Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Ο Έλληνας ναυτικός, στων λιμανιών το λυκόφως:


Προς τους φίλους αναγνώστες:
Επειδή αυτά που γράφω πολλές φορές δεν είναι ελληνικά θέματα, ούτε ελληνικές συνήθειες, αλλά ανθρώπινες κουλτούρες άλλων λαών που μέσα υπάρχει πάντα ο έλληνας σαν άτομο, ή ναυτικές θαλασσινές περιπέτειες που έχω ζήσει, δια ταύτα ζητώ την κατανόησή σας όταν διαβάζετε στα κείμενά μου διαφορετικές δοξολογίες, πιστεύω, ή ανθρώπινες μυθιστορίες που δεν έχουν κοινό σημείο, ούτε κοινό νόημα με τις ελληνικές συνήθειες-νοοτροπίες, που όμως υπάρχουν και ανήκουν σε διαφορετικές ανθρώπινες κουλτούρες. Η φωτογραφία καρναβάλι στο Veracruz, México.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ




Η τροπική ζέστη ήταν αφόρητη, στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο το σώμα του πατέρα ίδρωνε και μούσκευε το στρώμα. Τα παράθυρα είχαν μεταλλικές σήτες για να τον προστατεύουν από τα κουνούπια.
Ένας μικρός γλόμπος κρεμόταν απ’ το ταβάνι και χρωμάτιζε ακόμα πιο κίτρινη την ατμόσφαιρα.
Ο πατέρας ονειρευόταν, το βαπόρι είχε έρθει στο λιμάνι να τον πάρει κι αυτός αργούσε. Τα βήματά του κολλούσαν στη λάσπη, κάθε που σήκωνε το ένα πόδι το άλλο βούλιαζε πιο πολύ στους βάλτους. Λαχανιασμένος έτρεχε να προλάβει. Ο ιδρώτας κυλούσε απ’ το πρόσωπό του κι άφηνε στα χείλη του την αρμυρή του γεύση. Απ’ το βαπόρι ακούστηκε μια τελευταία σφυριξά, σα ρόγχο ετοιμοθάνατου, έλυσε κάβους και αναχώρησε απ’ το λιμάνι.
Το στήθος του πατέρα ανεβοκατέβαινε σα ξεφούσκωτη σαμπρέλα, η ανάσα του κοβόταν δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Τότε με φώναξε.
-Αχ! γιε μου δεν αισθάνομαι καλά, δεν με νοιάζει που θα πεθάνω, με πειράζει όμως ότι δεν πρόλαβα να κάνω αυτό που σας είχα υποσχεθεί, λοιπόν μη ξεχάσεις γιε μου να πας στην πατρίδα μου την Ελλάδα, θα βρεις τη μάνα μου και γιαγιά σου, τη λένε Ευανθία κι έχει το δικό σου επώνυμο μην της ζητήσεις τίποτα, μόνο να της πεις να σου δώσει το μερίδιο της περιουσίας μας, αυτό που μας ανήκει.
-Του το υποσχέθηκα σφίγγοντας του το χέρι. Το χέρι μου έμεινε έτσι κολλημένο ανάμεσα στα δάχτυλα του πατέρα που τώρα είχαν κοκαλιάσει απ’ τη σκιά του θανάτου.
Ο πατέρας ήταν ναυτικός είχε γυρίσει όλο τον κόσμο, τελικά τον κέρδισαν τα φιλιά μιας γυναίκας κι έτσι παντρεύτηκε τη μάνα μου, που πέθανε στη γέννα όταν με έφερνε στον κόσμο. Έτσι όταν γύρισε στο λιμάνι δεν βρήκε τη γυναίκα του αλλά εμένα μωρό που με είχε περιμαζέψει αδελφή της μάνας μου.
Τότε ο πατέρας έμεινε στη στεριά, παντρεύτηκε την θεια μου κι έτσι έγινε μητριά μου και θεια μου.
Τη μέρα που πέθανε ο πατέρας ο αέρας ερχόταν από τη θάλασσα, γέμισε με δροσιά το σπιτικό μας, μύριζε ψαρίλας και σάπια φύκια. Έμοιαζε σα να ήρθε να πάρει την ψυχή του να την μεταφέρει στο στοιχειό του, τη θάλασσα.
Βάλαμε κεριά γύρω απ’ το φέρετρο του και καρέκλες γι’ αυτούς που θα ερχόταν να τον δουν για τελευταία φορά.
Βαπόρι γνωστών δεν είχε στο λιμάνι, έτσι κανείς από τους φίλους του δεν ήρθε να τον δει. Οι καρέκλες έμειναν άδειες. Η θεια και μάνα μου έψαλλε το Άβε Μαρία… που είχε μάθει από μικρή.
-Καλύτερα έτσι, είπε η θεια, ο θάνατος δεν είναι γλέντι.
Οι εργάτες του κοιμητηρίου ήρθαν και τον πήραν τον έβαλαν στη μαύρη γη, η θεια μου τους πλήρωσε, όταν αυτοί έφυγαν γονατίσαμε και φιλήσαμε τη μαύρη γη εκεί όπου κειτόταν η κεφαλή του πατέρα, του παγκόσμιου έλληνα. Βάλαμε και μια πέτρα σα προσκεφάλι και γύρω, γύρω στον τάφο πετραδάκια μικρά σα να πλέκαμε νταντέλα.
-Τώρα θεια και μάνα της είπε πρέπει να βρω βαπόρι να φύγω, θα κάνω ότι υποσχέθηκα στον πατέρα να δω τη γη που γεννήθηκε που με τόση αγάπη και νοσταλγία μας έλεγε, να ξανα-ζήσω τις αναμνήσεις του με τα δικά του μάτια, που τώρα όμως είναι δικά μου.
Με τη Μάρθα την κόρη του Πάκου αγαπιόμαστε, ήθελα να την παντρευτώ, είχα μάλιστα νοικιάσει διαμέρισμα κι ετοιμάσει όλα όταν αυτή μου είπε δεν μπορώ ν’ αφήσω τον πατέρα μου μόνο του, θα πεθάνει.
-Περίμενε ακόμα λιγάκι μόλις πεθάνει θα παντρευτούμε.
-Ξέρεις, της είπα θα φύγω ναυτικός.
-Όχι, γιατί να φύγεις; τις σου λείπει;
-Θα πρέπει να εκπληρώσω μια υπόσχεση που έδωσα στον πατέρα μου.
-Θα σε περιμένω να γυρίσεις, και θα παντρευτούμε έστω κι ας μην έχει πεθάνει ο πατέρας μου…

Μέχρι να βρω βαπόρι έμενα με τη Σόιλα η οποία είχε έρθει στο λιμάνι ζητώντας δουλειά, σε δωμάτιο ιδιοκτησία της θειας μου που πλήρωνα εγώ.
Όταν ήρθε στο λιμάνι το καράβι του καπετάν Γιάννη φίλου του πατέρα μου πήγα να τον συναντήσω, μου υποσχέθηκε να με πάρει μαζί του, θα με βοηθούσε ν’ αλλάξω βαπόρι στη Νέα Ορλεάνη κι έτσι να φτάσω στην Ελλάδα.

Της Σόιλας της άρεσε ο αμερικάνος. Τον πλησίασε καθώς έπινε στο σκαμπό του μπαρ.
-Τι πίνεις;
-Ρούμι με κόκα κόλα.
-Αν θες από αύριο μπορούμε να κάνουμε παρέα, φεύγει ο έλληνας φίλος μου, μπαρκάρει σε βαπόρι. Να με περιμένεις στη γωνία του κινηματογράφου αύριο βράδυ στις οκτώ.
Και χωρίς να περιμένει απάντηση έτρεξε κι αγκάλιασε τον έλληνα φίλο της, που μαζί με παρέα ελλήνων ναυτικών έπιναν στην αυλή ακούγοντας μουσική.

Ο αμερικάνος έφθασε πρώτος στο ραντεβού, σε λιγάκι φάνηκε και η Σόιλα, τον έπιασε από το χέρι και περπατούσαν στις άκρες του δρόμου προσέχοντας να μην γλιστρήσουν στα παράλληλα χαντάκια.
-Έχω σιχαθεί αυτούς τους ναυτικούς, όλοι με κοιτάνε στα μάτια ελπίζοντας να πάω μαζί τους από αγάπη. Θεέ μου τι αμόρφωτοι, ενώ εσύ διαφέρεις από αυτούς, είσαι ευγενικός με καλούς τρόπους και το σπουδαιότερο δεν είσαι ναυτικός. Τα προσχεδιασμένα βήματα της Σόιλας τους έφεραν στην είσοδο της Πανσιόν, αυτή τον τράβηξε μέσα, θέλεις να φύγουμε ή να νοικιάσουμε δωμάτιο;
Αυτός δεν απάντησε, άφησε να τον οδηγεί εκείνη. Όταν ξημέρωσε παρήγγειλαν φαγητό στο δωμάτιο κι έκατσαν ακόμα μια μέρα.
Όταν έφυγαν τον ρώτησε, θα με πάρεις μαζί σου στην Αμερική;
-Μα εσύ τα έχεις με τον έλληνα,
-Ω, αυτός είναι για να περνά η ώρα.
-Να σου πω την αλήθεια δεν το έχω σκεφτεί ποτέ μου, είμαι εργένης και δεν μου αρέσουν οι υποχρεώσεις, αλλά θα το σκεφτώ και θα σου απαντήσω.
Γύρισαν στο μπαρ, η θεια έβαλε τις φωνές.
-Που ήσουν τόσες μέρες, ξέρεις τώρα που έφυγε ο έλληνας φίλος σου αν θες να μείνεις θα πρέπει να μου πληρώνεις το δωμάτιο, αν θες δουλειά μπορώ να σου δώσω να σερβίρεις ναυτικούς.
-Καλά, θα μείνω προσωρινά μέχρι να δω τι θα κάνω.
-Τότε πλήρωσέ μου το δωμάτιο.
-Δώσε μου καιρό μέχρι το βράδυ να βρω λεφτά.
Περίμενε τον αμερικάνο στο πόστο της, όταν τον είδε άρχισε να κλαίει.
-Λεφτά να σου δώσω δεν έχω, γι’ αυτό ζω μόνος μου, έχω προπληρώσει και το εισιτήριο της επιστροφής για Μαϊάμι για να είμαι σίγουρος.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του, ένοιωσε κάτι τσιγάρα λιωμένα, ανάμεσα στον σκορπισμένο ταμπάκο βρήκε μια φούχτα κέρματα. Της έπιασε το δεξί χέρι, άνοιξε την παλάμη και την γέμισε κέρματα που βρωμούσαν αποτσίγαρα.
-Δοκίμασε να ζήσεις χωρίς εμένα, της είπε.
Την άλλη μέρα η Σόιλα δέχθηκε δουλειά στο μπαρ, να σερβίρει ναυτικούς...

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Σάββατο 17 Μαΐου 2008

ΟΣΑ ΔΕΝ ΣΒΥΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Κατοχή, Μια τυπική μέρα στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλληνίας:
Στο χωριό μαθεύτηκε το χαρμόσυνο γεγονός, η Πυλαρινή βάρκα αυτή που έτρεμε στο πέλαγος από τον πυρετό της ελονοσίας, κι έκανε κρυφά ταξίδια στη μεγάλη στεριά, είχε γυρίσει στο λιμάνι της Πυλάρου απ’ το Ξηρόμερο, Νιοχώρι, Κατοχή, γεμάτη καλαμπόκι και αλάτι Ο πατέρας φώναξε τον Μίκη.
-Να, πάρε τούτο το πακέτο και πήγαινέ το στο τάδε σπίτι, αυτοί ξέρουν, τους έχω μιλήσει.-
Ο Μίκης με το φακότο στον ώμο σταμάτησε εκεί σε μια γωνιά στο αυλάκι κι άνοιξε το πακέτο. Μέσα ήταν ένα ύφασμα μπλε σεβιότ αυτό που προόριζε να κάνει κουστούμι ο πατέρας. Στάθηκε στο μονοπάτι που έφερνε στο σπίτι και από μακριά φώναξε γιατί ο σκύλος ούρλιαζε σαν λυσσασμένος. Άνοιξαν το πράσινο στρογγυλό πορτόνι της αυλής, πήραν το φακότο και πήγαν μέσα, του είπαν να περιμένει, εξέτασαν το ύφασμα με προσοχή, μετά απ’ τη θράκα της φωτιάς άναψαν ένα ριγανόξυλο στη φλόγα του έκαψαν μια–δυο κλωστές του υφάσματος, για να δουν μήπως ήταν ξύλινο. Ικανοποιημένοι είπαν. Άντε φύγε τώρα πες του πατέρα σου να έρθει αύριο να πάρει το καλαμπόκι. 30 λίτρες και μια φούχτα αλάτι χοντρό. Με αυτό τον τρόπο άδειασαν τα συρτάρια του κομμού, από πετσέτες, σεντόνια κι από όλα τα πράγματα που είχε φέρει απ’ το εξωτερικό. Η μάνα σε μια γωνιά έκλαιγε για την κατάντια, για την αγοροπωλησία αλλά το φάσμα της πείνας είχε προτεραιότητα. Έτριψε το αλάτι πάνω στο τραπέζι με μια μπουκάλα άσπρη της μιας πίντας και καρτεζί, το καλαμπόκι αλέστηκε στον ανεμόμυλο η πουλέντα ξαναήρθε στην παδέλα, η μπομπότα στην τσερέπα. Τ’ όνειρο όμως παρέμεινε όνειρο, πότε θα ερχόταν μια μέρα που θα έτρωγαν πουλέντα από αλεύρι σταρένιο, αυτό με τα καφέ χρώματος πίτουρα, αυτό που φάνταζε στο μυαλό τους σαν θεϊκή αμβροσία, αυτήν που έτρωγαν οι Θεοί του Ολύμπου...
Μ’ ένα χιλιοκτυπημένο εμαγιέ πικιόνι στο χέρι ο Μίκης πήγαινε στο σπίτι του διπλανού χωριού σε μια οικογένεια που είχε λίγα προβατάκια να του το γεμίσουν τυρόγαλο, το είχαν υποσχεθεί. Ήταν ένα κιτρινωπό υγρό που μόλις του το έδιναν το έφερνε στα χείλη του και έπινε σχεδόν το μισό έτσι όπως ήταν χλιαρό.
Στο γυρισμό συνάντησε στο δρόμο τη γυναίκα με το μαύρο τσεμπέρι τυλιγμένο στο κεφάλι που εξακολουθούσε να γράφει με κάρβουνο τους φανταστικούς εχθρούς της, σε τοίχους και χαλέπεδα. Τον πλησίασε και του μίλησε φιλικά, -είναι εχθροί μου, παιδί μου, γράφω τα ονόματά τους για να το μάθει όλος ο κόσμος. Έλα αργότερα απ’ το σπίτι, έχω μαμαλίγκα.
Ο Μίκης δεν απάντησε, αλλά συνέχισε το δρόμο του.
Άφησε το πικιόνι στο τραπέζι, η μάνα κοίταξε το τυρόγαλο και ψιθύρισε.
«Μα δεν το γέμιζαν τουλάχιστον οι Χριστιανοί.»
Βγήκε μόνος στο χωματένιο δρόμο να τρέξει στεφάνι, αυτό που ήταν από βαρέλι τυριού. Εκεί είδε τον θείο του τον μελισσοκόμο που άνοιγε το πορτόνι της αυλής του. Κοιτάχτηκαν και οι δυο σα συνωμότες, γύρισαν το κεφάλι δεξιά, αριστερά μήπως τους βλέπει κανένα μάτι κι αφού βεβαιώθηκαν τον φώναξε κοντά του μέσα στην κουζίνα και τον ρώτησε αν πεινά. Του έκοψε μια φέτα κριθαρένιο ψωμί από ταψί τσερέπας, ο Μίκης το έφαγε κρυφά επί τόπου και μετά πήγε στο πίσω μέρος του σπιτιού όπου υπήρχε ένας σίκλος με διάλυση σουμπλιμέ και βούτηξε τα χέρια του να τα απολυμάνει, να μην κολλήσει χτικιό, μια και είχε πιάσει τη φέτα ψωμί που του έδωσε ο άρρωστος θείος του ο μελισσοκόμος. Η φωνή της μάνας ακούστηκε, ελάτε για φαγητό. Το βραδινό φαγητό στο σπίτι μπομπότα κάπως ξερή τηγανητή και μια κούπα λαχανόζουμο με λάδι, έφαγαν, έσβησαν το φως του λύχνου και πήγαν για ύπνο.
Άλλη μια μέρα πέρασε, για αύριο έχει ο Θεός είπε η Μάνα κι έκανε το σταυρό της…

Κεφαλλονίτικο λεξιλόγιο:
Φακότο= μικρό σακί
Πίντα= αγγλικό μέτρο υγρού, αντιστοιχεί σε 0.568 λίτρου, τα Επτάνησα είχαν αγγλικά μέτρα και σταθμά.
Παδέλα= κατσαρόλα πήλινη
Καρτεζί = τέταρτο
Πουλέντα= κουρκούτι
Πικιόνι= κύπελλο
Τσερέπα =φουρνάκι από πηλό και μαλλί γίδας,
Πορτόνι = πόρτα αυλής
Σίκλος= κουβάς


Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη



Τρίτη 13 Μαΐου 2008

Από Έλληνα σε Έλληνα, Εξωτικές Περιπέτειες:

Αυτοκίνητο ήρθε στην πόλη του λιμανιού, Puerto Barrios Guatemala, ο Έλληνας οδηγούσε, στη θέση συνοδηγού καθόταν η γυναίκα του, μια καλλονή από την Ονδούρα στο πίσω κάθισμα ένας πιο ηλικιωμένος Έλληνας, το δε πορτμπαγκάζ γεμάτο λαχανικά τομάτες φρούτα κλπ… έφτασαν μέχρι την πιάτσα των ταξί και ρώτησαν:
-Βρε παιδιά, υπάρχει κανένας Έλληνας στην πόλη;
-Ναι του είπαν υπάρχει ένας, έτσι με έκπληξη είδα να μπαίνει στην αυλή μου ένα αυτοκίνητο με τους 3 παράξενους επιβάτες.
Μετά από τις πατριωτικές χαιρετούρες και γλωσσικές κορώνες ήρθαν στο ψητό:
Θα σου χαρίσουμε το αυτοκίνητο, θα σου δώσουμε τα κλειδιά του σπιτιού μας στο Τεκουλουτάν (μια εύφορη αγροτική πόλη 200 χιλιόμετρα μακριά) να πας να πάρεις ότι θέλεις από μέσα, μόνο να μας κάνεις μια χάρη, θέλουμε να φύγουμε απ’ το κράτος κρυφά, να περάσουμε τα σύνορα και να πάμε στο Μεξικό. Αν μας βοηθήσεις ή αν ξέρεις κάποιον είναι όλα δικά σου.
-Έχω φίλο τον Ντον Κάρλο, υπεύθυνο εισόδου εξόδου επιβατών στο λιμάνι, αυτός θα σας δώσει βίζα εξόδου από το κράτος.
Του μίλησα, φοβήθηκε, δεν γίνεται τίποτα μου λέει πρέπει να γεμίσουν μια αίτηση να την στείλω στο υπουργείο κλπ…
-Σκέφτηκα μια άλλη λύση, ξέρω και μερικούς ψαράδες τους είπα, κατηφόρισα προς τους έγχρωμους αυτούς που είχε φέρει κάποτε η αμερικανική εταιρία μπανανών για εργάτες στις φυτείες της από τα Τζαμάικα. Η γλώσσα τους αγγλικά, ζούσαν και από το ψάρεμα.
Μα βεβαίως μπορούμε να τους περάσουμε νύχτα όχι στο Μεξικό αλλά στο Belize κι από εκεί θα βρουν άλλο τρόπο.
Συμφώνησαν την τιμή, πράγματι κατά τις 3 ώρα λίγο πριν χαράξει μπήκαν στο ταξί μου και τους μετέφερα σε καθορισμένο σημείο όπου μας περίμεναν, προηγουμένως η γυναίκα του, μου έκανε πωλητήριο του αυτοκινήτου, μου έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού της, και με παρότρυνε να πάω με φορτηγό να το αδειάσω κλπ… Αφού μπήκαν στη βάρκα ο ένας Έλληνας φωνάζει σταματάτε, εγώ δεν φεύγω, άλλαξα γνώμη, να με πας στο σταθμό λεωφορείων. Τον πήγα στο σταθμό αλλά δεν μου άρεσε η κίνησή του.
Όπως μου εξήγησαν είχαν φυτείες τομάτες με εξαγωγή στο Μαϊάμι, όλα τα φορτία τα επέστρεψαν οι αμερικάνοι λόγω του ότι βρήκαν μια αρρώστια στις τομάτες.
Σκέτη καταστροφή, χρεώσταγε σε μεγάλους οίκους της πρωτεύουσας πολλά λεφτά.
Πράγματι άφησα τον Έλληνα στον σταθμό, πήγα σπίτι μου έβγαλα τις πινακίδες του αυτοκινήτου και το παρκάρισα στην αυλή, σα να λέμε το παρόπλισα περιμένοντας να δω τι θα γίνει. Ο Έλληνας έτρεξε αμέσως στην πρωτεύουσα και πρόδωσε τον φίλο του περιμένοντας μια κάποια αμοιβή. Αυτοί δε, πήραν φορτηγά αυτοκίνητα και του κατάσχεσαν ότι είχε και δεν είχε στο σπίτι, εγώ δεν κουνήθηκα. Έμεινα στη θέση μου με το αυτοκίνητο το οποίο αργότερα το έκανα δεύτερο ταξί.
Εν τω μεταξύ αυτός ο Έλληνας χάθηκε από την πιάτσα, δεν είχε δώσει σημεία ζωής πουθενά. Έτσι απότομα λαμβάνουν οι Έλληνες της πόλης της Γουατεμάλας μια έκκληση βοήθειας από κάποιον Έλληνα που ήταν φυλακή στο Ελ Σαλβαδόρ.
Τι είχε συμβεί;
Το κράτος αυτό το Ελ Σαλβαδόρ είχε ένα νόμο όποιος καταδώσει λαθρεμπόριο παίρνει τα μισά (σε χρήμα) παραμονεύοντας λοιπόν ανθρώπους στο λιμάνι που έκαναν λαθρεμπόριο ουίσκι και τσιγάρα, όταν τα φόρτωσαν σε φορτηγό αυτοκίνητο, πάει και φωνάζει την αστυνομία, σύμφωνα με το νόμο δικαιούταν τα μισά.
Οι λαθρέμποροι πιο έξυπνοι από αυτόν συνεννοήθηκαν με τους αστυνομικούς, είπαν ότι το λαθρεμπόριο ήταν του Έλληνα, αυτός κατέληξε φυλακή, και αυτοί ελεύθεροι έστω και με τη μισή πραμάτεια.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Αναμνήσεις, ένεκα του κυκλώνα στην Μυανμάρ:


Ήμουν πλήρωμα μ’ ένα βαπόρι σάπιο από μηχανές, όπου φορτώναμε ρύζι στο Κολόμπο Κεϋλάνης σημερινή Sri Lanca με προορισμό Bassein, Burma, σημερινή Μυανμάρ

Για να φθάσουμε στο λιμάνι του προορισμού μας Bassein ταξιδεύαμε στον Ινδικό ωκεανό, κόλπο της Βεγγάλης και αρκετά μίλια σε ποτάμι.
Αγκυροβολήσαμε στη μέση του ποταμού, απέναντι από τη πόλη κι αμέσως έπεσαν δίπλα μας φορτηγίδες να ξεφορτώσουν το ρύζι. Η δε συγκοινωνία με τη στεριά γινόταν με κάτι στενόμακρες βάρκες σα μονόξυλα όπου στην πρύμη βάραγε κουπί στριφτό ένα μόνο άτομο με ένα τριγωνικό ψάθινο καπέλο. Οι βάρκες περνούσαν δίπλα μας γεμάτες κόσμο οι δε γυναίκες καθιστές δεξιά κι αριστερά είχαν πολύχρωμες ανοιχτές ομπρέλες.
Χαζεύοντας στο κατάστρωμα, τα πλοιάρια αυτά και ξέροντας πόσο δύσκολο είναι να πατήσεις στεριά, με συνέφερε η φωνή του πλοιάρχου.
-Για έλα επάνω που σε θέλω, θα πρέπει να διευκρινίσω ότι ο πλοίαρχος (ήταν της ακτοπλοΐας) ένα καλό γεροντάκι από το νησί Σάμο δεν τα πήγαινε καλά με τις ξένες γλώσσες.
Η θέση μου στο βαπόρι Chief Steward,

-Θα πας, μου λέει έξω στην πόλη, θα βρεις τον πράκτορα να του πεις να μας φέρει την αστυνομία και να έρθει κι αυτός μαζί. Τη νύχτα μας έκλεψαν τα σχοινιά αυτά που κατεβαίνουν εν ώρα κινδύνου οι σωσίβιες λέμβοι. (μπαρούμες).
Εντάξει, του λέω, η βραχνή σφυρίχτρα του βαποριού ξέρασε ατμό, μας διπλάρωσε μια από αυτές τις σχεδίες μπήκα μέσα μ’ έβγαλε στο λιμάνι εκεί κοντά ήταν και το πρακτορείο. Του ανέφερα όλη την ιστορία, ο άνθρωπος εξεπλάγην.
-Άκουσε, θα σας δώσω μια συμβουλή, μην αναφέρεται τίποτα στην αστυνομία, μην πείτε τίποτα, αλλά αγοράσετε καινούργια σχοινιά. Η κατάσταση εδώ δεν επιτρέπει τέτοιες κινήσεις.
Καλά, του είπα κι έφυγα, επί τη ευκαιρία μια και είχα πατήσει στεριά δεν μπορούσα να μην επισκεφθώ και τις παγόδες οι οποίες φάνταζαν από μακριά μ’ ένα χρυσοκίτρινο χρώμα, από τις οποίες ήταν γεμάτη η πόλη, έβγαλα λοιπόν τα παπούτσια μου απ’ έξω και μπήκα, τεράστια κωνικά κυλινδρικά κτήρια με αγάλματα, μα και με τάματα τα περισσότερα γυναικείες πλεξούδες.
Αφού έδωσα τα δέοντα στο άγαλμα του Βούδα που σταυροπόδι είχε ένα πιάτο ρύζι μπροστά του, είπα να γυρίσω και τον κύλινδρο των πιστών αλλά φοβήθηκα βγήκα και κατηφόρισα προς την αποβάθρα. Στο δρόμο συνάντησα κι έναν κινηματογράφο, μόνο έργα από Ινδίες ή τη Σοβιετική Ένωση επιτρέπονται, μου είπε ένας που κοίταζε μαζί μου τις διαφημίσεις.
Μια σκηνή από τη Βιρμανία σημερινή Μυανμάρ ο τότε πρόεδρός της λεγόταν U NU
Φωτογραφίες του ήταν σε κάθε γωνιά, αυτά σας τα γράφω σήμερα επί τη ευκαιρία του κυκλώνα που σάρωσε τα πάντα σε αυτή τη χώρα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Σε κάθε τόπο της Λατινικής Αμερικής, υπάρχει κι από ένα αναμνηστικό λουλούδι


Σε κάθε τόπο της Λατινικής Αμερικής φύετε κι από ένα αναμνηστικό λουλούδι που το άρωμά του ζωογονεί μέχρι σήμερα, όπως λέει και το τραγούδι, = Dos Gardenias para ti.. .


Niquero, Cuba


Η ευλογία του παπά,


…Μπήκαμε με ευλάβεια στην εκκλησία, βρέξαμε τα δάχτυλά μας σε μια γούρνα με νερό, που ήταν στα δεξιά μας, κάναμε το σημείο του σταυρού, προχωρήσαμε και καθίσαμε στα στασίδια, στο τέλος της λειτουργίας το κορίτσι μου, (πιτσιρίκοι και οι δυο μας) κόρη του διευθυντή των εργατών του λιμανιού περήφανη για τη γνωριμία της, θέλησε να με συστήσει στην άρχουσα τάξη της πολιτειούλας αρχίζοντας από τον εφημέριο.
Ω! μα αυτός είναι σχισματικός, ξεφώνησε ο ιερέας.
Η σκηνή σε ένα μικρό λιμάνι της Νότιας Κούβας το Νικέρο πριν πολλά, πολλά χρόνια.
Η Αμαλία πάγωσε, με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε να μάθει, τι αρρώστια είναι αυτή…



Barraquilla, Colombia,


Ο νόμος του Δυνατότερου:

Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Γαβριέλ Γκαρσία Μάρκεζ «Ζω για να Διηγούμαι» σελίδα 396 μου έφερε στην μνήμη το μπαρ-καμπαρέ Γάτο Νέγρο, ένα μπαρ με αυλή και κληματαριά από αναρριχόμενα λουλούδια, αλά Ελλάδα με τις κληματαριές της, στην Μπαρανκίγια Κολομβία δεκαετία του 1950. Όπως αυτός γράφει ότι παρατηρούσε τους Σκανδιναβούς ναυτικούς να έχουν περικυκλώσει ένα μαύρο γυναικείο κορμί, να κάνουν ουρά μπροστά του για να απολαύσουν αυτό το αλλόχρωμο εξωτικό κορμί. Εγώ με παρέα άλλους ναυτικούς, φωνάξαμε στο τραπέζι μας την ποιο όμορφη κοπέλα μια ψηλή άσπρη με μακριά μαύρα μαλλιά, μια καλλονή, για να χορέψουμε, να πιούμε να γλεντήσουμε, τότε ήταν μάλιστα της μόδας ο χορός Merecumbé με το τραγούδι Río Manzanares déjame pasar… υπολογίζαμε, σκεφτόμαστε ευχαριστημένοι είχαμε στην παρέα την πιο όμορφη κοπέλα, έως που έκανε την εμφάνισή του κάποιος ντόπιος τύπος, ας πούμε σαν τον Γαβριέλ ο οποίος με ένα του νόημα την τράβηξε προς το μέρος του, μας στέρησε την παρέα της, όχι μόνο αυτό αλλά χάσαμε και τα ποτά που την είχαμε κεράσει. Από τότε δεν ξαναπάτησα στο Γάτο Νέγρο. Ήταν μια πόλη όπου από κάθε γωνία ξεφύτρωναν παιδάκια με επισκεπτήρια οίκου μόδας ή ραπτικής με εντυπωσιακά γυναικεία ονόματα και μας παρακαλούσαν -εφόσον πρώτα μας έκοβαν ότι είμαστε ξένοι ναυτικοί- να τα επισκεφτούμε, όπου θα μας περίμεναν ουρί του παραδείσου σε μια διαφορετική σπιτική ατμόσφαιρα…
Μια πόλη χτισμένη στις όχθες του ποταμού Magdalena, με τα καφετιά βρώμικα νερά του, όπου το στόμιο του ποταμού ήταν ρηχό και είχε το παράξενο όνομα (στόμια στάχτης) bocas de ceniza.



Puerto Barrios Guatemala,


Τα τυχερά:

Η Χουανίτα ήθελε ταξί, από καιρό έψαχνε να βρει κάποιον να της γουστάρει, να του λέει τα μυστικά της, να την συστήνει σε ναυτικούς, αυτοί που είχαν το χρήμα.
-Σε θέλω με την ώρα μου είπε, πήγαινέ με στο Mi Ranchito, ένα παραθαλάσσιο κέντρο με ορχήστρα και χορό. Έλα μαζί μου να σε κεράσω.
Καθίσαμε, παράγγειλε δυο κρύες μπύρες.
-«Πλήρωσέ με να φύγω» είπα:

-«Όχι δεν σε αφήνω να φύγεις, εγώ εσένα θέλω, θα σου πληρώνω το ταξί με την ώρα και θα σου μιλώ, θέλω να με ακούσεις, θέλω να γίνουμε φίλοι, πόσα;»
«Την κοίταξα χωρίς να μιλώ.»
Μετά σα να μετάνιωσε, μου έπιασε το χέρι, μια σταγόνα υγρού έσταξε πάνω, νόμισα ότι ήταν ανθρώπινο δάκρυ αλλά μπορεί να ήταν και ιδρώτας και τα δυο έχουν την ίδια γεύση. Πέταξε στο τραπέζι ένα μάτσο χαρτονομίσματα, φώναξε το γκαρσόν -ένα γύρω ακόμα,’ έβαλα τα χρήματα στην τσέπη μου, ήπια τη μπύρα μου στα γρήγορα μια και η ζέστη ήταν αφόρητη, βγήκα έξω κι εξαφανίστηκα. Η ορχήστρα έπαιζε ένα απαλό μπολερό, για ερωτευμένους, μόνο που δεν ήταν η σειρά μου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Μια διαφορετική κοσμογονία...

Ψάχνοντας διάφορα παλαιά βιβλία μου κίνησε την περιέργεια οι μύθοι για την δημιουργία του κόσμου (κοσμογονία) των αυτοχθόνων κατοίκων της μέσο- Αμερικής των Μάγια της φυλής Quiché Κιτσέ η οποία ζει στα υψόμετρα της οροσειράς Sierra Madre της Γουατεμάλας. Έχοντας λοιπόν ζήσει κι εγώ αρκετά χρόνια σε αυτό το κράτος κι αναμιχθεί με το λαό αυτόν αντιγράφω σε περίληψη προσπαθώντας να βρω ομοιότητες με τις δικές μας παραδόσεις. Είναι ένα βιβλίο με 192 σελίδες, λέγετε μάλιστα το ιερό βιβλίο Popol Vuh των Μaya-Quiché .
Διερωτώμαι τι να μας θυμίζει, τον απαγορευμένο καρπό της Παλαιάς Διαθήκης; Την παρθένο- γέννηση; τη θυσία της Ιφιγένειας;


Περίληψη:
Ο μοναχός Francisco Ximenez , Φρανσίσκο Χιμένεζ του τάγματος του Santo Domingo Αγίου Δομινίκου ο οποίος είχε φτάσει στη Γουατεμάλα προερχόμενος από την Ισπανία τo 1688 μαζί με μια βαποριά θρησκευόμενων ιερωμένων, του ανέθεσαν την ενορία του Αγίου Θωμά Chuilá, το σημερινό Chichicastenango Τσιτσικαστενάνγκο, όπου οι ιθαγενείς κάτοικοί του, Quiché διατηρούνε μέχρι σήμερα τις παραδόσεις της φυλής τους.
………………………
Ο μοναχός Χιμένεζ κατόρθωσε και τους ενέπνευσε εμπιστοσύνη, στις αρχές του 18ου αιώνα του εκμυστηρεύθηκαν ότι υπήρχαν χειρόγραφα που γράφτηκαν σε φλούδα του δένδρου amate λίγα χρόνια μετά από την κατάληψή τους από τους ισπανούς ίσως το 1544 στην Γλώσσα Quiché = Κιτσέ με τη βοήθεια του Ισπανικού αλφαβήτου.
……………
Ο συγγραφέας είναι άγνωστος τα χειρόγραφα γράφτηκαν από αφηγήσεις όπου αφηγούνται από στόμα σε στόμα, ότι κάποτε υπήρχε ένα ιερό βιβλίο των Μάγια Κιτσέ το Popol Vuh Ποπόλ Βου όπου εξιστορούσε τη δημιουργία του κόσμου.
Ο μοναχός έμαθε τη γλώσσα των Ιθαγενών κατάλαβε την αξία των χειρογράφων, tα έγραψε σε βιβλίο και παράλληλα τη μετάφραση στα Καστελλιάνικα- Ισπανικά.
Το πρωτότυπο χειρόγραφο βρίσκεται στην βιβλιοθήκη του Newberry, Chicago USA
……………
…αφού έκοψαν το κεφάλι του Ουάν-Ουναπού (αιχμάλωτος άλλης φυλής που είχε χάσει ένα παιχνίδι μπάλας) οι κύριοι του κάτω κόσμου ’Άδη’ οι Xibalbá Kxιμπαλμπά το κρέμασαν σε ένα δένδρο το οποίο άρχισε να δίνει καρπούς τα καλύτερα φρούτα του έμοιαζαν με κολοκύθες, έβγαλαν διαταγή κανένας να μην πλησιάσει το δένδρο, ούτε να κόψει τα φρούτα.
Το άκουσε και η κόρη του Cuchumaquic Κουτσουμαkίκ η δεσποινίς Ixquic, Ικxκίκ η περιέργειά της την έκανε να πάει κάτω απ’ το δένδρο.
Τι θαυμάσια φρούτα, άραγε αν κόψω ένα τι μπορώ να πάθω; Να πεθάνω;
Τότε της μίλησε η νεκροκεφαλή, που ήταν ντυμένη σα κολοκύθα.
-Τι θέλεις τι ζητάς, όλα τα φρούτα είναι από μέσα νεκροκεφαλές, θέλεις να έχεις περιπέτειες;
-Ναι,
-Τότε άνοιξε την παλάμη του δεξιού σου χεριού.
-Εντάξει, απάντησε η κόρη.
Την ίδια στιγμή η νεκροκεφαλή κολοκύθα έφτυσε στο χέρι της κόρης και μια φωνή της είπε:
-Από αυτή τη στιγμή μένεις έγκυος, φέρνεις στα σπλάχνα σου τους κληρονόμους μου.
Αλλά μην φοβάσαι δεν θα πάθεις τίποτε, ότι έγινε είναι γιατί το διέταξαν οι τρεις καρδιές του ουρανού η πρώτη Huracán, η δεύτερη Chips-Caculhá, και η Τρίτη Raja-Caculhá, κλπ.
-Είναι θεία θέληση απ’ το σώμα σου να γεννηθούν τα αδέλφια ημίθεοι Hunahpú και Ixbalanqué Ουναπού και Ικxμπαλανκέ
……..………
Η κόρη γύρισε σπίτι της, δεν είπε σε κανένα τίποτε, μετά από έξη μήνες η κοιλιά της έδειχνε φουσκωμένη, ο πατέρας της τής λέει με ποιον πήγες, ποιανού είναι το παιδί;
-Πατέρα δεν πήγα με άνδρα, είμαι παρθένα,
-Ψέματα μου λες, άρα είσαι πόρνη.
Ο πατέρας είπε στους άρχοντες:
-Η κόρη μου είναι έγκυος με ατίμασε, με ντρόπιασε.
-Αυτό είναι προσβολή πρέπει να πεθάνει.
Ο πατέρας φώναξε τέσσαρες μπούφους αγγελιοφόρους τους έδωσε ένα δοχείο σε σχήμα καρδιάς, ένα πέτρινο μαχαίρι, τους παρέδωσαν την κόρη του να την σφάξουν και να φέρουν την καρδιά της να την ψήσουν οι άρχοντες στη φωτιά όπως ήταν η συνήθεια για τις ανθρωποθυσίες των Μάγια.
Πράγματι την κατέβασαν στον κάτω κόσμο, εκεί αυτή κατάφερε να τους σαγηνέψει, τους παρότρυνε να κόψουν την φλούδα ενός δένδρου όπου ο χυμός του ήταν κόκκινος σαν αίμα, croton sanguifιlus και είχε την ιδιότητα να πήζει, με αυτό να γεμίσουν το δοχείο και να το παραέδωσαν στους άρχοντες, έτσι κι έγινε η κόρη νίκησε το βασίλειο του Άδη και όταν γύρισε διωγμένη από την γιαγιά της περιπλανώμενη στο βουνό έφερε στον κόσμο μόνη της τα δυο παιδιά της…
Από το βιβλίο Popol Vuh versión Adrián Recinos Editorial Concepto, S.A. México 13 D.F.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη Απρίλιος 2008

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

Εκπληκτικό Περιηγητικό και τόσο κοντά μας!



Έτσι χωρίς να το έχω προγραμματίσει με παρέα από φίλους προ μερικών ετών και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 2000 βρέθηκα περιηγητής -τουρίστας στη νότιο Αλβανία. Κάτω από την προστασία της UNESCO υπάρχει ένας αρχαιολογικός χώρος μισής ώρας απόστασης από τους Αγίους Σαράντα με ταξί.
Το όνομά του Βουθρωτό (Butrint) (Μια ξεχασμένη πόλη) λένε ότι πρωτοκατοικήθηκε από Έλληνες Κορίνθιους που πέρασαν απέναντι από την Κέρκυρα τον 7 αιώνα π.Χ. μια πόλη με 10.000 κατοίκους, οι Ρωμαίοι την κατέστρεψαν και ξαναχτίστηκε πάλι τον 2 αιώνα π.χ. ένας αρχαίος Ελληνικός χώρος, ένας Μεσογειακός μικρόκοσμος, από τους αρχαίους Έλληνες, Ρωμαίους Βυζαντινούς, ως τους Ενετούς.
Μετά από αλλεπάλληλες επιδρομές και φυσικές καταστροφές η πόλη εγκαταλείφθηκε κατά τον 14 αιώνα.

Ο Βιργίλιο μάλιστα πίστευε ότι ήταν η νέα Τροία συνδέοντας το χτίσιμό της με τον Αινεία, επίσης ο γιος του Πρίαμου Helenus και η Ανδρομάχη έφθασαν εκεί κυνηγημένοι από τους Έλληνες κι έχτισαν το Βουθρωτό, τη νέα Τροία. Ο Πλούταρχος μας ξαναλέγει για τον μύθο ότι ο Παν πράγματι πέθανε εδώ.
Έχει 3000 χρόνια ιστορίας που άφησε τα ίχνη της ώστε ο σημερινός επισκέπτης να περιπλανιέται ανάμεσα στα ερείπια και μνημεία διάφορων πολιτισμών. Ομολογώ ότι μου προξένησε έκπληξη η ξεναγός διερμηνέας της UNESCO ένα νεαρό κορίτσι -το οποίο βλέπετε στην φωτογραφία- για το πόσο κατατοπισμένη ήταν στο να μου εξηγήσει όλες μου τις ερωτήσεις, ακόμα και τις ιδιοτροπίες μου.
Μου έδειξε τα τείχη τη διαφορά των ελληνικών τειχών από τα ρωμαϊκά οι ρωμαίοι είχαν εφεύρει το μπετόν ενώ οι έλληνες όταν έχτιζαν τα αγκωνάρια στις γωνίες τα έκαναν κλειδωμένα σα δαγκάνες κλπ… η περιήγησή μου δεν είχε τέλος, οι Βυζαντινοί είχαν δημιουργήσει επισκοπή, με πήγε στο νυμφαίο χτισμένο το 200 μ.Χ.( είδα μια κρήνη με ένα ρηχό πηγάδι όπου έτρεχε νερό) δίπλα από την βυζαντινή Βασιλική.
Τα Βυζαντινά μνημεία μεταξύ άλλων περίπλοκα παλάτια με το Βαφτιστήρι του έκτου αιώνος και πολύχρωμα μωσαϊκά με φιγούρες άγριων ζώων, πουλιών και ψαριών σύμβολα του βαπτίσματος και της Χριστιανικής μετάληψης, κοινωνίας.
Τα Ρωμαϊκά τείχη, τα Ρωμαϊκά μπάνια, είδα την Πύλη των Λεόντων, την της λίμνης, το ιερό ιατρείο του Ασκληπιού, το Ελληνικό αμφιθέατρο, το Ενετικό κάστρο …
Έμεινα άφωνος μην πιστεύοντας τα μάτια μου, τόση ιστορία, τόσος πολιτισμός, ο ένας πάνω στον άλλο, αρχίζοντας από τις δικές μας Ελληνικές ρίζες.
Τα έλη της λίμνης Buntrint έχωσαν με λάσπη τα αρχαία μνημεία έως που Ιταλοί αρχαιολόγοι όπως ο Κόντε Luigi Ugoloni τα ανακάλυψαν περίοδο του 1920-1930.
Από το 1991 Έλληνες αρχαιολόγοι συνεργάζονται με το Αλβανικό αρχαιολογικό ινστιτούτο και με το ίδρυμα Butrint…
Πηγή εκτός της κυριοτέρας ξεναγού της UNESCO, The Butrint Foundation, UK registered charity No. 1017039, και Wikipedia.


Πέρασα μια συγκλονιστική μέρα γεμάτη εκπλήξεις, μέσα σε μια ανυπόφορη ζέστη, λυπήθηκα που δεν είχα καιρό να ολοκληρώσω την εξερεύνησή μου όλο αυτόν τον θησαυρό των τόσο πολλών συγκεντρωμένων πολιτισμών, από τους αρχαίους πρόγονούς μας. Ήμουν ο μόνος από την παρέα που επισκέφθηκε το Βουθρωτό, οι άλλοι προτίμησαν την ξάπλα και το τσίπουρο κάτω από την σκιά των δένδρων. Σαν έπεσαι ο ήλιος πήραμε το δρόμο του γυρισμού κοιμηθήκαμε στο χωριό Βρυσερά, όπου μαζί με την παρέα την επόμενη μέρα επισκεφθήκαμε το χωριό Σωτήρα ήταν μια εορταστική ατμόσφαιρα μια και ήταν η παραμονή της χριστιανικής εορτής του Σωτήρα κι εόρταζε ο ναός και το χωριό μαζί.
Το άλλο πρωί, ξεκινήσαμε για τα σύνορα όπου περάσαμε από Κακαβιά στην Ελλάδα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Νέα Υόρκη

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Ενσταντανέ, από τη χώρα των Μάγια, αρ. 1

Το φάντασμα:

Χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα του σπιτιού μου ήταν περίπου 4 η ώρα τα χαράματα, κοίταξα από την χαραμάδα και είδα τον οδηγό του ταξί μου που εργαζόταν τη νυχτερινή βάρδια, άνοιξα.
Μου έκανε νόημα να βγω έξω, έβαλε το στόμα του κοντά στο αυτί μου λες και ήμουν ιερωμένος για να εξομολογηθεί. Η ανάσα του μύριζε πιοτό, μου φάνηκε μεθυσμένος.
«Σου έφερα το αυτοκίνητο σου, φοβήθηκα γιατί είδα μπροστά μου το φάντασμα του Χουνουναπού -νο, ξέρεις αυτού που λένε ότι υπάρχει, μα δεν υπάρχει, αυτού που εξουσιάζει το βασίλειο του Άδη Χιμπαλμπά, που στο όνομά του κάνουν ανθρώπινες θυσίες, αυτό που όποιος το δει πεθαίνει, έτσι πιστεύουν στο μέρος μου οι χωριανοί μου, Μάγια Κιτσέ.»
«Μη λες ανοησίες, θέλω να μάθω τι έγινε.»
«Καθώς περνούσα το γεφυράκι αυτό που οδηγεί προς το νεκροταφείο, είδα στη μέση του δρόμου μια ανθρώπινη σιλουέτα χωρίς να κινείται. Απ’ το φόβο παρέλυσαν τα πόδια μου, δοκίμασα να την αποφύγω έστριψα δεξιά, αριστερά χαμένος κόπος, τελικά της έδωσα μια με τον προφυλακτήρα.»
Πετάχτηκα όρθιος από την έκπληξη, δεν πίστευα στα αυτιά μου, κοίταξα γύρω μου να δω αν μας ακούει κανένα αυτί. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε, κάποιος κόκορας δοκίμαζε να λαλήσει, αλλά δεν ήταν σίγουρος για το ξημέρωμα και η λαλιά πνίγηκε στο λαρύγγι του. Κοίταξα τον προφυλακτήρα ήταν γεμάτος αίματα.
«Πήγες στην αστυνομία;»
«Θα αστειεύεσαι, αυτοί σε κλείνουν μέσα και μετά άντε να βρεις άκρη.»
«Σε είδε κανένας ρώτησα;»
«Όχι,»
«Μα είσαι σίγουρος ότι ήταν το φάντασμα του χωριού σου, μήπως ήταν άνθρωπος, ή ακόμα και κανένας σκύλος;»
«Όχι σου λέω ήταν το φάντασμα του Χουνουναπού-νο, ή ίσως να ήταν και άνθρωπος, πάντως κάτι ήταν όπως τον χτύπησα έπεσε πάνω στο καπό, έστριψα απότομα δεξιά και το κορμί έπεσε στο έδαφος.»
Πήγα μέσα στο σπίτι κι έφερα ένα κανάτι νερό, έπλυνα τα αίματα και πήγα σε φίλο που είχε γκαράζ, ζήτησα τη γνώμη του.
«Αν ήταν Άνθρωπος αύριο θα ακουστεί, αλλά για καλό κακό πάρε το αυτοκίνητο και φύγε, πήγαινε στην πρωτεύουσα μια απόσταση 300 χιλιομέτρων, μείνε εκεί μια βδομάδα επισκεύασέ το και μετά βλέπουμε.»
Ο νόμος της πιάτσας είναι η σιωπή, κανένας δεν καταδίδει κάποιον στην αστυνομία, την οποία όλοι θεωρούν εχθρό τους.
Ο νόμος της σιωπής ένας τάφος, ένας σύντροφος του εσωτερικού μας κόσμου. Η σιωπή ένα ταμπού τιμής, ήταν η τιμή της μπέσας όπως λέει και ο αλβανός συγγραφέας Ισμαήλ Κανταρέ, το πρωτόγνωρο αυτό συναδελφικό ένστικτο σιωπής κι αλληλεγγύης ενός καταπιεσμένου λαού που παραμένει μέχρι σήμερα, ενάντια στις αρχές του κατεστημένου.

*

Η σημαδεμένη:

Η Βλάνκα ήταν μια ομορφούλα ξανθή με γαλανά μάτια, η σκούφια της κρατούσε από Άγγλους ίσως πειρατές αυτούς που είχαν εποικήσει το νησί Ουτίλα στην Καραϊβική. Ζούσε μαζί με τη μάνα της στην πόλη του λιμανιού Μπάριος σε ένα ξύλινο σπιτάκι, μεταξύ τους μιλούσαν αγγλικά.
Ήταν τακτική πελάτισσα του ταξί μου, είχε πιάσει φίλο έλληνα ναυτικό, κατά κάποιο τρόπο με θεωρούσε φίλο της και πριν έρθει το βαπόρι στο λιμάνι μου έλεγε όλα τα μυστικά που έκανε στο σώμα της, όλα τα τρυκ που μόνο μια γυναίκα φαντάζεται για να παραδοθεί στην αγκαλιά του ναυτικού κάνοντάς τον να πιστεύει ότι ζούσε μόνο γι’ αυτόν.
Το ταξί μου είχε γίνει το μεταφορικό μέσον των ερωτευμένων, μέχρι που κάποιος ζήλεψε την ευτυχία τους, έστειλαν με τη βία το παλικάρι στην Ελλάδα και μετά από λίγο αυτοκτόνησε στην Κόρινθο. Η Βλάνκα έψαχνε για αντικαταστάτη, για καινούργιες περιπέτειες μέχρι που τον καινούργιο φίλο της ντόπιο ναυτικό και φίλο δικό μου, τον δολοφόνησαν σε ελληνικό βαπόρι εν πλω κι εγώ την μετέφερα στα διάφορα αστυνομικά τμήματα ζητώντας δικαιοσύνη…
Μετά από λίγο σκοτώθηκε και η ίδια τρέχοντας σε μια μοτοσικλέτα με καινούργιο φίλο που απέκτησε όταν ζητώντας δικαιοσύνη για τον δολοφονημένο φίλο της γνωρίστηκε με ναύτη του λιμεναρχείου, που είχε τη μοτοσικλέτα, έτσι τρίτωσε το κακό.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 6 Απριλίου 2008

Ο Λύχνος, ο Χρόνος, ο Ίσκιος



Στο στερέωμα λάμπει ο ήλιος, στης νύχτας τη σιγαλιά τρεμοσβήνει το φως του λύχνου, και τα δυο μου χαρίζουν το μοναδικό σύντροφο της ζωής μου.
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Σκεπασμένο από τη σκιά του βουνού σα να ζητούσε την προστασία του, το πατρικό μου σπίτι με καλωσόρισε. Εγκαταλειμμένο, έρημο, πνιγμένο από αγριόχορτα και με τις μισό-ξηραμένες κληματαριές του να το περικυκλώνουν. Κανείς δεν με περίμενε. Στο άνοιγμά της, η πόρτα έτριξε σα να φοβήθηκε τη βεβήλωση του ξένου. Έτριξε σα να ζητούσε προστασία από τον απρόσμενο επισκέπτη. Οι αράχνες με αναγνώρισαν και παραμέρισαν, κάνοντάς μου χώρο να περάσω. Με λύπη κοίταξα το σπίτι που γεννήθηκα, ερειπωμένο, σκεβρωμένο, από τα τόσα πολλά χρόνια ερημιάς.
Από κάθε γωνιά του, εμφανίστηκαν μπροστά μου αναμνήσεις σα φαντάσματα μιας άλλης προηγούμενής μου ζωής, που τώρα έχει χαθεί. Στο πάτωμα διέκρινα την καταπακτή που έβλεπε προς το κατώι, έτσι όπως την είχα αφήσει εδώ και πολλά χρόνια. Με χέρι τρεμάμενο έβαλα το δάχτυλο στον κρίκο και σήκωσα την πορτίτσα. Μια τετράγωνη τρύπα φάνηκε μπροστά μου. Κατέβηκα την παλαιά σκόρο-τρυπημένη ξύλινη σκαλίτσα, ήταν η ίδια όπως τότε, μια κίτρινη σκόνη από σάπιο ξύλο γέμισε τα χέρια μου, μπήκε στην αναπνοή μου. Έσκυψα το κεφάλι, κύρτωσα την πλάτη μου για να χωρέσω, σκυφτός προχωρούσα, ο φακός έτρεμε στο χέρι μου. Το πόδι μου έμπλεξε σε κάτι σύρματα, τράβηξα την άκρη τους. Ένας λύχνος εμφανίστηκε, μπρούτζινος με χερούλι από τενεκέ σκουριασμένο. Τον πήρα στο χέρι μου, τον χάιδεψα, γέμισα σκόνη, σκουριά.
Θυμήθηκα τότε που με το φως του μάθαινα το αλφαβήτα, τότε που το φως του, διαπερνούσε τα τζάμια του παραθύρου μαζεύοντας τις κουκουβάγιες στο διπλανό κυπαρίσσι, (τώρα δεν υπάρχει πια, ξεράθηκε,) οι οποίες λαλούσαν πένθιμα όλη τη νύχτα.
Ήταν η εποχή που ακόμα δεν είχε κυκλοφορήσει η πενικιλίνη, η τηλεόραση, το στυλό διαρκείας, τα παγωμένα φαγητά, τα συσκευασμένα προϊόντα, τα ηλεκτρικά πλυντήρια, τα ψυγεία, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, το νάιλον, οι βίντεο-κασέτες, το χάπι, το καλσόν, το χαρτί υγείας… Τότε που δεν υπήρχε κινηματογράφος, ηλεκτρικό φως, τηλέφωνο, υπέρ-βραχέα ραδιοφωνικά κύματα...
Κοιτάζοντας το λυχνάρι παρομοίασα αυτή την περασμένη εποχή, σαν τον καιρό που ζούσε ο Διογένης, ο οποίος με το λυχνάρι έψαχνε να βρει ανθρώπους, πριν από δυο χιλιάδες χρόνια και κάτι.
Αμφιβάλλοντας για την ορθότητα της σκέψης μου, κοίταξα τον εαυτό μου, στο θαμπό-χάραμα της ύπαρξής μου. Κοίταξα το πορτραίτο που κουβαλούσα μαζί μου, που φιλοτέχνησε ο φίλος ζωγράφος Νίκος από τη Νέα Υόρκη. Τα χιόνια έχουν έρθει στα μαλλιά, τα χρόνια, μου έχουν κυρτώσει την πλάτη, ρυτίδες σαν ξερά και άγονα ρυάκια γέμισαν το πρόσωπό μου, σκέφθηκα τα δυο χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει από τότε και τρόμαξα. Στάθηκα στο σημείο αυτό του χρόνου, σα μαρμαρωμένος. Μα είναι ποτέ δυνατόν να έχει περάσει ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από την εποχή του Διογένη με το λύχνο και να μην έχει αλλάξει τίποτα;
Κοίταξα πίσω μου, το φως του λύχνου τρεμόσβηνε κάνοντας τον ίσκιο μου να κινείται, να με ακολουθεί. Δοκίμασα να του ξεφύγω, αδύνατον, αφού ο ίσκιος ήταν δικός μου.
«Ε! που φεύγεις που πας;» μου είπε, «σε περίμενα, είμαι δικός σου, ο δικός σου ίσκιος.»
Τον αναγνώρισα, ήταν αυτός που με ακολουθούσε, έμοιαζε όπως τότε, ο ίδιος, ούτε τ’ άσπρα μου μαλλιά, ούτε τις ρυτίδες έδειχνε. Πήρα θάρρος. Με χαρά φώναξα: «Ίσκιε μου, σύντροφέ μου, είσαι ο μόνος που έμεινες όπως τότε.»
Έτρεξα να τον πιάσω, έσκυψα, μου ξέφυγε, κουράστηκα, τότε ένιωσα τα σημάδια του χρόνου να με νικούν… Μέτρησα τα χρόνια από την εποχή του λύχνου που με παράπονο με φώναξε παππού, κατάλαβα, ήθελα παρέα…
Πήρα το λυχνάρι στην ξενιτιά στο σπίτι μου, το έτριψα, γυάλισα τον μπρούντζο, το τενεκεδένιο χερούλι έμεινε σκουριασμένο. Το κρέμασα στον τοίχο. Είναι το μόνο που ξέρει το μυστικό μου, είναι η παρέα μου, ο μάρτυρας που με είδε όταν γεννήθηκα, ο σύνδεσμός μου με το παρελθόν, μιας αθώας ύπαρξής μου, της άλλης προηγούμενης ζωής μου, αυτής που χάθηκε, αυτής που δεν υπάρχει, αυτής που τείνει να ξεχασθεί, αυτής που αγνοούν οι νεοέλληνες ότι κάποτε υπήρχε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,


Νέα Υόρκη



Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Το Μονοπάτι,

Η ζωή εν πλω σε φορτηγό βαπόρι είναι μονότονη, νιώθαμε τον γδούπου των κυμάτων, αυτών που έσπαγαν τη μούρη τους στην πλώρη και το έκαναν να τρέμει λες κι είχε πυρετό κι αισθανόμαστε να ξεθωριάζει η ελπίδα ότι κάποτε θα πατούσαμε στεριά. Στο πρόσωπό μας στέγνωνε η άχνη της αρμύρας. Για να περνά η ώρα, μερικοί έπαιζαν χαρτιά, εγώ διάβαζα λογοτεχνία που μου δάνειζε ο ασυρματιστής, όπως την Ανάσταση και την Άννα Καρενίνα του Τολστόι, τους Άθλιους του Βίκτωρ Ουγκώ, το Μάνα του Μάξιμο Γκόργκι, τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, το Ντεζιρέ της Άννας Μαρίας Σελίνγκο, ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ, τους δέκα μελλοθάνατους της Άγκαθα Κρίστι κι άλλα πολλά.
Ένα μεξικανός είχε φέρει εικονογραφημένες νουβέλες σε βιβλία, (μια εύκολη εκμάθηση των ισπανικών) και το Bohemia της Κούβας. Στο βαπόρι δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο ούτε τηλεόραση. Έτσι όταν φτάναμε σε λιμάνια επηρεασμένος από τους ήρωες των βιβλίων έψαχνα να βρω έναν Γιάννη Αγιάννη, μια Τιτίκα, το μόνο που συναντούσα ήταν γυναίκες ελευθέρου έρωτα.

Ένα βράδυ στο λιμάνι Μπάρριος της κεντρικής Αμερικής, καθώς έσβηνε η μέρα και ο ορίζοντας είχε στολιστεί μ’ ένα πορτοκαλί χρώμα, ακουμπισμένος στη κουπαστή κοίταζα τον ήλιο που σα κόκκινος δίσκος εξαφανιζόταν, είδα τον εαυτόν μου σαν απομεινάρια φλόγας που πάει να γίνει στάχτη, να χαθεί. Τρόμαξα, για πρώτη φορά αισθάνθηκα μόνος, βγήκα στη στεριά να κάνω ένα περίπατο. Είχα βαρεθεί τα τόσα πολλά γυναικεία κορμιά, τα γλέντια, τα πιοτά τις γυναίκες χωρίς καρδιά, είχα βαρεθεί την εκμετάλλευση, τη λάσπη των λιμανιών, τις φωτεινές επιγραφές, την περιπλάνηση σε εξωτικούς ψεύτικους παραδείσους.

Σκεφτόμουν ποιο να είναι το πεπρωμένου μου; Διερωτόμουν αν σε κάτι έφταιξα; Αναλογιζόμουν που πήγαν τα τόσα χρόνια μου στο πέλαγος; Με μιας άνοιξαν οι ουρανοί, άρχισε να βρέχει, αυτές τις στιγμιαίες τροπικές βροχές. Έτρεξα να προφυλαχθώ, βρέθηκα σ’ ένα άγνωστο μονοπάτι γεμάτο λάσπη, τα παράλληλα χαντάκια είχαν γεμίσει νερό, οι βάτραχοι τσαλαβουτούσαν και χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους. Ξάφνου μπροστά μου φάνηκε μια φτωχή καλύβα, δυο κίτρινοι ήλιοι λουλούδια στέκονταν κολόνες στις άκρες μιας ανοιχτής πόρτας και στη μέση το χαμόγελο μιας γυναίκας. Τότε κατάλαβα ήταν η Τιτίκα μου, η ζωή μου, αυτή που μου έστειλαν οι ουρανοί, το απάγκιο από τη βροχή, μα και της περιπλανώμενης ψυχής μου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης