Παραμονή
Χριστουγέννων, την περιμέναμε όπως, όπως να βγούμε στο χωριό να ψάλλουμε τα
κάλαντα, να πούμε: Αρχίζοντας πάντα με την κάπως ευγενή προσφώνηση.
Χτυπάγαμε
πόρτες
-Να τα πούμε;
-Όχι μας τάπαν
άλλοι.
-Βρε πότε
πρόλαβαν;
Έτσι με την
ψυχή στο στόμα τρέχαμε νάμαστε οι πρώτοι, .
(Καλήν εσπέρα άρχοντας κι αν είναι ο ορισμός σας Χριστού
την θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας. Χριστός γεννάτε σήμερα εν Βηθλεέμ τη
πόλη, οι ουρανοί αγάλλονται χαίρετε η
φύση όλη...)
Κι όταν τελειώναμε γυρίζαμε σπίτι με ότι μας
είχαν φιλέψει.
Με τι χαρά
μετράγαμε τις εισπράξεις μας, άσε που τις περισσότερες φορές μας έδιναν ένα
κέρασμα ένα γλυκό, δυο καρύδια, αμύγδαλα ή κάτι παρόμοιο…
Ανήμερα τα Χριστούγεννα μας σήκωσε χαράματα απ’ το κρεβάτι, η μάνα φύσηξε το κούτσουρο που είχε φυλάξει
στη χόβολη ν’ ανάψει φλόγα, άναψαν τα ξύλα ζέστανε νερό στην φωτιά και μας
έλουσε με σαπούνι πράσινο, μας μετέδωσε την αγάπη της, την στοργή της, την
πίστη της, μας έστειλε στην εκκλησία να κάνουμε χρυσό δόντι.
Σήμερα το Χριστουγεννιάτικο δένδρο γεμάτο
λαμπιόνια, το πνίγουν τα πακέτα με τα δώρα ο κάθε ένας μας κάνει δώρο στον
άλλον το τυλίγει προσεκτικά σε πολύχρωμα χαρτιά, του βάνει και κορδελάκι με φιόγκο, και τα στοιβάζει τόνα πάνω στ’ άλλο, μετά
αρχίζει το γλέντι απ’ την παραμονή την Άγια νύχτα που λένε τα μεσάνυχτα ή όταν
σταματήσουν να γλεντούν τρέχουν ξεθεωμένοι κι ανοίγουν τα δώρα, ο ντενεκές των
σκουπιδιών περιμένει δίπλα, πετούν τα περιτυλίγματα, τα κορδελάκια τους
φιόγκους, κρατούν τα δώρα και κάνουν
γκριμάτσες σύμφωνα με το αν τους άρεσαν τα δώρα ή όχι.
Από ευγένεια λένε
κι ευχαριστώ.
Πως άλλαξε ο
κόσμος αλλάξαν οι καιροί, άλλαξε η κοινωνία κι εμείς να επιμένουμε στα
παλιά!
Γαβριήλ
Παναγιωσούλης



















