Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Μετά το Πάσχα








Πάει τελείωσαν οι χαιρετισμοί, οι εορτασμοί της Μ. Εβδομάδας.
Στη λειτουργία του μεσονυκτίου του Πάσχα, αλληλο -ευχηθήκαμε το Αληθώς Ανέστη, ακούσαμε το Χριστός Ανέστη έτσι όπως το έψαλλε όλο το εκκλησίασμα στην αυλή της εκκλησίας εδώ στο Μπρονξ, Νέαs Υόρκης αυτή όπου παρευρεθήκαμε, μετά στο σπίτι μας περίμενε η μαγειρίτσα, το τσούγκρισμα κόκκινων αυγών και την Κυριακή το παραδοσιακό φαγοπότι με κύριο φαγητό το αρνί στα κάρβουνα μαζί με τα επακόλουθα από όπου και οι φωτογραφίες… λείπουν δυο Εγγόνια μου το ένα στο πανεπιστήμιο Τεννεσί, η άλλη στην Γαλλία, σχολική εκδρομή…
Κυριακή του Πάσχα το τηλεοπτικό Δίκτυο CBS είχε μια εκπομπή από το Άθως, (Άγιο Όρος) όπου είδα για πρώτη φορά πολλά πράγματα που κανείς δεν μας τα δίδαξε στην Ελλάδα, π.χ. ότι έχουν δική τους σημαία (Κόκκινη και κίτρινα γράμματα Σταυρό) ότι ακολουθούν το Βυζαντινό ημερολόγιο με μια ημερομηνία διαφορετική.
Εντύπωση μου έκανε η άρνηση καλογέρου να πάει σπίτι του να δει τον άρρωστο πατέρα του, που του είχε μηνύσει πριν πεθάνει.
Όχι, είπε: του μήνυσα ότι θα συναντηθούμε εκεί επάνω, δείχνοντας τον ουρανό.

-Τρομερό!
Σήμερα Δευτέρα η πρώτη μετά του Πάσχα εργάσιμος κανονική ημέρα εδώ στη Νέα Υόρκη οπότε ξαναγυρίζουμε στου χρόνου την τροχιά, με τις καθημερινές μας απασχολήσεις προβλήματα και αναμονή πότε να έρθει το καλοκαίρι…

Οι ευχές μας, στους αναγνώστες μας:

Χριστός Ανέστη ...

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Έτσι ήταν, όμως ήταν Ελλάδα!

Και κάτι Επίκαιρο από τη Νέα Υόρκη του 1951





Μια πολυπληθή κλειστή κοινωνία από τον φόβο του πολέμου, από την πείνα, από τις κακουχίες, από την φτώχεια, από τις κλεψιές, από τον επικρατούντα νόμο του δυνατότερου, μια κοινωνία γεμάτη παιδιά τα περισσότερα ξυπόλυτα, μια κοινωνία που βασίλευε ο τρόμος.

Η μόνη διέξοδο ήταν η θρησκεία, η παρουσία της δυνατή, επιβεβλημένη, θρησκόληπτοι οι περισσότεροι κάτοικοι, τα καλοκαίρια όταν δεν έβρεχε κάνανε λιτανείες με τον παπά μπροστά παρακαλώντας τον θεό να βρέξει, κάθε λίγο και λιγάκι σήμαιναν οι καμπάνες θα κάνουμε προηγιασμένη.

Όταν ερχόταν η μεγάλη βδομάδα αμαρτία να φας, αλλά εμάς δεν μας έπιανε δεν ήμασταν αμαρτωλοί, αφού δεν υπήρχε φαγητό.



Τα βράδια της Μ. εβδομάδας στην εκκλησία συγκεντρωνόταν όλο το χωριό, την μεγάλη Πέμπτη άκουγαν τα 12 ευαγγέλια, το κάψιμο του Ιούδα στην πλατεία.

Την μεγάλη Παρασκευή νηστεία, μόνο ξύδι, τα παιδιά έψαλλαν κάλαντα τα πάθη του Χριστού:

Σήμερα μαύρος ουρανός,

Σήμερα μαύρη μέρα,

Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπόνται…

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι…

Η περιφορά του επιταφίου στο χωριό, τον πήγαιναν μέχρι το πηγάδι, τα παιδιά πετούσαν πέτρες στις σκεπές, στα παράθυρα των σπιτιών, οι νοικοκυραίοι έβγαιναν στην αυλή τους κι έβριζαν ο παπάς και η χορωδία από κορίτσια έψαλλαν το Η ζωή εν Τάφω… η φλόγα από τα κεράκια σε τύφλωνε, σε έναν δρόμο σκοτεινό, που ψηλάφιζες το χώμα για να μην πέσεις, στο επόμενο βήμα.



Ένας θρησκευτικός φανατισμός, η εκκλησία ήταν ο άξονας όπου γύρω της χόρευαν γαϊτανάκι οι κάτοικοι, δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ούτε ραδιόφωνο, ούτε ηλεκτρισμός, ούτε συγκοινωνία, ούτε σπίρτα, παρά πυριόβολος τρίβαμε πέτρα με σίδερο για να παραχθεί σπινθήρας, ούτε χαρτί, εφημερίδες, ούτε ασπιρίνες, ούτε φάρμακα, παρά μόνο τα πανάρχαια πρακτικά πιστεύω με βότανα να γιαίνουν οι πληγές, οι ψυχικές αρρώστιες με ξόρκια και προσευχές, με τάματα αγίων, λες και ήταν όχι τα 100 χρόνια μοναξιάς που έγραψε ο Γαβριήλ Γκαρσία Μάρκεζ αλλά 2000 χρόνια απομονωτισμού.

Ο κόσμος μας τόσο μικρός, όσο χωρούσε η ματιά σου, ευτυχώς που στην οικογένεια υπήρχε η συμπόνια, η θαλπωρή, η συντροφικότητα.


Τη νύχτα της ανάστασης από τη μπαρούτη γέμιζε καπνιά η εκκλησιά, τα παιδιά πετούσαν βαρελότα ο παπάς τα σιχτίριζε, οι γυναίκες φοβόταν.


Το πρωί η θεία μετάληψη εμείς τα παιδιά όλα στην γραμμή, να κάνουμε χρυσό δόντι, έτσι μας έλεγαν. Τη ημέρα της Λαμπρής πηγαίναμε στην μεσημεριανή Ανάσταση, η μάνα έμενε σπίτι να ετοιμάσει ότι υπήρχε για φαγητό.


Χριστός Ανέστη, Αληθώς ο Κύριος.



Σήμερα όλα αυτά είναι παρελθόν, χορτάτοι πλέον λέμε το Χριστός Ανέστη, ακούμε την λειτουργία από την τηλεόραση, ή πάμε για ποτό του μεσονυχτίου σε κάνα μπαρ, σήμερα τουλάχιστον εμείς που ζήσαμε σε τέτοια 'δυστυχία' ήρθε η στιγμή να φωνάξουμε:

Αληθώς Ανέστη, μαζί Ανέστη και η Ελλάδα.



Για να εκτιμήσεις το σήμερα, πρέπει να έχεις ζήσει το χθες!



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Δοκίμασα, να ξαναγίνω όπως πρώτα


Αφού έγραψε το γράμμα σε μια κόλα χαρτί στο πισινό μέρος ενός καθρέφτη που ακουμπούσε στα πόδια της επάνω, καθισμένη καθώς ήταν στην καρέκλα, σάλιωσε τον φάκελο, τον πίεσε απότομα για να κολλήσει ακούσαμε ένα κραχ ο καθρέφτης έγινε χίλια κομμάτια.

-Εφτά χρόνια κακή τύχη θα έχουμε, μου είπε,

-αυτό εννοεί το σπάσιμο του καθρέφτη.

-Λες να φτάσουμε ως εκεί; Είπα.


Ότι είχαμε πρωτοσμίξει.


Αν πόναγε κάπου τουλάχιστον θα ήξερα τι είναι, αλλά αυτή η ατελείωτη υπνηλία με φόβιζε. Βγήκα έξω να πάρω λίγο φρέσκο αέρα. Η Μάρθα ήταν μουσκεμένη στον ιδρώτα πέταξε από πάνω της τα σεντόνια κι έμεινε γυμνή, έγειρε το κεφάλι και ξανά κοιμήθηκε. Μια πνοή ανέμου έκανε την φλόγα απ το καντήλι να τρεμοσβήνει. Ξύπνησε από τον θόρυβο που έκανε το παραθυρόφυλλο χτυπώντας τον τοίχο, έκανε να σηκωθεί, αισθάνθηκε αδύνατη και ξανάπεσε στο κρεβάτι. Τα χείλη της υγρά ρώτησαν;

-Εσύ είσαι μάνα;

-Εγώ είμαι κόρη μου.

-Μα γιατί ήρθες να με δεις αφού είσαι πεθαμένη;

Η Έμμα μια γειτόνισσα με κοίταξε, κατάλαβε ότι η Μάρθα παραμιλούσε. Ζύγωσε δίπλα της, άνοιξε τα μάτια.

-Ακούω φωνές της νύχτας, είναι ψυχές που φτερουγίζουν, τις ακούς Έμμα;

-Όχι δεν ακούω τίποτα,

-Ακούς τον αέρα που σφυρίζει;

-Όχι,

-Πιστεύεις στον παράδεισο;

-Ναι και στην κόλαση.

-Εγώ δεν ξέρω.

Ο παπάς με την θεία μετάληψη έμεινε στον δρόμο, δεν πρόλαβε.

Όλα τελείωσαν, έφυγα.


Πήρα τον δρόμο του γυρισμού προς το λιμάνι, η πανσέληνο με συντρόφευε, κατάλαβα πως ήσουν εσύ Μάρθα, οι αχτίνες της περνούσαν από τα υγρά σου χείλη και με χάιδευαν.


Μπήκα στο μπαρ γεμάτο ναυτικούς και γυναίκες κάθισα σε σκαμπό παράγγειλα πιοτό, ήθελα να ξεχάσω, να ξαναγίνω όπως πρώτα, εκεί βρήκα την Ζόϊλα, όμως, είπα όχι την έκανα πέρα, μετά ήρθε η Μαρίνα να μου πει τα νέα ότι παντρεύτηκε, ήρθε η Αυγουστίνα και η Ντέλμη με χαιρέτισαν, με κοίταζαν. Τι κρίμα αισθάνθηκα, διαφορετικός από πρώτα σαν χαμένος, τελικά ήρθε η ιδιοκτήτρια παλιά μου γνωστή, έβαλε το χέρι της στην πλάτη μου σα να ήθελε να με προστατεύσει μην στενοχωριέσαι για τίποτα, έλα αύριο στο σπίτι θα μαγειρέψει ο Χρήστος, πήγα, πάνω στα κέφια τους τελείωσε η φιάλη του γκάζι, δεν πρόλαβε να μαγειρέψει, ήταν Κυριακή κι όλα κλειστά ήπια ακόμη δυο μπύρες μεζές φιστίκια, κι έφυγα…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Εμείς, οι Έλληνες της Διασποράς,


Όταν αρχίζεις να γράφεις, λες πιο θέμα θα θίξω σήμερα και στέκεσαι αναποφάσιστος, το πληκτρολόγιο λαχταρά στα χέρια σου προσπαθεί να σου ξεφύγει για να πει αυτά που θέλει, αυτά που βράζουν μέσα του, κι εσύ του κρατάς τα χαλινάρια να μην σου ξεφύγει κι αφηνιάσει κι αρχίζει να λέει παλαβομάρες.

Βρίσκομαι στην Νέα Υόρκη, όπου είναι μια ζωή τυποποιημένη, ναι μεν έχει τα γλέντα της τις συγκεντρώσεις της, τις κοινωνικές εκδηλώσεις της αλλά μας λείπει αυτό το απρόοπτο το απρόβλεπτο το μοναδικό το καρδιοχτύπι του αν θα υπάρχεις αύριο ή όχι, είναι τόσο αφομοιωμένη η ζωή σε μια τετράγωνη λογική βαλμένη σε λούκι που τρέχει σαν δείκτες ρολογιού, αυτό σου φέρνει μια μονοτονία. Πολλοί αναγνώστες θα νομίσουν ότι τα θέματά μου είναι εγωκεντρικά, δηλαδή ότι ασχολούμαι γύρω από τον εαυτόν μου, ακόμα και για τα βιβλία μου έχω ακούσει τέτοια σχόλια α! δεν μας ενδιαφέρουν είναι ατομικές σου περιπέτειες αδιάφορες για εμάς, να έγραφες καμιά νουβέλα ε! τότε ναι θα είχες επιτυχία. Ε! τι να γίνει ο κόσμος η κοινωνία είναι τόσο μεγάλη ώστε χωρά και τις δικές μου αφηγήσεις, οι οποίες αναλύουν, παρουσιάζουν τον άνθρωπο οποιοσδήποτε εθνικότητας, ένας καθρέφτης μιας ζωής που αντανακλά όλη την υφήλιο έστω κι ας είναι μιας περασμένης εποχής. Έλληνες εδώ πολλοί, τους καλημερίζεις, αδιάφοροι σου απαντούν αν ποτέ, ή σε κοιτούν με καχυποψία, τι να θέλει ο τάδες και μου λέει καλημέρα, μήπως είναι Ιεχωβάς; ή όταν τους προσφέρεις να αγοράσουν βιβλία σε κοιτούν με οίκτο βρε τον φουκαρά πως κατάντησε! Το αυτοκίνητο ένα βαν έτρεχε στους σκονισμένους και γεμάτους λακκούβες δρόμους, ένα τσούρμο παιδιά ακολουθούσαν τρέχοντας, προσπαθούσαν ν’ ανεβούν στην σχάρα δεν τα κατάφερναν. Είμαστε πλασιέ πουλάγαμε καραμέλες σοκολάτες κλπ. Κάποτε σταματήσαμε, εκεί στην άκρη του χωριού χωμένο στην οροσειρά Sierra Madre της Γουατεμάλας υπήρχε μια μάντρα δεν θυμάμαι ακριβώς τι πουλούσαν ή πλίθες κι ασβέστη, τσιμέντα κλπ, ή ανταλλακτικά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, στην άκρη της μάντρας μια καλύβα, εκεί ζούσε ένας έλληνας. Τον φωνάξαμε βγήκε απ’ έξω ο άνθρωπος χάρηκε φώναξε έλληνες πατριώτες είπε της γυναίκας σφάξε μια κότα, για να μας φιλέψει σε αυτά τα μέρη δεν βλέπεις τακτικά Έλληνες. Αρνηθήκαμε απολύτως όχι του είπαμε θα φύγουμε, έτσι γλύτωσε και η ζωή της κότας. Στην ομιλία του επάνω μου είπε, είμαι κρητικός και ζω και υπάρχω όχι όπως ήξερα αλλά όπως βρήκα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Οι Επιβάτες:


Το ταξί μου γεμάτο, πρώτος σταθμός το παιδικό νοσοκομείο. Ο παπατζής που καθόταν στο πίσω κάθισμα, βγήκε συνόδεψε την μάνα, μια καλόγρια με ένα πεταλουδί άσπρο καπέλο τους άνοιξε την πόρτα, έφεραν χαρτιά της μάνας. -Υπόγραψε κυρά μου.

-Μα δεν ξέρω γράμματα,

-Τότε ας υπογράψει ο πατέρας,

-Μα αυτός δεν είναι ο πατέρας του,

-Δεν ξέρεις ούτε σταυρό;

-Όχι.

Της έπιασε το χέρι, της έβαλε την πένα ανάμεσα στα δάχτυλα, κατόρθωσε κι έβαλε δια γραμμές που σμίγανε στη μέση.

-Πάρε το χαρτί αυτό και πήγαινε στο διπλανό σπιτάκι, θα το δώσεις στον φύλακα κι αυτός θα σου δώσει το φέρετρο του γιου σου.

Ο παπατζής έβαλε την τράπουλα στην τσέπη του, σήκωσε στην αγκαλιά του το μικρό άσπρο φέρετρο και το απόθεσε στο Πορτμπαγκάζ του ταξί, δίπλα έβαλαν το πανέρι με τα καθρεφτάκια, αυτό με τα τηγανιτά ψάρια κι από πάνω το σκέπασαν με το πανέρι του παπατζή. Η μάνα δίπλα μου έκλαιγε, οι άλλοι στο πισινό κάθισμα κουβέντιαζαν.

-Αν έφερνες το παιδί νωρίτερα, ίσως να γλύτωνε, είπε αυτός που πούλαγε τα ψάρια. -Αν ερχόταν ο γιατρός, είπε η μάνα.

-Αν είχαμε λεφτά είπε αυτός που πούλαγε τα καθρεφτάκια.

-Τα πολλά αν δεν ωφελούν είπε ο παπατζής, θα σας ρίξω τα χαρτιά να δούμε τι του έγραφε η τύχη. Ανακάτεψε την τράπουλα;

-Τράβα ένα χαρτί, είπε της μάνας

-Ο άσσος μπαστούνι, το χαρτί του θανάτου, μα είναι φανερό ήταν θέλημα Θεού έτσι να γίνει. Αν είχα το πανέρι μου εδώ θα σας έλεγα από τι ακριβώς πέθανε το παιδί. Το ξανθό λουστράκι τους κοίταζε όλους με ανοιχτό τον στόμα, εντύπωση του έκανε ο παπατζής τα τόσα πολλά που ήξερε, μπορεί να ήταν κι ένας μικρός Θεός, γυρίζοντας προς εμένα μου ψιθύρισε.

-Εγώ μόνο για το ξενύχτι έρχομαι μαζί να φάω κάτι ότι μου δώσουν. Είχε πια βραδιάσει όταν φτάσαμε στο χωριό, η τροπική ζέστη ανυπόφορη, άνοιξα το πορτμπαγκάζ ένας από τους άνδρες πήρε στον ώμο του το μικρό άσπρο φέρετρο, οι άλλοι ακολουθούσαν, η μάνα έμεινε τελευταία. Οι ντόπιοι έκαναν γύρω μου έναν κύκλο μου είπαν να κάτσω για το ξενύχτι, κόσμος μαζεύτηκε, είχαν φέρει ρούμι, μαύρο καφέ, και αρκετά κομποσκοίνια για τις γυναίκες που θα έψαλλαν το Άβε Μαρία…, έβαλαν το φέρετρο πάνω σε δυο καρέκλες, το πάτωμα της καλύβας τους χωματένιο, η σκεπή από φύλλα φοινικιάς, η τελετή έτοιμη ν’ αρχίσει.

Από σέβας κάθισα μερικές ώρες μετά έβαλα πλώρη για το λιμάνι, για τα γνωστά μου μέρη. Το ξανθό λουστράκι αυτό που μου γυάλιζε το ταξί με ακολούθησε, πάντα είχε και το κασελάκι για να γυαλίζει παπούτσια μόνο που τούτη τη φορά οι επιβάτες ή ήταν ξυπόλυτοι ή φορούσαν σανδάλια.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Ανά τον Κόσμο!

Εκεί όπου θεωρείται προνόμιο να υπηρετείς στον στρατό.
* * *

-Καλημέρα σας κυρ αστυνόμε, αυτό εδώ σας το στέλνει ο θειος μου,

-Α! μάλιστα παιδί μου, κάθισε, να ρωτήσω κάτι; Πως από τα μέρη μας, δηλαδή εννοώ τι σε έφερε στα νερά μας; Με συγχωρείς για την ερώτηση αλλά θέλω να σε βοηθήσω, δηλαδή τα χαρτιά σου, είσαι κανονικά στη χώρα μας;

-Μα βεβαίως! Είπα.

-Θα ήθελα να δω τα χαρτιά σου.

-Ορίστε το διαβατήριό μου, είναι εν ισχύ.

-Αυτό είναι άχρηστο για εμένα, δεν έχεις κάτι άλλο;

-Γιατί είναι άχρηστο; Διαμαρτυρήθηκα

-Δεν έχεις θεώρηση βίζα παραμονής στην Ελλάδα.

-Έχω το πιστοποιητικό γέννησής μου.

-Ταυτότητα έχεις;

-Έχω, ορίστε!

-Μα αυτή λέει ότι είσαι κάτοικος άλλης χώρας.

-Έχω πράσινη κάρτα του στρατού, ως έφεδρος.

-Όχι, όλα άχρηστα είναι.

Είχα αρχίσει να θυμώνω το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι,

- είμαι γιος του Πέτρου αδελφού του θείου μου.

-Μπορείς να το αποδείξεις ότι είσαι νόμιμο παιδί από νόμιμο ορθόδοξο γάμο;

-Νόμιμο ναι, ορθόδοξο όχι.

-Το νόμιμο δεν ισχύει αναδρομικώς, λογίζεσαι λαθραίος δεν σε βάζω φυλακή γιατί γνωρίζω τον θείο σου.

-Μα δεν ξέρετε τι λέτε είμαι ναυτικός πλήρωμα σε βαπόρι, που βρίσκεται στο λιμάνι.

-Α! ρε πατέρα που μ’ έστειλες.

Μια φωνή ακούστηκε:

- Φύγε γιε μου φύγε, αυτή δεν είναι η πατρίδα που άφησα. Σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό, ένα σύννεφο περνούσε, έμοιαζε με σγουρομάλλη άντρα, κατάλαβα ήταν ο πατέρας, δυο δάκρυα κύλησαν απ’ τα μάτια μου, ένοιωσα την πικράδα τους, συνήλθα, θυμήθηκα τον πατέρα που δάκρυζε όταν θυμόταν την πατρίδα του, φοβήθηκα μην επαναληφθεί η ουτοπική ιστορία του και βιάστηκα να φύγω.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Ωμή Αλήθεια,

Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Σήμερα σε διαβάζω και δεν σε αναγνωρίζω, δεν μπορεί να είσαι συ ο ίδιος ο εαυτός μου, δεν είναι δυνατόν, απορώ πως μπορεί να είχα ποτέ τέτοιες ιδέες! Αλλά για στάσου, αυτά που έγραφα ήταν του χθες, άρα είσαι το χθεσολόγιό μου, όμως ήταν αυτά που δεν σβήνονται με ένα πάτημα του delete είναι η μνήμη των βουνοκορφών, αυτή που μ’ έπλασε, αυτή που κρατά ακόμη ζωντανή την θέα σου όταν πρωτάνοιξα τα μάτια μου, αυτή που είναι σαν μακρινό παραμύθι, που στη φωτογραφία είσαι η χαμένη μου πατρίδα. Με μία διαφορά, ότι έτσι είναι, μια ωμή αλήθεια…

Έλληνας, Μετανάστης:

Είχε νυχτώσει, ξάπλωσαν, η μάνα στριφογύριζε στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί, ο πατέρας ροχάλιζε, τα δυο αγόρια πήγαν στο δωμάτιό τους, κοίταζαν απ’ το παράθυρο τ’ αυτοκίνητα που περνούσαν σε αυτό τον δρόμο της Νέας Υόρκης κι έπλαθαν όνειρα απόδρασης από την φυλακή του πατέρα τους, παρομοίαζαν τους εαυτούς τους σαν δυο πουλιά κλεισμένα στο κλουβί. Η Στεφανία κοιμόταν σ’ ένα μικρό δωματιάκι που άλλοτε θα πρέπει να ήταν αποθήκη. Το είχε γεμίσει με εικόνες Αγίων και κάτι αποξηραμένους σταυρούς από φοίνικα που είχε φέρει στο σπίτι από την περυσινή εορτή των Βαΐων. Πάντα έκανε την προσευχή της πριν κοιμηθεί, είχε κι ένα καντήλι και παρακολουθούσε την φλόγα του καθώς τρεμόσβηνε λες και ήταν μια ψυχή που έβγαινε από τα γήινα, έτοιμη να πετάξει στα ουράνια, τούτη την βραδιά προσευχήθηκε για τα αδέλφια της και για τον πατέρα της δεν τον άντεχαν πλέον, μετά απ’ τις φωνές του για τα χαμένα δικαιώματα του ανθρώπου, του μετανάστη, είχαν πάει όλοι για ύπνο. Ακόμα θυμόταν τα λόγια του, τα έβλεπε μπροστά της σαν όνειρο-εφιάλτη.

«Μα δεν γίνεται τούτη η κατάσταση δεν αντέχω άλλο κοιτάξτε με γυναίκα, παιδιά, μετανάστης έφυγα, σαν μετανάστης αισθάνθηκα όταν γύρισα πίσω στο χωριό μου, μα και πράμα παράξενο, μετανάστης αισθάνομαι σε τούτη δω την ξένη χώρα κι όταν πεθάνω μετανάστης θα είμαι.

Αλλά εκεί στο βάθος βλέπω μια ελπίδα, το βασίλειο του Αχέροντα είναι Ελληνικό, η αιωνιότητα σε αυτό το βασίλειο είναι ελληνική, έτσι θα βρω την αιώνια γαλήνη έστω κι ας μην έχω το ελληνικό κέρμα εισόδου που δικαιούμαι σαν Έλληνας.»


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Λένε ότι ο Απρίλης είναι ο μήνας των ποιητών.
Λένε ότι η εαρινή ισημερία 21η Μαρτίου είναι η ημέρα των ποιητών, της Ποίησης, έτσι αποφάσισα να συμβάλλω κι εγώ στον πανηγυρισμό αυτόν με κάτι πρωτότυπο δικό μου.
Η ποίηση συνήθως εκφράζει ανικανοποίητους πόθους, όνειρα, φανταστικά, καθρεφτίζει σε κάθε στοίχο μια ψυχή η οποία αναπολεί, αυτά που δεν έφτασε ποτέ, ή αυτά που έφτασε και της έφυγαν, ή ακόμα και νοσταλγία περασμένων πρωτόγνωρων συγκινήσεων…


Το δικό μου (ποίημα) εκφράζει μια ιστοριούλα 30 ατόμων, την αληθινή ανθρώπινη χαρά ότι έσπασε η μονοτονία, αυτή που μας βασάνιζε στη μέση του Ωκεανού, εκεί όπου για ολόκληρα μερόνυχτα, μας θαλασσόδερνε η αρμύρα των κυμάτων.

Μονοτονία εν Πλω

Ο Κουμιότης ο θερμαστής,
είχε την τράπουλα στην τσέπη,
σαν τελείωνε τη βάρδια την 4-8
φώναζε για 66 αγοραστό.
*
Μάζευε κοντά του κι άλλους
κάπνιζαν σαν τα φουγάρα,
πίνανε καφέ, γράφανε πόντους,
αποτρέποντας ανίας φαγωμάρα.
*
Εκεί όμως εις την πρύμη,
μερικά χαρτόμουτρα,
πόκα στρώσανε κρυφά,
φώναζαν και βλαστημούσαν
και βιδάνιο σκορπούσαν.
*
Μετά από τα μεσάνυχτα,
στου καραβιού τη μέση,
ακούστηκαν τρεχάματα,
φωνές και φασαρίες.
*
Ξύπνησα, πετάχτηκα επάνω,
ένας Μανιάτης φάνηκε,
στο χέρι καραμπίνα,
Κεφαλλονίτη κυνηγούσε,
κλέφτη τον αποκαλούσε.
*
Ο Καπετάνιος κατέβηκε,
ένας Καρδαμυλήτης,
την καραμπίνα φούχτωσε,
την πήρε στα γραφείο.
*
Φωνές, κακό, διαπληκτισμοί,
Έμοιαζε με λειτουργία.
Ώσπου φωνή λάλησε: «Ω! τι ευτυχία!
»Δόξα τω Θεώ! Έσπασε η μονοτονία.»

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η Άνοιξη, ο εαυτός μου..



Σήμερα σας προσφέρω την Άνοιξη με αυτά τα ολίγα Τριαντάφυλλα, όχι δεν τ’ αγόρασα αλλά είναι αυτά που εγώ φύτεψα προ χρόνια, στο μικρό κήπο μου, άρα είναι δώρο από την καλλιέργεια της γης που όμως καθρεφτίζει τον εαυτόν μου… Μετά, υποχρεούμαι να απουσιάσω από το διαδίκτυο, από ανάγνωση, τηλεόραση και οτιδήποτε έχει να κάνει με την όραση, ένεκα εγχείρησης στα μάτια (καταρράκτη), εν τω μεταξύ τα τριαντάφυλλά μου θα με αναπληρώνουν…
Ελπίζω κι εύχομαι να μην χαθούμε.

DNA με αυτό γεννιόμαστε, αυτό είναι η ένδειξη της κληρονομικότητας μας, Αυτά τα χρωμοσώματα που πήραμε και από τους δυο γονείς μας, τα οποία δημιουργούν την μοναδική ταυτότητα του οργανισμού μας.

Ο εαυτός μας, ο δικός μου, ο δικός σου, είναι μια καδένα ας πούμε αλυσίδα από χάντρες στιγμών ή συμπτώσεων οι οποίες ενώθηκαν κι έπλασαν το άτομό μου.

Είναι φορές που διερωτώμαι άρα που θα ήμουν, ή πως θα ήμουν αν δεν το έφερναν οι συμπτώσεις, να γίνει έτσι ο ρους της ζωής, ή απορώ το πως τα έφεραν οι στιγμές και ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε δημιούργησαν τον σημερινό μου εαυτό, έτσι όπως είμαι σήμερα
. .

Με πιάνει μια περιέργεια και γυρίζω πίσω στη ζωή, προσπαθώ να βρω κάποιον ή φταίχτη, ή κάποιον να του δώσω τα εύσημα, αλλά με πιάνει μια αμφιβολία και με τυραννούν, αυτά τα αν!
Κι αρχίζω να σκέπτομαι, να φταίει εκείνο το καράβι που έπιασε Ηράκλειο Κρήτης, το S/S Demosthenes, ή να φταίει η σκάλα του βαποριού που ήταν στενή κι ενώ κατέβαινα στην Βαλτιμόρη ΗΠΑ ένας χοντρός ανέβαινε δεν χωρούσαμε και οι δυο, με γύρισε πίσω στο βαπόρι κι όλα αυτά σε 5 λεπτά μέσα. Δεν θα βγεις έξω, έχω εντολές, μια στιγμή άλλαξε το μέλλον μου.
Μετά στο Los Angeles μια στιγμή γνωριμίας με παρέσυρε, κι έμεινα στη στεριά, μετά σε μια στιγμή ειλικρίνειας μου σε Κεφαλλονίτη στη Νέα Υόρκη εκμυστηρεύθηκα ότι δεν είχα ντοκουμέντα με κάρφωσε, ήταν 3 Νοεμβρίου θα μπορούσα να εξαφανιστώ αλλά όχι εκείνη την ημέρα, εκείνη τη στιγμή άρχισε η μεγαλύτερη περιπέτειά μου, σε μια στιγμή συνείδησης είπα την αλήθεια, τιμωρήθηκα, εκεί μέσα στη σκοτοδίνη γνώρισα τον άνθρωπο που μέχρι σήμερα η τύχη το έφερε κι έπλασε από μακριά το άτομό μου με κατάληξη ΝΥ.

Στον Παναμά η στιγμή δολοφονίας του προέδρου στο ιπποδρόμιο με πολυβόλο, ε! Αυτή η στιγμή μου άλλαξε τα σχέδιά έχασα τον γνωστό της κυβέρνησης, ευτυχώς μου επέστρεψαν τα χαρτιά μου. .
Στιγμές πολλές κάθε μια δενόταν πάνω στο άτομό μου, ναι, με συνέπαιρναν ως άνθρωπο αλλά ήταν πολύ δύσκολο να αλλάξουν τον χαρακτήρα μου.
Μα κι αυτή η στιγμή πάλι, ο πρόξενος της Σουηδίας κι άλλοι επίσημοι μας κάλεσαν πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν στο Club de Leones
Ναυτικοί εμείς αισθανθήκαμε σα την μύγα στο γάλα. Φύγαμε μετά τα μεσάνυχτα
Γυρίσαμε στο βαπόρι, σε μια στιγμή αδελφικός μου φίλος ο Θεσσαλονικιός είχε μια ιδέα, μόνο για μια στιγμή να πάμε να γλεντήσουμε με τον λαό μέχρι να ξημερώσει. Έκτοτε χαθήκαμε.
Ήταν μόνο μια στιγμή, αυτή η στιγμή δέθηκε στην καδένα ταρακούνησε τις άγκυρες, μετά σε μια στιγμή έτρεξα είπα στον φύλακα ‘βατσιμάνη’ να μην αφήσει επισκέπτες στο βαπόρι.
Σε μια στιγμή τούφυγαν και μπήκαν, μόνο για μια στιγμή, όλες αυτές οι στιγμές, οι συμπτώσεις ενώθηκαν κι έπλασαν το άτομό μου, με άλλαξαν σε αυτό που είμαι σήμερα όπως όλοι μας ο κάθε ένας μας έχει συμπτώσεις στιγμές, που αν ήθελε θα μπορούσε να αποφύγει, αλλά ας πούμε ότι αφέθηκε στο πεπρωμένο ή στην λογική της στιγμής να δημιουργήσει αυτό που είναι σήμερα.
Τα τριαντάφυλλα γεννούνται μπουμπούκια ανθίζουν λουλούδια ευωδιάζουν τη φύση, τελικά μαραίνονται και πεθαίνουν, αλλά την επόμενη χρονιά ξαναζωντανεύουν!
Άρα κι εμείς οι άνθρωποι, δεν θα έπρεπε να έχουμε την ίδια τύχη;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Έλειπε η Ελιά του Πλάτωνα






Στην Φωτογραφία
Η Πανωραία Παναγιωσούλη Διευθύντρια Σχολείου στο Μπρονξ -Δεξιά
ο Δημήτριο Φιλιππίδης δημοσιογράφος ρεπόρτερ της ERT WORLD και της εφημερίδας ΣΗΜΕΡΙΝΗ Κύπρου, διδάσκει Μπρονξ
Η Όλγα Ζήση Ηθοποιός, διδάσκει Χάρλεμ
Όλοι οι ανωτέρω διδάσκουν την Ελληνική Γλώσσα
********************************************************************************
Χθες Κυριακή 6 Μαρτίου 2011 συναντηθήκαμε φίλοι και γνωστοί κατά κάποιον τρόπο φίλοι όπου καταγίνονται με λογοτεχνία, μουσική, θέατρο, δημοσιογραφία μα κι εκπαιδευτικοί. Γενικώς φίλοι της τέχνης στο σπίτι της φίλης Όλγας Ζήση.
Μια πολύ εποικοδομητική συζήτηση σχετικά με την διδασκαλία Ελληνικών σαν δεύτερη γλώσσα στο αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα, η παρέα αυτή που απαρτίζετε απ την Πανωραία Παναγιωσούλη Διευθύντρια σχολείου με συνεργάτες τον φίλτατο Δημήτρη Φιλιππίδη και την Όλγα Ζήση αποτόλμησαν και πήραν την πρωτοβουλία να διδάσκουν Ελληνικά σε σχολειά του Χάρλεμ και του Μπρονξ μέχρι σήμερα βαίνουν όλα καλά. Μετά από τα πλούσιο φαγητό, της οικοδέσποινας Όλγας άρχισε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μέχρι αργά την νύχτα, έξω έβρεχε ασταμάτητα, το μόνο που μας έλειπε ήταν η Ελιά του Πλάτωνα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη