αδύνατη που ξανάπεσε στο κρεβάτι.
Τα χείλη της υγρά ρώτησαν
Εσύ είσαι πατέρα;
Εγώ είμαι κόρη μου,
Μα γιατί ήρθες να με δεις;
Η Έμμα με κοίταξε, καταλάβαμε ότι η Μάρθα παραμιλούσε.
Δεν θα φύγω από κοντά σας είπε η Έμμα βλέπω ότι χρειάζεστε βοήθεια.

Ακούω φωνές της νύχτας, είναι ψυχές που φτερουγίζουν, τις ακούς Έμμα;
Όχι δεν ακούω τίποτα.
Ακούς τον αέρα που σφυρίζει;
Όχι,
Πιστεύεις στον παράδεισο;
Δεν, δεν ξέρω.
Τα μάτια της γύριζαν προς όλες τις κατευθύνσεις, είχε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της σα να ήθελε να προστατευθεί από κάτι.
Μάρθα φώναξα, δεν μου απάντησε. Ξανά έπεσε σε λήθαργο. 
Η αυγή είχε σκαρίσει στον ορίζοντα.
Άνοιξα το παράθυρο μια ηλιαχτίδα μπήκε σαν κλέφτρα και χάιδεψε το κορμί της Μάρθας.
Είχε τα μάτια της κλειστά, σφιχτά σα να αισθανόταν πόνο, τα χείλη της υγρά γεμάτα γυαλιστερά λέπια, τα χέρια της έσφιγγαν το σεντόνι και το έκαναν κόμπους, το σώμα της σπαρταρούσε σαν το ψάρι μέχρι που έμεινε γυμνό. Η Έμμα πήγε να φωνάξει τον γιατρό, στον δρόμο της πέρασε από την εκκλησία να πει του παππά να ρθει να την μεταλάβει. 
Άνοιξε η πόρτα και φάνηκε ο παπάς, έτρεξα και σκέπασα το σώμα της με το σεντόνι.
Θάρρος κόρη μου, θα σου δώσω την θεία μετάληψη.
Την βοήθησα να σηκώσει το κεφάλι της, άνοιξε τον στόμα της και την κατάπιε. Με κόπο άνοιξε τα μάτια της, με είδε και είπε:
Ζήσαμε ευτυχισμένοι. Μετά χώθηκε κάτω απ τον τάφο των σεντονιών.
Ο γιατρός αργούσε να φανεί, είχε πολλούς πελάτες δικαιολογήθηκε.
Φορούσε πάντα  άσπρο παντελόνι και σκούρο σακάκι για να ξεχωρίζει από τους κοινούς θνητούς.
Ένας αναστεναγμός βγήκε απ τα στήθη της Μάρθας, έβαλα τ’ αυτί μου κοντά στο στόμα της, ζήσαμε…  δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Ο γιατρός απλά πιστοποίησε  τον θάνατό της.
Το  ημερολόγιο στον τοίχο  διαφήμιζε κάποιο Κινεζικό εστιατόριο.
Κοίταξα την ημερομηνία ήταν ακριβώς εφτά μήνες και εφτά μέρες απ’ την ημέρα που έσπασε τον καθρέφτη.
Πάει όλα τελείωσαν.
Πήρα τον δρόμο του γυρισμού για το λιμάνι, πέρασα απ την γωνία με το φοινικόδεντρο, αυτό που μας πρωτοείδε μαζί,  κατάλαβα πως ο παράδεισός μου είχε γκρεμιστεί. Όμως δεν μπορούσα να το χωνέψω ότι έχασα την Μάρθα.
Η πανσέληνος χάραξε στον ορίζοντα, κατάλαβα  ότι ήσουν εσύ Μάρθα, οι αχτίνες της περνούσαν από το πρόσωπο  σου, απ τα υγρά σου χείλη και με χάϊδευαν.  Θυμήθηκα την τελευταία σου λέξη, ζήσαμε ευτυχισμένοι, δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, τα σκούπισα με την ανάποδη του χεριού μου και μπήκα στο μπαρ.
Ήταν γεμάτο ναυτικούς και γυναίκες που γλεντούσαν σα να μην υπήρχε αύριο. Η Ζόιλα με πλησίασε, την έκανα πέρα, πήρα ένα ποτό και κάθισα στο σκαμπό, προσπαθούσα να ξεριζώσω από μέσα μου τον άνθρωπο, να ξεριζώσω την ψυχή μου. Στην πρωτεύουσα ένιωσα τον τάφο των ονείρων μου, το γκρέμισμα της συνείδησης   μου, συμπαρασύροντας την αγάπη μου στον άλλο κόσμο.  Το  χέρι της  Τσαγίτο ιδιοκτήτριας του μπαρ  ακούμπησε προστατευτικά στον ώμο μου.   
Άντε  να κοιμηθείς, και μην απελπίζεσαι νέος είσαι, αύριο περιμένουμε το βαπόρι που ήσουνα, θα δεις τους φίλους σου, άμα θες μπορείς να πας μαζί τους     και από γυναίκες έχεις καιρό να διαλέξεις… 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Μια Νύχτα στον Ινδικό

                                                           Ιστορίες της νύχτας #2

                                     Μια νύχτα στον Ινδικό.
Οι Ιστορίες της νύχτας είναι  κάπως διαφορετικές ως ναυτικός δεν είχα την πολυτέλεια της ώρας, ούτε του να ονειρεύομαι, ή ας το πούμε αλλιώς το χάσιμο χρόνου σε καρδιοχτύπια να την περιμένω, ή να με περιμένει, ραντεβού για αύριο ή για την ερχόμενη εβδομάδα. Πάντα τρέχαμε σε όλα τα λιμάνια του κόσμου.
Οι  Ιστορίες της νύχτας έχουν να κάνουν με την νεανική  ζωή γεμάτη δράση, τότε που μόνο την νύχτα περπατάγαμε, ένεκα που με το φως της ημέρας δουλεύαμε στο πλοίο.   
 Ήταν λοιπόν μια ζεστή τροπική μέρα γεμάτη ιδρώτα, γεμάτη θόρυβο μα και βρώμα,  περιμέναμε την   νύχτα να μας δροσίσει  την  γεμάτη μυστήριο.
Μας  ξεγέλασαν τα φώτα που φώτιζαν εκεί πέρα την στεριά, φώτα γεμάτα ελπίδα, γεμάτα περιέργεια τι άραγε να κρύβουν μέσα τους;
 Έτσι σαν είδαμε το ρυμουλκό να πλησιάζει να τραβήξει την άδεια πια μαούνα (φορτηγίδα) ετοιμαστήκαμε να βγούμε στη στεριά, πηδήσαμε μέσα και μας πέταξαν σε μια στεριά. Ήταν το λιμάνι του Κολόμπο στην Κεϋλάνη,   το βαπόρι μας ήταν στο αγκυροβόλιο φόρτωνε ρύζι για την Βιρμανία.
Με το που πατήσαμε το πόδι μας στην στεριά αμέσως μας πλησίασαν κύματα ντόπιων άλλος μας πρόσφερε ν’ αγοράσουμε πολύτιμους λίθους, άλλος μας έκανε τον φακίρη, άλλος τον θαυματοποιό κάνοντας ένα κέρμα να κινείτε πάνω στο μπράτσο του, άλλοι μας ζήταγαν  μπαξίσι .
Κοιτάζαμε σαστισμένοι, ένας από τους περίεργους αυτούς τύπους  μας πρόσφερε να μας πάει στον παράδεισο έξω από την πόλη, μακριά  από τον υπόκοσμο του λιμανιού. Όλη η πόλη μύριζε μια μπόχα ρώτησα τι να είναι αυτή μου είπαν είναι από το σαπούνι ή λάδι καρύδας που χρησιμοποιούσαν ή αλειφόταν. Οι κάτοικοι ανήκαν σε δυο ειδών φυλές  Sinhalese  και Tamil με διαφορετική γλώσσα και γραφή. Τελικά μπήκαμε σε ταξί, μετά από ώρα φθάσαμε στον «παράδεισο  ήμασταν 3 άτομα, δυο Κεφαλλονίτες κι ένας Πειραιώτης  είπαμε του ταξιτζή να μας περιμένει. Ήταν μια εξοχική κατοικία έξω από την πόλη, θα ήταν στην μέση μιας πρασινο-καφετιάς ζούγκλας. 
Ένα ολόκληρο τετράγωνο, με την πρώτη ματιά που έριξα μέσα μου θύμισε τους  οντάδες των πασάδων που είχα δει κάποτε σε ζωγραφιές. Η αίθουσα  ήταν γεμάτη γυναίκες, ναυτικοί εμείς όπου ακούγαμε γυναίκα τρέχαμε.

Σε μια στιγμή χαθήκαμε εκεί που ήμουνα μόνος στην αίθουσα  ξάφνου με πλησιάζει μια γυναίκα  και μου λέει μην βγεις έξω από την κύρια είσοδο, την έχει μπλοκάρει η αστυνομία, και με πήρε απ το χέρι να μου δείξει μια άλλη έξοδο, κρυφή όπου έβλεπε σε μια αυλή κι από εκεί σε ένα μονοπάτι μες την Ζούγκλα.  Εδώ  τα χρειάστηκα κι εάν είναι κόλπο να με κλέψουν ή να με σκοτώσουν;
Αποφάσισα να βγω από εκεί που μπήκαμε να αναζητήσω του άλλους φίλους μου ναυτικούς. Στην πόρτα με περίμενε ένα Land Rover πράσινο με μια κλούβα, άνοιξαν την πόρτα και με πέταξαν μέσα.
Με υποδέχθηκαν δυο αστυνομικοί με καπέλα μισό ανεβασμένο από το ένα μέρος έμοιαζαν σαν ουρά  αεροπλάνου, με πέταξαν στην κλούβα, ήταν απόλυτο σκοτάδι,  εκεί βρήκα και τους δυο φίλος μου ναυτικούς, τι γίνεται τους λέω;   Δεν ξέρω μας είπαν μόνο ότι απαγορεύεται ο λευκός  να αγγίξει  ντόπια γυναίκα. Έτσι είναι ο νόμος του κράτους.  Θα πρέπει να είναι νόμος Αγγλικός τους είπα, αλλά δεν ξέραμε τίποτα.
Το Τζιπ ξεκίνησε, ένας από τους αστυνομικούς ήρθε στην κλούβα μας ανέκρινε  αν είχαμε σχέση με γυναίκες, μας φοβέριζε ότι θα μας πάνε σε νοσοκομείο για εξετάσεις κι αν αποδειχθεί αλήθεια μας περίμενε φυλακή. Πρέπει να πω ότι τα αγγλικά μας ήταν πολύ φτωχά, μόλις και μετά βίας μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.
Μάταια τους λέγαμε ότι από περιέργεια πήγαμε, εν τω μεταξύ από πίσω μας έτρεχε κολλητά μας άλλο αυτοκίνητο αναβοσβήνοντας τα φώτα του, μας ακολουθούσε ο ταξιτζής, κάνοντας χειρονομίες και  σφυρίζοντας. Σταμάτησε  η κλούβα και μας λένε πληρώστε τον να φύγει.
Μετά πάλι τα ίδια, μας οδηγούσαν μέσα σε ζούγκλα σε άγνωστα μέρη, λέγαμε να τους προσφέρουμε λεφτά να μας αφήσουν, οι άλλοι ήταν ανένδοτοι, αφού δεν κάναμε τίποτα γιατί;
Η ώρες περνούσαν, κι εμείς στην κλούβα, ταξιδεύαμε, ταξιδεύαμε, κατά τις 3 τα χαράματα είχαμε φτάσει σε μια τεράστια πεδιάδα σαν ένα χέρσο χωράφι, το Τζιπ σταμάτησε βγήκε ένας από τους αστυνομικούς ήρθε από πίσω άνοιξε την πόρτα της κλούβας και φώναξε.   Get Out!   Ο Πειραιώτης ο πιο ηλικιωμένος της Παρέας φώναξε λες νάναι τα τελευταία μας; 
Τι να πούμε εμείς τα πιο παιδιά δεν βγάλαμε τσιμουδιά.            Η αλήθεια είναι ότι τα χρειαστήκαμε, έτσι απότομα το τζιπ έβαλε μπρος κι έφυγε. Τότε αρχίσαμε να περπατάμε με οδηγό μας την ανταύγεια των φώτων της πόλης του λιμανιού, σκεφθήκαμε ότι προς τα εκεί θα ήταν η θάλασσα. Περπατούσαμε μέχρι να ξημερώσει, θάταν 6-7 το πρωί όταν είδαμε την θάλασσα, γλυτώσαμε φώναξε ο Πειραιώτης,  μπήκαμε σε μια μαούνα που την τραβούσε ρυμουλκό και πλευρίσαμε στο βαπόρι δεν είπε κανένας μας τίποτα.   
Άλλη μια νύχτα πέρασε και ήταν τόσες πολλές κάθε μια διαφορετική, κάθε μια σε διαφορετικό μέρος του πλανήτη γη, νύχτες ξελογιάστρες γεμάτες με ψεύτικους όρκους, γεμάτες με μυστήριο, καρδιοχτύπια αλλά και μια ωμή πραγματικότητα των λιμανιών την αγοροπωλησία τα σάρκας… 


                                                      Γαβριήλ Παναγιωσούλης  
                             
              




Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Το Πεπρωμένο

Ιστορίες της Νύχτας!


                                    Το Πεπρωμένο


                          Φωτογραφία από το Baton Rouge Louisiana

Η ορχήστρα του Μπαρ άρχιζε παίζει στις 9 το βράδυ, ήταν ένα τεράστιο ξυλόφωνο, μια τυπική ορχήστρα Μαρίμπα, οι οργανοπαίχτες όρθιοι στην γραμμή χτυπούσαν ρυθμικά τα πλήκτρα με τέσσερα ξυλάκια που στις άκρες τους είχαν ένα σφαιρικό βαρίδι. Η ορχήστρα χρησίμευε και σαν πόλος έλξης των ξένων ναυτικών που συνωστιζόταν να δουν το περίεργο αυτό όργανο.
Μια επιγραφή χρυσοκίτρινη φώτιζε την είσοδο.
Bar Los Marinos «Μπαρ οι ναυτικοί»
Τα κορίτσια μαζευόταν με την ελπίδα να γνωρίσουν ναυτικούς.
Η Αμαλία μπήκε κάθισε σε σκαμπό παράγγειλε ένα χυμό, ένας Πορτογάλος ναυτικός από το Σανβίντσο που ήταν πλήρωμα του πλοίου Τακανά την πλησίασε, την κέρασε ένα ποτό κι άρχισαν να συζητούν, δεν της άρεσε ήταν κοντός μελαχρινός.
Ο Γιώργος  ο ανθυποπλοίαρχος του βαποριού Elizabeth   ένα λεβεντόπαιδο παλιός  συνάδελφος και φίλος μου   σαν νύχτωσε βγήκε απ’ το βαπόρι με βρήκε στην πιάτσα των ταξί ακριβώς  απέναντι από την πλατεία και μου έπιασε κουβέντα. Χαρήκαμε και οι δυο μας, είπαμε τα παλιά μας. Εκείνη την ημέρα   είχα αγοράσει ένα ρολόι του χεριού  μάρκας Haverhill μαύρο με πολλούς δείκτες και κουμπάκια, ακόμα και για να κάνεις βουτιές στον βυθό της  θάλασσας, φάνταζε σαν μαύρο φεγγάρι σε λευκό χέρι, το δικό μου, του έκανε τέτοια εντύπωση ώστε λέει μα παιδί μου εσύ είσαι Αστροναύτης. Από τότε μου είχε μείνει το όνομα.
- Θέλω να πάμε κάπου να δω κάτι το αξιοπερίεργο της νύχτας, θέλω να ξεσκάσω από την ζωή του βαποριού.               
Πήγαμε στο μπαρ, ο κόσμος χόρευε, έπιναν φουμάριζαν, παραγγείλαμε ένα ποτό,  η Αμαλία μόλις τον είδε σηκώθηκε, παράτησε τον Πορτογάλο  και ήλθε κοντά του.
Ο Πορτογάλος θύμωσε σηκώθηκε, ήρθε δίπλα στον Γιώργο, τούδωσε το χέρι και του είπε.
Δεν αξίζει  εμείς οι ναυτικοί να μαλώνουμε για γυναίκες, υπάρχουν τόσες! Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Ήπιαν δυο ποτά ακόμη, χόρεψαν μετά τους  πήγα για φαγητό στο εστιατόριο Ελ Ντοράδο που το σπεσιαλιτέ του ήταν θαλασσινά, γαρίδες μαγειρεμένες με γάλα και διάφορα μπαχαρικά του τόπου.
Τους άφησα κι έφυγα.  

Η γνωριμία τους θέριεψε η Αμαλία ήταν από το νησί Ουτίλα της Καραϊβικής όπου ανήκει στην Ονδούρα. Η μητρική της γλώσσα Αγγλικά. Είναι ένα από αυτά τα νησιά όπου είχε την φωλιά του ο Άγγλος Πειρατής Captain Morgan και πολλοί από τους  κατοίκους, είναι ξανθοί και ομιλούν αγγλικά.
Ήταν η αρχή, η χαρά τους κράτησε μέχρι να ξημερώσει, έτσι άρχισε η γνωριμία τους. Τις επόμενες τρεις νύχτες που έμεινε το βαπόρι στο λιμάνι τις πέρασαν αγκαλιά. Προσπαθούσαν και οι δυο τους να απολαμβάνουν όσο πιο πολύ μπορούσαν την ευτυχία τους ο ναυτικός με αυθόρμητη ειλικρίνεια, η Αμαλία με προμελετημένη στρατηγική σαν την αράχνη που απλώνει τον ιστό της.
Και οι δυο ήξεραν ότι όλα θα τελείωναν όταν θα έφευγε το βαπόρι.
Το βαπόρι αυτό ήταν τακτικών γραμμών ναυλωμένο από την United Fruit Company  έκανε ταξίδια ανάμεσα Νέα Ορλεάνη και στο  Puerto Barrios Guatemala κεντρική Αμερική  από όπου και η ιστοριούλα αυτή.
 Έτσι η Αμαλία είχε την Ελπίδα να τον ξαναδεί στα επόμενα ταξίδια.  Του είχε ετοιμάσει μια ζεστή φωλιά γεμάτη ζεστή γυναικεία αγκαλιά και εκεί περνούσαν τις ώρες τους ευτυχισμένοι. Ρωτούσε συνέχεια πότε θάρθει το βαπόρι,  γιατί ρωτάς;  πια μέρα θάρθει το βαπόρι;
Α! μα πρέπει να προετοιμάσω το σώμα μου, έπαιρνε κολόνιες, αρώματα, και μετά μούπε κι ένα γυναικείο μυστικό που δεν γράφεται.
Τα νέα πετούν σαν χελιδόνια, έφτασαν και στην Ελλάδα, τότε φρόντισαν οι δικοί του,  μόλις το βαπόρι έφτασε στην Νέα Ορλεάνη τον περίμενε αντικαταστάτης του, έτσι τον έστειλαν στην Ελλάδα.
Όταν γύρισε το βαπόρι ο Γιώργος  δεν ήταν μαζί,  η Αμαλία έτρεξε στην πύλη, βρήκε τον Αστροναύτη πάμε μούπε σε όλα τα μέρη μήπως είναι με καμιά άλλη.  Στο μπαρ Μόντε Κάρλο συναντήσαμε τον Λευτέρη συνάδελφο του Γιώργου που έπινε με παρέα.
Βρε καλώς τους, κάτσε να σας κεράσω ,
Όχι είπε η Αμαλία μόνο να μου πεις γιατί δεν βγαίνει έξω ο Γιώργος, αποκλείεται να με ξέχασε. Τότε ο Λευτέρης σηκώθηκε, πήρε ύφος σπουδαίο, έσκυψε και κόλλησε  τον στόμα του στο αυτί της και της σφύριξε σαν οχιά, σα να ήθελε να εκδικηθεί όλες τις γυναίκες που πλησίαζαν συμπατριώτες του ναυτικούς. Μην τον περιμένεις, έφυγε για Ελλάδα και όχι μόνο αλλά οι δικοί τον περίμεναν να τον παντρέψουν,  την έπιασαν τα κλάματα  σκεφτόταν, μα  τόσο μηδαμινή, τόσο τιποτένια, τόσο ανάξιά του με θεωρούσε και να μην μου πει τίποτα,  είδε τα όνειρά της να γκρεμίζονται, εκεί ακριβώς που είχε αρχίσει να χτίζει. Χάλασε την φωλιά τους και γύρισε στο σπίτι της μάνας της.
Πέρασε αρκετός καιρός
Ένα καινούργια βαπόρι ήρθε στο λιμάνι, Έλληνας  ναυτικός φάνηκε στην πιάτσα και είπε:
ζητώ έναν ταξιτζή τον επονομαζόμενο Αστροναύτη.
Παρών  του είπα εγώ ο ίδιος, είμαι παλιός φίλος του Γιώργου και ζητώ να βρω μια κοπέλα, την Αμαλία  μου έλεγε ότι εσύ θα μπορούσες να με κατατοπίσεις αν παρουσιαζόταν ανάγκη.
Ναι την ξέρω είπα,
Λοιπόν θα της πεις το βράδυ που θα τελειώσω την βάρδια μου θα πρέπει να την συναντήσω θα με περιμένεις να πάμε μαζί.
Εντάξει είπα.
Πήγα στο σπίτι της Αμαλίας εκεί ήταν η μάνα της,  της είπα ότι κάποιος ναυτικός της φέρνει νέα από τον Γιώργο και θα ήθελε να συναντηθούν.  Η Αμαλία όταν της το είπε η μάνα της τρελάθηκε από την χαρά της, κι εγώ που νόμιζα ότι με είχε ξεχάσει.
 Που θα σας πάω; Ρώτησα.
Μα φυσικά στο Los Marinos, εκεί που πρωτογνωριστήκαμε, κάθισε στο ίδιο τραπεζάκι παράγγειλε  χυμό και περίμενε. Πήγα στην πύλη κι έφερα τον ναυτικό.
Με λένε Κώστα αυτοσυστήθηκε, παλιός συνάδελφος και φίλος του Γιώργου,  μα να σας κεράσω κάτι φώναξε φέρε μας ρούμι με κόκα κόλα και πράσινο λεμόνι.
Όχι είπε η Αμαλία προτιμώ να μάθω τα νέα της παλιάς μου αγάπης, μήπως είναι στο βαπόρι και δεν θέλει να βγει έξω; Έλα πες μου μην με παιδεύεις.
Όχι ακόμα είπε ο Κώστας, θα πιούμε δυο-τρία ποτά και μετά.
Η ορχήστρα έπαιζε χαρούμενους σκοπούς . η Μαρίνα παντρεμένη με Έλληνα ναυτικό από άλλο βαπόρι χόρευε μ’ έναν ψηλό σκανδιναβό, περνούσε από μπροστά μας και κουνιόταν επιδεικτικά. Ο Κώστας την κοίταξε καλά και είπε: πάμε να φύγουμε, πάμε σε άλλο μέρος;
Όχι , μην της δίνεις σημασία, διαλαλεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ότι παντρεύτηκε έλληνα ναυτικό, είναι μια τιποτένια, εξ άλλου δεν είναι ούτε από εδώ, είπε η Αμαλία.
Μα  πιες ακόμα ένα θα σου κάνει καλό, εβίβα λοιπόν τσούγκρισαν τα ποτήρια τους,
Λοιπόν ο Γιώργος  αφού γύρισα στην Ελλάδα παντρεύτηκε μια γυναίκα της σειράς του, η απογοήτευσή του ήταν τέτοια ώστε αυτοκτόνησε.
Δεν σε πιστεύω είπε η Αμαλία, μου το λες για να τον ξεγράψω και μπορεί να είναι στο βαπόρι και να κρύβεται, ίσως να θέλει να ξεκόψει από εμένα.
Όχι, σου μιλώ σοβαρά, αυτοκτόνησε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, χώνεψε το τερμάτισε την ζωή του. Απ  το χτύπημα της γροθιάς του το τραπέζι κουνήθηκε, ένα ποτήρι έπεσε κάτω κι έσπασε. Η Μαρίνα σταμάτησε να χορεύει πήγε και κάθισε στο τραπέζι της φιλενάδας της Μπέλας  και άρχισαν το κουτσομπολιό.
Φώναξε έφεραν καινούργια ποτήρια, σερβίρισαν ποτό, εκεί ο Κώστας άρχισε τον μονόλογο , όλοι οι γνωστοί του οι φίλοι του οι γονείς του έμειναν παγωμένοι σαν νεκροί απ τον θάνατο του παλικαριού.   Εκείνο το βράδυ μέθυσε, έγινε σαν τρελή έσπαγε τα μπουκάλια τα ποτήρια στις πλάτες των καρεκλών,  πάνω στο τραπέζι πλήγωσαν τα χέρια της κάποιος  φώναξε φέρτε σκοινί να την δέσουμε, φώναξαν των πρώτων βοηθειών της έβαλαν εφτά ράμματα στην δεξιά της παλάμη.             

Μάνα δεν ξέρω, αυτό που ξέρω είναι ότι κανένας δεν ξέρει τον λόγο της αυτοκτονίας του. Μόνο εγώ νομίζω ότι ξέρω, το γυναικείο  ένστικτό μου δεν λαθεύει, του έλειψα τόσο πολύ ώστε δεν άντεξε.
Η αγάπη μου γι’ αυτόν είχε ειλικρίνεια, είχε ανθρώπινη στοργή, κάτι το ωραίο το παντοτινό.
Ήταν τόσο σφοδρή η σύγκρουση  ανάμεσα στον ανθρώπινο αισθηματία εαυτόν του, αυτόν που μου είχε χαρίσει την καρδιά του και αυτόν τον άλλο που του επιβάλει η κρύα και άψυχη κοινωνία της σειράς του, ώστε δεν άντεξε. Μόνο εγώ τον καταλαβαίνω κι όταν πεθάνω θα πάω να τον βρω στον ουρανό.  
Αχ! Κόρη μου τι είναι αυτά που λες;  Μην  αφήνεις τον ενθουσιασμό σου να σε συνεπαίρνει, αυτός πάει τελείωσε έφυγε, θα πρέπει να ξέρεις ότι ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, θάβει τα πάντα, αν θέλεις να ξεχάσεις θα πρέπει να βρεις μια καινούργια αγάπη, όπως λέει και η παροιμία του λαού μας το ένα αγκάθι βγάζει το άλλο αγκάθι, εξ άλλου τι φοβάσαι νέα είσαι ακόμα, σκέψου το καλά αυτός πάει έφυγε, κανείς δεν τον ήξερε ήταν ένας ξένος, ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Η Αμαλία την κοίταξε καλά άρχισε να μονολογεί ήταν σα να μην υπήρξε ποτέ, κοίταξε απ το παράθυρο η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της, από μακριά ακουγόταν αντίλαλος μουσικής, μα και σφυριξιές των βαποριών που αποχαιρετούσαν το λιμάνι, μουρμούρισε ήταν  ξένος ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Απότομα σηκώθηκε, φέρε μου ρούχα   ν’ αλλάξω θα βγω μια βόλτα ίσως να βρω το άλλο αγκάθι…
Μια καινούργια ιστορία της νύχτας άρχιζε…
Πέρασαν  τα χρόνια η Αμαλία με φίλο της έναν  ναύτη του λιμενικού, νύχτα ταξίδευαν με μοτοσυκλέτα τρακάρισαν  και σκοτώθηκε. 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
   



Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Πρώτη Νοεμβρίου, (ημέρα των νεκρών)

Ήταν η πρώτη Νοεμβρίου .
Παραθέτω Ανθρώπινες συνήθειες
 ήθη και έθιμα από άλλους τόπους,
 αυτούς που έχω ζήσει και έχω λάβει μέρος
 παρατηρώντας τις συνήθειες των συνανθρώπων μας,
 μια και όλοι είμαστε παιδιά της ίδιας μάνας, της μητέρας γης.
                                                  *
Αυτή την εποχή του έτους υπάρχει μια ημέρα που είναι αφιερωμένη και  προορίζεται για την επιστροφή των ευλογημένων ψυχών, γνωστή ως ημέρα των νεκρών.
Καθώς μας διηγούνται  οι παππούδες μας στις 31 Οκτωβρίου, κατά το σούρουπο  τα πνεύματα,  οι ψυχές των νεκρών  γυρνάνε στην γη  και ψάχνουν να βρουν το σώμα τους, και μετά να επισκεφθούν  τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
 Έτσι αντί να αισθανθούν φόβο οι ζώντες  από την συνάντηση με τις ψυχές       τους ετοιμάζουν μια «φιέστα» εορτή προς τιμήν των θανόντων, ένα καλωσόρισες με τραγούδια και μουσική.
Τα κοιμητήρια σε όλο το κράτος  γεμίζουν με λουλούδια τους τάφους, η οικογένεια μαζεύεται και τρώνε μαζί πάνω στο τάφο  ένα ειδικό φαγητό το «Φιάμπρε» με συνοδεία τραγουδιστών και μουσικής. 
Στο Sumpango και το Santiago  της  Γουατεμάλας διατηρείται η παράδοση να ανυψώνουν χαρταετούς, έτσι ώστε να καθοδηγούν τα πνεύματα (ψυχές) των πεθαμένων στα σπίτια των αγαπημένων τους προσώπων σε αυτόν τον κόσμο την 1η και 2α Νοεμβρίου, ημέρα των Αγίων Πάντων, ή ημέρα των νεκρών.



  Με μουσική συντροφεύουν τις ψυχές των αγαπημένων τους νεκρών
 
 Μια πρώτη του Νοέμβρη 

Η γυναίκα του Πάντσο τον ξύπνησε νωρίς. Έβγαλε από τον κόρφο της και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα που μύριζε ιδρώτα. Το είχε φυλάξει με τόση δυσκολία από αυτά που του έπαιρνε πριν προλάβει να τα παίξει στα ζάρια.
-Σου έχω ετοιμάσει το φαγητό της πεθαμένης κόρης μας, θα πας στο κοιμητήριο να της κάνεις συντροφιά, σε περιμένει, πάρε κάτι και για σένα να φάτε μαζί. Εγώ βλέπεις δεν μπορώ να λείψω, έχω να προσέχω ένα σωρό εγγόνια από τις προκομμένες κόρες μας που τα γενούν και μου τα φέρνουν να τα προσέχω.
-Μα δεν ξέρω, δεν θυμούμαι τον τάφο της.
-Ψάξε και θα τον βρεις, είναι στην κατηφόρα κοντά στον τοίχο.
Ο Πάντσο πήρε τα λεφτά, πήρε επίσης και τη χαντζάρα (ματσέτε) βγήκε στον κεντρικό δρόμο σταμάτησε το ταξί μου, εκείνη την ημέρα έκανα δρομολόγια στον  campo santo.
-Στο κοιμητήριο, είπε και κάθισε δίπλα μου στο μπροστινό κάθισμα.
Στα μισά του δρόμου το ταξί σταμάτησε απότομα, άντε έβγα -του λέω- να το σπρώξουμε στην άκρη μέχρι να πάω να φέρω βενζίνα, έμεινα πάλι. Είχα ξεχάσει να βάλω καύσιμα.
-Μα καλά δεν γράφει η βελόνα του καντράν;
-Πια βελόνα, τώρα θα δεις, άνοιξα το καπάκι του ντεπόζιτου κι έβαλα μέσα ένα σκουπόξυλο, να κοίτα άδειασε.
-Άφησέ με εδώ, θα συνεχίσω με τα πόδια, είπε ο Πάντσο.
Ιδρωμένος έφτασε στο νεκροταφείο, στην είσοδο συναντήθηκε με ένα μπουλούκι ναυτικούς γερμανούς μαζί με κορίτσια του μπαρ, είχαν πάει να τιμήσουν με ρούμι τον τάφο συμπατριώτη τους που είχε πεθάνει προ μηνών από το πολύ πιοτό. Αγκαλιασμένοι και γελώντας έβγαιναν προς την έξοδο όταν έπεσαν πάνω στον Πάντσο. Αυτός για να μη τον πετάξουν κάτω αγκάλιασε την προβοσκίδα ενός ελεφάντινου αγάλματος. Κοίταξε μέσα ένας πολυτελής τάφος με χρυσά γράμματα σε κάτασπρες μαρμάρινες πλάκες, έμοιαζε σαν απομίμηση του μαυσωλείου Taj Mahal, μόνο που του είχαν προστεθεί κεφαλές ελεφάντων, τάφος της γυναίκας πλούσιου ινδού μετανάστη στην πόλη του λιμανιού, ιδιοκτήτη κτηρίου κινηματογράφου.
Μοιάζει με κατοικία θεού μουρμούρισε ο Πάντσο, δεν ήξερα ότι και στο κοιμητήριο υπάρχουν κοινωνικές τάξεις.
Τον τάφο της κόρης του δεν τον θυμόταν, έψαξε στις φτωχογειτονιές, εκεί όπου δεν υπήρχαν μαρμάρινες πλάκες, είδε κάτι λιθαράκια σε φόρμα κύκλου. Αυτός πρέπει να είναι, έβγαλε τη χαντζάρα τον καθάρισε από τα αγριόχορτα. Ο σταυρός είχε πέσει σάπισε από την πολυκαιρία, δεν διακρινόταν ούτε τα γράμματα. Έψαξε την τσέπη του, δεν είχε πληρώσει το ταξί, πήγε στην είσοδο κι αγόρασε ένα αναψυκτικό, ένα κέρινο καντήλι, ένα χάρτινο στεφάνι και μια μπύρα για τον εαυτό του.
Γύρισε στον τάφο, έβαλε το στεφάνι πάνω από τον σάπιο σταυρό, άναψε το καντήλι, σερβίρισε το «φιάμπρε» ειδικό φαγητό για την ημέρα των νεκρών που είχε ετοιμάσει η γυναίκα του και τα πρόσφερε στην πεθαμένη κόρη του, μαζί με το αναψυκτικό, αυτός δε, έφερε το μπουκάλι της μπύρας στο στόμα του, ήπιε μια γουλιά, μετά σταμάτησε, ανάσανε, έβγαλε κι άναψε τσιγάρο από ένα μαύρο ταμπάκο, αυτό που κάπνιζαν οι φτωχοί, μάρκα payaso μετά άρχισε να μιλά στην κόρη του:
"Η μάνα σου κορούλα μου δεν μπόρεσε να έρθει, πρέπει να προσέχει τα εγγόνια της, η μια σου αδελφή λέει ότι ο πατέρας του παιδιού της, είναι ναυτικός, η άλλη δεν ξέρει, η άλλη χωροφύλακας".
Ήπιε την μπύρα φουμάρισε και το τσιγάρο, άφησε το φαγητό πάνω στον τάφο και πήρε το δρόμο του γυρισμού, σκεπτόμενος αν πραγματικά ήταν ο τάφος της κόρης του ή κάποιου άλλου νεκρού.
Τα λουστράκια περιφερόταν ανάμεσα στους τάφους με τα κασελάκια τους με το πρόσχημα να στιλβώσουν παπούτσια, στην πραγματικότητα για να βοηθήσουν τους νεκρούς να αποτελειώσουν το φαγητό τους. Μια και δεν υπήρχαν κοράκια.
Ήταν η 1η Νοεμβρίου ημέρα που τιμούνται οι νεκροί, ή κατά την δυτική εκκλησία η ημέρα των αγίων πάντων.



Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

28η Οκτωβρίου 1940

                                                      28 Οκτωβρίου 1940

Μια ημερομηνία όπου άλλαξε το ρουν της ζωής μας.
Η στολή μου ήταν μπλε, κοντό παντελονάκι, άσπρη γραβάτα και δίκοχο με ένα στέμμα κιτρινόχρυσο. Καμαρώναμε ήμασταν οι σκαπανείς. Εποχή πριν την 28 Οκτωβρίου 1940
Τραγουδάγαμε:
(Στην γλυκιά μας την πατρίδα την τρανή και ιστορική
Συ απόμεινες ελπίδα νεολαία Ελληνική…)
Ήμουν στην πρώτη τάξη δημοτικού, το σχολείο δίπλα απ το σπίτι μου ένα παλιό οίκημα, το καινούργιο το τελείωναν όπου νάναι θα μεταφερόταν.
Οι αφίσες στην αίθουσα, στα μαγαζιά με την φωτογραφία του κυβερνήτη και την λεζάντα
«Σήκω επάνω Ελληνική Νεολαία.»
«Ούτε μια σπιθαμή γης να μην μείνει ακαλλιέργητη»


Ξάφνου στην ησυχία του χωριού άρχισαν να σημαίνουν οι καμπάνες,  μια κραυγή ακούστηκε: Πόλεμος…
Αμέσως επίταξαν τα άλογα και τα μουλάρια του χωριού, μαζί με την επιστράτευση.
Χάσαμε απ’ το χωριό την μοναδική άμαξα, έμεινε χωρίς μουλάρι.
Πάλι οι καμπάνες σήμαιναν  χαρμόσυνα, γέμισαν με αφίσες τα καφενεία το σχολείο, ο ελληνικός στρατός νικά κατάλαβε την Κορυτσά το Τεπελένι την Κλεισούρα την Πρεμετή κλπ…
Μάλιστα θυμάμαι μια μεγάλη αφίσα εκεί στον τοίχο του καφενείου στο χωριό με τίτλο «Γιγαντομαχία Ευζώνων»  με έναν εύζωνα με υψωμένη την γροθιά του να χτυπά στο πηγούνι  τον εχθρό.
Αμέσως ακούστηκαν και τα τραγούδια, μεταδιδόταν  από στόμα σε στόμα, σε ένα χαρμόσυνο σκοπό, τραγουδούσε η Σοφία Βέμπο, όχι δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο ούτε ηλεκτρικό ρεύμα…


1) Βάνει ο Ντούτσε την στολή του
και την ψάθα την ψηλή του
τσούρμο κουβαλά,
και μια νύχτα με φεγγάρι
την Ελλάδα πάει να πάρει,
βρε τον φουκαρά…

2) Κορόιδο Μουσολίνι,
Κανένας δεν θα μείνει,
εσύ και η Ιταλία,
Η πατρίδα σου η γελοία…
Από την Εφημερίδα Ο «Νεολόγος» Πατρών μαθαίναμε τις ειδήσεις ερχόταν κάθε όποτε είχε καΐκι.
                                                                       ***
Αυτή η ημερομηνία φίλοι αναγνώστες, ήταν η αρχή  του τέλους της παιδικής μας ηλικίας, ξαφνικά ο κάθε ένας από εμάς πάσχιζε για την επιβίωσή του,   από εδώ και εμπρός θα ψάχναμε να βρούμε λαχανίδες στα βουνά για να σκοτώσουμε αυτήν που μας σκότωνε, την Πείνα, που κράτησε για πολλά χρόνια.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Τα αθώα παιδικά μου χρόνια,


                                         Κάτι από τα περασμένα, τα αθώα παιδικά μου χρόνια.


-Έλα ήλιε μου πούσε σπουδαγμένος να μου διαβάσεις τι μου λέει τούτο εδώ το  γράμμα.
-Είναι   από το Λος Άντζελες της Αμερικής,  λέει άμα βρεθεί γαμβρός να παντρευτείς  αυτός σου έχει  στην άκρη την προίκα σου να σου την στείλει:
 -Πόσα λέει  γιε μου;
-Εδώ λέει 500,00 κανονικά σύμφωνα με την αριθμητική διαβάζοντας τα μηδενικά από δεξιά προς τ’ αριστερά,  πρέπει να λέει πενήντα χιλιάδες. Αλλά με προβληματίζει κι αυτό το κόμμα.
-Πω, πω λεφτά!!
Με φίλεψε ένα κομμάτι ξερή μπομπότα τηγανισμένη σε ελαιόλαδο που έμοιαζε με παντεσπάνι, ζήτησα να πιω νερό «το θεώρησε τιμή της» άνοιξε τα αρμάρι και μούφερε ένα ποτήρι γυάλινο τόσο φτενό, «αυτό που φύλαγε για επισκέπτες ή σπουδαία πρόσωπα»,  όπου καθώς το δάγκωσα έσπασε, φοβήθηκα,  έφτυσα και την μπομπότα. 
-Μην  το μολογήσεις σε κανέναν για το γράμμα, μούπε.
Την καληνύχτισα κι έφυγα. 
Τα αποσπάσματα κυνηγούσαν ανθρώπους στο χωριό, λες και ήταν λύκοι
Η τύχη τάφερε να συναντηθούμε στο Λος Άντζελες, εγώ θαλασσοβρεγμένος,  παιδί αμούστακο, αυτός φερμένος στην Αμερική προπολεμικά.  Ήταν μια Κυριακή 12 Μαρτίου το 1951, έφθασα στο λιμάνι αυτό προερχόμενος από Βέλγιο με βαπόρι φορτωμένοι παλιοσίδερα.      Συναντηθήκαμε σπίτι του αφού πήρα ταξί  κατά τις 7 το βράδυ καθίσαμε να φάμε αρνί γκιουβέτσι μούπε ότι τόφτιαξε προς τιμή μου, για να με καλωσορίσει. Έκατσα  μαζί του μέχρι τέλος του μήνα με πήγε στην Αγιά Σοφιά, στα διάφορα στούντιο του Χόλυγουντ όπου είδα στα πεζοδρόμια ή αυλές των στούντιο ονόματα αστέρων εντοιχισμένα ανάγλυφα.  Ήταν ο άνθρωπος που είχε στείλει το γράμμα.


 Έτσι μια πρωταπριλιά πήρα το τραίνο από Λος Άντζελες για Νέα Υόρκη, ήταν Κυριακή.       
 Μιαν ημέρα σαν και τούτη πάνε πολλά, πολλά χρόνια πίσω 4η Απριλίου ταξίδευα σ’ ένα τραίνο για 72 ώρες. Είχα ένα ρολόι του χεριού το είχα αγοράσει απ το Ρίο Της Βραζιλίας και ήμουν τόσο ανήσυχος και νευρικός αν και αμούστακο παιδάκι που κάθε λίγο και λιγάκι το κούρδιζα μέχρι που το έσπασα. Η διπλανή μου μια κοντούλα γυναίκα μου τόλεγε μην το κουρδίζεις τόσο θα το σπάσεις. Όχι δεν ήξερα την γλώσσα  εκτός από μερικές ολίγες λέξεις, όμως ήμουν τόσο αποχαυνωμένος από αυτά που συμβαίνανε  γύρω μου ώστε δεν είχα ησυχία, κοίταξα την μηχανή τα βαγόνια του τραίνου έγραφε  Santa Fe,   El Capitán  κι εγώ επιβάτης λες και ήταν το orient express που όμως δεν ήταν αλλά ένα τραίνο που με έφερνε στο Σικάγο.  Εκεί  αλλάξαμε σταθμό στο La sale station  κι από εκεί μας μετέφεραν σε άλλο τραίνο της New York Central όπου φθάσαμε στις 4 Απριλίου στο    Grand Central Station,της Νέας Υόρκης,   ήταν μέρα Τετάρτη, 4 Απριλίου 1951.     
Ήταν ένας χρόνος  όπου διαμόρφωσε κατά κάποιον τρόπο το ποιος είμαι σήμερα, (την τύχη μου)

Θυμούμαι την αθωότητα του τότε όχι μόνο την δική μου, μα και αυτών που άφησα πίσω στην Ελλάδα, αυτών που χάθηκαν, αυτών που βασιζόταν πάνω μου, αυτών που με κατευόδωσαν με τόση αγάπη, αυτών που   δεν ξαναείδα ποτέ, αυτών που γελάστηκαν στις προσδοκίες των.

Σήμερα ένα αιώνο γιατί μου θαμπώνει τα μάτια, σε μια ερώτηση που δεν υπάρχει απάντηση   

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης