Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Και μας πούλησαν τα σύννεφα:

Αποχαιρετώντας την Κεφαλονιά, στο βάθος τα βουνά της Πυλάρου.





Με τον φίλο Στράτο Αθήνα Ιούλιος 2011

Μικρός στο μέρος που γεννήθηκα πίστευα ότι ο Θεός τη νύχτα για να φωτίσει εμάς τους ανθρώπους άναβε σπίρτα και τα στερέωνε στο στερέωμα του ουρανού. Με το φως της ημέρας μας έστελνε τουλούπες από κάτασπρο βαμβάκι που έπλεε στο στερέωμα για να επουλώνει τις πληγές των ανθρώπων, να στεγνώνει τα δάκρυα. Εδώ στα ξένα που όλα πωλούντο μας πούλησαν τα σύννεφα με την υπόσχεση να μας ανεβάσουν εκεί ψηλά στο Θεϊκό βασίλειο, και να μας μεταφέρουν εκεί που πρώτο-άνοιξα τα μάτια μου, στις τουλούπες το βαμβάκι των ονείρων μου.
Και ήρθε το μεγάλο πουλί, περιμέναμε ουρά στο αεροδρόμιο, η μπροστινή μου μια κυρία μεσήλικα με 5-6 βαλίτζες όλο κοίταζε αναστέναζε, φοβόταν, πολύς ο κόσμος, ατελείωτες οι ώρες αναμονής ίσως να γέμιζε το μεγάλο πουλί και να την άφηναν έξω. Ίδρωνε γύριζε κάθε λίγο και λιγάκι και με ρωτούσε, λέτε να μας αφήσουν έξω; για κοίτα τόσος κόσμος που να χωρέσει;


Θάταν 400, ή και παραπάνω άτομα.
Με έκανε κι εμένα να αμφιβάλλω, τι να της πω; Ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την σύγχρονη ηλεκτρονική κοινωνία όπου ζούμε, ότι είμαστε όλοι φακελωμένοι, από πριν; ο κάθε ένας βιδωμένος στην θέση του.
Μας στρίμωξαν στο μεγάλο πουλί πετάξαμε στα σύννεφα, το βιολογικό μας ρολόι διαμαρτύρεται το ανθρώπινο σώμα δεν είναι φτιαγμένο για τέτοιες ταχύτητες, επιτέλους προσγειωθήκαμε.
Χαρήκαμε όταν συναντήσαμε φίλους στην Αθήνα, μετά στην Πύλαρο, στο νησί μας, όταν μας σκέπασε πάλι με το προστατευτικό της πέπλο η γαλανομάτα κόρη, θύμηση από τραγούδι μιας περασμένης εποχής, ξαναζήσαμε τη νοσταλγία, έτσι ξαναγίναμε παιδιά, πιστεύοντας στον Θεό του ουρανού με τα σπίρτα, και τα σύννεφα ως βαμβάκι για να επουλώνει τις ανθρώπινες πληγές, να στεγνώνει τα δάκρυα…


Ε! Στον γυρισμό μείναμε με την εντύπωση ότι τα σύννεφα δεν πουλιούνται, ότι είμαστε παιδιά της γης, ότι τα παιδικά όνειρα παραμένουν όνειρα εφόσον υπάρχουμε, μετά χάνονται στο άπειρον του ουρανού, για να ξαναγεννηθούν καινούργια όνειρα σύγχρονα μοντέρνα που δεν θα έχουν καμιά σχέση με τα δικά μας.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Η Λεμονιά, οι ρίζες μας.



Ήταν αυτή που με είδε όταν γεννήθηκα, αλλά όχι, μαζί γεννηθήκαμε, η μικρή μου λεμονιά τόση δα ίσαμε το μπόι μου, περίμενε από εμένα να την δροσίσω στις ζέστες του καλοκαιριού με νερό από τη στέρνα για να μεγαλώσει. Ήταν μπροστά από την πρόσοψη του σπιτιού μου,
Έφυγα μόνος και την άφησα μικρή τόση δα,
Πέρασαν τα χρόνια η λεμονιά κι εγώ ξανασυναντηθήκαμε πάλι, μόνο που το εγώ έγινε εμείς, να πώς να το πω πληθύναμε, γίναμε 13 και η λεμονιά θέριεψε, για να μας ευχαριστήσει γέμισε λεμόνια.



Ριζωμένη στα πετροχώματα μας περίμενε, έτσι κι εμείς ήρθαμε να συναντήσουμε τις ρίζες μας, σμίξανε με της λεμονιάς, γευτήκαμε το αθάνατο άρωμα της Ελληνικότητας, ένα άρωμα που με αυτό βαφτίζονται τα εγγόνια μας, όταν εμείς οι παππούδες θα έχουμε φύγει από τούτο τον κόσμο, θα θυμούνται με υπερηφάνεια για πάντα το άρωμα από τις ρίζες τους.
Αλλά δεν φταίω σε τίποτα, που καταντήσαμε περαστικοί στον τόπο που γεννήθηκα.
Αλήθεια τι ειρωνεία!
Άρα ποιος να φταίει;
Ξαναφύγαμε πάλι, στην απουσία μας τα λεμόνια θα μαραγκιάσουν θα πέσουν χάμω, οι ρίζες όμως θα κρατήσουν να μας περιμένουν πάλι σαν την ελληνικότητα που ποτέ δεν χάνεται…
Καλοκαίρι 2011, Πύλαρο Κεφαλληνίας
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Η Ζωή, la vida,



Este pedacito de página lo dedico a Juan Pablo un amigo de la familia.

Mis cuentos, y mis libros son recuerdos de una vida perdida entre los escombros del mundo, un mundo sin piedad, a veces los recuerdos me hacen protestar por los caminos que yo elegí cuando vagaba por los cuatro vientos, teniendo como consejero mis espontáneos gustos. Hay que vida…

Η ζωή είναι ένας τρισδιάστατος καθρέφτης, εσύ μόνος σου κοιτάς και βλέπεις τον εαυτόν σου αθώο όπως γεννήθηκες, κι εκεί όπου είσαι σήμερα, το μεταξύ διάστημα είναι η δική σου ατομική ζωή έτσι όπως την έπλασες εσύ, ή όπως δημιουργήθηκε από τις περιστάσεις σα να πούμε να ήταν φτιαγμένη από το χέρι της μοίρας, ή όταν γεννήθηκες κάποια από τις νεράιδες αυτές που ήρθαν να σου δώσουν τις χάριτες σα να μην της άρεσες και σε καταδίκασε να περιπλανάσαι, ή πάλι η ζωή σου μπορεί να δημιουργήθηκε τυχαίως όπως τόσα και τόσα πράγματα στον πλανήτη μας επάνω.
Καλό μήνα εύχομαι σε όλους σας σήμερα 4 Ιουλίου, καλό καλοκαίρι σε όλους σας-μας, καλή πατρίδα στους ταξιδεύοντες, καλή και ειρηνική επάνοδο στις εστίες μας, ο κάθε ένας μας αναλόγως σε πιο μέρος της γης έχει χτίσει την φωλιά του.
Το Ιντερνετ τώρα με τις ζέστες έχει ατονήσει, λίγα άτομα, πολύ ολίγα το επισκέπτονται, έτσι λοιπόν σας στέλνω τους χαιρετισμούς μου, πάω κι εγώ να συνεχίσω την περιπέτεια που κάποτε άρχισα, ταξιδεύοντας, να βρω καινούργιες εμπειρίες, εύχομαι να τα καταφέρω!!!!!
Ξανά μαζί τέλη Αυγούστου
Hasta la vista


Gabriel

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Ψίχουλα κάτω απ το τραπέζι



Παιδιά, ψίχουλα κάτω απ' το τραπέζι.
Ένα κομματάκι τετράγωνο καλαμποκίσια μπομπότα, είχε και σταφίδες, την κοίταξα με χαρά άπλωσα το χέρι μου, κάτι μου είπε ιταλικά, δεν καταλάβαινα, ξανά την κοίταξα, είχε δυο χείλη βαμμένα σε χρώμα από βύσσινο. Κοίταξα πιο εκεί ένας ψηλός μαυροφορεμένος καθολικός με καπέλο μαύρο στρογγυλό πλαισιωμένο με μια κίτρινη κορδέλα μου χαμογέλασε. Βρισκόμουν στην Ελλάδα ξένοι έκαναν κουμάντο αυτοί που είχαν φέρει και την πείνα, Ιταλοί κατακτητές
.


Το κρύο φοβερό για να ζεσταθούμε κοιμόμαστε όλα τα παιδιά μαζί, πριν ξημερώσει χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα, οι σκύλοι της γειτονιάς είχαν τρελαθεί στο αλύχτισμα. Μπήκαν από πόρτα γερμανοί με αγριοφωνάρες, απ το κρεβάτι δεν κινήθηκα, μόνο έβγαλα το κεφάλι έξω απ’ την κουβέρτα, οι γερμανοί με νοήματα μας σήκωσαν όλους. Σαν είδαν το παιδικό σώμα μου αδύνατο καχεκτικό κιτρινωπό με άφησαν να ξαναπέσω κάτω απ’ την κουβέρτα, ήθελαν μόνο άντρες, πήραν τον πατέρα μου. Για άλλη μια φορά νόμισα ότι βρισκόμουν Ελλάδα, αλλά όχι, ξένοι έκαναν κουμάντο, οι Γερμανοί.

Ένα τεράστιο φορτηγό αυτοκίνητο φάνηκε απ την στροφή του δρόμου. Στην Καρότσα του ήταν γεμάτο στρατιώτες, σταμάτησε ακριβώς έξω απ το σπίτι μας, οι στρατιώτες κατέβηκαν κι άρχισαν να περιεργάζονται τα πάντα και να πίνουν τσάι. Τα πιτσιρίκια του χωριού ξυπόλυτα μαζεύτηκαν, άπλωναν το χέρι και φώναζαν, Μίστερ, μίστερ, οι στρατιώτες τους έδιναν τσάι. Ο πατέρας μου δεν μας άφησε να βγούμε απ το σπίτι. Πάλι οι ξένοι κάνανε κουμάντο, τούτοι τη φορά ήταν Εγγλέζοι.

Συμμορίες περνούσαν τον δρόμο, με γενειάδες, με τα όπλα στον ώμο τους με δεσμίδες φυσίγγια σταυρωτά στο στήθος τους, σταματούσαν κοίταζαν, μετά με το χωνί φώναζαν προσκαλούσαν τον κόσμο στο σχολείο για ομιλία που θα έκαναν. Ήταν Έλληνες που είχαν έρθει στην Κεφαλλονιά από την μεγάλη στεριά, Στερεά Ελλάδα.
Τούτοι εδώ ήταν διαφορετικοί συμμορίτες, είχαν χλαίνες ιταλικές μακριές τα τουφέκια με την κάνη προς τα κάτω, είχαν ρόπαλα, κυνηγούσαν κι έδερναν με την ανοχή της χωροφυλακής όποιον είχε πάει στις συγκεντρώσεις της προηγούμενης συμμορίας. Ήταν Έλληνες,
Η απελευθέρωση της Ελλάδας έφερε τον εμφύλιο, πάει έφυγε η ελπίδα που είχαμε, να κυβερνήσουν την χώρα έλληνες, ο τρόμος χειρότερος από πριν.

Έφυγα κάποιο βράδυ παιδί αμούστακο γυμνός στην θάλασσα, τα πιτσιρίκια του Μπανγκλαντές με κυνηγούσαν απλώνοντας το χέρι και φώναζαν μίστερ μπαξίσι. Θυμήθηκα το χωριό μου.
Το πιτσιρίκι αυτό ξυπόλυτο γυάλιζε παπούτσια στην Γουατεμάλα, με το ταξί μου μεταφέραμε ένα νεκρό παιδάκι μου έκανε παρέα με την ελπίδα ένα πιάτο φαγητό στο ξενύχτι.

Ερχόταν και σκούπιζε το εργοστάσιο μετά απ το σχολείο, με τα λεφτά αγόρασε από την λαϊκή ένα όμορφο ζευγάρι παπούτσια, το αφεντικό τον κάλεσε, που τα βρήκες, το παιδί τρόμαξε μην χάσει τη δουλειά του, θέλω να μου πάρεις κι εμένα τα ίδια νούμερο 42.

Όλα αυτά παιδιά, ψίχουλα κάτω απ το τραπέζι των μεγάλων κι εγώ δεν ξεχνώ ότι κάποτε ήμουν παιδί.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Διακοπές



Στις φωτογραφίες:
δυο βαπόρια τύπου Liberty όπου ως πλήρωμα γύρισα όλο τον κόσμο
Διακοπές!
Είναι η αλλαγή των εποχών, η φύση αλλάζει, η Περσεφόνη ξανανεβαίνει στην επιφάνεια, ανθίζουν τα λουλούδια, όλη η φύση ντύνεται στα γιορτινά της, μαζί κι εμείς οι κάτοικοί της, εμείς οι άνθρωποι προγραμματίζουμε μια αλλαγή της χειμωνιάτικης κατήφειας, ένα σπάσιμο της μονοτονίας μας, που θα πάμε για διακοπές, για μπάνια για θάλασσα, να απολαύουμε τον ήλιο, να μαυρίσουμε, να δροσιστούμε στην σκιά.
Για χρόνια άλλαζα πατρίδες, άλλαζα σημαίες, συνεχόμενες διακοπές, πότε θάλασσα, πότε στεριά, βόρειος παγωμένος ωκεανός, ή τροπικό κλίμα, για χρόνια έβλεπα κι ακόμα βλέπω γύρω μου πολύχρωμους ανθρώπους, ακούω να μιλάνε με ξενικούς φθόγκους διαφορετικά ιδιώματα λες και βρίσκομαι στον πύργο της Βαβέλ, για χρόνια λέρωναν τα χέρια μου τα διάφορα νομίσματα, από Ρουπίας, πέσος, κυατς, φράγκα, γκίλντες, μάρκα, Κρουζέιρος, σόλες, λεμπίρας, κετσάλ, κόρδοβας, κολόνες, ρανντ, εσκούδος, Δολάρια, λίρες, άκουγα το μη φύγεις, τα σ’ αγαπώ σε τόσες γλώσσες.
Στις σημερινές Διακοπές μου δεν θέλω να ξέρω τίποτα από αυτά, θέλω τη λήθη, να ζω και να περνώ έτσι απλά όπως γεννήθηκα, μόνο τότε θα πω ότι κάνω διακοπές, όπως το λέει και η ίδια η λέξη, διακόπτω την καθημερινότητα, αυτά που ήξερα, αυτά που υποχρεωτικά έμαθα για να μπορώ να επιβιώσω
Υπήρχε όμως μια εποχή όπου η εποχές δεν άλλαζαν για εμάς τους ανθρώπους μόνο για την φύση, εμείς κάναμε τις ίδιες ασχολίες, χειμώνα καλοκαίρι, είχαμε τα ίδια προβλήματα, ήταν η Ελλάδα του τότε, η χώρα που γεννήθηκα τα πέτρινα αυτά χρόνια, παρέμεναν μονολιθικά πέτρινα…
Μια άλλη εποχή όπου δεν αλλάζουν οι εποχές ούτε για τους κατοίκους ούτε για την φύση είναι τα τροπικά μέρη, εκτός από βροχή, ξηρασία και ζέστη, όλες οι εποχές τα ίδια προβλήματα. Ίδιες ασχολίες, όχι προγραμματισμός διακοπών, ούτε ταξίδια ούτε τίποτα. Ο ίδιος καιρός οι ίδιες απαιτήσεις τις ζωής, η μονοτονία έσπαγε από την συναναστροφή του ταξιτζή με τον φτωχό λαό, με τους ναυτικούς, με τους αστυνομικούς, με τις γυναίκες του λιμανιού, με τους αστυνομικούς, με τους λαθρέμπορους, με τους ξενοδόχους, ακόμα και με τους παπάδες.
Ταξί, είπε το δουλικό, ξέρεις η κυρά μου με έστειλε να της βρω έναν ταξιτζή της εμπιστοσύνης που να μην ανοίγει τον στόμα του.
Μα δεν με βλέπεις κοπέλα μου, σήμερα είναι του Αγίου Χριστοφόρου προστάτη των ταξιτζήδων και τα ταξί δεν δουλεύουν.
Καλά πάμε!
Ουφ αυτόν βρήκες; Δεν υπήρχε κανένας άλλος;
Όχι κυρά μου, αλλά μην φοβάσαι υπάρχει απόλυτη εχεμύθεια.
Μου έβαλε μια πιτσιρίκα φίλη της δίπλα μου, για να έχει άλλοθι, πήγαμε στο σπίτι της κουμπάρας της και πήραμε τον κουμπάρο, κάθισαν στο πισινό κάθισμα.
Πήγαμε σε μια άλλη πολιτεία, μας πήγαν σε κέντρο φάτε πιέτε ότι θέλετε, όλα δικά μας, να μας περιμένετε να γυρίσουμε, έφυγαν, ξημερώσαμε στον γυρισμό, έλα όμως που της πιτσιρίκας δεν της άρεσα.
Ταξί, ταξί ο γερμανός ναυτικός άνοιξε την πόρτα και, μπήκε, Κλαμπ Μόντε Κάρλο είπε, ήταν θυμωμένος κι έβριζε, είχε στο πουκάμισό του μέσα γεμάτο αρώματα, φθάνοντας άνοιξε την πόρτα και χάθηκε, δεν πλήρωσε, ευτυχώς του πέσανε μερικές κολόνιες
,
Η τράπεζα Λονδίνου και Μόντρεαλ φώναξε ταξί άνοιξα το πορτμπαγκάζ το φόρτωσαν χρήμα, δίπλα μου έβαλαν έναν φαντάρο με το τουφέκι όρθιο γραμμή για το αεροδρόμιο.
Ταξί, ένας Έλληνας καπετάνιος από την Χίο μου το φόρτωσε αστυνομικούς να πάμε στο σπίτι ενός μέλους πληρώματος για έρευνα.
Ταξί ήταν η μέρα των νεκρών, πήγαινα στο κοιμητήριο προσκυνητές με λουλούδια και φαγητό, έλα όμως που στον δρόμο έμεινα από βενζίνα, κατεβάτε να το σπρώξουμε στην άκρη ας πάτε με τα πόδια τους είπα δεν φεύγουν από εκεί που είναι. Πήρα μια βαθιά ανάσα
Ταξί, μα πάλι ταξί, ε! άστε μe ησυχάσω, δεν βλέπεται ότι πάω διακοπές …
Καλό καλοκαίρι σε όλους σας, σε όλους τους φίλους-ες αναγνώστες, με το καλό να επανέλθουμε με τις πρώτες φθινοπωρινές δροσιές

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Αν υπήρχε μια αληθινή Μαργαρίτα,



Ήρθες, ήρθες καλοκαίρι κι ο Θεός πολλά με το άγιο του το χέρι σκόρπισε καλά…
Έτσι άρχιζε ένα τραγούδι που μας μάθαιναν στο σχολείο λίγο πριν τις εξετάσεις..
Σήμερα μας είναι άγνωστο του τι θα μας φέρει τούτο το καλοκαίρι, έτσι κι εγώ σκεπτόμενος τα παλιά, κοίταξα να κόψω μια μαργαρίτα να την ξεφυλλίσω, αλλά αυτές που βρήκα ήταν όλες ζωγραφιστές.

Αν υπήρχε μια αληθινή μαργαρίτα!
Στην ζωή μου περπάτησα σε αρκετές ανθρώπινες κινούμενες αμμουδιές, καμιά τους δεν στάθηκε ικανή να με νικήσει, τώρα όμως μετά την ωρίμανση της ηλικίας ξανάρχεται στη μνήμη νοσταλγικά η νοοτροπία του τότε περιβάλλοντος.
Ταξί, ταξί, άνοιξε την πόρτα και μπήκε, κάθισε δίπλα μου, ήταν μια παρδαλή, έτσι κάπως μεσόκοπη, κάπως νοστιμούλα.
Πήγαινέ με στο ράστρο είπε, μια γειτονιά όπου ζούσαν μετανάστες έγχρωμοι από την Τζαμάικα είναι αυτοί που τους είχε φέρει η αμερικανική εταιρία μπανανών United Fruit Co. για τις φυτείες της ως άτομα πιο αντοχής από τους ντόπιους ιθαγενείς. .
Ο δρόμος ήταν από χώμα, είχε βρέξει και οι ρόδες του ταξί χωνόταν στην λάσπη.
Η επιβάτης μου βιαζόταν να φθάσει στην ακρογιαλιά, την ήξερα από πριν ήταν δασκάλα σε σχολείο της γειτονιάς.

Στην διεύθυνση αυτή ζούσε μια γυναίκα μετανάστης έγχρωμή είχε την φήμη ότι μπορούσε να σου πει την τύχη καπνίζοντας ένα πούρο με προσοχή να μην της πέσει η στάχτη κι ανάλογα με το σχήμα της θα ήταν και το μέλλον σου, η τύχη σου.
Δεν ξέρω πιο πολλά.. έμεινα με τον στόμα ανοιχτό, από την έκπληξη, μου έκανε εντύπωση η επιβάτης μου, δασκάλα το επάγγελμα, αυτή που μαθαίνει γράμματα τα παιδιά, να πιστεύει σε τέτοια, μάλλον κάποια αγάπη θα είχε, ποιος ξέρει; Κοίταξα γύρω μου αν υπήρχε μια κάποια μαργαρίτα να της την δωρίσω ώστε να την ξεφυλλίσει να μάθει την τύχη της. Έλα όμως που στα τροπικά δεν φυτρώνουν μαργαρίτες!

Δεν υπήρχε ούτε μια.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

EΛENH

Aγιόκλημα


Αφιερώνω αυτά τα 'φιόρα' από τον κήπο μου όπως τα λέμε στην Κεφαλλονιά στην ΕΛΕΝΗ



Χθες βράδυ Κυριακή 5η Ιουνίου 2011, στο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού Νέα Υόρκη, μαζευτήκαμε όλοι οι φίλοι και γνωστοί της Ελένης να τιμήσουμε την εκδήλωση, αφιέρωση στην συγγραφέα, Ελένη Φλωράτου Παϊδούση :
Με θέμα:
Η Ελένη στον αγώνα, στην ανθρωπιά και στην λογοτεχνία.


"Όλοι μαζί μια γροθιά για να αντέξει η πατρίδα, να αντέξουμε κι εμείς»
ΕΛΕΝΗ ΠΑΪΔΟΥΣΗ.
Την είχα γνωρίσει πριν πολλά, πολλά χρόνια όταν ακόμα εργαζόταν σαν εκπαιδευτικός στο σύστημα, μα και σαν μέλλος του Κέντρου Ελληνικού πολιτισμού. Ήταν η ψυχή του…
Τότε εγώ έκανα τα πρώτα μου βήματα στο να γράφω, αρχικά είχα γράψει κάποιο βιβλίο, πήγαινα σε συγκεντρώσεις διανοουμένων, δεν γνώριζα σχεδόν κανένα, άτολμος δειλός, οπότε σε μια λογοτεχνική συγκέντρωση στο άλλο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού της Αρχιεπισκοπής καθόμουν στην τελευταία σειρά, έρχεται δίπλα μου, κι αρχίζει να μου μιλά.
Μου έδωσε θάρρος, πήγαινε μπροστά, για ότι θέλεις εγώ είμαι για εσένα, αν δεν ξέρεις κάτι να με ρωτάς, από εκείνη την ημέρα κάναμε μαζί συζητήσεις, μου έφερνε πάντα ως παράδειγμα έναν ποιητή συγγραφέα από την Χίο τον Αγκουλέ
Μου δώρισε βιβλία της, με καθοδηγούσε, ανταλλάσσαμε σκέψεις.


Χθες βράδυ ήταν αρκετοί ομιλητές, η δε κόρη της Ελένης, η Άννα μας έπαιξε πιάνο και τραγούδησε «Ξανθούλα» Σολωμού, το Κεφαλλονιτοπούλα και άλλες καντάδες.
Μετά προσφέρθηκαν αναψυκτικά, μεζεδάκια καφές κλπ.


Η αίθουσα ήταν γεμάτη από φίλους, μεταξύ άλλων η κ. Βάνα και ο κ. Αντρέας Κοντομέρκος, κι από φίλους που είχα να δω πριν πολλά, πολλά χρόνια, η κ. Ολυμπία Σπανού, ο κος Τάσος Μουζάκης, ο κ. Δημήτρης Μουστάκης, ο κ. & η κ. Νεοφώτιστου, Η κ. Πετρούτσου, ο κ. Κρεμμύδας, ο κ. Κλεάνθης Μπακάλης, ο κ. Σαμ Τσέκουας, η κ. Ελευθερία Τουρτουλή, η κ. Καρατζαφέρη, η φίλη μου από τα παλιά Πόπη Γιαννάτου, κι άλλοι πολλοί φίλοι. Το κυριότερο ότι συνάντησα και φίλους μιας παλιάς εποχής τότε που διστακτικά έκανα τα πρώτα βήματά μου στον κόσμο που ασχολείτο με την γραφή.

Η Ελένη δεν ήταν παρούσα καθότι είναι ασθενής, αλλά εμείς οι υπόλοιποι αφιερώσαμε μια τιμητική εκδήλωση στο έργο της, στον άνθρωπο, στου αγώνες της, στην συγγραφέα-λογοτέχνιδα ΕΛΕΝΗ.

Κι εγώ αφιερώνω αυτά τα 'φιόρα' όπως λέμε στην Κεφαλονιά από τον κήπο μου στην ΕΛΕΝΗ με ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Μια Απλή Ζωή!


Η ελληνική σημαία κυμάτιζε στον πρυμναίο ιστό,
Παράξενο μου φάνηκε, για να βεβαιωθώ πήγα στην απέναντι παραλία, παρκάρισα το ταξί μου, στο περίβολο της γαλάζιας λίμνης και πήγα στην ακροθαλασσιά που έβρεχε ο κόλπος του Amatique της καραϊβικής, όχι δεν ήταν άμμος αλλά κακοτράχαλες πέτρες, τα νερά μουντά.
Πολλές φορές ερχόμουν στο ίδιο μέρος καθόμουν κι αγνάντευα την θάλασσα, σκεφτόμουν ότι συνόρευε με το μέρος που γεννήθηκα, έτσι και σήμερα μόνος κάθισα σε μια πέτρα κι αναλογίστηκα την ταυτότητά μου, ποιος είμαι, από πού είναι η καταγωγή μου, μέσα στην φουρτούνα των ερώτων και μετά της βιοπάλης, είχα απολέσει αυτό το ιερό αίσθημα της αγάπης, της νοσταλγίας, προς το μέρος που γεννήθηκα, ήμουν ένα «σκεύασμα» της παγκοσμιότητας, ένας που πάντα ζητούσε και απαιτούσε να είναι γυναίκα στην παρέα, ένας που τριγύριζε σαν τη μέλισσα γύρω από την γύρη, η οποία ήταν γένους θηλυκού.
Ξανά κοίταξα το βαπόρι, ένα μικρό όμορφο κρουαζιερόπλοιο, διάβασα το όνομά του ΣΤΕΛΛΑ ΩΚΕΑΝΙΣ. Δεν μου έκανε καμιά εντύπωση, ήταν γεμάτο αμερικανούς τουρίστες.
Περπάτησα σιγά, σιγά εκεί όπου είχα αφήσει το ταξί μου, στον δρόμο συνάντησα κι άλλους συναδέλφους.
-Πήγαινε στην πύλη του μόλου, έχουν έρθει πολλοί αμερικανοί τουρίστες και ζητούν ταξί
.
Το πλήρωμα Έλληνες, πολλοί χωριανοί μου Κεφαλλονίτες, ούτε καν που τους θυμόμουν, μου λέγανε ποιοι ήταν προσπαθούσα, να θυμηθώ, εν τω μεταξύ πολλά τα αγώγια έπρεπε να διαλέξω τι με συμφέρει.
Δεν ξέρω πως με βρήκε μια Ελληνίδα πλήρωμα μου είπε ήταν λογίστρια του πλοίου, μου έφερε μαζί της ένα παλληκάρι ιταλό μουσικό του πλοίου και μου είπε να τους πάω κάπου μακριά, σε ένα ποταμάκι το Rio Dulce εκεί στην απέναντι όχθη ήταν το κάστρο του Αγίου Φιλίππου όπου είχαν κτίσει οι Κονκισταδόρες, πέρασαν απέναντι στο Κάστρο με μονόξυλο ιθαγενών, εγώ δε να τους περιμένω στην όχθη να τους φέρω πίσω στο λιμάνι.
Ο δρόμος χωματένιος, άσχημος, όχι πολυσύχναστος, γεμάτος στροφές, περνούσε μέσα από την ζούγκλα, ένα ειδυλλιακό τοπίο για δυο. Ε! αυτό το αγώι διήρκησε μια ολόκληρη μέρα

Το βράδυ αργά πήγα σπίτι, για πρώτη φορά έκανα μια ερώτηση στον εαυτόν μου αν ανήκω εδώ που ήμουν, αλλά, όπως πάντα με νίκησαν, το καλωσόρισμα, η γυναικεία αγάπη, η απλότητα της λογικής αυτής που δεν ανέχεται πολύπλοκες ιδιομορφίες, αυτής της απλότητας που το ζητούμενο ήταν το δώσε ημάς σήμερον.
Τίποτε άλλο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Σαν Παραμύθι, προς ΑΠΟΦΥΓΗΝ

Η Ελλάδα στα μάτια ενός Ελληνόπουλου μαθητή του Δημοτικού σχολείου.

Ο πόλεμος τελείωσε:
Υπό την πίεση της τότε ‘Τρόικας’ συνάχθηκαν όλοι οι Έλληνες μαζί, να βρουν μια λύση για το καλό του Έθνους, να αφήσουν τις ακραίες τακτικές, να συνεργαστούν, επιτέλους να βρεθεί μια φόρμουλα για να ξαναχτιστεί το έθνος, να ξαναγίνει κράτος η Ελλάδα, η δαμόκλειος σπάθα (η τότε Τρόικα) ήταν αιωρούμενη πάνω από τα κεφάλια τους, το κάθε κράτος προσπαθούσε να επηρεάσει, ώστε να κυριαρχήσει η δική του παράταξη στην κομματική διηρημένη, Ελλάδα...

Οι Έλληνες τραβούσαν το σχοινί της ατομικής τους κομματικής φανατικής απόχρωσης εγωιστικά, η κάθε παράταξη ξενόδουλη αφοσιωμένη σε ξενόφερτη πολιτική, όλοι παρουσιαζόταν σαν σωτήρες του έθνους, νόμιζαν ότι ξέρανε την λύση του προβλήματος, την ανοικοδόμηση του κράτους, οι κυβερνήσεις ανταλλαζόταν σαν πουκάμισα, η κάθε μια μας έστελνε στα σχολεία διαφορετικούς θούριους, διαφορετικά πιστεύω, το μυαλό μας είχε θολώσει δεν ήξερες τι να πιστέψεις, μέχρι που επήλθε ο εμφύλιος…

Η κομματική κυβέρνηση της Δεξιάς μας μάθαινε τον Θούριο:
1)Μόσχα Σόφια είναι τ’ όνειρό μας, δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί η ζωή πως είναι της Ελλάδος και για τον Μεγάλο πάλι θα γενεί…

2)Τα Βουλγαρικά χωριά θα νιώσουν την Ελληνική την κατοχή…

Η Κομματική Κυβέρνηση της Αριστεράς μας μάθαινε τον Θούριον:
1)Ο Βασιλιάς δουλώνει την Πατρίδα την υποβάλει σε κατατρεγμούς σε καταδίκες και σε εκτελέσεις, σε πείνα γύμνια και κατατρεγμό.

2)Με θάρρος εμπρός στον αγώνα βαδίστε για την λευτεριά τους Εγγλέζους (Σκόμπυ) τσακίστε και δώστε στον σκλάβο λαό λευτεριά…

Εμείς τα παιδιά ζήσαμε στο πετσί μας την «πείνα, γύμνια και κατατρεγμό» τον εμφύλια, την εξάρθρωση της Ελληνικής κοινωνίας και βρεθήκαμε στον δρόμο παρείσακτοι των ξένων κυβερνήσεων ανά την υφήλιο…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Παιδιά της Δραχμής

Πρώτα υπάρχει το Έθνος και μετά το Κράτος. Αυτό είναι μία αναμφισβήτητη αλήθεια, η οποία άνετα δικαιολογείται και με ιστορικά αλλά και με φιλοσοφικά κριτήρια...
Από τον ‘Δημοκράτη’ Μυτιλήνης
.
------------------------------------------------------------------------------------------------
Δεν είναι σωστό η γη που μας γέννησε να διασύρεται με τέτοιο βάναυσο τρόπο στην παγκοσμιότητα. Κάθε μέρα που περνά σφίγγει ο κλοιός οι αγγελίες θανάτου της πατρίδας μας σε όλες τις εφημερίδες.
Ζητούν δανεικά για να πληρώσουν τα επιτόκια δανεισμού, είναι σαν μια πυραμίδα, που κάποτε θα γκρεμιστεί. Ξανά έρχεται η ξένη μπότα του κατακτητή, τούτη την φορά όχι στρατιωτική, αλλά οικονομική κατοχή.
Χρεωκοπία, πτώχευση, δραχμή, ή τίποτε απ τα ανωτέρω!
Το μέλλον θα δείξει.
Εμείς είμαστε τα παιδιά της τότε δυσεύρετης Δραχμής, γι’ αυτήν φύγαμε, αφού την είχαν μερικοί, έτσι άδειασε η ύπαιθρο, η Ελλάδα, ανάσαναν οι εναπομείναντες.
Έτσι από την ελληνική διασπορά αυτήν που έφερε ο πόλεμος εκτός από τις μεγάλες μεταναστευτικές παροικίες Ελλήνων στο εξωτερικό, υπάρχουν και μεμονωμένοι όπου ζουν ξεκομμένοι από τον κορμό των υπόλοιπων Ελλήνων μεταναστών. Οι οποίοι όταν ακούνε κάτι τι το Ελληνικό είναι σα να ξαναγεννιούνται. Για αυτούς που συνάντησα στον κόσμο ολόκληρο γράφω, τους απομονωμένους μοναχικούς ανθρώπους.
Στην Αβάνα της Κούβας τρέχοντας ανέβηκε ένας Κουβανός πάνω στο βαπόρι και φώναζε, πατέρας Μάνα αίμα Ελληνικό, δεν ήξερε άλλα ελληνικά, ήταν δεύτερης γενιάς τελικά τον πήραμε στο βαπόρι εποχή όταν έμπαινε ο Κάστρο στη Αβάνα από την Σάντα Κλάρα.
Στην Χιλή, Σαν Αντόνιο Έλληνας τυλιγμένος σε ένα μαύρο πανωφόρι ερχόταν στον μόλο και μας ατένιζε κι έλεγε: Έλληνας κι εγώ…
Στην Χάβρη της Γαλλίας μια Ελληνική οικογένεια είχε ξεπέσει εκεί.
Στο Ρίο Τζανέιρο Ελληνίδες στην πιάτσα του λιμανιού.
Στην Μπαρανκίγια Κολομβία στον κεντρικό δρόμο ένα είδος καφετερίας lonchería americana, Δυο Έλληνες ιδιοκτήτες θέλανε όμως να φύγουν.
Ένας έλληνας γεννημένος στην κίνα, ε αυτός δεν μιλούσε Ελληνικά ήταν πλήρωμα στο βαπόρι, πίσω στο καπούνι της πρύμνης, μαζί τρώγαμε τα κύματα,
Μα κι αυτοί οι ¨έλληνες της Αιγύπτου, ένας, ένας φανερωνόταν στην κουβέρτα.
Στη Αντοφαγκάστα Χιλή Έλληνες Ελληνικά μπακάλικα με προϊόντα σαν της πατρίδας μας,
Στο Βαλπαραΐσο Χιλής Έλληνας πήγαμε μαζί στα σφαγεία
Στην Τοκοπίγια Χιλή πίναμε τον βραδινό μας καφέ σε ελληνική καφετέρια.
Στο Κορτές Ονδούρας το μεγαλύτερο ξενοδοχείο στο κέντρο Ελληνικό
Στην Γουατεμάλα ένας Κρητικός ξεχασμένος ανάμεσα σε ντόπιους στην οροσειρά της Σιέρρα Μάδρε.
Στο Χάλιφαξ του Καναδά, σε ένα μπαρ ένα Έλληνας γεροντάκι δούλευε πίσω από τον πάγκο, πίναμε στο σκαμπό όταν ήρθε και μας είπε ώρα να κλείσω θα ήταν μεσάνυχτα. Time Please. Η εντύπωση που μου είχε κάνει εκείνη τη στιγμή τρομερή, ακόμα με κυνηγά.
Στο Αμβούργο Γερμανία, Αμβέρσα Βέλγιο, και Ρότερνταμ Ολλανδία, πολλοί έλληνες ναυτικοί και μετανάστες.
Στο Κολόν του Παναμά ένας κεφαλλονίτης είχε το εστιατόρια Nueva España
Στο Callao Perú ένας Έλληνας πλανόδιος Τσαγκάρης επιδιορθωτής υποδημάτων.
Στο Μαρακαΐμπο Βενεζουέλας πολλοί οι Έλληνες μερικοί είχαν στην αγορά κάτι σαν μικρά delicatesen σαν (Μπακάλικα.)
Στη Νότιο Αφρική στο Port Elizabeth, μια μεγάλη καφετερία στην πλατεία Έλληνας ο ιδιοκτήτης.
Στην Κεϋλάνη οι αδελφοί Νέγρη καταγόμενοι από την Σάμο.
Στο Puerto Cabello Venezuela δυο νεαροί Έλληνες Κεφαλλονίτες με ταγάρια στον ώμο έκαναν τους πραματευτάδες στο εσωτερικό της χώρας.
Μας επισκέφθηκαν στο βαπόρι,
Στο Puerto Limón Κόστα Ρίκα ο πλοηγός του λιμανιού Έλληνας
.
Θα μπορούσα να γράφω ατελείωτες ιστοριούλες με θέμα ότι σε κάθε γωνιά του πλανήτη, όπια πέτρα να σηκώσεις θα βρεις Έλληνα. Όλοι μας έχουμε κάτι τι κοινό. Είμαστε Μετανάστες, μα και νοσταλγοί, με έναν κοινό παρονομαστή, την Ελληνική εθνικότητά μας.
Κανονικά θα έπρεπε το ελληνικό κράτος να μας παρέχει μια καινούργια υπηκοότητα, να μας πολιτογραφεί Έλληνες Μετανάστες= που σημαίνει άνθρωποι ψυχικά απάτριδες που νοσταλγούν τον τόπο που γεννήθηκαν…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης