Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Τα ίχνη μιας περιπέτειας στον αέρα.

11 Σεπτεμβρίου 2001

Τα ίχνη μιας περιπέτειας στον αέρα.
Στο αεροδρόμιο της Ρώμης περίμενα σειρά να επιβιβαστώ σε αεροπλάνο της Αλιτάλια για Νέα Υόρκη. Είχα φθάσει νωρίτερα με πτήση Αλιτάλια από Αθήνα
Ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 2001. Κάποτε ήρθε το αεροπλάνο, ανεβήκαμε στους αιθέρες ο πιλότος ως συνήθως μας καλωσόρισε μας είπε την ώρα που περίπου θα φθάναμε στη Νέα Υόρκη. Στο σπίτι στη Νέα Υόρκη είχε μαζευτεί όλη η οικογένεια και με περίμεναν να κόψουμε την τούρτα γενεθλίων της εγγονής μου.
Είχαμε περάσει τις ακτές της βόρειας Γαλλίας και πετάγαμε πάνω απ’ τον ατλαντικό, όταν σε μια αγγλική γλώσσα που με το ζόρι καταλάβαμε τι έλεγε μας ανακοίνωσαν, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στη Ρώμη. Το αεροπλάνο έκανε λοιπόν στροφή, κατόπιν αρκετής ώρας πτήσης φάνηκαν μπροστά μας οι ακτές της Γαλλίας.
Στην καμπίνα επικράτησε ανησυχία, μας είπαν ότι είχαν κλείσει τα αεροδρόμια της Νέας Υόρκης, οι επιβάτες άρχισαν να διερωτώνται τότε γιατί δεν πάμε σε αεροδρόμιο άλλης πολιτείας; Άρα δεν μας λένε την αλήθεια. Μάλιστα όταν κατάλαβαν ότι μας έκρυβαν την αλήθεια, τόσο ποιο πολύ ανησυχούσαν. Κάποιοι που είχαν κινητά τηλέφωνα προσπαθούσαν να τα ενεργοποιήσουν, σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι, σε μια στιγμή γίναμε όλοι θεοφοβούμενοι, θρήσκοι, μια κοπέλα στο απέναντι κάθισμα δεν σταμάτησε κάθε πέντε λεπτά να σταυροκοπιέται και να ανοίγει κάτι φυλαχτά, εικόνες. Δεν μας έλεγαν τίποτα, παρά μόνο ότι πρέπει να επιστρέψουμε στη Ρώμη. Τότε σκέφτηκα και το είπα μάλιστα στους συνεπιβάτες μου, αν υπήρχε κίνδυνος θα πηγαίναμε σε αεροδρόμιο της Γαλλίας που ήταν κοντά μας…


Έτσι φτάσαμε στη Ρώμη ήταν νύχτα βγήκαμε έξω, γινόταν χαμός, πάω στη εταιρία λέω τι να κάνω, που να πάω; Μου απαντούν να πας στο προξενείο σου, να λάβεις οδηγίες, άντε να βρεις άκρη.

Μετά άλλαξα τακτική λέω θέλω να πάω Ελλάδα, πράγματι με έβαλαν σε αεροπλάνο για Αθήνα όπου φτάσαμε μετά τα μεσάνυκτα. Χαράματα έφτασα στο σύνταγμα, μέχρι να βγει ο ήλιος πήγα στην Πλάκα σε ένα παλιό ξενοδοχείο, δεν κοιμόταν κανένας ήταν κρεμασμένοι όλοι στην τηλεόραση, και τότε μόνο έμαθα τα καθέκαστα για την καταστροφή των διδύμων πύργων. Πήγα σε ένα δωμάτιο να ξεκουραστώ, αφού ξημέρωσε πήγα σε σπίτι φίλου, στην γλυφάδα, έκανε μια ζέστη αποπνικτική.

Έτσι όπως ήμουνα με τον ιδρώτα να τρέχει, με την απελπισία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, την οικογένειά μου να με περιμένει, μην ξέροντας πιο θα ήταν το επόμενο βήμα, η γυναίκα του φίλου μου, έχοντας μια έμφυτη καλλιτεχνική ροπή, κάθισε απέναντί μου κι αποθανάτισε την μοναδική αυτή στιγμή σε σκίτσο μιας απελπισμένης μορφής. Όταν μετά από 15 μέρες αναμονής στην Κεφαλονιά πήγα να τους αποχαιρετίσω μου έκαναν δώρο τις στιγμές αυτές σκιαγραφημένες, σε χοντρό χαρτί, που ανέδινε σκέψεις, που αποτυπωνόταν σε ρυτίδες, σε σταγόνες ιδρώτα, να μουσκεύουν τα ανακατεμένα εναπομείναντα μαλλιά που σαν βρώμικο χιόνι είχαν καταλάβει τους κροτάφους μου, μου έμεινε το σκίτσο το οποίο με ακομπανιάρει σαν ένα ακόμη ενθύμιο, στης ζωής το πολύπλοκο αίνιγμα, του πεπρωμένου και της τύχης.
Συμβάντα που άφησαν τα ίχνη τους, σε όλη την οικουμένη, σε εκατομμύρια ανθρώπους, μα και στον κάθε ένα μας ατομικά αναλόγως το πόσο τον επηρέασαν.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη


Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Μια Ελλάδα που παλεύει:

Έτσι πλάστηκε ο χαρακτήρας μας, άρχισε η μοναξιά.

Πάνω σε ένα τραπεζάκι μια γκαζιέρα πετρελαίου «Πίτσος», προσπαθούσε να ζεστάνει μια τριγωνική κονσέρβα corned beef αργεντινής για δείπνο, αυτή που είχα αγοράσει από το απέναντι παντοπωλείο. Η σκηνή στην γωνία των οδών Μεγίστης και Ηρακλέους στην Καλλιθέα. Όταν έβρεχε οι χωματένιοι δρόμοι ζάρωναν με ρυτίδες σε βαθιά χαντάκια λες και χάλαγε η επιδερμίδα τους. Πιο κάτω μετά από την παράλληλη οδό Δημοσθένους, ένα ρέμα έτρεχε ένα μαύρο μολυσμένο νερό, δεν ξέρω αν έφτανε μέχρι τα περιβόλια της αγίας Ελεούσας. Μερικά τετράγωνα πιο κάτω στην οδό Μεγίστης ήταν οι στάβλοι του στρατού. Στις άκρες του πεζοδρομίου εκεί όπου υπήρχε άφθονη κοπριά παιδάκια έστηναν παγίδες να πιάσουν σπουργίτια, τα έκαναν ψητά.
Στην λεωφόρο Συγγρού εκεί όπου συναντιόνταν με την Μεγίστης, στάση Χρυσάκη υπήρχε ένα περίπτερο, πήγαινα και καθόμουν στη γωνία και μετρούσα τα αυτοκίνητα, πρόσεχα τις μάρκες, θαύμαζα τις κούρσες, κοίταζα τα λεωφορεία. Ένα λεωφορείο αντικ χρώματος λαδί με μουσαμαδένια τέντα για σκεπή, χωρίς γυάλινα παράθυρα και πόρτες με χερούλι έκανε τη διαδρομή Ακαδημία-Βουρλοπόταμος. Μα κι αυτά τα λεωφορεία τα κίτρινα της πάουερ το κουμπί που πατούσες για στάση ήταν στη οροφή με σκαλιστά γράμματα με τη λέξη ΑΠΑΞ, το κοίταζα και δεν πίστευα τα μάτια μου. Η Ελλάδα ξαναζεί με το πάτημα ενός κουμπιού. Μετά μου άρεσαν τα άδεια πακέτα από τσιγάρα αυτά που πετούσαν στις άκρες, τα μάζευα λοιπόν κι έκανα κολεξιόν σκουπίδια. Ήταν μια εποχή 1949 όπου ακόμα δεν είχε τελειώσει ο εμφύλιος, τουλάχιστον στην επαρχία. Περπατούσα προς το δέλτα Φαλήρου, το ιπποδρόμιο δεν λειτουργούσε χάζευα τα αποθηκευμένα στρατιωτικά υλικά. Απέναντι η ταβέρνα «Τα Πεύκα» του Χειλά, πιο κάτω το Χασάνι. Ο αμερικανικός στόλος φουνταρισμένος στον φαληρικό όρμο, ναύτες έπαιζαν στον Ιππόδρομο Μπεις Μπολ, παιδάκια, πολλά, άλλα με πατίνια, άλλα χωρίς, σαν τις μύγες τους ακολουθούσαν, προσφέροντας τους κι εγώ δεν ξέρω τι, άπλωναν τα χέρια τους, τους ζήταγαν τσίκλες. Όταν βράδιαζε γύριζα στο ημιυπόγειο δωμάτιο όπου μέναμε μαζί με την θεία μου για ύπνο
.

Το μεροκάματο ήτανε στο Ρουφ σε ένα εργοστάσιο κάτι που έμοιαζε με παράγκα. Εργοστάσιο λαμπτήρων για φακούς και ποδήλατα. Όχι δεν υπήρχε τηλέφωνο, με πλήρωναν 11.000 δρχ. την ημέρα, έπαιρνα το λεωφορείο της ΕΔΕΜ αξία εισιτηρίου 500 δρχ. για Ακαδημία, περπατούσα στην ομόνοια οδός Πειραιώς έπαιρνα το πράσινο Τραμ, πάλι 500 δρχ. περνάγαμε την λαχαναγορά, κατέβαινα στη στάση Καμπά, περπατούσα, πέρναγα τις σιδηροδρομικές γραμμές, εκεί πολλοί έλληνες κληρωτοί έκαναν γυμνάσια, στην αριστερή μεριά ήταν η δουλειά. Από δεξιά η ταβέρνα ‘Τσάπελας’ όπου έπαιζε χωρίς διακοπή το (συννεφιασμένη Κυριακή και το Βαλεντίνα) είχα μαζί μου μια καραβάνα έ! ότι περίσσευε από το σπίτι, αλλά ποτέ δεν έφτανε έτσι αγόραζα μια μερίδα πατάτες ή φασόλια είχαν δυο χιλιάδες δρχ. στους στρατώνες εκεί υπήρχαν άγγλοι στρατιώτες, ήταν μια εταιρία NAAFI δεν ξέρω τι εννοούσαν τα γράμματα, αλλά εκεί στην καντίνα δούλευε ένας γνωστός μου ο οποίος μου βρήκε και την δουλειά. Εργάτριες όλα κορίτσια μόνο ένα ακόμη αγόρι ο Τάκης κι εγώ. Τραγούδαγαν συνεχώς (Το φανταράκι απόψε πάει έχει μεράκια και τάχει πιει…) και το (Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ακουμπισμένος σε ένα δεντρί, ο τραυματίας αναστενάζει και τη μανούλα του ζητάει για να βρει…) σχεδόν όλα τα κορίτσια μίλαγαν μια άλλη γλώσσα ήταν από την Κερατέα μίλαγαν αρβανίτικα.

(Η αξία της δραχμής ισοδυναμούσε 1 δολάριο = 11.000. δρχ.) μετά όπου έφυγα έγινε 15.000 δρχ.)

Όχι δεν είχαμε ραδιόφωνο αλλά η κυρία από τη Νάξο που έμενε στο από πάνω το έβαζε διαπασών κι έτσι ακούγαμε την κυριακάτικη λειτουργία. Τρέχοντας γύριζα τα βράδια να προλάβω να πάω στο ιδιωτικό νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας 7-9 ή 10. Για το κρύο του χειμώνα ευτυχώς υπήρχαν τα σαράφικα στην οδό Αθηνάς βρήκα ένα πανωφόρι καφετί από αυτά τα μεταχειρισμένα που έστελναν οι αμερικάνοι.

Μετά από έναν χρόνο χωρίς ελπίδα καλυτέρευσης, άνοιξα πανιά όπως λέει και το τραγούδι «θα σε πάρω να φύγουμε σε άλλη γη σε άλλα μέρη…» μόνο που εγώ πήρα τον εαυτόν μου και τις αναμνήσεις μου παρέα, άνοιξα πανιά, έκτοτε με ακομπανιάρει η μοναξιά μου, οι αναμνήσεις μου, μα κι ένα μεγάλο γιατί; Ψάχνω για μια ολοκληρωτική προσωπικότητα, ή κάτι παρόμοιο, τι κρίμα δεν μπορώ να το διευκρινίσω, λέτε να είναι η νοσταλγία της νιότης; Ή το ότι προσπαθώ να συνδέσω τις τόσο διαφορετικές τεθλασμένες κουλτούρες που έπλασαν τη ζωή μου; σε κάτι πιο ολοκληρωμένο, δηλαδή σα να πούμε σε μια ευθεία οριζόντια φυσική γραμμή; Ειλικρινά δεν ξέρω…

Πάντως τα πρώτα φτερουγίσματα της ζωής δεν ξεχνιόνται ποτέ, είναι αυτά που μας δίδαξαν την αυτοσυντήρηση του εαυτού μας

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη


Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Αχ! Αυτά τα όνειρα.

Αχ! Αυτά τα Όνειρα.

Στα όνειρα δεν χρειάζεται να βάλουμε φωτογραφίες ή εικόνες, μια και τα όνειρα από μόνα τους τις ζωγραφίζουν.

Από μικρό παιδί είχα ένα όνειρο, μου άρεσε να γράφω, το όνειρό μου ήταν να βλέπω τον εαυτό μου ακουμπισμένο σε ένα τραπέζι με μολύβι και χαρτί να αποτυπώνει τα γεννοβολήματα της πένας μου, να ζω σε έναν όλο-δικό μου κόσμο. Αυτό έκανα μικρός, όταν έξω χιόνιζε, στο κρύο του χειμώνα μουτζούρωνα χαρτιά κοιτάζοντας απ’ το τζάμι τις νιφάδες. Τα καλοκαίρια ξαπλωμένος στο πάτωμα διάβαζα ότι έπεφτε στα χέρια μου. Τώρα ευρισκόμενος στο άλλον άκρον τη νήματος της ζωής, στρώνομαι στο γράψιμο. Αλλά με πιάνει μια βαριεστιμάρα, στη στιγμή αλλάζω γνώμη και λέω: Α! άστο για αύριο, κανένας δεν με κυνηγά. Το πρόβλημα μου όμως είναι ότι το αύριο δεν έρχεται ποτέ. Πάντοτε υπάρχει το σήμερα, το αύριο είναι υποθετικό.

Για να βρω τη ζωή των ονείρων πέρασα από διάφορα στάδια στο ρουν της ζωής μου. Πέρασα χρόνια χωμένος στο βασίλειο της θάλασσας, να κάνεις μέρες, μήνες, να δεις στεριά κι όταν εμφανιστεί εκεί στο βάθος του ορίζοντα κάποιος φώναξε στεριά, στεριά λες και ήταν ο Κολόμβος που ανακάλυψε τις Δυτικές Ινδίες, να τρέχεις στην κουπαστή να μυρίζεσαι την διαφορετικότητα του αέρα. Τότε τα όνειρα άρχιζαν να παίζουν παιχνίδια με τη φαντασία, όνειρα που κρυβόταν στις πράσινες ακτές, όνειρα μα και περιέργεια που αντανακλούσαν στα φώτα μια πολιτείας, τα ίδια όνειρα που πετούσαν τη νύχτα εν πλω στην τροχιά του φεγγαριού, αυτά που με νανούριζαν στο κούνημα των κυμάτων, κοιτάζοντας τον φωσφορίζοντα αφρό, αυτόν που άφηναν τα απόνερα της προπέλας, μα και όνειρα του άγνωστου μέλλοντος, του πως θα είναι η ζωή μου μετά από χρόνια.

Κάποτε λοιπόν αποφάσισα κι έσπασα αυτόν τον κλοιό της θαλασσινής ζωής, με το να δραπετεύσω στα πράσινα όνειρα, σε ένα τοπίο σχεδόν παρθένας ζούγκλας συντροφιά με το κορίτσι μου, εκεί όπου δεν υπήρχαν ανθρώπινοι νόμοι, αλλά ούτε και υποχρεώσεις, προς καμίαν κοινωνία, αφού δεν υπήρχε. Μα ούτε κι ευκολίες μιας σύγχρονης ζωής. Έτσι αφού ικανοποίησα ένα μέρος της ζωής των ονείρων μου, ξανά γύρισα στην ωμή πραγματικότητα.

Μετανάστευσα στην πόλη του μεγάλου μήλου, αυτή με τους ουρανοξύστες και τα πολλά φώτα, έλα όμως που τα όνειρα εδώ σταματούν να είναι όνειρα, έτσι μετά από μεροκάματα σε εργασία που δεν μου άρεσε, όχι ότι γεννήθηκα τεμπέλης, αλλά ήταν επιβεβλημένη για να μπορώ να υπάρχω, να κερδίζω τα της οικογενειακής επιβίωσης. Τα ουτοπικά όνειρα επαναπατρισμού, μου έδιναν δύναμη να αντέχω τη συνέχιση της ζωής και με την ελπίδα ότι κάποτε θα έρθει η ευλογημένη ώρα να ξεκουραστώ να πάρω σύνταξη, να απολαύσω τα τόσα όνειρά μου, να ασχοληθώ με αυτό που μου αρέσει, και όχι μόνο αλλά να αισθανθώ ελεύθερος από υποχρεώσεις. Όταν πλέον φθάσεις στην κορυφή της ανηφόρας αυτού του επιτεύγματός σου απότομα σταματάς, αισθάνεσαι άδειος. Κοιτάς προς τα πίσω, μετράς τα άνυδρα χρόνια που χάθηκαν στην μάχη του μεροκάματου, στην πόλη του μεγάλου μήλου. Όχι μόνο αυτό, αλλά εφόσον ανακατεύεσαι με τα βιβλία με την γραφή, αυτά που δεν έχουν υλικό κέρδος, οι υπόλοιποι συμπατριώτες σε θεωρούν σαν να μην ανήκεις στην κάστα τους.

Τίποτε δεν λειτουργεί όπως θα ήθελες, σου απομένουν μόνο τα όνειρα, αυτά που υπάρχουν και παραμένουν όνειρα, είναι ένα κομμάτι του γνήσιου εαυτού σου, ένα άπιαστο κομμάτι της καθεαυτό φανταστικής δικής σου ζωής, όπου δεν χωρούν αλλότριες επεμβάσεις.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη





Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Η ημέρα της Μητέρας.

Τα κρινολούλουδα ήταν από αυτό εδώ το μέρος, Μαρκάτα Πυλάρου



Η ημέρα της Μητέρας,

Χαιρετίζω όλες τις μητέρες του κόσμου, μα και όλες τις γυναίκες του κόσμου,
Χαιρετίζω την μάνα που με γέννησε, αυτήν που δεν πρόλαβα να της το πω όσο ζούσε, που ποτέ δεν συνεορτάσαμε μαζί μια μέρα σαν και τούτη. Γιατί απλούστατα δεν υπήρχε στον καιρό της αυτή η εορτή τουλάχιστον στο μέρος μας. Έτσι με ένα μπουκέτο κρινολούλουδα, αυτά που ζωγραφίζει ο νους μου, αυτά τα αθώα κρινολούλουδα που ήταν ζωγραφισμένα στο εξώφυλλο αναγνωστικού μου Β! δημοτικού, του καιρού που ζούσε η μητέρα μου, τότε που βασίλευε η αθωότητα, τα καταθέτω ως ένδειξη σεβασμού, αγάπης και τρυφερότητας σε όλες τις μητέρες, του κόσμου αυτές που μας θήλασαν, που απλόχερα μας έδωσαν τη συνέχιση της ζωής, τα προσφέρω στις γυναίκες την ημέρα της γιορτής τους, αυτές που μας δίδαξαν την αγάπη, ‘feliz día de las madres’ λουλούδια βγαλμένα από μια παιδική ψυχή γεμάτα πίστη μα και αφοσίωση στην παντοτινή μάνα.

Αυτά τα κρινολούλουδα τα προσφέρω στη αγαπητή μας Ιουστίνη ευχόμενος της ειδικώς μια ευτυχισμένη μέρα της μητέρας, A happy Μother’s day, μα κι ένα ευχαριστώ για τον χρόνο που μας διάθεσε στην συνέντευξη μας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Μοντρεάλ, συνέντευξη από την Ιουστίνη στην κ. Υίωτας Στρατή κι εμένα κατοίκων Νέα Υόρκης.

Ας μου επιτραπεί να γράψω ένα στιχάκι του ποιητή Γ. Δροσίνη από το (Χώμα Ελληνικό) μεταφορικά για πόσο μας λείπει η μάνα.

(Κι αν το ριζικό μου έρημο και μαύρο
Μούγραψε να φύγω και να μη γυρίσω,
Τη στερνό συχώριο εις εσένα θάβρω,
το στερνό φιλί μου σένα θα χαρίσω…)

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Η γη, όπως και η ζωή, είναι σφαίρα και γυρίζει.

η Ένα ενθύμιον στην χαρτοπετσέτα...


Η γη όπως και η ζωή, είναι σφαίρα και γυρίζει.

Έσπαζα το κεφάλι μου να βρω ένα θέμα να γράψω, κάτι το πρωτότυπο το καθεαυτό δικό μου. Ώσπου μπαίνει στη μέση ο άλλος μου εαυτός, αυτός που κάποτε είχε ζήσει σε μια αλλότρια παγκοσμιότητα. Έ! Που πας; Μου λέει, εδώ είσαι εσύ ο ίδιος, γιατί ξεφεύγεις; Τότε ήρθε μπροστά μου το λυκόφως της μνήμης μου στη Νέα Υόρκη, φάνηκα πίσω από έναν κυκλικό πάγκο, μπροστά μου η αίθουσα γεμάτη τραπέζια, οι πελάτες απολάμβαναν αυτό το κάπως εξωτικό μέρος, τροβαδούροι με κιθάρες ντυμένοι στα κιτρινοκόκκινα τραγουδούσαν παθιάρικα ισπανικά φλαμένκο της Ανδαλουσίας, σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική σε ένα ημίφως όπου τους έκανε να μοιάζουν σαν χρυσοί τσιγγάνοι. Κάποια στιγμή νοσταλγικά έκλεισα τα μάτια μου, μου φάνηκε ότι άκουγα αυτά τα συρτά μοιρολόγια, τραγούδια της πατρίδας μου. Ένας από τους σερβιτόρους ήρθε και μου έδωσε ένα χαρτάκι, φαινόταν αρωματισμένο προσεκτικά διπλωμένο, μια δεσποινίς το είχε δώσει για αυτόν αλλά αυτός δεν ήθελε. Ήταν αριθμός τηλεφώνου κι ένα όνομα. Δεν με ενδιέφερε, το πέταξα. Ένας πελάτης με κοίταζε επίμονα και σκιαγράφησε το πρόσωπό μου σε μια χαρτοπετσέτα, φεύγοντας μου την χάρισε. Ξαναείδα τον εαυτό μου να εισπράττω χρήματα, να κρατώ λογαριασμό μπρος σε ένα τεράστιο παλιό ταμειακό μηχάνημα, να χτυπώ τα κουμπιά ένα, ένα και μετά να γυρίζω την μανιβέλα και να ανοίγει το συρτάρι, να δίνω ρέστα, στο τέλος της παράστασης ακριβώς τα μεσάνυχτα να παραδίδω τις ταμειακές εισπράξεις σε έναν βραζιλιάνο ο οποίος με περίμενε στο πρώτο πάτωμα με τα διπλότυπα λογαριασμών. Ήμουν υπεύθυνος για το ταμείο μα και για την κάβα κρασιών. Η σκηνή σε ένα ισπανικό εστιατόριο ‘La buena mesa’ στο Lexington Ave. New York στον δεύτερο όροφο το οποίον σερβίριζε αλά καρτ μόνο κρέας ωμό σε ξύλινα πιάτα με ένα μακρύ πιρούνι κι ένα πήλινο δοχείο με καυτό λάδι πάνω σε καμινέτο με φλόγα στη μέση του τραπεζιού, ο πελάτης έψηνε μόνος του στο λάδι το κρέας, είχε και γαρίδες κοκτέιλ και άφθονο κρασί μα και ένα σωρό διαφορετικές σάλτσες, βουτήματα.


Η ιστορία είχε αρχίσει από παλιά, ο Μιγκέλ ήτανε ακουμπισμένος στην κουπαστή του βαποριού, λες και κρατιόταν για να μην πέσει, όχι δεν μιλούσε μόνο κοίταζε, κοίταζε τα πρόσωπα μας. Η ματιά του κάπως φοβισμένη ή μάλλον παραπονιάρικη ξεχώριζε από την θρασεία συμπεριφορά των ντόπιων. Είχε μια ερώτηση στα χείλη του τα οποία τρέμανε λιγάκι από την αναποφασιστικότητα. Ήταν ένας χλωμός μεσήλικας γύρω στα 35 κάπως αδύνατος με μια φαλάκρα που μόλις άρχιζε. Φαινόταν ευρωπαίος. Είμαστε διπλαρωμένοι και δεμένοι στον μόλο του Puerto Limon Costa Rica, το βαπόρι ανεβοκατέβαινε μια και η ζωντανή θάλασσα ανέπνεε συνεχώς. Τελικά το αποφάσισε, με χαιρέτισε και μου λέει, μπορώ να σου πω; Ζητάω να μπαρκάρω, ζητάω δουλειά. Ήταν Ισπανός, ο Miguel Fernández, από τη Sevilla España. Ένας από αυτούς που είχαν φύγει ένεκα Φράνκο. Σκέφτηκα λιγάκι και του είπα, θα υπάρξει μια θέση όταν φτάσουμε στην Γουατεμάλα θα έφευγε το καμαροτάκι των αξιωματικών, πήγαμε μαζί στον καπετάνιο, τον σύστησα, κατάφερε μπαρκάρισε. Ήταν ένας τύπος ολιγόλογος, είχε πάνω του αυτή την υπεροψία των Ισπανών απέναντι στους ιθαγενείς, αλλά ήταν λογικός, γίναμε φίλοι.
Όταν ξεμπαρκάρισα στην Γουατεμάλα αυτός έμεινε με το βαπόρι, πέρασε ο καιρός και μια μέρα τον συναντώ ξέμπαρκο στο Puerto Barrios Guatemala. Κάναμε παρέα. Πέρασαν τα χρόνια, ήμουν νεόφερτος στη Νέα Υόρκη, έπρεπε να βρω εργασία. Δεν γνώριζα σχεδόν κανένα. Οπότε με χαρά λαμβάνω ένα τηλεφώνημα απ’ τον Μιγκέλ το έμαθε ότι ήμουν στη Νέα Υόρκη όπου έμενε κι αυτός. Συναντηθήκαμε του είπα ότι ζητούσα εργασία. Τότε υπήρχε στο Ισπανόφωνο κανάλι τηλεόρασης της Νέας Υόρκης ένας Ισπανός μάγειρας ο οποίος έδιδε μαθήματα μαγειρικής ο Antonio Cano, από τη Σεβίλη ήταν φίλος του Μιγκέλ. Χωρίς χρονοτριβή με συστήνει, ναι μου λέει υπάρχει εργασία στο Ισπανικό εστιατόριο la buena mesa που δουλεύω. Η δουλειά θα άρχιζε στις 3 το απόγευμα ως τις 11-12 μεσάνυχτα. Την πρώτη μέρα όπως μπήκα στο εστιατόριο στον πρώτο όροφο εκεί όπου υπήρχε παραδοσιακό Ισπανικό εστιατόριο ο μάγειρας με χαιρέτισε με ευγένεια και με ρώτησε πως τρως; Ε! κανονικά του είπα: αλλά μου φάνηκε παράξενο σε λιγάκι μου σερβίρισαν μια τεράστια μπριζόλα με κρεμμύδια τηγανιτά κλπ… τότε κατάλαβα εννοούσε την ποσότητα, ο σερβιτόρος ένας κολομβιανός μου λέει αν δεν σου αρέσει μην τρως επάνω έχει γαρίδες. Τα μαγαζιά γιατί στην πραγματικότητα ήταν δυο άνοιγαν για δουλειά στις πέντε απογευματινή, από τις 3 έως τέσσερις σερβίριζαν τους εργάτες, από 4-5 προετοίμαζαν ο κάθε ένας το πόστο του, ένας βραζιλιάνος μου έδινε τα χρήματα για το ταμείο για ρέστα $ 150 ανεβαίναμε στον δεύτερο όροφο κι ο κάθε ένας μας στο πόστο του
.
Ήμουν εκεί ως που ένας παλιός γνωστός Έλληνας πρώην ναυτικός αφού είχε παντρευτεί και μείνει στη Νέα Υόρκη έμαθε ότι είχα έρθει. Ήρθε και με είδε, πόσα κάνεις; τόσα, έλα μαζί μου θα σου δίνω μιάμιση φορά παραπάνω. Με νίκησε το χρήμα έφυγα. Έμπλεξα στα παράνομα ελληνικά κόλπα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Από την Σκοπιά ενός Θεατή:

Ο Παππούς, η Γιαγιά κι ο Εγγονός

Δυο εγγόνια μου του ελληνοαμερικανικού ινστιντούτο, με την μητέρα τους παρελαύνουν


Η κόρη μου Κλεοπάτρα Παναγιωσούλη με τον Γιο της παρελαύνουν.


Η κόρη μου, Πανωραία Παναγιωσούλη Κρατώντας την Ελληνική σημαία παρελαύνει με την Μπάντα Του σχολείου της

Από την Σκοπιά ενός Θεατή:

Από την σκοπιά μου, του απλού πολίτη, από την σκοπιά μου, ενός Έλληνα που ζει μόνιμα στη Νέα Υόρκη, από την σκοπιά μου, ενός Έλληνα που ενδιαφέρεται να μεταδώσει την ελληνική μας κληρονομιά όχι μόνο στα παιδιά του αυτά την έχουν, αλλά και στα εγγόνια του, από την σκοπιά μου να εδραιώσουν την κληρονομιά των παππούδων των όταν μεγαλώσουν να ξέρουν ποιοι είναι από πού προέρχονται και να θυμούνται ότι ανήκουν σε αυτήν την ελληνική εθνικότητα, να την έχουν σαν ταυτότητα να μην τα καταπιεί το αμερικανικό χωνευτήρι. Έτσι λάβαμε όλοι μέρος στην «παρέλαση» οι παππούδες ως θεατές τα παιδιά και τα εγγόνια λαμβάνοντες μέρος στο περπάτημα αυτό. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα χαρά θεού.

Όχι δεν θα εξετάσω, δεν είμαι αρμόδιος τον ετεροχρονισμό, ούτε τον ρυθμό, ούτε γιατί το λέω περπάτημα και όχι «παρέλαση», ούτε τις τόσες πολλές ενορίες με Ιερείς να ηγούνται των σχολίων με τα πιτσιρίκια να ακολουθούν, ούτε αν υπήρχαν αρκετοί, θεατές, ούτε ποιοι έλληνες πολιτικοί παρίστανται, για όλα αυτά άλλοι έχουν τον λόγο, άλλοι έχουν την υπευθυνότητα.

Ναι, θαυμάσαμε και χειροκροτήσαμε την παρέλαση των ευζώνων, αυτοί μάλιστα παρέλασαν.

Είμαι απλούστατα ένας απλός πολίτης, χωρίς διασυνδέσεις με επώνυμους, όπου ενδιαφέρεται για παν το ελληνικό εικονογραφώ με τη μνήμη μου όσο μπορώ και προσπαθώ να μεταδώσω την ελληνική μας κληρονομιά με ότι μέσον έχω, με ότι μου είναι δυνατόν, με ότι υπάρχει διαθέσιμο στα χέρια μου και όχι μόνο, αλλά να εμφυτέψουμε στα εγγόνια μου μαζί με τους γονείς τους, στην καρδιά τους μέσα την ελληνική υπερηφάνεια, την ελληνική κουλτούρα, την ελληνική μας κληρονομιά, ακόμα και να την μεταδώσουν στους φίλους τους.
Για τα μικρά παιδάκια, το να είναι σημαιοφόροι της ελληνικής σημαίας παρελαύνοντας μπρος σε ένα κοινό, απολαμβάνοντας τα χειροκροτήματα των θεατών είναι μια υπερήφανη θύμηση που θα τους συνοδεύει σε όλη τους τη ζωή ένα ενθύμιο της ταυτότητάς των, ποιοι πραγματικά είναι, από που προέρχονται.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Πριν ξημερώσει:

Πριν ξημερώσει,

Ο Χαβιέρ κυκλοφορούσε με ένα κόκκινο τζιπ, ψηλός σχεδόν ξανθός, μου τον είχε συστήσει μια γνωστή μου γυναίκα η οποία συζούσε μαζί του, είχαν μάλιστα κι ένα κοριτσάκι. Πολλές φορές τα βράδια μαζευόμαστε στην αυλή του σπιτιού της, εκεί όπου έμενε σε ένα μικρό αγρόκτημα έξω απ την πόλη, χωρίς ηλεκτρικό, άναβαν μάλιστα κι ένα φυτίλι με πετρέλαιο που εξείχε από ένα τενεκεδένιο κουτί, το οποίο παρήγαγε μαύρο καπνό για να διώχνει τα κουνούπια. Έλεγαν μυθιστορίες ξαπλωμένοι σε αιώρες ή καθιστοί σε παγκάκια κάτω από το δένδρο Yaxché (Ceiba) το οποίο σύμφωνα με την μυθολογία των Μάγια ήταν το ιερό τους δένδρο. Ήταν το σύμβολο του παράδεισού τους όπου οι ψυχές μένουν σε ένα μεταφορικό στάδιο αιωνιότητας, εκεί όπου δεν υπάρχει τέλος, ούτε πόνος, ούτε λύπη, απολαμβάνοντας αφθονία φαγητών και πιοτών. Για όλα είχαν εξηγήσεις όπου σε έκαναν να πιστεύεις ότι κι ο εαυτός σου ήταν μέρος ενός σύμπαντος με μαγικά και υπερφυσικά φαινόμενα, π.χ. όταν ακούς ποδοβολητά αλόγων, είναι αυτά που παίρνουν τις ψυχές, ή την γυναίκα που κλαίει στο ποτάμι με τα αχτένιστα μακριά μαλλιά είναι δόλωμα του σατανά, ή την μαύρη πεταλούδα, όταν πετά μόνη της σημάδι θανάτου και χίλια δυο παραισθησιακά γεννήματα του νου.

Ο Χαβιέρ εργαζόταν στους σιδηροδρόμους αυτούς που κουβαλούσαν με τα βαγόνια τους την πραμάτεια στο μόλο του Puerto Barrios για να φορτωθεί στα βαπόρια για εξαγωγή, μπανάνες, είτε καφέ, ή ζάχαρη, η καουτσούκ, ή τσίκλα. Ακολούθως φόρτωναν στα βαγόνια γενικό εμπόριο για μεταφορά στο εσωτερικό ως επί το πλείστων στην πρωτεύουσα ciudad de Guatemala μια απόσταση 300 χιλιομέτρων χτισμένη σε οροπέδιο 1600 περίπου μέτρων κι από εκεί μέχρι την ακτή του Ειρηνικού Ωκεανού. Για να ανεβαίνουν σε αυτό το υψόμετρο στα μισά της απόστασης όταν άρχιζε η ανηφόρα έβαναν δυο ατμομηχανές, μια μπροστά και μια στη μέση. Γίναμε φίλοι, μου μάθαινε τα μυστικά της αστυνομίας στο λιμάνι, πώς να τους αποφεύγω όταν είχα κάποιο πρόβλημα με το ταξί μου. Κάπου, κάπου, μου έδινε το τζιπ να το οδηγώ. Όλοι στο λιμάνι ήξεραν ότι ήταν σπιούνος της αστυνομίας μα και του τελωνείου καταδίωξης λαθρεμπορίου.
Η δικτατορική στρατιωτική κυβέρνηση είχε δημιουργήσει την παραστρατιωτική οργάνωση «Το Λευκό Χέρι» με αυτή τρομοκρατούσε τους πάντες, εξαφάνιζαν ανθρώπους, αλλά κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει φανερά. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο, δεν ήξερες αν ο πελάτης που ζητούσε ταξί ήταν πράκτορας της οργάνωσης αυτής ο οποίος με το παραμικρό μπορούσε να σε οδηγήσει κάπου και να σε σκοτώσει, έτσι για κάποια υπόνοια, ή απλούστατα γιατί του άρεσε το αυτοκίνητό σου. Πολλά άτομα με λεφτά προπαντός αυτοί οι οποίοι δάνειζαν χρήματα με επιτόκιο στους φτωχούς εξαφανιζόταν, τελικά εύρισκαν τα πτώματά τους να επιπλέουν στο ποτάμι. Ο Χαβιέρ ήταν στο στοιχειό του, έλυνε κι έδενε.
Έτσι ένα βράδυ θα ήταν περίπου μεσάνυχτα χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα του σπιτιού μου. Ποιος να είναι τέτοια ώρα; Φοβάσαι να ανοίξεις.
Η φωνή ακούστηκε μαζί με κλάματα, φωνάζοντας το όνομά μου. Άνοιξα την πόρτα ήταν η γυναίκα του Χαβιέρ, έκλαιγε. Θέλω να με πας με το ταξί σου σε μια πόλη 200 χιλιόμετρα στο βάθος της ενδοχώρας, την είχαν ειδοποιήσει ότι σκότωσαν πισώπλατα τον άνδρα της και θα έπρεπε να πάει εκεί. Επικίνδυνο της είπα, πολύ επικίνδυνο, περίμενε τουλάχιστον να ξημερώσει; Όχι, όχι, δεν γίνεται πρέπει να είμαι εκεί κλπ…
Είχαμε έναν κοινό φίλο καλόν άνθρωπο ο οποίος εργαζόταν στα τραίνα, της είπα να περάσουμε τουλάχιστον να πάρουμε μαζί μας και τον φίλο αυτόν, ναι μου είπε, για συμπαράσταση ήρθε και η γυναίκα μου μαζί. Χτυπήσαμε την πόρτα του φίλου, όχι δεν έρχομαι τέτοια ώρα. Η γυναίκα με καθησύχασε, θα πηγαίνουμε σιγά και θα έχουμε το εσωτερικό φως του αυτοκινήτου αναμμένο. Ξεκινήσαμε στρατιώτες παρουσιαζόταν μπροστά μας και μας σταματούσαν με το χέρι στη σκανδάλη σε τακτικά διαστήματα. Πράγμα παράξενο όλοι είχαν μάθει για την δολοφονία του Χαβιέρ αυτή τους έλεγε πια ήταν και μας άφηναν να περάσουμε. Περνώντας μια μεγάλη γέφυρα στην είσοδο κι έξοδο μπουλούκια από στρατιώτες μας σταμάτησαν. Πάλι τα ίδια, φτάνοντας στην πολιτειούλα αυτή αστυνομικοί την πήραν συνοδεία να την πάνε στο μέρος όπου ήταν ακόμη το πτώμα.
Τώρα εμείς τι κάνουμε πως θα γυρίσουμε πίσω χωρίς να γνωρίζουμε κανέναν, ας πάμε στην αστυνομία να πάρουμε μια γνώμη. Για πρώτη μου φορά συνάντησα αστυνομικούς υπεύθυνους, όχι μας είπαν δεν σας εγγυόμαστε να φύγετε νύχτα, αλλά ούτε και να μείνετε εδώ έτσι άγνωστοι να περιμένετε, μας έβαλαν λοιπόν στην αυλή της αστυνομίας, έκλεισαν πίσω μας μια τεράστια πόρτα να περιμένουμε να ξημερώσει. Όταν βγήκε ο ήλιος μας άνοιξαν την πόρτα, μας έδωσαν κι ένα χαρτί στην περίπτωση που θα μας σταματούσαν στρατιώτες, όπως πραγματικά μας σταμάτησαν και μας ευχήθηκαν καλό ταξίδι. Γυρίσαμε στην πόλη του λιμανιού, ο ήλιος έλαμπε στο τροπικό αυτό μέρος, μόνο που οι άνθρωποι με τις πράξεις τους έβαφαν τις αχτίνες του με σκοτεινό χρώμα της νύχτας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Θαλασσοβρεγμένων, γήινη "Ανάσταση"


Θαλασσοβρεγμένων γήινη «Ανάσταση»

Τα κύματα χτυπούσαν το βαπόρι από την αριστερή πλωριά μάσκα, έ, όχι ότι είχαμε γερή φουρτούνα αλλά ένα αεράκι που μας χάιδευε με θαλασσόνερο την κουβέρτα κι άφηνε στην κουπαστή μια άχνη από αλάτι που έμοιαζε σα ζάχαρη σε τούρτα. Είχαμε αναχωρήσει από το Ρεσίφε Βραζιλίας ταξιδεύαμε τον νότιο Ατλαντικό θα περνάγαμε το ακρωτήριο της καλής ελπίδας, φορτωμένοι ρύζι από Νέα Ορλεάνη με προορισμό το Μπανγκλαντές. Στο Ρεσίφε είχαμε πιάσει για καύσιμα εκεί το πλήρωμα έμπλεξε με γυναίκες, ο θερμαστής της βάρδιας 4-8 δεν ήρθε στο βαπόρι και όταν ο της 12-4 τελείωσε τη βάρδια του και δεν φάνηκε αντικαταστάτης έκλεισε τις φωτιές απ’ τα καζάνια και βγήκε στη στεριά τον περίμενε γυναίκα. Έτσι το βαπόρι ξημέρωσε νεκρό, όταν έκανε την εμφάνισή του ο Κεφαλλονίτης των 4-8 γελώντας και μισομεθυσμένος τον υποδέχθηκαν με σπρωξιές και τον έστειλα κατευθείαν Ελλάδα. Από όταν είχαμε αναχωρήσει από Νέα Ορλεάνη πριν περίπου 40 ημέρες τα ψυγεία δεν δούλευαν κανονικά, αυτό μας προβλημάτιζε. Στο Ρεσίφε ήρθαν ψυκτικοί τα διόρθωσαν, μετά από δυο μέρες πάλι χάλασαν, είμαστε πλέον στο πέλαγος. Αν ποτέ τα διόρθωναν (οι μηχανικοί του βαποριού) και δοκίμασαν, τα κομπρεσέρ δούλευαν χωρίς να παράγουν ψύξη. Ο πρώτος μηχανικός ένας αργεντινός με έναν τουπέ στρατάρχη, αφού όταν ερχόταν στην τραπεζαρία για φαγητό έφερνε μαζί του μια φωτογραφία του ίδιου φορώντας στολή με γαλόνια μπροστά σε τραπέζι με ένα μπουκέτο λουλούδια και μου έλεγε: Να έτσι περνάμε στα Αργεντίνικα βαπόρια. Αυτός λοιπόν μου έλεγε ότι φταις εσύ που χάλασαν τα ψυγεία γιατί τα ανοίγεις πολλές φορές.
Μου είχε κολλήσει κι ένα χαρτί στην πόρτα να γράφω κάθε πότε τα άνοιγα. Ήταν φανερό ότι ήταν ανίκανος να βρει την αιτία, η δε ζέστη στο μέρος που δούλευαν τα μοτέρ πάνω από τις γραδελάδες ήταν ανυπόφορη. Είχαμε τρία ψυγεία ένα των λαχανικών, των ψαριών και των κρεάτων. Τα είχαμε γεμάτα τρόφιμα ώστε να μην αγοράσουμε τίποτε από το Μπανγκλαντές έως την επιστροφή μας Ευρώπη περίπου 6 μήνες ταξίδι. Έλα όμως που τα πράγματα δεν εξελίχθησαν σύμφωνα με το σχέδιο. Μετά από λίγες μέρες στον ωκεανό άρχισαν τα προβλήματα. Τα κρέατα έπιασαν μια γλίτσα, τα βούτυρα άναψαν, τα αυγά κόλλησαν στο τσόφλι, μέχρι που πάρθηκε η απόφαση να πεταχτούν όλα στη θάλασσα. Η ταχύτητα του βαποριού μόνο 5 μίλια την ώρα. Ένα ταξίδι από Νέα Ορλεάνη για Μπανγκλαντές που κράτησε 120 ημερόνυχτα πέλαγος φυσικά με προσεγγίσεις για καύσιμα. Τότε είναι που ήρθε μια πραγματική αναταραχή στο πλήρωμα, φαγητά μόνο όσπρια, μακαρόνια, καμιά κονσέρβα, ψωμί από αλεύρι με ξερή μαγιά, ζυμωτό όσο άντεχαν τα χέρια μου, ο μάγειρας να κάνει ‘στάση’ με το να λέει ότι η σύμβαση δεν το λέει να ζυμώνει ψωμί. Τώρα άντε να βρεις άκρη το πλήρωμα το μισό + ξένοι, η σημαία Λιβερίας, όχι ΝΑΤ κι ο μάγειρας να μου λέει για σύμβαση, ένας νεαρός Κεφαλλονίτης, έτσι ζύμωνα εγώ, όχι δεν υπήρχε ζυμωτήριο αλλά μια μεγάλη λεκάνη από αλουμίνιο.
Μετά από πάνω από 30 + μέρες εν πλω, μετά από καυγάδες, μετά από μια αναρχία και το χειρότερο απ’ όλα αισθανόσουν σαν φυλακισμένος, η ζωή σου ήταν μέρος αυτής της περιπέτειας, έπρεπε να παλέψεις για να μπορείς να υπάρχεις δεν υπήρχε διέξοδο. Διαταγή ήρθε να πιάσουμε στο Πορτ Ελίζαμπεθ νοτιοαφρικανική Ένωση, για καύσιμα, μετά να συνεχίσουμε για Κολόμπο κι από εκεί Μπανγκλαντές. Φτάσαμε περίπου 10 πρωινή, ήρθε ο τροφοδότης παράγγειλα λοιπόν για αυτή τη στιγμή μόνο παϊδάκια από αρνί, έτσι για γρήγορα, φρέσκες σαλάτες και μήλα, αυτό τίποτε άλλο. Βάλαμε την κουζίνα και ψήσαμε το κρέας η μυρωδιά του ψητού έστελνε μήνυμα αισιοδοξίας μαζεύτηκε όλο το πλήρωμα και άρχισε να τρώει. Φάγαμε κρέας, νόστιμα μήλα και σαν βράδιασε βγήκαμε στην πόλη πατήσαμε χώμα στερεό πήραμε καινούριο θάρρος, αισθανθήκαμε μέρος της ανθρώπινης κοινωνίας. Τότε μας φάνηκε μετά από τόση νηστεία σα να κάναμε λαμπρή, σα να γλεντούσαμε για την ανάσταση του Κυρίου, σε αυτή την περίπτωση τη δική μας. Ένας έλληνας ιδιοκτήτης καφετερίας όπου είχαμε πάει παρέα απ το βαπόρι να πιούμε μια κόκα κόλα ήρθε τρομαγμένος και μας λέει πρέπει να φύγετε, απαγορεύεται αυτός κι έδειξε έναν Λατινοαμερικάνο σκούρου χρώματος, που ήταν μαζί μας. Γυρίσαμε στην κιβωτό μας, στα νερά μας, αν και δεν είμαστε ψάρια, διερωτώμενοι αν ο Κύριος σταυρώθηκε και αναστήθηκε για όλα τα χρώματα των ανθρώπων. Θα πρέπει να ήταν τέλη Φλεβάρη- αρχές Μάρτη ή κάπου εκεί κοντά. Την άλλη μέρα αφού πήραμε τρόφιμα, αυτά που δεν θέλουν ψυγείο αναχωρήσαμε στον Ινδικό Ωκεανό για Κολόμπο Κεϋλάνης, την σημερινή Σρι Λάνκα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Όταν η φουρτούνα γίνεται στεριανή.


Όταν η φουρτούνα γίνεται στεριανή.

Όταν η Κολομβιανή ναυτιλιακή εταιρία Grancolobiana, θέλησε να ανανεώσει τον στόλο της έβγαλε στο σφυρί τα παλιά της Βαπόρια. Ήταν όλα μότορσιπ Ντήζελ, τονάζ 5.000 με δυο μηχανές οι οποίες κινούσαν την προπέλα σε ένα άξονα, κατασκευασμένα στη Γερμανία. Έλληνες μικρό- εφοπλιστές έτρεξαν και αγόρασαν δυο από αυτά τα βαπόρια, το Ciudad de Bucaramanga, και το Ciudad de Cuenca. Το ένα βαπόρι το αγόρασε παλιός καπετάνιος μαζί με έναν εστιάτορα που είχε ρεστοράν κοντά στου δίδυμους πύργους, όλοι Κεφαλλονίτες. Ένας μέλος πληρώματος από τους κολομβιανούς ναυτικούς έμεινε με το βαπόρι, ήταν ο παραμάγειρας Ασούζα από το χωριό Clemencia 30 χιλιόμετρα από την Καρθαγένη. Όταν το βαπόρι αυτό ήρθε στο Puerto Barrios Guatemala, καπετάνιος ήταν ένας παλιός μου γνωστός Κεφαλλονίτης όπου είχαμε ταξιδέψει μαζί στις Ινδίες, αυτός ως γραμματικός εγώ δε, σαν καμαρότος Chief Steward.
Μόλις με είδε χάρηκε, με πιάνει από το μπράτσο και μου λέει: δεν γίνεται, θα έρθεις μαζί μου, χρειάζομαι καμαρότο. Το βαπόρι ήταν χρόνο-ναυλωμένο από την United Fruit Co. Ταξίδια τακτικά ανάμεσα Νέα Υόρκη Καραϊβική.
Το σκέφτηκα, λέω ας πάω ένα δυο ταξιδάκια να ξεσκάσω μέχρι τη Νέα Υόρκη, ο καπετάνιος είναι γνωστός, φίλος έτσι μπαρκάρισα, το πρώτο εμπόδιο στο επόμενο λιμάνι έφυγε ο μάγειρας, είχε πιάσει μια φιλενάδα κι έμεινε στο Puerto Cortez Honduras. Ξέρεις μου λέει ο καπετάνιος πρέπει να πιάσεις μάγειρας, δεν γίνεται αλλιώς. Καμαρότος ήταν ένα καλό παιδί από την Πρέβεζα. Δεν είχα άλλη επιλογή και μπήκα στην κουζίνα, είχα παραμάγειρα τον Ασούζα, μάλιστα μου έλεγε αν ήθελα να μου προμηθεύσει διαβατήριο και χαρτιά Κολομβίας ενός αδελφού του που είχαν σκοτώσει οι αντάρτες, όλα νόμιμα, αν ποτέ.
Το δωμάτιό μου απέναντι από την κουζίνα ήταν το πρώτο δωμάτιο στη μέση. Σε αυτό το δωμάτιο δεν κοιμήθηκα ποτέ στο κρεβάτι, είχε ένα καναπεδάκι, εκεί ξάπλωνα, γιατί θεωρούσα τον εαυτόν μου προσωρινό. Αυτή η ιδέα του προσωρινού μου έδινε κάποια αυτοπεποίθηση στον εαυτόν μου, ένα θάρρος ότι είχα κάπου να ακουμπήσω, ότι κάπου είχα φτιάξει δική μου φωλιά γεμάτη θαλπωρή όπου με περίμεναν. Στη Νέα Υόρκη που φθάσαμε εμφανίστηκε και η κ. Ρίκα. Πέρασε απ’ την κουζίνα, έριξε μια ματιά. Ξέρεις μου λέει, θα έρθω μαζί σας ταξίδι, σήκωσα τους ώμους μου, τι να της πω; Δεν με ενδιάφερε.
Ρώτησα ποια είναι αυτή ;
Είναι η εφοπλιστίνα μου είπαν. Ε! από τότε άρχισαν πιο πολύ τα προβλήματα, αυτή ερχόταν στην κουζίνα, έμπλεκε μες τα πόδια μου, συνομιλούσε με τον παραμάγειρα, είχαν πιάσει φιλία, μάθαινε σπανιόλικα, έφτιαχνε γλυκά, μου έλεγε μην ανοίξεις τον φούρνο και πέσει, έτρεξα κι εγώ άνοιξα τον φούρνο έπεσε το γλυκό, τότε μ’ έπιασε ένα νευρικό γέλιο γέλαγα για ώρες. Αυτή μαρμάρωσε στάθηκε όρθια με έδειχνε κι έλεγε για δες τον γελάει.
Όταν το βαπόρι έφτασε στο Puerto Barrios, μου λέει ο καπετάνιος, δεν θα μπεις στην κουζίνα να μαγειρέψεις, θα αφήσεις τον παραμάγειρα και θα πας την κυρία Ρίκα κι εμένα βόλτα με το ταξί σου.
Αυτή λοιπόν φίλοι μου φορούσε ένα δίχτυ για μαγιό, παρέα με τον καπετάνιο τους πήγαινα συνήθως σε ακροθαλασσιές και μετά πήγαινα σπίτι μου.
Αυτό γινόταν κάθε ταξίδι μέχρι που ο εφοπλιστής ήρθε μια μέρα στη Νέα Υόρκη και μας είπε θα φύγετε μόλις τελειώσετε με τα αμπάρια ανοιχτά, θα τα κλείσει το πλήρωμα, ώστε να μην προλάβει να επιβιβαστεί η κ. Ρίκα. Πρώτο μας λιμάνι ήταν το Kingston Jamaica, πια η έκπληξη! Στο μόλο του λιμανιού μας περίμενε η κ. Ρίκα.
Λέγατε ότι θα μου ξεφύγετε πήρα αεροπλάνο και ήρθα, τα ίδια κι από την αρχή, στο γυρισμό στη Νέα Υόρκη φουντάραμε στο πράτιγο, εκεί στο αγκυροβόλιο ήρθε καινούργιος καπετάνιος, ξεμπαρκάρισαν τον παλιό καπετάνιο εκεί αρόδου, έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη τους. Μαζί χάθηκε και η κ Ρίκα. Όλα άλλαξαν. Λέω κι εγώ πιος ξέρει πότε θα ξανάρθω στη Νέα Υόρκη, ας πάω στο εστιατόριο του συνεταίρου του εφοπλιστή να γνωρίσω και τα κατατόπια της Νέας Υόρκης. Ήταν ένας κοντός χοντρούλης Κεφαλλονίτης, ο Φ. Μ. τι θα έλεγες του λέω αν μου έδινες εργασία στο μαγαζί σου, έτσι κι έτσι, πρόκειται να φύγω απ’ το βαπόρι, αν μου υποσχεθείς δουλειά θα μπορούσα να έρθω νόμιμα.
Με κοίταξε κάπως ύποπτα, μετά μου λέει μα ξέρεις μάγειρας; ξέρω απάντησα.
Ε! όχι παιδί μου, εμάς δεν μας κάνεις. Στον γυρισμό του βαποριού στην Γουατεμάλα ξεμπαρκάρισα. Πέρασαν τα χρόνια, κάποια πόρτα άνοιξε, τα κατάφερα ήρθα στη Νέα Υόρκη νόμιμα, ανακατεύθηκα με τους νόμιμους μετανάστες, αυτούς που είχαν έρθει με διαβατήρια και βίζες.
Σε μια εκδήλωση σε κοινοτική εκκλησιαστική αίθουσας στη Νέα Υόρκη, ξαφνιάστηκα όταν φίλος μου παλιός ναυτικός από τα Φραγκάτα Κεφαλονιάς (η τύχε τα έφερε και δουλεύαμε μαζί, στο ίδιο εστιατόριο) με φώναξε και μου παρουσίασε την κυρία Ρίκα. Αυτή μαρμάρωσε από την έκπληξη όταν με είδε, νόμιζα ότι θα ευρισκόσουν στη Γουατεμάλα, δεν πίστευε στα μάτια της ότι ζούσα στη Νέα Υόρκη. Μα πως είναι δυνατόν έλεγε και ξανάλεγε να σου επιτρέψουν να έρθεις; Αλήθεια πως τα κατάφερες; Την κοίταξα, είχε γεράσει οι ρυτίδες αυλάκωναν το πρόσωπό της, έφταναν μέχρι το λαιμό της, μετά σα να μετάνιωσε, να έρθετε μαζί με τον φίλο σου από το σπίτι, μας έδωσε την διεύθυνση, ένα βόρειο προάστιο της Νέας Υόρκης. Θυμήθηκα το διάβα της απ’ το βαπόρι, τις στάχτες, τα ερείπια.
Όχι, δεν πήγαμε.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Απρόοπτο Πρωινό,

Εσωτερικοί καταρράκτες

Ο ήλιος μας είχε χαθεί, τη θέση του είχε πάρει ο λύκος


Απρόοπτο Πρωινό,
Ξημέρωσε, σε μια ανοιξιάτικη λιακάδα, πράμα σπάνιο για τη Νέα Υόρκη. Κυριακή 5 Απριλίου, σκέπτομαι μια ωραία μέρα για να βγούμε από την φωλιά μας, όχι για να μπούμε σε άλλη φωλιά αλλά να πάμε κάπου στον κάμπο, στα βουνά, έξω στην ύπαιθρο να μας φύγει αυτή η πλήξη των κτηρίων με τις εκδηλώσεις ή και τα εστιατόρια με εθνικά φαγητά που βρίσκεις ότι τραβάει η ψυχούλα σου. Είχαμε μια έλξη για κάτι τι το καινούργιο, το ασυνήθιστο, καβαλήσαμε το αυτοκίνητο οδήγησα 120 μίλια ώσπου φτάσαμε στο Καζίνο της φυλής Μοχίγκαν (Μohegan,) στην πολιτεία Κονέκτικατ, δηλαδή των αυτοχθόνων ερυθροδέρμων (ινδιάνων) κατοίκων Αμερικής
Οι υπάρχοντες κάτοικοι της φυλής Μοχίγκαν έχουν αρκετά προνόμια από το αμερικανικό κράτος, όπως αφορολόγητα και την δημιουργία καζίνο από τα οποίων τα κέρδη συντηρούν τους ανθρώπους της φυλής τους. Προσπαθούν να αναστήσουν την γλώσσα τους, και σε κάθε γωνιά του υπερπολυτελούς καζίνου υπάρχουν σχέδια, αφίσες, και διάφορα σκηνές από την ζωή των ερυθροδέρμων αυτών. Είναι σα μια τεράστια πολιτεία κλεισμένη σε ένα κουκούλι με πολυεδρικούς τοίχους που και αν ακόμα δεν πάσχεις από κλειστοφοβία, εκεί θα υποφέρεις. Ένα πλήθος θα πρέπει να ήταν εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι ατημέλητοι μαλλιάδες, αχτένιστοι, πολύχρωμοι, πάρα πολλοί κινέζοι, μα και ανάπηροι με καροτσάκια, ηλικιωμένες κυρίες, μα και κύριοι, κουτσαίνοντας με το μπαστουνάκι τους, όλοι τραβούσαν το μοχλό της ελπίδας θρέφοντας τα μηχανάκια με πράσινα χαρτονομίσματα. Άλλοι πιο εκεί έπαιζαν ρουλέτα, άλλοι μπλακ τζακ, ένα θόρυβος σαν μελίσσι δεν μπορούσες να συγκεντρωθείς. Καμπανάκια που χτυπούσαν στα αυτιά σου έφταναν χαρμόσυνα αν κέρδιζες και πένθιμα αν έχανες. Εστιατόρια, μαγαζιά με σουβενίρ, κορίτσια με κοντά να σου σερβίρουν πιοτά ότι επιθυμείς, ξενοδοχείο, μια επιφανειακή πολυτέλεια, όλα αυτά αποσκοπούνε να μαζέψουν τον οβολό αυτών των πολλών ηλικιωμένων ανθρώπων, αυτών που μαζεύουν από τις φτωχογειτονιές τα λεωφορεία που πάνε να σπάσουν τη μονοτονία της ζωής τους, προσφέροντάς τους την αυταπάτη της χλιδής, της πολυτέλειας, αλλά και μια αμυδρά ελπίδα να κερδίσουν. Η αλήθεια είναι ότι ζητούσα ένα παρκινγκ στον ήλιο και είχα πάρει την κυριακάτικη έκδοση των New York Times με την απόφαση να την ξεκοκαλίσω. Καθισμένος μέσα στο αυτοκίνητο, έχοντας συντροφιά τη θαλπωρή του ήλιου, μια κι έκανε κρύο, θα απολάμβανα το διάβασμα, αλλά δυστυχώς δεν ήταν εφικτό ένεκα αναδιοργάνωση των οικοδομών. Έτσι έκανα μια βόλτα στο εσωτερικό του καζίνου μπλεγμένος σε πολυτελή σκηνικά και ένα ξέφρενο πλήθος που βλαστημούσε την τύχη του, εκεί όπου η ανθρώπινη αξία είναι πράσινη, όπως το χαρτονόμισμα. Πήραμε τον δρόμο του γυρισμού, χάσαμε και τον ήλιο, και μαζί έχασα και την αυτοσυγκέντρωση μου, για να μπορώ να απολαύσω ότι ζητούσα την ανάγνωση στην απόλυτη ησυχία, παρέα με τις ακτίνες του ήλιου να με θερμαίνουν στο μοναχικό μου βασίλειο το παρκαρισμένο αυτοκίνητο.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης