Αποχαιρετώντας την Κεφαλονιά, στο βάθος τα βουνά της Πυλάρου.
Μικρός στο μέρος που γεννήθηκα πίστευα ότι ο Θεός τη νύχτα για να φωτίσει εμάς τους ανθρώπους άναβε σπίρτα και τα στερέωνε στο στερέωμα του ουρανού. Με το φως της ημέρας μας έστελνε τουλούπες από κάτασπρο βαμβάκι που έπλεε στο στερέωμα για να επουλώνει τις πληγές των ανθρώπων, να στεγνώνει τα δάκρυα. Εδώ στα ξένα που όλα πωλούντο μας πούλησαν τα σύννεφα με την υπόσχεση να μας ανεβάσουν εκεί ψηλά στο Θεϊκό βασίλειο, και να μας μεταφέρουν εκεί που πρώτο-άνοιξα τα μάτια μου, στις τουλούπες το βαμβάκι των ονείρων μου.
Και ήρθε το μεγάλο πουλί, περιμέναμε ουρά στο αεροδρόμιο, η μπροστινή μου μια κυρία μεσήλικα με 5-6 βαλίτζες όλο κοίταζε αναστέναζε, φοβόταν, πολύς ο κόσμος, ατελείωτες οι ώρες αναμονής ίσως να γέμιζε το μεγάλο πουλί και να την άφηναν έξω. Ίδρωνε γύριζε κάθε λίγο και λιγάκι και με ρωτούσε, λέτε να μας αφήσουν έξω; για κοίτα τόσος κόσμος που να χωρέσει;
Και ήρθε το μεγάλο πουλί, περιμέναμε ουρά στο αεροδρόμιο, η μπροστινή μου μια κυρία μεσήλικα με 5-6 βαλίτζες όλο κοίταζε αναστέναζε, φοβόταν, πολύς ο κόσμος, ατελείωτες οι ώρες αναμονής ίσως να γέμιζε το μεγάλο πουλί και να την άφηναν έξω. Ίδρωνε γύριζε κάθε λίγο και λιγάκι και με ρωτούσε, λέτε να μας αφήσουν έξω; για κοίτα τόσος κόσμος που να χωρέσει;
Θάταν 400, ή και παραπάνω άτομα.
Με έκανε κι εμένα να αμφιβάλλω, τι να της πω; Ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την σύγχρονη ηλεκτρονική κοινωνία όπου ζούμε, ότι είμαστε όλοι φακελωμένοι, από πριν; ο κάθε ένας βιδωμένος στην θέση του.
Μας στρίμωξαν στο μεγάλο πουλί πετάξαμε στα σύννεφα, το βιολογικό μας ρολόι διαμαρτύρεται το ανθρώπινο σώμα δεν είναι φτιαγμένο για τέτοιες ταχύτητες, επιτέλους προσγειωθήκαμε. Χαρήκαμε όταν συναντήσαμε φίλους στην Αθήνα, μετά στην Πύλαρο, στο νησί μας, όταν μας σκέπασε πάλι με το προστατευτικό της πέπλο η γαλανομάτα κόρη, θύμηση από τραγούδι μιας περασμένης εποχής, ξαναζήσαμε τη νοσταλγία, έτσι ξαναγίναμε παιδιά, πιστεύοντας στον Θεό του ουρανού με τα σπίρτα, και τα σύννεφα ως βαμβάκι για να επουλώνει τις ανθρώπινες πληγές, να στεγνώνει τα δάκρυα…
Με έκανε κι εμένα να αμφιβάλλω, τι να της πω; Ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την σύγχρονη ηλεκτρονική κοινωνία όπου ζούμε, ότι είμαστε όλοι φακελωμένοι, από πριν; ο κάθε ένας βιδωμένος στην θέση του.
Μας στρίμωξαν στο μεγάλο πουλί πετάξαμε στα σύννεφα, το βιολογικό μας ρολόι διαμαρτύρεται το ανθρώπινο σώμα δεν είναι φτιαγμένο για τέτοιες ταχύτητες, επιτέλους προσγειωθήκαμε. Χαρήκαμε όταν συναντήσαμε φίλους στην Αθήνα, μετά στην Πύλαρο, στο νησί μας, όταν μας σκέπασε πάλι με το προστατευτικό της πέπλο η γαλανομάτα κόρη, θύμηση από τραγούδι μιας περασμένης εποχής, ξαναζήσαμε τη νοσταλγία, έτσι ξαναγίναμε παιδιά, πιστεύοντας στον Θεό του ουρανού με τα σπίρτα, και τα σύννεφα ως βαμβάκι για να επουλώνει τις ανθρώπινες πληγές, να στεγνώνει τα δάκρυα…
Ε! Στον γυρισμό μείναμε με την εντύπωση ότι τα σύννεφα δεν πουλιούνται, ότι είμαστε παιδιά της γης, ότι τα παιδικά όνειρα παραμένουν όνειρα εφόσον υπάρχουμε, μετά χάνονται στο άπειρον του ουρανού, για να ξαναγεννηθούν καινούργια όνειρα σύγχρονα μοντέρνα που δεν θα έχουν καμιά σχέση με τα δικά μας.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Γαβριήλ Παναγιωσούλης










