Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Σύγχρονοι Ομογενειακοί Θησαυροί.

Η Φωτό είναι από μια έκθεση βιβλίων μου, σε ένα χωριουδάκι του Long Island
Άρα ποιοι να είναι οι θησαυροί της ομογένειας στη Νέα Υόρκη;
Μήπως τα πλούτη; Μήπως τα κτίρια;

Θησαυροί είναι τα πνευματικά βιωματικά έργα των μεταναστών, όσοι κρατάνε την λυχνία του ελληνικού φωτός, των ελληνικών γραμμάτων, της ελληνικής γλώσσας. Ο κάθε ένας τους με τον τρόπο του, αφού ακόμα μετά από τόσα χρόνια στα ξένα εξακολουθούν να διαβάζουν ελληνικά, να γράφουν ελληνικά να υπάρχουν σαν έλληνες, να συναναστρέφονται μεταξύ τους σαν ίδια ράτσα και μόνο το ότι κρατούν ανυψωμένο το λάβαρο της εθνικότητάς τους εδώ στην πολυσπερμία εθνών, είναι θησαυροί, που ακόμα αγωνίζονται. Το κάθε γεροντάκι, η κάθε γριούλα αυτοί που έμειναν έλληνες είναι ανεκτίμητοι, είναι αυτοί που αγνοεί η άρχουσα τάξη, το κράτος, το ΣΑΕ, είναι αυτοί που η φωνή τους δεν ακούεται, τώρα γενάτε το ερώτημα τι θα απομείνει για τις επόμενες γενιές όταν φύγουν όλοι αυτοί οι ελληνόφωνες ‘πρωτοπόροι’ μετανάστες;
Τα πλούτη όπου υπάρχουν θα σβήσουν, το χρήμα θα αλλάξει χέρια, τα σπίτια, τα κτίρια, θα ξαναγυρίσουν στους νόμιμους ιδιοκτήτες, ή το κράτος.
Η εκκλησία δεν έχει πρόβλημα, θα ταυτιστεί με τις συνήθειες και γλώσσα της νεολαίας του τόπου.
Η μεταναστευτική Ελλάδα, τα γραπτά έργα των βιοπαλαιστών, αυτά που έσταζαν δάκρυα νοσταλγίας και ιδρώτα βιοπάλης θα χαθούν. Μιας ομογένειας που έκτισε κοινοτικά κτίρια, μιας ομογένειας που έγραψε ιστορία με βιωματικές περιπέτειες πρωτοπόρων αποτυπωμένες σε περγαμηνές στην ελληνική γλώσσα παρατημένες σε κάθε γωνιά υπογείου, αφού δεν ενδιαφέρουν κανένα, μουχλιασμένες από την υγρασία, μέχρι που να πεταχτούν στα άχρηστα, απ’ τους κληρονόμους. Τα παιδιά τους, οι απόγονοί τους, για πρώτη τους γλώσσα έχουν την αγγλική, δύσκολο να εννοήσουν τη γραπτή γλώσσα και το πνεύμα των μεταναστών. Και αν ακόμα τα διαβάζουν θα πρέπει να τα συγκρίνουν με τον αμερικανικό τρόπο σκέψης, ένα δύσκολο επίτευγμα.
Αν τους έθαβαν κάπου μετά από χρόνια θα μπορούσαν σε ανασκαφές να παρουσιαστούν σαν ευρήματα αρχαίας μαρτυρίας και να υπερηφανεύονται οι αρχαιολόγοι ερευνητές και οι εκ μακρόθεν έλληνες ιθύνοντες ότι κάποτε σε τούτο τον τόπο υπήρχε ανθούσα ελληνική παροικία.

Αλήθεια, τι ειρωνεία;

Τι χρειάζονται; Όχι έναν τάφο. Αλλά ένα αρχείο, μια βιβλιοθήκη, να δείξουν λίγο ενδιαφέρον οι ιθύνοντες, το κράτος, το ΣΑΕ, οι άνθρωποι, -όσο ανιαρό και να φαίνεται το θέμα,- για σύναξη των γραπτών θησαυρών, που σαν παιδιά της Ελλάδας, της ελληνικής γραφής , είναι σκορπισμένα σε κάθε υπόγειο, σε κάθε γωνιά, πριν σαπίσουν, πριν γίνουν στάχτη, από την τριβή του χρόνου.

Συνήθως όποιος έχει την τρέλα, την μανία, το χόμπι να γράφει καταλήγει απένταρος, σπαταλώντας τον καιρό του, σε κάτι όπου δεν φέρνει κέρδος, αλλά αυτό το κάτι τον γεμίζει, τον ικανοποιεί.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Μια Σταγόνα...

Μια σταγόνα θύμησης που σα δάκρυ εμφανίζεται κι αναπολεί τα περασμένα, είναι αυτή που αρνείται να πέσει να χαθεί, αλλά παραμένει αιωρούμενη πιστή μιας εικοσάχρονης περιπέτειας που άρχισε με ένα πλωτό σκαφίδι.
Πελάτης ήρθε στην πιάτσα των ταξί και κοίταζε κάπως περίεργα, μελαχρινός με ένα μαύρο μουστάκι σα σκούπα, έλληνας ναυτικός από ένα βαπόρι όπου ήταν χρονο ναυλωμένο από την αμερικανική εταιρία United fruit Co. εταιρεία μπανανών, σε τακτικά ταξίδια. Τελικά του μίλησα ελληνικά. Ά! Ωραία, εσένα θέλω, έχεις μεγάλο αυτοκίνητο ένα Σεβρολέτ Μπελαιρ χρώματος γαλάζιου προς ένα αχνό πράσινο. Θα έρθεις στην πύλη του λιμανιού την τάδε ώρα έχω φέρει μερικά χριστουγεννιάτικα δώρα για τον λιμενάρχη ο οποίος ήταν και γνωστός μου, ο Coronel Rodríguez.

Ο ναυτικός Χιώτης από την Καλιμασιά Είχε μιλήσει με τους τελωνιακούς στην πύλη και του έκαναν πλάτες , πράγματι αφού φόρτωσε το αυτοκίνητο περάσαμε απ ό το λιμεναρχείο Capitanía del puerto , εκεί ξεφόρτωσε δυο κιβώτια μήλα Washington apples red delicious. Πρέπει να εξηγήσω ότι τα μήλα ένα φρούτο σπάνιο για τα τροπικά μέρη η άρχουσα τάξη είχε τη συνήθεια στις εορτές των Χριστουγέννων να δωρίζουν και να τρώνε μήλα, άσε που ήταν και ένα κοινωνικό στάτους. Ο φτωχός λαός δεν αγόραζε τέτοια. Η υπόλοιπη πραμάτεια ήταν καλλυντικά Avon τα οποία έβγαιναν λαθραία παραλήπτης ένας κινέζικος ο οποίος είχε εμπορικό κατάστημα. Μια μεγάλη πόρτα αυλής άνοιξε κι έκλεισε, το αυτοκίνητο κρύφτηκε μέσα, μαζί κι εγώ. Εκεί το ξεφόρτωναν με την ησυχία τους. Τελειώνοντας πήγα τον φίλο στο μόλο όπου ήταν το βαπόρι του, με πλήρωσε για το αγώι και την πραμάτεια, υπόθεση τελειωμένη. Στην πιάτσα είχε βγει η φήμη ότι κουβαλούσα με το αυτοκίνητο λαθραία, ένας οδηγός ταξί έγχρωμος παραμπαστός από τα νησιά της καραϊβικής με ένα μεγάλο αυτοκίνητο πλύμουθ είδε τις κινήσεις , και ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία είχε στείλει δυο μυστικούς με πολιτική περιβολή να με συναντήσουν. Πράγματι ήρθαν στην πιάτσα κι άρχισαν τις ερωτήσεις. Ναι τους είπα ήταν όλα του λιμενάρχη.
Που τα πήγες;

Στη μέση του πουθενά σταμάτησα, ήλθε το τζιπ του λιμεναρχείου και τα πήγε στο σπίτι του.
Για να γίνω πιο πιστικός φώναξα απ’ το βαπόρι και τον ναυτικό Παναγιώτη ο οποίος τους είπε τα ίδια, μάλιστα τους δώρισε μια μπουκάλα ουίσκι και πολλές υποσχέσεις για μελλοντικά δώρα που θα τους έφερνε στα επόμενα ταξίδια. Οι αστυνομικοί δεν τολμούσαν να καταγγείλουν τον λιμενάρχη αλλά έψαχναν, σκάλιζαν από την ουρά, από τον πιο μικρό, έτσι ήρθαν σε εμένα. Όχι καλέ δεν τους ενδιάφερε ο νόμος, απλούστατα ήθελαν μερτικό.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Τα πρώτα βήματα...

Η σκεπή του σπιτιού που γεννήθηκα...
Τα πρώτα βήματα…

Το πάτωμα του σχολείου ήταν φτιαγμένο από κυπαρισσένιες σανίδες με ρόζους, έμοιαζαν με παπαρούνες απλωμένες σε βρώμικο κάμπο από τα παιδικά πατήματα, που όμως άνθιζαν λουλούδια. Η έδρα του δασκάλου ήτανε στην αίθουσα που είχε παράθυρο προς τον Μαΐστρο, εκεί πάνω σ’ ένα βάθρο ένα παλιό τραπέζι επάνω το μελανοδοχείο με μελάνι φτιαγμένο από φύλλα παπαρούνας με τη βοήθεια του ήλιου, η πένα και το πενάκι για αλλαγή.
Ο μαυροπίνακας στο βάθος στεκόταν ακουμπισμένος σε έναν τρίποδα, το σφουγγάρι από παλιά κουρέλια αλευρωμένο από τη σκόνη της κιμωλίας. Πιο εκεί κάτι σα μισοφέγγαρο, το στυπόχαρτο. Η πλάκα με το κοντύλι σε μια σάκα πάνινη κρεμόταν στην πλάτη μου.

Οι πρώτες εικόνες…

Απ το ύψωμα του χωριού βλέπαμε τους ανεμόμυλους να γυρίζουν χαρούμενοι τα πάνινα φτερά τους πάντοτε ενάντια στην κατεύθυνση του αέρα. Οι χωριανοί θέριζαν τα χρυσά στάχυα, τα έδεναν σε θημωνιές, τ’ αλώνιζαν με άλογα στο πέτρινο αλώνι και με δικράνια έβγαζαν τ’ άχερα στη πνοή του δροσερού Μαΐστρου, έτσι μετέφεραν το σιτάρι στους ανεμόμυλους για να γίνει αλεύρι.
Θυμήθηκα και το τραγουδάκι που λέγαμε.
«Κάτω στην άκρη του χωριού που ο μύλος μας γοργά γυρνά, εκεί είναι και το φτωχικό το σπίτι μου το πατρικό. Εκεί πρωτάνοιξα το φως τα μάτια μου και τη χαρά και είμαι σαν ένας αδελφός με τ’ άλλα του χωριού παιδιά»…

Το τέλος:

Μετά ήρθε ο πόλεμος, η φυγή, ο ξεριζωμός, το χάος, το τέλος της παιδικής ηλικίας.

Το ζητούμενο:

Σήμερα δεν ζητώ τίποτα απ’ τη ζωή, μόνο λίγη νοσταλγική παιδική αθωότητα με τον ίδιο ήλιο, αυτή που μου έκλεψαν, όχι δεν είμαι εκδικητής, αλλά το ποδοπάτημα μιας παιδικής αθωότητας, αυτής που μόνο μια φορά υπάρχει, αυτής που χάθηκε, αυτής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, είναι ένα ψυχικό βάρος που ζει εν όσο ζεις.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Aπό τη ζωή, μιας άλλης Νέας Υόρκης

Στο βάθος τα κτίρια της wall street, υπήρξε μια αθώα εποχή που τα θαύμαζα.

Ο μετρητής του χρόνου.


Μετά από δεκάωρο μεροκάματο στο εστιατόριο αρχίζει ένας καινούργιος αγώνας, ο αγώνας του γυρισμού με το υπόγειο τρένο της Νέας Υόρκης. Βιάζεσαι να φθάσεις στη θαλπωρή του σπιτιού σου. Τα πόδια σου πρησμένα από την ορθοστασία πασχίζουν να σηκώσουν τα βαριά παπούτσια σου, που μοιάζουν σα φέρετρα να κολλάνε σε κάθε σκαλοπάτι, σαν αυτό να ήταν το μνήμα τους, να χωθούν να ζήσουν στην αιωνιότητα.
Τα σκαλοπάτια βρώμικα, μαύρα γεμάτα μασημένες και ποδοπατημένες τσίκλες τα κατεβαίνεις με την ψυχή στο στόμα. Στην πλατφόρμα ο κόσμος πολύς, σε συνεπαίρνουν, σε σπρώχνουν προς την πόρτα του τραίνου. Ούτε κατάλαβες πως μπήκες μέσα, τα σώματα γύρω σου συμπαγή, δεν φοβάσαι μη χάσεις την ισορροπία σου, έχεις γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι ανθρώπινης μάζας.
Χέρια σηκωμένα, κρατημένα από τις χειρολαβές. Σάρκες πλαδαρές που κρέμονται από γυμνά μπράτσα, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά ιδρωμένα, χοντρά, αδύνατα, γέρικα, νεαρά. Πρόσωπα πολύχρωμα μαύρα, άσπρα, κίτρινα, σοκολατί, μαλλιά σαν τα χρώματα της ίριδος, σκουλαρίκια να κρέμονται από κάθε τρύπα. Αναπνοές που βρομούν, βλέμματα αγριεμένα, μούτρα αξύριστα, γένια μπερδεμένα, μουστάκια κινέζικα, σε κοιτούν, σε πατούν, σε σπρώχνουν, πατάς κι εσύ, σπρώχνεις όσο μπορείς. Το τραίνο σταμάτησε, ανοίγει η πόρτα βρίσκεσαι έξω. Δοκιμάζεις ν’ αναπνεύσεις ελεύθερα, να καταλάβεις πόση ώρα ήσουν μέσα στον κινούμενο κήπο της Εδέμ.
Φθάνεις σπίτι σου κάθεσαι στον καναπέ, βγάζεις τα παπούτσια σου, από την κούραση τα μάτια σου κλείνουν, ξυπνάς, τρίβεις τα μάτια σου, το ρολόι από το απέναντι τραπεζάκι σου χαμογελά, κάνοντας τα μπλε φωτάκια του να αναβοσβήνουν. Αισθάνεσαι αιχμάλωτος στην παγίδα του χρόνου. Το χουφτιάζεις το ποδοπατάς, καπνός βγαίνει από τα μπλε μάτια του. Άχρωμες τρύπες έμειναν στο μέρος των ματιών του. Σταμάτησες τον μετρητή του χρόνου.
Έπαψε πλέον να στον μετρά, ελεύθερος άνοιξες τα μπράτσα σου κι αγκάλιασες μιαν ουτοπία, την ελευθερία σου από το σκλάβωμα του μετρητή του χρόνου, βάλθηκες να την χαρείς έστω για απόψε, χωρίς να σκέφτεσαι ότι αύριο θα έπεφτες στην αγκαλιά του για να μπορείς να ζεις να υπάρχεις.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Το φως της Ελπίδας.

Παρέα με την καινούργια γενιά, στις πατρογονικές ρίζες, Κεφαλονιά, λίμνη Μελισάνη
Το φως της ελπίδας, στο αγκάλιασμα του χρόνου



Το πρόσωπο του μου ήταν γνωστό, με τα χρόνια είχε παχύνει λιγάκι, κοντοστάθηκα μπροστά του, τον περίμενα να εκπλαγεί που με έβλεπε, με κοίταξε με μάτια κρύα απλανή, λες και είχα κατεβεί από τον Άρη.
Σταμάτησα αναποφάσιστος, τον κοίταξα καλύτερα, ίσως να έχω κάνει λάθος σκέφθηκα; Αλλά δεν γίνεται, τέτοια ομοιότητα; Τότε παρατήρησα ότι κρατούσε απ’ το χέρι τη γυναίκα. Φορούσε μια φορεσιά χρώματος κρέμα, Ίδρωνε, μετά έβγαλε το σακάκι του το πέταξε σε μια γωνιά, μπήκε στη σειρά, μπροστά μου, να τσεκάρει τις βαλίτσες του για Νέα Υόρκη.
Μπήκα κι εγώ στη ουρά με το διαβατήριο και το βαλιτσάκι μου, το τσεκάρισα για τη Νέα Υόρκη.
Η σκηνή στο αεροδρόμιο της Κεφαλονιάς ώρα 5 πρωινή, ακόμη δεν είχε φέξει, λέω στο μισοσκόταδο ίσως να έκανα λάθος, αλλά πάλι με έτρωγε η περιέργεια.
Μπήκαμε στο αεροπλάνο μαζί, στην Αθήνα θα αλλάζαμε αεροπλάνο. Περιμένοντας πήγα στην καφετέρια του αεροδρομίου. Πάλι μπροστά μου έπιναν καφέ, μαζί με την γυναίκα του.
Συγνώμη του λέω, είσαι ο Τάκης από τη Νέα Υόρκη;
Ναι εγώ είμαι, μου είπε και το επώνυμό του.
Με θυμάσαι όταν ερχόσουν στο Blue Diner, αυτό το μικρό εστιατόριο που έμοιαζε με βαγόνι τραίνου, σαν από αυτά που κάποτε υπήρχαν στο Far West αυτά που βλέπαμε σε ταινίες καουμπόικες του περασμένου αιώνα μάλιστα μια φορά με κινηματογράφησαν για ένα ντοκιμαντέρ, παίζοντας τον ρόλο του πατέρα, ενός νεαρού που το είχε ρίξει στα ναρκωτικά. Τους άρεσε το σκηνικό αυτό το παμπάλαιο εστιατόριο, και η επικίνδυνη φτωχογειτονιά του νότιου Μπρονξ , εσύ ερχόσουν να πάρεις παραγγελία για τρόφιμα κι εγώ ως μάγειρας σου έλεγα τι χρειάζομαι. Μετά, κουβεντιάζαμε ήσουν κι εσύ, όπως κι εγώ ναυτικός, εσύ ανθυποπλοίαρχος, εγώ καμαρότος, είχαμε τον κοινό φίλο μας τον καπετάνιος που πραγματοποίησε το όνειρό του, να χτίσει ένα εστιατόριο σε σχήμα βαποριού, να έχουν πρόσβαση οι πελάτες και από την θάλασσα, μα και ο Μιχάλης μηχανικός στα βαπόρια και σήμερα ιδιοκτήτης του εστιατορίου, όλοι μας για ένα φεγγάρι δουλεύαμε ναυτικοί στην ίδια εταιρία, έτσι βρεθήκαμε στη Νέα Υόρκη, δεν είχαμε την πολυτέλεια να μείνουμε χωρίς δουλειά, έτσι ο καθένας μας έκανε ότι εργασία εύρισκε; Ήταν απαραίτητο το καθημερινό μεροκάματο. Έμεινε σιωπηλός, μπορεί να μην θέλει να συνεχίσει την κουβέντα μας, σκέφτηκα ότι ζούσε στον κόσμο του.
Τι παράξενο;
Στο αεροπλάνο για Νέα Υόρκη τι σύμπτωση, κάθισαν ακριβώς μπροστά μου, 10 ώρες πτήσεις είναι αυτές, σηκώθηκα έκανα περίπατο στον διάδρομο, σε μια στιγμή που είχε πάει στην τουαλέτα πλησίασα την γυναίκα του, της συστήθηκα, ναι μου λέει αυτός είναι, ο Τάκης, αλλά έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό, και δεν θυμάται, έγινα μέλος της παρέας, το ταξίδι μου πέρασε με παλιές αναμνήσεις για κοινούς φίλους συζητώντας με την γυναίκα του, αυτός άκουγε, δεν έπαιρνε μέρος στη συζήτηση. Στη Νέα Υόρκη στο αεροδρόμιο μαζί βγαίναμε, εγώ μπροστά αυτοί ακολουθούσαν, όταν πέρασα τον έλεγχο αυτοί έμειναν πίσω, γύρισα το κεφάλι μου.
Ξαφνικά είδα στο στρογγυλό πρόσωπό του ένα φως, το φως της ελπίδας, έλαμπε σαν πανσέληνο, ένα χαμόγελο άνοιξε στα χείλη του, σήκωσε το χέρι του και μου έγνεψε ένα αντίο. Με είχε θυμηθεί.

Όλοι μας εμείς βγήκαμε στον αγώνα έξω απ’ τα σύνορα της Ελλάδας μόνοι μας, σε μια πλατιά κοινωνία χωρίς σύνορα, για να κατορθώσουμε να επιζήσουμε στην παγκοσμιότητα, κάναμε οποιαδήποτε εργασία, μέχρι που να ωριμάσει το όνειρο της επιστροφής, χωρίς ποτέ να υπολογίσουμε τον χρόνο, αυτόν που ωριμάζει το σώμα και σαν το μήλο που από την ωριμότητα σαπίζει και πέφτει απ’ το δένδρο, έτσι κι εμείς απ’ την ωριμότητα του χρόνου πέφτουμε στις ρίζες μας, αγαπάμε αυτές που γεννηθήκαμε, αλλά μένουμε σε αυτές που σπείραμε στα ξένα και φούντωσαν έγιναν δένδρο με κλαριά, έβγαλαν άνθη, φρούτα και δημιούργησαν μια καινούργια γενιά, τη δική μας γενιά.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Ύμνος


Στην Φώτο, ένα ταξίδι στα έγκατα της γης, στην σπηλιά Δρογαράτι Κεφαλονιά
Η κόρη μου, η αφεντιά μου, η εγγονή μου.
Αγαπητοί μου φίλοι: Διαβάστε για να δείτε τι δύναμη έχει το φιλί μιας γυναίκας.
Είπα να ανασύρω απ’ τα αρχεία μου και να σας παρουσιάσω, ένα ποίημα του Αργεντινού ποιητή Jorge Luis Borges, μέχρι να βρω απαιτούμενο καιρό να βάλω τις ιδέες μου σε κάποια τάξη και ν’ αρχίσω να γράφω, ένεκα που πρέπει να τελειώσω ορισμένες εργασίες πριν τον χειμώνα.

Ύμνος
Τούτο το πρωί
υπάρχει στον αέρα μια απίστευτη ευωδία
απ’ τα τριαντάφυλλα του παραδείσου.
Εις τις όχθες του Ευφράτη
ο Αδάμ γεύεται τη δροσιά του νερού.
Χρυσή βροχή πέφτει απ’ τον ουρανό
είναι η αγάπη του Δία.
Πηδά απ’ τη θάλασσα ένα ψάρι
κι ένας άνθρωπος από το Αγρικέντο θα θυμηθεί
ότι αυτός ήταν το ψάρι.
Στη σπηλιά που το όνομά της θα είναι Αλταμίρα
ένα απρόσωπο χέρι χαράζει τις καμπύλες
της ράχης ενός βίσωνα.
Νωθρό το χέρι του Βιργίλιου χαϊδεύει
το μετάξι που έφεραν
απ’ το βασίλειο του κίτρινου αυτοκράτορα
τα καραβάνια και οι σκούνες.
Το πρώτο αηδόνι κελαηδά στην Ουγγαρία.
Ο Ιησούς βλέπει στο νόμισμα το προφίλ του Καίσαρα.
Ο Πυθαγόρας αποκαλύπτει στους έλληνες του
ότι το σχήμα του 'χρόνου' είναι κυκλικό.
Σε ένα νησί του ωκεανού
τ’ ασημένια σκυλιά κυνηγούν τα χρυσά ελάφια.
Σε ένα αμόνι σφυροκοπούν το σπαθί
που θα είναι πιστό στον Σιγκούρδ.
Ο Ουίτμαν τραγουδά στο Μανχάταν.
Ο Όμηρος γεννιέται σε εφτά πόλεις.
Μια δεσποινίς κατάφερε κι αιχμαλώτισε
το λευκό μονόκερω .
Όλο το παρελθόν ξανάρχεται σαν ένα κύμα
και τα αρχαία συμβάντα ξαναζούν
γιατί σε φίλησε μια γυναίκα.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Μετάφραση,
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Fragmentos

To σκηνικό της ιστορίας μοιάζει με το μυστήριο της φωτογραφίας στην Κεφαλονιά, είναι η οροφή μιας υπόγειας λίμνης της Μελισάνης η οποία έπεσε και στάθηκε στη μέση της λίμνης πριν 5000 χρόνια ...
^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^
Αγαπητοί μου φίλοι αναγνώστες, το καλοκαίρι στην Ελλάδα εκτός από του ότι απολάμβανα τη φύση διάβαζα, ήταν μια ανάγκη, επιβίωσης εκτός από το σώμα μου που ήταν παρόν, ο νους μου έτρεχε σε άλλες εποχές, για να μπορώ να ισορροπώ.
Το ότι ακολουθεί είναι απόσπασμα ενός μεγάλου ποιήματος, ισπανού ποιητή του 19 αιώνα, που μου έκανε τεραστία εντύπωση…
Έχω στο αρχείο μου το όνομα του ποιητή, καθώς και το βιβλίο, όποιος το ζητήσει ευχαρίστως θα το παράσχω.

Fragmentos= αποσπάσματα

Σε έναν καλό δικαστή, καλύτερος μάρτυρας
……………………………………………………………..................
-Γυναίκα, τι θέλεις;
-Ζητώ δικαιοσύνη, κύριέ μου.
–Για ποιο λόγο;
-Για ένα κόσμημα που μου έκλεψε.
-Τι κόσμημα;
-Την καρδιά μου.
-Εσύ την έδωσες;
-Του την δάνεισα.
-Και δεν στην ξαναγύρισε;
-Όχι.
-Έχεις μάρτυρες;
-Κανένα.
-Σου υποσχέθηκε;
-Ναι, μα το Θεό, πριν αναχωρήσει απ’ το Τολέδο δέθηκε με όρκο.
-Ποιος είναι αυτός;
-Ο Ντιέγο Μαρτίνεζ.
-Ευγενής;
-Και καπετάνιος, Κύριε.
-Να παρουσιαστεί ο καπετάνιος, να τηρήσει την υπόσχεσή του αν ορκίστηκε.
……………………......................................................
-Εσύ είσαι ο καπετάν Δον Ντιέγο;
ρώτησε ο Δον Πέδρο, εσύ;
Ήρεμος και νηφάλιος απάντησε ο Ντιέγο Μαρτίνεζ.
-Εγώ είμαι.
-Γνωρίζεις αυτό το κορίτσι;
-Πάνε τρία χρόνια, αν δεν κάνω λάθος.
-Της έδωσες όρκο να γίνεις άνδρας της;
-Όχι.
-Ορκίζεσαι ότι δεν της έδωσες όρκο;
-Ναι, ορκίζομαι.
-Τότε, πήγαινε στην ευχή του Θεού.
-Λέει ψέματα φώναξε η Ινές κλαίοντας, κατακόκκινη με πείσμα.
-Γυναίκα σκέψου τι λες;
-Λέω, ότι λέει ψέματα, μου ορκίστηκε.
-Έχεις μάρτυρες;
-Κανένα.
-Καπετάνιε μου πήγαινε στην ευχή του Θεού και συγνώμη που αμφέβαλα για την τιμιότητά σου.
Γύρισε την πλάτη ο Μαρτίνεζ με μια άγρια ικανοποίηση και η Ινές που τον είδε να φεύγει πετάχτηκε πάνω και δυνατά φώναξε:
-Φωνάξτε τον, έχω ένα μάρτυρα.
-Φωνάξτε τον για άλλη μια φορά κύριε!
………………………………….........................................................
Σούσουρο ακούστηκε από το ακροατήριο.
-Και η Βάργας εξακολούθησε:
-Έχω ένα μάρτυρα ο οποίος λέει την αλήθεια και το δίκιο.
-Ποιον;
-Ένας άνδρας ο οποίος από μακριά άκουε τα λόγια μας, κοιτάζοντάς μας από ψηλά.
-Ήταν σε κανένα μπαλκόνι;
-Όχι, ήτανε μαρτυρικά σταυρωμένος και πάει καιρός που πέθανε.
-Τότε είναι νεκρός;
-Όχι, ζει.
-Είσαι τρελή, ο Θεός ζει.
-Ποιος ήταν;
-Ο Χριστός του la Vega που μπροστά του ψευδομαρτύρησε.
………………………………………………………………..
-Ο νόμος είναι νόμος για όλους, ο μάρτυράς σου είναι ο καλλίτερος, για αυτούς τους μάρτυρες δεν υπάρχει άλλο δικαστήριο από τον Θεό, αλλά εμείς θα κάνουμε ότι ξέρουμε.
Γραμματέα, με το πέσιμο του ήλιου θα πάρεις κατάθεση του Χριστού που είναι στο La Vega.
……………………………………………………………………
-Ιησού, γιε της Μαρίας, παρουσιάζεσαι μπροστά μας σήμερα σαν μάρτυρας κληθείς από τον στόμα της Ινές του Βάργας.
Ορκίζεσαι ότι είναι αλήθεια ότι μια μέρα μπροστά στη δική σου θεϊκή μορφή ορκίστηκε στην Ινές ο Ντιέγο Μαρτίνεζ να την νυμφευθεί;
……………………………………………………………..
Από τους μακρινούς αιθέρες ακούστηκε μια βαθιά υπεράνθρωπη φωνή,
Ναι, ορκίστηκε…
Δειλά ύψωσε ο όχλος το βλέμμα στην άγια εικόνα. Είχε ανοιχτά τα χείλη κι ένα ξεκάρφωτο χέρι…

Μετάφραση,
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

-

Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

Ξαναγύρισα,


Και το πιο παράξενο είναι ότι το αυτοκίνητο αυτό, υπήρχε όταν πρωτάνοιξα τα μάτια μου.





Γεια σας φίλοι μου,

Έφθασα στην πόλη του Μεγάλου Μήλου, παρακαλώ μερικές μέρες να συνέλθω, μάλλον να ξαναβρεί το ρυθμό του το βιολογικό ρολόϊ μου, που όπως και νάναι ξεκουρδίζεται όταν πετά στους αιθέρες λες και ήταν 'φτερό που το πέρνει ο άνεμος.'


Γαβριήλ




Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Έτσι ήτανε γραμμένο...


Κόβοντας Δάφνη με το machete...


Así mandó el destino

Γεννήθηκε γυμνός. Απ’ την στιγμή που γεννήθηκε το σώμα άρχισε να φθείρετε, ο νους παρθένος, άγουρος, σα σφουγγάρι απορροφούσε ότι ήταν γύρω του, ότι τον δίδασκαν, ακόμα και ότι πίστευαν οι μεγαλύτεροί του. Μεγαλώνοντας έντυσε το σώμα με φανταχτερά λούσα.

Ο χρόνος τσάκισε το σώμα, χάθηκαν οι φίλοι αυτοί που μόνο εντυπωσιαζόταν από το σφρίγος του σώματος. Παρέμεινε ο νους μοναδικός σύντροφός του, έτσι όπως τον πρωτογνώρισε 'γυμνό'.
Παρέα λοιπόν πάνε και οι δυο σώμα και νους, να βρουν ένα υποθετικό Nιρβάνα στο μέρος που πρωτάνοιξε τα μάτια του.


Ίσως ο νους να βοηθήσει το σώμα, αντλώντας δύναμη από τα περασμένα, όχι δεν τον εντυπωσιάζουν τα υλιστικά αγαθά, ούτε τα περιττά λούσα, αλλά τον εντυπωσιάζει η ιδέα να ξαναζήσει έτσι ‘γυμνός’ όπως γεννήθηκε, σε ένα κόσμο αβίαστο, φυσικό, να τον γλυκαίνει του τζίτζικα το τιτίβισμα, των κοτσύφων η λαλιά, το σκούξιμο της κίσσας καθώς κατασπαράζει ένα ώριμο σύκο, των μερμηγκιών οι επιθέσεις, της αράχνης ο ιστός, των αρουραίων το φοβισμένο βλέμμα, ότι ήρθε να τους πάρει τα τόσο χρονών κεκτημένα τους.

Στης νύχτας τη σιγαλιά να κοιτάει εκστατικά τον πολυέλαιο του ουρανού, το γαλαξία της Ήρας, να περιμένει να πέσει κάνα αστέρι, να ακούει της κουκουβάγιας τη λυπητερή λαλιά, το συνεχές αλύχτισμα των σκύλων αυτό που φτάνει από κάπου μακριά, τον αντίλαλο των κουδουνιών κοπαδιών αιγοπροβάτων. Το ξημέρωμα να ξυπνά με του πετεινού τη λαλιά. Να τον ψήνει η αρμύρα της θάλασσας, να τον μαυρίζει ο ήλιος, να ισκιώνεται κάτω απ’ τα κυπαρίσσια, να γεύεται τις ώριμες ρώγες σταφυλιού κι ότι άλλο παράγει ο τόπος. Έτσι όπως ήταν όταν γεννήθηκε.

Όλα αυτά τα φυσικά ασήμαντα για άλλους μικρά πράγματα, είναι αυτά που μας χάρισε ο Θεός, ένας Θεός που τα έπλασε για να τα μοιράζεται με τον άνθρωπο, ώστε να τον κάνει να αισθάνεται ότι κι αυτός ανήκει στην αγκαλιά της μητέρας γης.

Εκεί θα είμαι λοιπόν φίλοι μου, απών από τα ηλεκτρονικά μηνύματα, έως τέλη Αυγούστου.

Ελπίζω κι εύχομαι να ξανασυναντηθούμε στο ΠΥΛΑΡΟΣ σαν πιστοί φίλοι.
Θα μπορείτε να το επισκέπτεσθε, να αφήνεται σχόλια αν το επιθυμείται…
Μια μέρα θα τα διαβάσω, οπότε θα αισθανθώ ότι είμαι ακόμη ένας κόκκος άμμου της ηλεκτρονικής παγκοσμιότητας που δεν τον έχει καταπιεί η θάλασσα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Τροπικών Στιγμιότυπα, από την Πόλη του Λιμανιού.

Αγαπητοί αναγνώστες, παρακαλώ μην τρομάξετε από το μέγεθος του παρόντος δημοσιεύματος, είναι ένα κομμάτι της καρδιάς μου, είναι αυτό που ξαναφέρνει στην επιφάνεια τον αγώνα επιβίωσης του ατόμου μέσα σε μια διαφορετική κοινωνία. Θα χρειαστείτε μόνο 2-3 λεπτά ανάγνωσης από τα 1440 λεπτά όπου έχει ένα 24ωρο, θα σας περισσέψουν 1437 για εσάς. Σας ευχαριστώ.

Τροπικών στιγμιότυπα, από την πόλη του λιμανιού.

Ο γιατρός εξέτασε το μωρό στο γραφείο του και είπε:
Φαίνεται ότι έχει πιάσει γερό κρύωμα, έγραψε ένα χαρτί να τo πάτε στο παιδικό νοσοκομείο και θα έλθω να τo δω. Ο γιατρός έβαλε μπροστά το αυτοκίνητό του ένα κονβερτίμπλε άσπρο μερσεντές με κόκκινα καθίσματα, το παρκάρισε στην αυλή του ξενοδοχείου Ντελ Νόρτε το οποίο είχε πρόσβαση προς τη θάλασσα, συνάντησε την παρέα του οι οποίοι τον περίμεναν και ξανοίχτηκαν με το κότερό τους στο πέλαγος. Στο σπίτι πάντα έβραζε μια κατσαρόλα με μαύρο καφέ και ζάχαρη, από αυτό γέμιζαν τα μπιμπερό των παιδιών ή με γάλα σκόνη lirio blanco διαλυμένο σε νερό.
Ο πατέρας πήγε μια βόλτα στο νοσοκομείο να ρωτήσει τι γίνεται, μια καλόγρια βγήκε στην πόρτα και είπε, περιμένουμε τον γιατρό του, δεν έχει φανεί πουθενά.
Έτρεξε στο ξενοδοχείο, εκείνη την στιγμή μια παρέα από χορτάτους έβγαιναν από την αίθουσα φαγητού, πήγαιναν για τη ‘σιέστα’ (μεσημεριανός ύπνος) τους, μια ιεροτελεστία των πλουσίων να τρώνε όλοι μαζί σε αίθουσα που την χάιδευε το θαλασσινό αεράκι με τους κρεμαστούς ανεμιστήρες. Σερβίριζαν σε άσπρα πάνινα τραπεζομάντηλα, ήταν μια ξεχωριστή κάστα ανθρώπων, μεγαλοκτηματίες ιδιοκτήτες φυτειών παραγωγής καφέ, ή ζάχαρης, (ερχόταν με ιδιωτικό αεροπλάνο), γιατρών, και δικηγόρων μιας τάξης που δεν είχε τίποτε κοινό με τους απλούς κατοίκους της πόλης του λιμανιού. Τα παιδάκια λούστροι τους περίμεναν στην πόρτα εξόδου, τους ακολουθούσαν προσφέροντας να τους γυαλίσουν τα παπούτσια, ή να πλύνουν τα αυτοκίνητά τους. Αυτοί απαθείς με μια οδοντογλυφίδα να εξέχει από τα δόντια τους, σημείων ότι είχαν φάει τους έδιωχναν σα να ήταν μύγες αυτές που σε ενοχλούν όταν πίνεις το γάλα σου.
Ένα λουστράκι εκμυστηρεύθηκε στους ταξιτζήδες ότι η δεκαπεντάχρονη Μάρθα το είχε σκάσει με τον Σέργιο τους είχε δει στην πανσιόν Τροπικάλ.
Ένας ναυτικός ζητούσε την Βιργινία, μια μικρή τσαχπίνα, του είχε υποσχεθεί να βγουν μαζί έξω αφού του ζήτησε μερικά χρήματα για την μάνα της που ήταν άρρωστη, η οποία μετά έγινε καπνός
.
Ο Αρτούρο Παπαδόπουλο, (με ελληνικές ρίζες, δεν μίλαγε ελληνικά) πράκτορας βαποριών, υποπρόξενος σκανδιναβικών κρατών και Ολλανδίας, φώναξε για ταξί, έδωσε εντολή στον σοφέρ να πάει να πει της κόρης του να έρθει σπίτι η οποία ήταν και φιλιόταν με έναν του λιμενικού στην ακρογιαλιά. Την άλλη μέρα το λιμεναρχείο έκανε συστάσεις στον ταξιτζή, να μην το ξανακάνει, ή δε άλως θα το πλήρωνε ακριβά.
Βάρκα είχε έρθει απ' το Belize και πούλαγε ζωντανά ψάρια και όστρακα. Πήγαινες στο κατάστρωμα κοίταζες στη δεξαμενή, έδειχνες πιο ήθελες το έπιαναν με απόχη το ζύγιζαν με ένα στατήρα μικρό σαν αυτό που είχαμε παλαιά στην Ελλάδα, ή αν δεν ήθελες ψάρι αγόραζες όστρακα.
Μυστικοί αστυνομικοί έκαναν βόλτες στην πιάτσα των ταξί για τίποτα λαθραία. Ήθελαν μερτικό. Όταν τους έβλεπαν οι οδηγοί αμέσως έπεφτε σήμα κινδύνου πιάνοντας το αυτί τους εννοεί ότι υπάρχουν ‘orejas’ ιδιωματισμός του σπιούνου, μυστικοί δίπλα μας και το σύνθημα «Hay moros en la costa.» Το ρητό αυτό προέρχεται από την Ισπανία η οποία ήταν σκλαβωμένη σχεδόν 800 χρόνια από του άραβες Μαροκινούς κι εννοεί υπάρχουν εχθροί στην ακτή-γύρω μας.
Ο Φερνάντο ήταν πάλι μεθυσμένος, είχε ένα κιόσκι και πούλαγε τουριστικά είδη, χρώσταγε πολλά σε τοκογλύφο ο οποίος περνούσε μια φορά την εβδομάδα για εισπράξεις, μέχρι που βρέθηκε πνιγμένος στο ποτάμι.
Κορίτσια με κοντά παντελονάκια έπαιζαν καλαθοσφαίριση στην πλατεία οι ταξιτζήδες θαύμαζαν.
Ο Λεονάρδο ένας μετανάστης Ιταλός πούλαγε στο μπαρ Caribe που ήταν δίπλα από το τουριστικό κιόσκι μπύρα, ρούμι κλπ, εκεί μαζευόταν οι εργάτες του λιμανιού προπαντός την ημέρα της πληρωμής τους, οι οποίοι μεθοκοπούσαν μέχρι να πέσουν κάτω, τότε ο Λεονάρδο τους πέταγε στον διάδρομο, την άλλη μέρα πρωί, πρωί οι γυναίκες τους νοίκιαζαν ταξί για να τους μεταφέρουν σπίτι. Από εκεί περνούσαν και γυναίκες της μιας νύχτας, όπως και η Οδέτη, μια αδύνατη ξερακιανή, που έμοιαζε με στέκα του μπιλιάρδου. Απ’ την πίσω πόρτα που έβλεπε προς τον δρόμο, έβγαινε η γυναίκα του Λεονάρδου με τα δυο μικρά κοριτσάκια τους πήγαιναν στην εκκλησία όπου ο πάτερ Περούτσι τους έδινε την ευλογία του. Ο επιστάτης του λιμανιού κάθε βράδυ που σκόλναγε απ' το λιμάνι ζητούσε ταξί, πήγαινε σε μπακάλικο το φόρτωνε πραμάτειες, πέρναγε από το σπίτι της φιλενάδας του άφηνε τις μισές και τις άλλες μισές στην γυναίκα του.
Ο πατέρας ιδρωμένος, στενοχωρημένος ρωτούσε για τον γιατρό τους φίλους. Ο Μπέτο παλιός γραμματέας την αστυνομίας του είπε:
Μην τον περιμένεις, μην του έχεις εμπιστοσύνη, αυτός είναι γυναικάς, τρέξε βρες άλλον γιατρό πριν νυχτώσει.
Ο πατέρας έτρεξε στον ιατρό Αριάγα, ήταν σπίτι του, τον παρακάλεσε πήγαν μαζί στο νοσοκομείο, είχαν βάλει το μωρό σε μια κούνια μαζί με ένα άλλο, έτσι ώστε έγγιζαν μόνο τα πόδια τους. Είχε ανάγκη οξυγόνου. Το παιδί του έγινε καλά αλλά του έμειναν βρογχικά, έτσι κάθε λίγο και λιγάκι με το που έβρεχε το έπιανε πυρετός
.
Εκεί πιο κάτω ζούσε μια νέα γυναίκα, ήταν από το Belize είχε σπουδάσει μαμή, ήταν αυτή που φώναζαν στα σπίτια τους οι ετοιμόγεννες μητέρες για να ξεγεννήσουν κι αυτή χρέωνε για κάθε γέννα $10.00 αν ήταν κορίτσι, $15.00 αν ήταν αγόρι. Αυτή την γυναίκα φώναζαν στο σπίτι κάθε λίγο και λιγάκι για να κάνει ενέσεις στο μωρό. Για να καταλάβετε την αξία των χρημάτων το μεροκάματο ανειδίκευτου εργάτη $1.00 ημερησίως, εισιτήριο σε λεωφορείο 0.05… Ο πατέρας όταν έβλεπε την μαμή καταλάβαινε ότι πάλι τα ίδια, ενέσεις αντιβίωσης, έκανε βόλτα κι έφευγε, δεν το άντεχε αυτό, σπαραζόταν η καρδιά του.
Δίπλα από το αρχοντικό του Παπαδόπουλου το οποίο ήταν χτισμένο στην ακρογιαλιά, βρισκόταν το μπαρ ‘Γαλάζια θάλασσα’ του κ. Μέμε και της γυναίκας του, η κόρη τους ήταν κράχτης ναυτικών. Είχαν ξαπλώστρες τραπεζάκια και καρέκλες, σε βεράντα φυτεμένη με στύλους μπηχτούς μέσα στην θάλασσα, μουσική δίσκων των 45 στροφών σε ‘βιτρόλα’ και πολλές γυναίκες. Το μέρος γέμιζε με ναυτικούς. Από εκεί έβλεπαν τα βαπόρια δεμένα στο λιμάνι. Οι τσιμινιέρες τους κάπνιζαν λες και ήταν το τσιμπούκι της λησμονιάς αυτήν που έβρισκαν οι ναυτικοί στις γυναικείες αγκαλιές. Ο κινηματογράφος έπαιζε το φιλμ «Μητέρα Ινδία» Madre India, ο πατέρας είχε υποσχεθεί θα πήγαιναν κινηματογράφο. Αλλά με άρρωστο παιδί αναβάλετε. Πήγαν αργότερα να δουν το Ροζ Πάνθηρα, στα μέσα της παράστασης άνοιξαν τα φώτα, μια φωνή απ’ το μεγάφωνο τσίριξε, όλοι στα σπίτια σας, κηρύχτηκε επανάσταση, απαγορεύεται η κυκλοφορία.
Κρίμα χάσαμε τη συνέχεια είπε ο πατέρας…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης