Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Τα άχυρα και ο λύχνος.

Αυτό το λυχνάρι μου κράταγε συντροφιά, όταν ονειρευόμουν
Το πεπρωμένο μιας ζωής γράφτηκε πάνω στ' άχυρα στο φως του λύχνου.

Βρέχει, μια βροχή σιγανή μονότονη που σου δίνει στα νεύρα.
Το σπίτι κλειστό, ο αέρας μυρίζει μούχλα, σκας, θες να βγεις, που να πας όμως;
Πέρασε πλέον ο καιρός που η βροχή σε συντρόφευε καθώς ακουγόταν στα κεραμίδια κι εσύ έβρισκες τον παράδεισο κάτω απ τα σκεπάσματα χωμένος σε γυναικεία αγκαλιά.
Σήμερα πάει πλέον το πουλί πέταξε, με το ζόρι κάθεσαι στον καναπέ, ανοίγεις τηλεόραση, τη βαριέσαι, ψάχνεις με το τηλέφωνο κάνα γνωστό, όλοι τους έχουν τα ίδια προβλήματα με εσένα. Ανοίγεις την εφημερίδα, διαβάζεις τις επικεφαλίδες, σιχαίνεσαι τα εμφατικά ψέματα, σου λείπει η αυτοσυγκέντρωση. Την πετάς στο πάτωμα. Ψάχνεις για μια ανοιχτή καρδιά, έλα όμως που όλες είναι πιασμένες, δεν σε θέλουν τι να σε κάνουν, μετά αρχίζει να πονά το ένα και το άλλο, σου λένε να πας σε γιατρό, το αναβάλεις για αύριο, ξέρεις η αναβολή σου δίνει και μια ελπίδα ίσως νάνε κάτι απλό θα περάσει και περιμένεις για ένα αύριο που ποτέ δεν έρχεται.
Μα κι αυτός ο καναπές το ίδιο χρώμα μέρα νύχτα, κάθεσαι και γίνεσαι αόρατος.
Μπαίνουν βγαίνουν δεν σε βλέπουν, ή κάνουν πως δεν σε βλέπουν. Κοιτάς τον εαυτόν σου, απίστευτο και όμως αληθινό, ρωτάς την κομπανιέρα κι αυτή δεν έχει θάρρος να σου δώσει, τι να σου πει, τα έχει πει όλα;
Ακουμπάς στο παραθύρι κοιτάζοντας τη βροχή, κλείνεις τα μάτια σου, θυμάσαι που κάποτε η βροχή ακουγόταν στα κεραμίδια, αυτή που σε νανούριζε ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα σου. Θυμάσαι τα πολύχρωμα όνειρα, αυτά που τρεμόσβηναν στο φως του λύχνου, καθώς η φλογίτσα του χόρευε στον ρυθμικό τόνο της αναπνοής του αέρα, αυτής που περνούσε απ’ τη γρίλια του σκεβρωμένου παράθυρου. Θυμάσαι την παιδική αθωότητα, τη ζεστή θαλπωρή του μαγκαλιού και τα παραμύθια της γιαγιάς γεμάτα με νεράιδες και χάριτες. Θυμάσαι τη μονότονη λαλιά του γκιώνη, τα αλυχτίσματα των σκύλων, θυμάσαι τον φόβο που είχες για τα στοιχειωμένα έρημα σπίτια.
Ονειρευόσουν, να έχεις μια μέρα στρώμα από πούπουλα, να έχεις φως ηλεκτρικό, να έχεις ψυγείο, νερό τρεχούμενο, καλοριφέρ, να έχεις ραδιόφωνο, να δοκιμάσεις ξωτικά φαγητά τότε θα ήσουν ευτυχισμένος, κι όταν κάποτε σε ρώτησαν μικρός τι θες να γίνει όταν μεγαλώσεις, μα σοφέρ απάντησες, εντυπωσιασμένος από τους ανθρώπους που έτρεχαν με ρόδες οδηγώντας τα φορτάκια, αντί να πηγαίνουν με τα πόδια. Έτσι ήταν τα όνειρα, αυτά που γεννιόταν πάνω στο αχυρένιο στρώμα, νόμιζες ότι αν αποκτούσες όλα αυτά θα ζούσες στον παράδεισο
. Όχι, για γυναίκα ποτέ δεν το είχες σκεφθεί, ήταν μια αθώα εποχή, η του στρώματος με τ’ άχερα. Έ! όμως ήρθε κι αυτή, η φωλιά έγινε ζεστή, μέχρι που όλα άρχισαν να γίνονται ρουτίνα πάλι σαν την βροχή, άχρωμη ανάλατη, ο καναπές άδειος, μέχρι που ξανά επιθυμείς να γυρίσεις στην εποχή του αχυρένιου στρώματος, αλλά κι αυτό πετάχτηκε στα σκουπίδια, το μόνο που επιζεί το λυχνάρι, αλλά χωρίς φυτίλι.
Αλήθεια, τι μυστήριο που είναι η ζωή;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Εντυπώσεις από το Ιόνιο,

Η Σπηλιά Παπανικολή Αγία Ευφημία, Πύλαρος Κεφαλονιά
Κολύμπι στον Σκορπιό
Σκορπιός, Κολύμπι

Αυτό που είναι ελεύθερο στην πατρίδα μας, είναι αυτό που πάμε για να βρούμε, να απολαύσουμε, αυτό που τόσο μας λείπει εδώ στα ξένα, το φως, ο ήλιος και η θάλασσα.
Περπατώντας το σούρουπο στο λιμανάκι της Αγίας Ευφημίας Πυλάρου Κεφαλληνίας περιεργαζόμουν τα διάφορα ιστιοφόρα, ‘κότερα’ μάλλον κοίταζα τις πολύχρωμες σημαίες του νηολογίου τους, προσπαθώντας να βρω σε πιο μέρος της υφηλίου υπήρχαν αυτά τα κρατίδια, έ δεν χωρά αμφιβολία ότι είναι παράδεισος αυτών που δεν πληρώνουν φόρους. Μα και τι όμορφες σημαίες, κίτρινες και μπλε, άλλες με το σταυρό της Μάλτας στη μέση, μα και κάτι ονόματα, Άγιος Βικέντιος, νησιά των Καϋμάν, και Κάϊκος, κι άλλα πολλά.
Δεν χόρταινε το μάτι μου.
Εκεί παράμερα στην άκρη του μόλου ήταν αραγμένο κι ένα Ελληνικό, όχι ιστιοφόρο αλλά να κάτι σαν εκδρομικό. Και είχε ένα όνομα που σε έκανε περήφανο, «Παλάτι του Ίκαρου» αλλά δυστυχώς ήταν στην Αγγλική γλώσσα, Ikaros Palace. Μάλιστα μια πινακίδα έγραφε εκδρομές μαζί με άλλα ονόματα και στον Σκορπιό, Νησί του Ωνάση.

Πήγα ρώτησα, μου άρεσε η ιδέα, το είπα και στην οικογένεια και μια και δυο βρεθήκαμε στο κατάστρωμα, μια παρέα από 6 άτομα. Σε λιγάκι το βαποράκι γέμισε τουρίστες, αγγλική ήταν η γλώσσα του τόπου, δηλαδή η γλώσσα που μίλαγαν απ’ το μεγάφωνο. Μας εξηγούσαν στο κάθε νησάκι που περνούσαμε, μας πήγαν στο Μεγανήσι στη σπηλιά του Παπανικολή εκεί όπου το υποβρύχιο με το ίδιο όνομα κρυβόταν κατά τον Β! παγκόσμιο πόλεμο κι έβγαινε μόνο όταν περνούσαν εχθρικά καράβια, για να τορπιλίσει.
Σταματήσαμε πάλι στο Μεγανήσι, ανεβήκαμε στο Σπαρτοχώρι, μα θα ήταν και 100 σκαλιά, Με την ψυχή στο στόμα, λαχάνιαζα, αλλά έλα όμως που η παρέα πήγαινε μπροστά.
Πίσω στο καραβάκι μας έλεγαν για τα δίπλα νησάκια ότι τα έχουν αγοράσει διάφοροι μεγιστάνες, όλα καταπράσινα. Να που υπάρχει κι ένα αρχιπέλαγος εδώ δίπλα μου κι εγώ αρμένιζα να τα βρω στην καραϊβική μονολογούσα.
Μετά μας έπλεξαν την Ιστορία του Ωνάση από εκεί που ξεκίνησε, μέχρι την κατάληξή του στον Σκορπιό, μας είπαν πολλά για την αγάπη του τη Μαρία Κάλας, λιγότερα για την Ζακελήν.

Τα βαποράκι πήγε σιγά, σιγά κι άραξε, σε έναν κολπίσκο, στο βάθος φαινόταν τα τρία σπίτια του Ωνάση, έμοιαζαν σα να μας παρακολουθούσαν, αυτό με τα τζάκια του ιδίου, τα άλλα δυο αν κατάλαβα καλά της Μαρίας Κάλλας και της Ζακελήν. Το Βαποράκι μας ακούμπησε την πλώρη του στην άμμο, με το μεγάφωνο είπαν, ελεύθεροι να βουτήξετε όλοι στη θάλασσα από την πρύμη για κολύμπι, ουρά οι επιβάτες βούτηξαν και κολύμπησαν γύρω απ το βαπόρι, σκέφτηκα ήταν το ίδιο μέρος όπου κάποτε κολυμπούσαν η τέως πρώην κυρία των ΗΠΑ, η Μαρία Κάλας, όλοι οι κροίσοι του χρήματος μα και της πολιτικής. Ίσως στο νερό να έχουν κατακάτσει κάποια υπολείμματα έτσι ας πούμε του DNA αυτών που φιγουράριζαν κάποτε στα πρωτοσέλιδα των τότε εφημερίδων
.
Όχι δεν πατήσαμε στην στεριά.
Μετά μας έδειξαν το οικογενειακό κοιμητήριό τους, ένα κάποιο εκκλησάκι, τον μόλο όπου έδενε το Χριστίνα, το κτίριο της ηλεκτρικής, μία άκρα απόλυτη σιγή επικρατούσε. Ένιωθες σα να ήσουν σε ένα τοπίο όπου βασίλευε η αιωνιότητα, Σκεπτόμενος το διάβα της ζωής καταλάβαινες ότι όλοι εμείς οι θνητοί παίρνουμε την ίδια βάρκα, αυτή που πλέει τον Αχέροντα, εκεί όπου υπάρχει η ισότητα, αυτή που τη χάλαγε το τιτίβισμα των επιβατών και οι εξηγήσεις για κάθε τι από το μεγάφωνο, κι αυτό βεβαίως στην Αγγλική, με υπότιτλους στα Ελληνικά. Πρέπει να πω ότι οι εκδρομείς ήταν ως επί το πλείστων ξένοι κατά 95%.
Αναχωρώντας από τον Σκορπιό για το Νυδρί Λευκάδας Κάναμε έναν κύκλο γύρω απ’ το Μαδούρι το νησί του Α. Βαλαωρίτη, μας έδειξαν την έπαυλή του.
Το Νυδρί ένα ωραιότατο λιμάνι, και πράμα παράξενο αν και είναι κοντά στην Κεφαλονιά είχε την δική του χαρακτηριστική προσωπικότητα, με το άγαλμα του Ωνάση να δεσπόζει στο κέντρο, σα να ήταν αιώνιος περιπατητής, με το ένα χέρι να κρατά το σακάκι του στον ώμο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Διακοπές στην Πύλαρο 2010:



Στο χωριό εκεί ψηλά στους πρόποδες του βουνού της Αγίας Δυνατής.
Κάθε μέρα με τη ζέστη τα τζιτζίκια μας κάνανε παρέα, το βραδάκι ένας άνεμος βορειοδυτικός Μαΐστρος που μας δρόσιζε, βάζαμε μια ψιλή κουβέρτα, για να μην κρυώνουμε!
Η θάλασσα του Μύρτου πάντα κυματώδεις γαλαζοπράσινη, χωρίς σκιά μόνο αυτή η αγοραστή σκιά της ομπρέλας, έπρεπε να ξέρεις καλά μπάνιο, και ο ήλιος σε έψηνε. Έλα όμως που είχε και πολλά γυμνόστηθα κορμιά, δηλαδή χόρταινε το μάτι σου να βλέπεις, νόρδικα καλλίγραμμα γυμνά, λες και τα έπλασε ένας μοντέρνος Πραξιτέλης. Κοίταζα και το δικό μου και θυμόμουν την εποχή που μου μάθαιναν το ποίημα: (Ξέρεις την χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, που κοκκινίζει η σταφυλή και θάλλει η ελαία; Ω! δεν την αγνοεί κανείς είναι η γης η Ελληνής.) Άρα πόσα χρόνια να πέρασαν; Νομίζω ότι ήταν χθες, τόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, μα γιατί;

Προσπάθησα να βρω τη συνέχιση αυτών που κάποτε αφήσαμε πίσω μας. Τίποτα το χάος, άλλαξε ο κόσμος, μα φυσικό είναι, δεν έχω την απαίτηση να είναι τα ίδια όπως τ’ άφησα, αφού ούτε κι εγώ δεν είμαι ο ίδιος, άλλαξε όμως η νοοτροπία, ακόμα και η γλώσσα μας, η Αγγλική εισχώρησε για καλά ακόμα και στις τηλεοπτικές νουβέλες, στις ειδήσεις, προσπαθούσα να καταλάβω αν εμείς στα ξένα που διαφυλάξαμε τη γλώσσα μας ατόφια, σαν σημείο ταυτότητάς μας, μήπως σφάλαμε; Αλλά πάλι λέω άστα για αύριο, ε λοιπόν είναι αυτό το αύριο που ξεχνά, που ποτέ δεν έρχεται, πάντα είναι σήμερα. Αλλά διακοπές είναι αυτές απολαμβάνουμε τον ήλιο τη θάλασσα. Έστω αν και η νέα γενιά όταν μιλάμε μας κοιτά σα να προερχόμαστε από άλλον πλανήτη, κάτι σαν εξωγήινοι, ή σα να ξεφυτρώσαμε απ το Twilight zone. Τότε πρέπει να συμμορφωθώ με τα σημερινά δεδομένα, έλα όμως που δεν αντέχει ούτε ο νους ούτε το κορμί. Έτσι πήγαινα στα πετραδάκια της Αγίας Ευφημίας εκεί πάφλαζα με τη θάλασσα εκεί όπου δεν υπάρχει κύμα και προσπαθούσα να πίσω τον εαυτόν μου, ότι πάει πια πέταξε το πουλί, αλλά έλα όμως που δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Τέλος πάντων τι σου είναι η ζωή; Ένα αίνιγμα, λαχταράς, τρέχεις να πιάσεις αυτό που δεν μπορείς, να σταματήσεις το χρόνο σου.

Κάποτε αυτός ήταν ο κόσμος μου, η γη ολόκληρη, η υδρόγειος σφαίρα, μέσα από την θάλασσα ανέτειλε ο ήλιος μου, από την νότια οροσειρά πήγαινε για ύπνο μικρός σημάδευα το μονοπάτι του ήλιου, έτσι μπορούσα να υπολογίσω την ώρα, ακόμα και σήμερα για να υπολογίσω τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα στέκομαι νοερώς στο μέρος που γεννήθηκα κοιτώ την ανατολή, και φωνάζω μπροστά μου έχω την ανατολή και πίσω μου τη δύση, δεξιά μου έχω το νοτιά κι αριστερά μου το βορά.
Είναι κι αυτό το του τόπου μας, μια κληρονομιά που έρχεται μαζί με το πρωτάνοιγμα των ματιών και μας συντροφεύει έως το κλείσιμο των ματιών. Παράξενος ο κύκλος της ζωής υπακούει στην φθορά του χρόνου, άρα ποιος να είναι ο δημιουργός της; Όσο και να αντιστέκεται το πνεύμα, ο χρόνος πάντα βγαίνει νικητής.
Κάπου διάβασα ότι το όνομα Πύλαρος προέρχεται από την λέξη Πύλη, μια που η Πύλαρος είναι ένα μικρό λεκανοπέδιο, από δυτικά έχει τη θαλάσσια Πύλη του Μύρτου, από ανατολικά την θαλάσσια Πύλη της Αγίας Ευφημίας, βορρά και νότο την κλείνουν τα δυο βουνά το Καλόν Όρος και η Αγία Δυνατή.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Καλοκαίρι 2010


Καλοκαίρι πλέον, όλοι μας, τουλάχιστον εμείς που ζούμε στο βόρειο ημισφαίριο, όπως συνηθίζεται, παίρνουμε μια ανάσα ξεκούρασης από το τρέχα, τρέχα του χειμώνα, όσο όμως ζούσα στην ζώνη του τροπικού του καρκίνου εκεί όπου δεν υπήρχε χειμώνας αλλά ένα παντοτινό καλοκαίρι, μόνο εποχή βροχών ή ξηρασίας, οι άνθρωποι εκεί δεν συνήθιζαν να κάνουν διακοπές, ούτε περίμεναν αλλαγή εποχής.

Έτσι λοιπόν πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι εποχιακές διακοπές, που όλα χαλαρώνουν είναι προϊόν της Εύκρατης ζώνης όπου ζούμε, δηλαδή της απόστασης του βορείου πλάτους από τον ισημερινό.
Έχω μια αδυναμία να ξαναγυρίζω τα καλοκαίρια στον τόπο που γεννήθηκα.
Όχι δεν έχει τίποτε το αξιοθαύμαστο, ούτε πολυτέλειες, αλλά είναι αυτός ο τόπος που έριξα την πρώτη μου ματιά, που άκουσε το πρώτο μου κλάμα, είναι οι σκιές των βουνοκορφών που έμπαιναν στις χαράδρες να κοιμηθούν προτού να δύσει ο ήλιος, είναι και το μέτρημα της ώρας με την οργιά μας σύμφωνα με την θέση του ήλιου πάνω στα βουνά, ή τον ορίζοντα, τότε που δεν υπήρχαν ρολόγια.

Όπως είπα στην αρχή ο τόπος μου δεν έχει πολυτέλειες, ούτε ανέσεις, έχει όμως αυτό που δεν αγοράζεται, τις αναμνήσεις μιας αθώας παιδικής ηλικίας, πριν ακόμα πάει σχολείο, μιας ηλικίας που πίστευε ότι ο Θεός τη νύχτα ανάβει σπίρτα στον ουρανό για να φέγγει σε εμάς τους φτωχούς θνητούς.

Και είναι τα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλληνίας, όσο ακόμα υπάρχουν πριν γίνουν κι αυτά από την εγκατάλειψη σαν τις «Χαμένες Πατρίδες» .


Χαμένες πατρίδες είναι και η γειτονιά που άφησες, χαμένες πατρίδες είναι γιατί δεν μπορείς να ξαναζήσεις εκεί, γιατί άλλαξαν, γιατί ερήμωσαν, γιατί πέθαναν αυτοί που ήταν ο κρίκος σου, γιατί γκρεμίστηκαν μαζί με τα όνειρά σου.

Έτσι θα συναντηθούμε πάλι, τα τέλη Αυγούστου, να ξαναπούμε τις εντυπώσεις μας, μα και τις καλοκαιρινές περιπέτειές μας, που όσο περνά η ηλικία απίστευτο γίνονται ανάλατες…
Να έχετε καλές και χαρούμενες διακοπές,

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Η Γέννηση των Ημίθεων:


Το ιερό βιβλίο των Maya-Quiché ονομαζόμενο Popol Vuh ή βιβλίο του συμβουλίου της κοινότητάς μας, της φυλής μας, διαιρείται σε τρία μέρη.
Το πρώτο μέρος μας λέει για τη δημιουργία του κόσμου και καταγωγή του ανθρώπου, όπου μετά από αρκετές άκαρπες δοκιμές, τελικά τον έπλασαν από καλαμπόκι που είναι η βασική διατροφή των ιθαγενών της κεντρικής Αμερικής και Μεξικού...
Το δεύτερο μέρος λέει τις περιπέτειες των ημίθεων Hunhapú e Ixbalanqué
Το τρίτο μέρος μας λέει τις διάφορες πηγές ειδήσεων για την καταγωγή των ιθαγενών φυλών κατοίκων της Γουατεμάλας, τους αναμεταξύ τους πολέμους και την κυριαρχία της φυλής Quiché έως την κατάκτησή τους από τους Ισπανούς...

Η γέννηση των ημίθεων:
Μια μέρα το αποφάσισα να φύγω από την πόλη του λιμανιού, ζητούσα μια πνευματική απομόνωση, μια ζωή χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς να πληρώνω.
Πήρα λοιπόν το κορίτσι μου κι εγώ μαζί και πήγαμε κάπου 40 χιλιόμετρα στο εσωτερικό, ένα χωριουδάκι μέσα στην ζούγκλα. Αγοράσαμε μια καλύβα φτιαγμένη από κορμούς δένδρων σκεπή από φύλλα φοίνικα, τα βράδια μαζευόταν νυχτερίδες οι οποίες πετούσαν γύρω μας, αλλά είχαμε δίχτυ κουνουπιέρα και σκεπαζόμαστε. Για να μαζέψουμε τίποτα ξερόκλαδα για φωτιά πήραμε για οδηγό το μονοπάτι των μερμηγκιών αυτά τα ξανθά τεράστια μερμήγκια που κατεβάζουν τα φύλλα ενός δένδρου, αμυγδαλιά των τροπικών σε λίγες ώρες. Είχαμε βάλει στις πλάτες μας άδεια τσουβάλια δεμένα απ το λαιμό για να μην μας τσιμπούν τα κουνούπια που σε κάθε θρόισμα θάμνων σηκωνόταν σα σύννεφο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει, τρέξαμε να γυρίσουμε πίσω, μπήκαμε στην αυλή του πρώτου σπιτιού πριν μας πιάσει το βαθύ σκοτάδι. Εκεί οι γείτονες μας καλοδέχθηκαν.
Κάτω από ένα δένδρο ατσιότε υπήρχαν 2 αιώρες, κάτι καρέκλες από ξύλο πεύκο που φτιάχνουν οι ιθαγενείς, και ψάθες, στη μέση ένα κονσερβοκούτι γεμάτο πετρέλαιο κι ένα φυτίλι χοντρό αναμμένο που παρήγαγε μια μαύρη καπνιά για να διώχνει τα κουνούπια. Ο νυχτερινός ουρανός σαν πολυέλαιος μας σκέπαζε όλους. Από κάπου μακριά ακουγόταν σκουξές από νυχτερίδες κι άλλα ζώα. Το σκοτάδι πυκνό, θα ήμασταν 10 άτομα, μαζί και αρκετά πιτσιρίκια. Όλοι κρεμόταν από τα χείλη του γηραιότερου Ντον Λέντζο, ο οποίος διηγιόταν ιστορίες και παραμύθια.

*…Όταν η Ικτσίκ η κόρη του Κουτσουματσίκ πέρασε κάτω από το στοιχειωμένο δένδρο, άπλωσε το χέρι της να κόψει τον απαγορευμένο καρπό, μια κολοκύθα που κρεμόταν, τότε αυτή μεταμορφώθηκε σε νεκροκεφαλή, και την έφτυσε στην παλάμη. Με το σάλιο μου σου έδωσα τους απογόνους μου, είπε μια φωνή.
Το κορίτσι γύρισε φοβισμένο σπίτι της, σε λίγο καιρό άρχισε να δείχνει ότι είχε μείνει έγκυος.
Ο Πατέρας της πήγε στους άρχοντες της φυλής να ζητήσει τη συμβουλή τους.
Η κόρη μου με ατίμωσε είναι έγκυος,
Υποχρέωσέ την να σου πει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, και αν αρνηθεί να την θυσιάσεις στο βασίλειο των Χιμπαλμπά= Άδη.
Έλα εδώ κόρη μου, τίνος είναι το παιδί;
Κύριε πατέρα μου ακόμα δεν έχω γνωρίσει άνδρα, είμαι παρθένος,
Τότε ασφαλώς θα είσαι μια πόρνη.
Ελάτε άρχοντές μου Απόπ, Ατσί πάρτε την κόρη μου να την θυσιάσετε στους Θεούς και να μου φέρεται την καρδιά της μέσα σε αυτό το δοχείο, το οποίο ήταν σε φόρμα καρδιάς.
Την οδήγησαν στο βασίλειο του Άδη κι ετοιμάστηκαν να την σφάξουν όταν αυτή τους παρακάλεσε…
Ωχ! Άγγελοί μου δεν με λυπάστε που με πάτε να με θυσιάσετε; Δεν λυπάστε τα νιάτα μου την ομορφιά μου;
Θα σας πω ένα μυστικό ώστε να ξεγελάσετε τον πατέρα μου, να γεμίσετε το δοχείο αυτό με αίμα κόκκινο χωρίς να με σφάξετε.
Χάραξε τον κορμό ενός δένδρου κι ένα κόκκινο παχύρευστο υγρό γέμισε το δοχείο, και το παρουσίασαν στον πατέρα, αυτός το παρέδωσε στους άρχοντες που το έριξαν στη φωτιά απολαμβάνοντας τη μυρωδιά της καμένης καρδιάς.
Από τότε το δένδρο αυτό ονομάζετε δένδρο του αίματος, ή του δράκοντα. Sangre de Dragón, ή Croton Sanguifiluus.
Έτσι ελευθερώθηκε η κοπελιά πήγε στο σπίτι μιας γριάς εκεί γέννησε δίδυμα τους δυο ημίθεους Hunhapú e Ixbalanqué …
*Περίληψη από το βιβλίο Ποπολ Βου

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Στη χώρα των ΜΑΥΑ,

Οι αριθμοί Μάγια με βάση το 20
Μια καινούργια ζωή, στη χώρα των ΜΑΥΑ, Guatemala
Ο Don Meme είχε το δικό του ξενοδοχείο με το παράξενο όνομα Nimajai, ένα μικρό στενό διάδρομο με δωμάτια, αυτό που πήγαιναν τους ναυτικούς τα κορίτσια που εργαζόταν στο δικό του μπαρ η «Γαλάζια θάλασσα.» Έτσι δεν του έφευγε δεκάρα σε ξένα βαλάντια.
Το εστιατόριο El Dorado, είχε το σπεσιαλιτέ του, μαγείρευε φρέσκες γαρίδες με γάλα και μυρωδικά χόρτα, ο πρώτος μηχανικός του πλοίου Agela πήγαινε κάθε βράδυ για αυτόν τον μεζέ, μαζί με το κορίτσι του την Delmi μια ασπριδερή, όπως και η ιδιοκτήτρια του el Dorado, που ήταν από την Κόστα Ρίκα.
Ένας Ισπανός ο Don Chepe είχε διώροφο σπίτι και νοίκιαζε τον πρώτο όροφο, δίπλα ακριβώς είχε και μύλο molino Nixtamal αυτόν που άλεθαν το καλαμπόκι τους οι ντόπιοι, αυτό που το μούσκευαν από βραδύς με μια πρέζα ασβέστη για να φύγει η φλούδα του σε μια ζύμη , με την οποία έπλαθαν πίτες ‘tortillas.’ Τη γυναίκα του που γνώρισα την είχε διώξει, ένεκα που έκανε γλυκά μάτια σε νεαρό, έτσι του έμειναν τα δυο του κοριτσάκια. Στην γωνία του τετραγώνου ιταλοί μετανάστες είχαν φούρνο και μπακάλικο. Και απέναντι ο Ισπανός Leal είχε βενζινάδικο. Ο Mr. Lewis ένας έγχρωμος από το Belize, είχε γενικό χοντρικό εμπόριο. Δυο αδέλφια κινέζοι είχαν τα δυο εμπορικά, με το όνομα Quinto, άλλοι δυο κινέζοι είχαν εστιατόρια το Pati y Salón Nuevo κινέζικου φαγητού.
Ο Pancho Ισπανικής καταγωγής είχε το ξενοδοχείο Del Norte, αυτό με τα άσπρα πάνινα τραπεζομάντιλα. Ο Van Hooven Βέλγος πρώην ναυτικός διόρθωνε οτιδήποτε ηλεκτρονικά, ψυγεία κλπ…
Οι ντόπιοι δεν είχαν τίποτα, εκτός από μπαρ, και ότι είχε να κάνει με γυναίκες. Εγώ έπεσα σαν κομήτης, δεν είχα τίποτε, στην αρχή νοίκιασα τον πρώτο όροφο του Don Chepe, μετά γνωρίστηκα με όλους, αλλά μου έλειπαν οι διασυνδέσεις, έτσι ο Beto ταξιτζής, αυτός που κουβαλούσε την Doris, αυτή που δεν με χώνευε, με κοίταζε και μου έλεγε εγώ να έρθω μαζί σου ούτε ο θεός να το θέλει. Ο Βέτο με πήγε στην γυναίκα ταξιτζή που μόλις είχε πεθάνει ο άνδρας της, αφού μετά την εγχείρηση εξακολουθούσε κι έπινε ρούμι. Aguardiente…. Πρέπει να εξηγήσω ότι ήταν μια πόλη του λιμανιού Puerto Barrios 40.000 κατοίκων αυτοκίνητα υπήρχαν μόνο ολίγα αυτά που είχαν οι προύχοντες, οι αστικές συγκοινωνίες περιορισμένες.
Αγόρασα το ταξί του πεθαμένου λεγόταν Chetumal , έψαχνα για διασυνδέσεις, Συνδέθηκα με τον Don Meme, με την ιδιοκτήτρια του El Dorado, με την αγγλόφωνη κοινότητα της United Fruit Co. που ζούσαν χώρια τους στην Colonia, με τους πιλότους (πλοηγούς) του λιμανιού, όλοι ξένοι, με τον εισαγγελέα, τους δικαστές, με τον λιμενάρχη, με ιδιοκτήτες ντόπιων μικρομάγαζων, αλλά προπαντός ότι είχε να κάνει με ναυτικούς. Όλα τα ναυτιλιακά γραφεία, τα μπαρ, ακόμα και τα δικαστήρια τα οποία όταν τα εύρισκαν σκούρα με φώναζαν για διερμηνέα.
Ήταν το κράτος, δεν με πλήρωναν, τα χρέωναν στους κατηγορούμενους
.
Η πιάτσα των ταξί ήταν απέναντι απ’ το κυβερνείο, δίπλα από την πύλη του μόλου μα και μπροστά από την στρογγυλή πλατεία όπου κάθε Κυριακή απόγευμα η μπάντα του δήμου έπαιζε ισπανική μουσική. Κυκλοφορούσαν πάμπολλοι μυστικοί αστυνομικοί, όχι ότι τους ενδιέφεραν τα κακώς κείμενα αλλά, παρακολουθούσαν τους ταξιτζήδες αν κάποιος μετέφερε ναυτικούς με λαθρεμπόριο, να ζητήσουν μερτικό.
Πελάτες στο ταξί μια κοινωνία επιφανειακή, ο υπόκοσμος, οι ναυτικοί, οι κρυφοί αναστεναγμοί, μα και πελάτες σοβαροί των πλοίων της γραμμής για Belize και Livingston. Πήγαμε όλοι μαζί στην εκκλησία την ημέρα του Αγίου Χριστοφόρου προστάτη των οδηγών να μας ευλογήσει τα ταξί ο καθολικός ιερέας, ιταλός κι αυτός ο Padre Peruchi, μα και να μας μιλήσει για την σημασία της λέξεως Χριστό –φέρω. Μια ευχάριστη έκπληξη για εμένα η ομιλία αυτή. Μας δώρισε και από μια εικόνα του san Cristóbal με μαγνήτη για το ταμπλό του αυτοκινήτου.
Μετά με βρήκε η Norma, θα με πας στο Club El Ranchito, έλα να σε κεράσω, σε θέλω με την ώρα. Στην Πιάτσα με βρήκε το δουλικό της κουμπάρας, θα έκλεβαν τον κουμπάρο για μια νύχτα και ζητούσαν εχέμυθο ταξιτζή να τους μεταφέρει σε άλλη πόλη και να τους περιμένει, μετά ο ερωτευμένος έλληνας ναυτικός που κυνηγούσε το λεωφορείο. Ο έλληνας καπετάνιος από την Χίο με ανακάτεψε με την αστυνομία γιατί νόμιζε ότι τον έκλεβε μέλος του πληρώματος, μετά η μάνα που ζητούσε δικαιοσύνη για την ανήλικη κόρη της που είχε διαφθείρει ένας παντρεμένος, μετά η εκδίκηση της παντρεμένης, μετά ο ναυτικός που πήγε στη φυλακή να πληρώσει πρόστιμο της φιλενάδας του ώστε να βγει έστω κι αν αυτή πήγε με τον φίλο της, μετά τα δυο παιδιά έλληνες ναυτικοί που πήγαν φυλακή γιατί σπρώξανε κάποιον στη θάλασσα, παρεξηγήθηκαν για γυναίκα, μετά πήρα αγώι να πάω μια μάνα κινέζα με πολλά λεφτά, λέγανε ότι είχε κρυφό χαρτοπαίγνιο, σε καθολικό μοναστήρι εκεί όπου είχε εσωτερικές τις δυο κόρες, μακρύς, ο δρόμος χωματένιος ήταν τόσο άσχημος ώστε έχασα δυο ρόδες.
Μεσάνυχτα με φώναξε καπετάνιος να βρω και να κουβαλήσω 100 κολώνες πάγο σε βαπόρι που έφευγε το πρωί, βρήκα ακόμα φίλο ταξιτζή βγάλαμε τα πισινά καθίσματα απ το ταξί, πήραμε τα χρήματα. Μετά μια άλλη νύχτα με φώναξε η γυναίκα φίλου μου που είχαν σκοτώσει οι αντάρτες να πάω σε άλλη πόλη 100 χιλιόμετρα απόσταση σε περιοχή όπου δρούσαν αποσπάσματα, κανένας άλλος δεν το αποτόλμησε πήγα γιατί τους γνώριζα, γύρισα με το φως της ημέρας, έτσι μου είπαν να κάνω οι αστυνομικοί.
Με πλησίασε φίλος ναυτικός από βαπόρι να του βρω δωμάτιο να σπιτώσει μια κοπέλα, όχι δεν του έκανα την χάρη, αποτέλεσμα τον έχασα από πελάτη. Μια ζωή γεμάτη από απρόοπτα περιπέτειες, μεταφέροντας τους ήρωες στο ταξί, ζούσα κι εγώ τις αγωνίες τους τα καρδιοχτύπια τους, κάτι που μου επέτρεπε να διακρίνω τις δυο όψεις του νομίσματος μα και την εκμετάλλευση της βρώμικης κοινωνίας.

Μετά κρατικοποίησαν την εταιρία σιδηροδρόμων, έτσι αγόρασα το σπίτι ενός φίλου που τον μετέθεσαν στην πρωτεύουσα. Μετά κάποιοι έλληνες φυγόδικοι γιατί χρωστούσαν μου άφησαν το αυτοκίνητό τους, για να τους βρω κάποιον να τους περάσει τα σύνορα με βάρκα, το έκανα δεύτερο ταξί, ο οδηγός μου, το τράκαρε νύχτα με μια φοράδα, εν τέλει το επιδιόρθωσα και το πούλησα σε έναν συνταγματάρχη.
Στο τέλος εννόησα ότι μια καινούργια ζωή άρχιζε για μένα, ήταν όμως αφομοιωτική, ολοκληρωτική, ξεχνούσες την γλώσσα, την πατρίδα, τα φαγητά, την κοινή λογική. Αλλά έπρεπε να επιζήσεις, έτσι κι έγινε.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Νέα Υόρκη


Στην Φωτογραφία από αριστερά, ο Νίκος Λιψάνος, ο Δημήτρης Μουστάκης, ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης, όρθιος ο Αντρέας Κοντομέρκος, ο Κωνσταντίνος Λυκογιάννης, Η Στέλλα Ζαμπούρου Φόλλεντερ, Η Βάνα Κοντομέρκου, η Άσπα Παπακωνσταντίνου-Τριγώνη, όρθιος ο Δημήτρης Τριγώνης.



Ήταν 3 Ιουνίου 2010 Ένα ανοιξιάτικο βραδάκι στη Νέα Υόρκη σε μια φιλική ατμόσφαιρα στην καρδιά της Αστόριας συναντηθήκαμε σε ένα συμπόσιο, ανταλλαγής απόψεων σε μια συζήτηση και φιλική ατμόσφαιρα. Όχι ότι ο καφές και ο οίνος θα μας έλυνε τις απορίες μας, ούτε τα μεζεδο-θαλασσινά μας, που ευτυχώς ακόμα δεν είχαν μολυνθεί από την πετρελαιοκηλίδα του κόλπου του Μεξικού. Η συνάντησή μας είχε μια φαινομενική δικαιολογία, για να μην χαθούμε σα να ήμασταν χαμένες πατρίδες , να σπάσουμε την μονοτονία της ξενιτιάς, με ένα ποτηράκι κρασί για να βρεθούμε παρέα, όχι ότι θα λύναμε τα προβλήματα του κόσμου ή της γενέτειρας, ούτε και για να εντυπωσιάσουμε τους συνδαιτυμόνες μας με τα του καθενός μας τα φετινά σχέδια για τα πολυπόθητο ταξίδι στη γενέτειρα γη, (πότε κι εάν) αλλά και για να δημιουργήσουμε μια φιλική ελληνική θαλπωρή με ποιητικές εικόνες, μια που όλοι μας εργαζόμαστε ερασιτεχνικά με αγάπη στο χόμπι μας, που είναι τα γεννοβολήματα της πένας, ή έστω και να πούμε μια καλησπέρα
τετ α τετ, χωρίς την βοήθεια της εφεύρεσης του Μπελ, ούτε του ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης








Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Η αρχή και το τέλος, Νέα Υόρκη

Στην φωτογραφία:
Ξέμπαρκοι Κεφαλλονίτες ναυτικοί, περιμένοντας να επισκευαστεί το βαπόρι, s/s Zephyr κάπου στο Μπρούκλιν Ν. Υ.
Από αριστερά Μαζαράκης, Τζάκης, Βαγγελάτος, Χριστοφοράτος, Παναγιωσούλης, Πυλαρινός, καθιστός με το ποτήρι ο λοστρόμος, από τη Σύμη Δωδεκανήσου.
*********

Το βαπόρι που ήμουν πλήρωμα ήταν ένα Λίμπερτι δεξαμενόπλοιο το Elizabeth H’ νοικοκυρεμένο, το πλήρωμα όλοι έλληνες, οι περισσότεροι Αστυπάλαια, Σύρο, Ιθάκη, ήμουν ο μόνος Κεφαλλονίτης, έτσι μετά από υπηρεσία σχεδόν χρόνου κι αφότου πιάσαμε Νέα Υόρκη ζήτησα να ξεμπαρκάρω. Ήθελα να αλλάξω και δουλειά να βρω θέση θαλαμηπόλου, μια και στο παρόν βαπόρι δούλευα στην κουζίνα. Πράγματι μου έδωσαν 29 μέρες άδεια, όπως ήταν η συνήθεια των αρχών. Πήγα στους 47 δρόμους κοντά στο Μπροντγουαίι στο Μανχάταν τότε η γειτονιά ήταν γεμάτη ναυτικούς, ήταν η πιάτσα, τα τρία ξενοδοχεία ήταν πάντα γεμάτα το Ρεξ, το Ρίο, το Φλάνδρες, νοίκιασα δωμάτιο στο Ρίο, πράγμα παράξενο όμως, με τους ντόπιους ελληνοαμερικανικούς δεν είχαμε πολλές συνάφειες, όπου μας έβλεπαν μπορώ να πω ότι μας έκλειναν την πόρτα, κάτι τι που γίνεται σήμερα με τους παράνομους μετανάστες. Όσο δεν βρίσκαμε μπάρκο πηγαίναμε και στην τότε γειτονιά των μπουζουκιών γύρω στους 28 δρόμους και 8 λεωφόρο για να ακούμε το ‘O χάρος την πόρτα μου χτυπά, χτύπα και συ καμπάνα’ και κανένα κλαψιάρικο Αχ! Βαχ!
Η ΠΝΟ είχα τα γραφεία της στην 8η λεωφόρο. Αντιπρόσωπος ο κ Αλέκος Π. πολλοί οι ξέμπαρκοι ναυτικοί.

Κατεβαίναμε μπουλούκια, μπουλούκια οι ναυτικοί στη καρδιά του Γουόλ Στριτ, και ψάχναμε για δουλειά στα διάφορα ναυτιλιακά γραφεία και ήταν πολλά, πολλές οι εταιρίες, ακριβώς όπως κάνουν και σήμερα οι παράνομοι αλλοδαποί αυτοί που στέκονται στις γωνίες του δρόμου στη Νέα Υόρκη ή εκεί που πωλούν οικοδομικά υλικά και σε ρωτούν αν μπορείς να τους δώσεις κάνα μεροκάματο. Αυτοί που όλοι οι γηγενείς φωνάζουν εναντίων τους αλλά επειδή συμφέρει το κεφάλαιο κάνουν στραβά μάτια. Ότι τάχαμου δεν υπάρχουν. Κάποτε είμαστε έτσι κι εμείς. Ανεβοκατεβαίναμε τους ανελκυστήρες των γραφείων, οι αμερικανοί υπάλληλοι των γραφείων αυτοί με τις γραβάτες, μας κοίταζαν παράξενα, γυναίκες στη ρεσεψιόν μας έκλειναν την πόρτα σα να είμαστε τίποτα επικίνδυνα εξωγήινα όντα. Απλούστατα ζητάγαμε δουλειά και δεν είχαμε ούτε την πολυτέλεια της παραμονής πάνω από 29 μέρες. Σε ένα γραφείο μου είπαν, ναι υπάρχει κάποιο βαπόρι κάνει επισκευή και θα είναι έτοιμε σε κάνα μήνα, αν θέλεις να περιμένεις; Ναι μα η άδειά μου τελειώνει, τότε μας έβαλαν μαζί με άλλους σε ένα μαύρο Κάντιλακ και μας πήγαν στην μεταναστευτική υπηρεσία, δώσαμε υπόσχεση ότι θα φεύγαμε με το άνω βαπόρι όταν θα ήταν έτοιμο, έτσι μας ανανέωσαν την άδειά μας… το βαπόρι ένα μικρό φορτηγάκι 5.000 τόνων ήταν παροπλισμένο για χρόνια. Ήταν κατασκευασμένο στη Δανία από γερμανούς το 1944, λάφυρο των νικητών Αμερικανών είχε την αμερικανική σημαία, το ονόμασαν Texas Sword και κουβαλούσε θειάφι από το Coatzacoalcos México, όταν πέθανε ο ιδιοκτήτης του ένας ιθακήσιος με το όνομα Φερεντίνος η χήρα του το παρόπλισε στο Bayonne N.J. εκεί το βρήκαν δυο κεφαλλονίτες, το αγόρασαν του άλλαξαν τη σημαία σε Λιβερίας, το ονόμασαν Zephyr του έκαναν μια επιφανειακή επισκευή κι έτοιμο για θαλασσοπνιξίματα στους ωκεανούς.
Αυτά μπόρεσα να μάθω για το βαπόρι που άλλαξε τη ζωή μου, αυτού που έμεινα μέσα 2190 μέρες, μετά αφότου έφυγα το πήγαν στην Ευρώπη για παλιοσίδερα, αλλά μετά από κανένα χρόνο περίπου ξαναγύρισε στο λιμάνι, με άλλο όνομα s/s Carina, του είχαν αλλάξει και χρώμα, μετά χάθηκε απ' τη ζωή μου, έμεινε όμως ο δρόμος που μαζί χαράξαμε…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης,

Bronx, New York





Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Παγκόσμιος Ελληνισμός

Ευχή μας :μια ανθόσπαρτη ευτυχισμένη νεανική ζωή Γιαγιά κι εγγονός
Πατήρ και Υιός


Οικογένεια



Τα τρέχοντα επίκαιρα γεγονότα κάνουν κατά κάποιον τρόπο το παρελθόν να φαίνεται μακρινό, έτσι ώστε οι λάμψεις φωτός του παρόντος να σκιάζουν τα περασμένα, ένα παρόν που όμως έχει τις ρίζες του στο παρελθόν και δη σε ένα ας μου επιτραπεί η λέξη παγκόσμιο-ποιημένο, αρχίζοντας με ελληνικές ρίζες, που στην θάλασσα συμπλέκονται με ρίζες Μάγια Γουατεμάλας και παράγουν ένα δένδρο που βγάνει καινούργιες ρίζες στη Νέα Υόρκη, όπου πάλι συμπλέκονται με ελληνικές έτσι στα κλαριά του ανθούν λουλούδια που όπου πάνω τους υπερέχει η ελληνική κληρονομιά, ο ελληνισμός.

Από την εκδήλωση αποφοίτησης, απονομή διπλώματος του εγγονού μας Χαράλαμπου Παπαδάτου από το Λύκειο Fordham High School Νέας Υόρκης… 26η Μαΐου 2010

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Το Στοιχειωμένο Βαπόρι,

s/s Zephyr

Ήταν ένα βαπόρι αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία την οποία ιχνογράφησα εκ μνήμης, που σημάδεψε τη ζωή μου, έτσι ήρθαν τα πράγματα από μόνα τους σαν το πεπρωμένο να ήταν γραμμένο, όχι δεν τα είχα προμελετήσει, ούτε είχα βάλει κανένα πρόγραμμα, απλούστατα ήμουν ξέμπαρκος στη Νέα Υόρκη, ζητούσα μπάρκο, τον καιρό εκείνο η Νέα Υόρκη ήταν πόρτο μαρίνα. Όταν λοιπόν μπαρκάρισα σε αυτό το βαπόρι δεν ήμουν ούτε 22 χρονών, όταν ξεμπαρκάρισα ήμουν 28 χρονών.

Για έξη χρόνια αλωνίζαμε τους ωκεανούς, τις ηπείρους, αλλάζαμε τα μήκη και πλάτη της υδρογείου καθημερινώς. To σταθερό ωράριο μας το GMT, το βαπόρι φορτηγό καθόταν στα λιμάνια αρκετές μέρες, έτσι πάντοτε έκανα την έξοδό μου στα διάφορα κράτη ανακατευόμουν με τους ντόπιους προσπαθώντας μια κάποια οικειότητα με τις ξένες κουλτούρες.

Είχα καλή θέση ως πλήρωμα στο βαπόρι ήμουν υπεύθυνος τροφοδοσίας, Chief Steward, Τώρα μου φαίνεται αδύνατον να χωρέσει τούτος εδώ ο χώρος να περιγράψω ή έστω και να αφηγηθώ έξη χρονών περιπέτειες, γνωριμίες, να ζεις συνεχώς ανάμεσα σε θαλασσοδαρμένα άρμπουρα, η άχνη του αλατιού να κάνει στρώμα στην επιδερμίδα σου, τα κύματα να σε χορεύουν σαν καρυδότσουφλο, μα και να σε σκοτώνει αυτή η άτιμη η ρουτίνα, η έλλειψη γνωριμίας, η έλλειψη ειδήσεων, ραδιοφώνου, ανθρώπων, κοινωνίας, γυναικών, πολλές φορές μετά από ολόκληρα μερόνυχτα στο πέλαγος, που θα μπορούσαν να ήταν και μήνες, όταν κάποιος φώναζε στεριά τρέχαμε στην κουπαστή, προσπαθούσαμε να μυριστούμε την διαφορετικότητα του αέρα, κοιτάζαμε με δέος με ανυπομονησία πότε να φτάσουμε. Λες και είμαστε η καραβέλα του Κολόμβου που ζητούσε πλέοντας δυτικά να φθάσει ανατολικά. Κι όταν φτάναμε σε στεριά με την πρώτη ευκαιρία να ξεμπουκάραμε σαν γάτοι, να πατήσουμε χώμα, να δούμε γυναίκες, να αισθανθούμε άνθρωποι. Αναχωρώντας από το Περναμπούκο Βραζιλίας, πολλές μέρες εν πλω, μετά από αυτά που αφήσαμε τα γλέντια με γυναίκες Βραζιλιάνες, διαβήκαμε τον νότιο Ατλαντικό και πιάσαμε Νοτιοαφρικανική Ένωση, στο Πορτ Ελίζαμπεθ. Φτάσαμε πειναλέοι, ένεκα ζημιάς στα μηχανήματα, μας είχαν χαλάσει τα ψυγεία, αυτή η ευλογημένη χώρα, μας έφερε αμέσως φρέσκα φρούτα, κρέατα αρνιά, θυμηθήκαμε Ελλάδα.
Τα νέα από την Ελλάδα μαύρα, ανεργία, οι γέροι, όπως και όλοι περίμεναν βοήθεια.

Από εκεί θα έπρεπε να αναχωρήσουμε για τον κόλπο της Βεγγάλης, να φουντάρουμε στο δέλτα των ποταμών Μέγνα και Γάγκη να ξεφορτώσουμε μερικό ρύζι σε μαούνες και να προχωρήσουμε προς την πόλη της Τσιταγκόνγκ της Μπανγκλαντές, ενδιάμεσος σταθμός για καύσιμα ήταν το Κολόμπο Κεϋλάνης.

Κανονικά θα έπρεπε να είχα φύγει από αυτό το βαπόρι, κάτι όμως με κρατούσε σα μαγνήτης πάνω του λες και ήτανε στοιχειωμένο, έτσι συνδέθηκα με αυτό, με τις σάπιες λαμαρίνες του, μέχρι που δεν άντεξα και όταν το αποχωρίστηκα έκλαιγα. Τότε άρχισα να ζω μια ζωή που όμως μου την είχε χαράξει η ρότα του βαποριού, μια ζωή που αυτό το ίδιο μου έμαθε, εφόσον με κουβαλούσε στην πλάτη του επάνω για 2190 μέρες, μέχρι σήμερα είμαι αυτός που θέλησε να είμαι το βαπόρι εκείνο.

Είχα ήδη προσευχηθεί σε βουδιστικές παγόδες και ναούς, τζαμιά και εκκλησίες, είχα δοκιμάσει ένα σωρό ξένες κουλτούρες, τσιγγάνες μου είχαν διαβάσει την τύχη, στην παλάμη, μα και στα χαρτιά, έτσι ένα πρωί, αυθόρμητα, προσπάθησα να σταματήσω την κίνηση της γης, αλλά σταμάτησα την δική μου, σε ένα καταπράσινο τοπίο, σε μια τροπική ζούγκλα, σε μια καινούργια κατάσταση η οποία μου δίδαξε την έως τότε άγνωστη ανθρώπινη ζωή, του να παλεύω για την επιβίωση με καινούργια άγνωστα μέχρι τότε όπλα, έχοντας συντροφιά τη γυναίκα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
s/s Zephyr