Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Καλό Καλοκαίρι



Περάσαμε την πρώτη μέρα καλοκαιριού εδώ στη Νέα Υόρκη χαρούμενη και το κυριότερο όλοι μαζί,



Από εδώ και στο εμπρός αρχίζουν τα ταξίδια οι διακοπές, έτσι κι εγώ  εύχομαι σε όλους τους αγαπητούς επισκέπτες καi αναγνώστες  καλό και χαρούμενο καλοκαίρι,  






Ταξιδεύω  να βρω το Νιρβάνα μου, την Πύλαρο

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Εις το επανειδείν  το Φθινόπωρο  

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Σαν μια ηλιαχτίδα







Πώς να τρέξω να πιάσω την ηλιαχτίδα αφού μου την έκλεψε  ο χρόνος; 
Αυτός  μου πήρε και τα όνειρα, μοιάζει με δολοφόνος,  μια φορά κι έναν καιρό μου τάχε δώσει όλα, με άφησε να τα δοκιμάσω όλα, χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη βροχή, χόρτασε να χορεύουμε μαζί στα τσίγκινα κεραμίδια ερωτευμένος το χορό της αγάπης, χόρτασε η ψυχή μου  να στροβιλιζόμαστε  αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που  τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην στάχτη αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα, οι στάλες   έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν σφαίρες αυτές που αφαιρούν τη ζωή, αυτές που βγαίνανε απ’ τα όπλα, αυτά που κρατούσανοι οι στρατιώτες του χρόνου, αυτού που σου μέτραγε μια, μια, τις μέρες λες και ήταν δικές του, που όμως ήταν.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Το χάρτινο Χρήμα, έρχεται και παρέρχεται…


                          Η Μεγάλη Αικατερίνη



Τα παραθυρόφυλλα έμειναν ανοιχτά, έτσι για να μπαίνει ο αέρας και να βγαίνουν τα φαντάσματα, τα τζάμια είχαν και κουρτινάκια κεντημένα με το χέρι, όταν φύσαγε  χόρευαν το χορό των αεικίνητων.  
Καθώς περνούσα για να βγω στην πίσω αυλή έτρεμα απ τον φόβο, έτρεχα και δεν κοίταζα ξωπίσω μου. Το σπίτι μύριζε παλιό, κάτι σα μούχλα, οι πόρτες ανοιχτές, όταν έβρεχε έσταζε κι έκανε πολύγωνους λεκέδες βρώμας στο πάτωμα. Μια  κληματαριά είχε κι αυτή από τα χρόνια καμπουριάσει, κάποτε πήρα το θάρρος και μπήκα στην πρώην κρεβατοκάμαρα τους, εκτός απ’ το άδειο κρεβάτι υπήρχε κι ένα κομό, παλιές φωτογραφίες, άρχισα να ψάχνω, άνοιξα τα συρτάρια, τα τράβηξα τελείως έξω, κρυμμένα στο βάθος ήταν μάτσο ρολά από χαρτονομίσματα, ρώσικα ρούβλια, καθώς και διάφορα παλαιά χαρτιά.
      
Εποχή πολέμου, κατοχή, πείνα και δυστυχία
Το σπίτι αυτό συνόρευε με το δικό μας σπίτι ανήκε σε οικογένεια πλουσίων εμπόρων και εφοπλιστών οι οποίοι είχαν πλουτίσει σε Ρωσία και Ρουμανία ως σιτέμποροι κλπ. Είχαν φέρει δε στην Πύλαρο  Κεφαλονιά μια τους υπηρέτρια για να προσέχει τα σπίτια τους, μια ρουμάνα η οποία μιλούσε λίγα Ελληνικά, ήταν αυτή η συμπαθητική γριούλα που φαινόταν σα σκιά πίσω από το τζάμια, την τυραννούσε η μοναξιά και η πείνα,  όταν καμιά φορά είχαμε αλεύρι και ψέναμε ψωμί η μυρωδιά την έκανε να εμφανίζεται στο τζάμι δεν το κουνούσε από εκεί μας κοίταζε με ένα βλέμμα παγωμένο καλοκάγαθο ικετικό λυπητερό, η μάνα πάντοτε της έφτιαχνε μια κουλούρα, γεμιστή με ξύγκι γίδας, ως που μια μέρα δεν φάνηκε,   την βρήκαν πεθαμένη.
Όχι κανένας δεν έκλαψε, πέθανε η ρουμάνα  ένα ασήμαντο γεγονός.
Τα αφεντικά της είχαν αποκλειστεί στην Ρουμανία. 

Όλα  αυτά τα αντικείμενα, μου θυμίζουν και    αντιπροσωπεύουν την παιδική  μου  ηλικία, μια ηλικία που δεν πρόλαβα να την καταλάβω, να την χορτάσω καθότι ποτέ δεν υπήρξε παιδική, αλλά  ενός αγώνα για τον καθημερινό επιούσιο, σήμερα βλέπω τις αποδείξεις του τότε, μέσα σε αυτές υπάρχει ένα αιώνιο γιατί, όμως  τις φυλάω σαν εικόνισμα,  σε αυτές    αναγνωρίζω ένα κομμάτι του τότε ανίδεου εαυτού μου.

Μετά ήρθε ο σεισμός και ισοπέδωσε τα πάντα,  όλα έγιναν πέτρες ερείπια, χαλάσματα όπου κατοικούν κουκουβάγιες. Έμεινε  ο λινός που πατάγανε τα σταφύλια,  το ποδόχι που έρρεε ο μούστος,  σήμερα γεμάτα σκουπίδια και πλαστικά μπουκάλια, ο φούρνος χάσκει ακόμα  με τον στόμα  ανοιχτό απορώντας και ψάχνοντας για ανθρώπους, αυτό το σπάνιο είδος…

El destino es consecuencia de nuestro pasado que forma el futuro.
Το πεπρωμένο, είναι  αποτέλεσμα του παρελθόντος μας, το οποίον καθορίζει  το μέλλον
     

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Έτσι άρχισε η κατάρα,



                                               Έρημη γη!

Θόρυβος ακούστηκε από τη μεριά της αυλής. Πεταχτήκαμε όλοι επάνω, η θεία μου ζύγωσε το κεφάλι πίσω από τις γρίλιες του κλειστού παραθύρου και με τράβηξε από το χέρι. Μου φάνηκε πως έτρεμε.   
Θα έχει πυρετό σκέφτηκα.
Η αυλή του σπιτιού είχε γεμίσει από κινούμενα όντα. Τα σκοτεινά τους μούτρα ενέπνεαν τρόμο, αχτένιστοι με αρβύλες, με δίκοχα, τα μάτια τους κόκκινα έλαμπαν σαν αναμμένα κάρβουνα, έμοιαζαν σαν βρικόλακες που είχαν έρθει να πιουν αίμα. Κινούμενοι σκελετοί ντυμένοι στα πράσινα από Ιταλικά λάφυρα, στους ώμους τους τουφέκια, δεσμίδες  σταυρωτές στα στήθια τους, χειροβομβίδες κρεμόταν από τη ζώνη τους, μπαλάσκες γεμάτες σφαίρες, έμοιαζαν έτοιμοι για επιδρομή στην κόλαση να ελευθερώσουν τον διάβολο.
Πω! Πω! Φώναξα τόσοι πολλοί Ιταλοί στο σπίτι μας θεια  τι να θέλουν;   
Όχι πουλάκι μου, οι Ιταλοί έφυγαν,  αυτοί εδώ είναι Έλληνες!
Α! Έλληνες σαν κι εμάς φώναξα με χαρά και είχα φοβηθεί ότι ξαναήρθαν οι Ιταλοί.
 Η θεια μου μισόκλεισε το στόμα με την παλάμη της και με τράβηξε πιο κάτω από μια μισοσπασμένη γρίλια παραθύρου μπορούσαμε να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν. Να έλα να δεις για να θυμάσαι όταν μεγαλώσεις μου είπε
Σιγά θεια αφού Έλληνες είναι κι αυτοί σαν και εμάς τι μπορούν να μας κάνουν;
Να, βλέπεις αυτόν με το μουστάκι είναι από τα Δειλινάτα, ο αδύνατος που έχει το τουφέκι κρεμασμένο ανάποδα είναι Φαρσινός, αυτός ο κοντός με την μαντύα αρχηγός τους. Ο άλλος που φορά το σακάκι μόνο από την ένα μανίκι  αδελφός του, τους άλλους δεν τους ξέρω φαίνονται ξωμερίτες.
Δηλαδή όλοι Κεφαλλονίτες θεια.
Από όλους αυτούς ξεχώριζε ένας κοντός αδύνατος λερής με ψαροκίτρινα βρώμικα μαλλιά  που ξεχυνόταν έξω απ’ το δίκοχό  με μια μανδύα πράσινη ιταλική που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους με το μάνλιχερ στον ώμο κι ένα ρόπαλο στο χέρι ησυχία δεν είχε, γύριζε σα σβούρα και κοίταζε προς το σπίτι.
Η μάνα στην κουζίνα άναβε ξύλα να βράσει ρίγανη για τον πονόδοντο που της είχε φουσκώσει το μάγουλο, είχε δέσει το κεφάλι της με ένα μαντήλι, τα άλλα αδέλφια μου φοβισμένα την κράταγαν απ την ποδιά ο πατέρας είχε βγει νωρίς μήπως συναντούσε κάποιον που θα πήγαινε στην πρωτεύουσα να του φέρει ασπιρίνες και αν είχε φθάσει η πενικιλίνη «το θαυματουργό φάρμακο»  για τον αδελφό του που πέθαινε φθισικός.
Η θεια μου ξαναήρθε κοντά μου και μου λέει. Τα βλέπεις αυτά τα παλιόσκυλα πουλάκι μου, έχουν έρθει και ζητούν να σκοτώσουν τον πατέρα σου, ψάχνουν να τον βρουν…

Ο θεός να βάλει το χέρι του ψιθύρισε.
Ξαφνικά ουρλιαχτά χαράς ακούστηκαν απ την αυλή μου, σηκώθηκαν όλοι τους όρθιοι, ένας από αυτούς σήκωσε το τουφέκι ψηλά και στριφογύριζε χορεύοντας σαν τσακάλι που κυνηγάει την ουρά του. Το έπιασαν τον φέρνουν…
…………………………………………………………….......
Ήταν παραστρατιωτικοί, ακροδεξιοί,  άτακτοι.
Οι  χωροφύλακες ξεκουραζόταν λίγο πιο πέρα στο σταθμό χωροφυλακής, την νύκτα κλειδωνόταν στον σταθμό κι έδιναν όπλα στους κατοίκους του χωριού να φυλάνε σκοποί κι αυτοί κοιμόταν μέσα   

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Το Κέντρο του Κόσμου: Η Ελλάδα.



                        Και προσοχή στα μηδενικά, αυτά είναι που μας φέρνουν τον πληθωρισμό.    

Δεν υπάρχει γωνιά γης όπου να μην μιλούν για την Ελλάδα μας.
Στα μεταλλωρυχεία της Χιλής, ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν οι μετοχές, σύμφωνα με τις κινήσεις της Ελλάδος, οι Αργεντινοί κοιτούν αμίλητοι, στον κόσμο ολόκληρο λένε, ένας αρχηγός ελληνικού  κόμματος αν εκλεγεί θα είναι ο Τσάβεζ της Ελλάδος,   ακόμη και στην Γουατεμάλα, γράφουν:  Es una situación grave porque se podrían contaminar las economías. Como en un inicio pasó en Grecia, (El Siglo Είναι μια κρίσιμη κατάσταση η οποία θα μπορούσε να μολύνει τις οικονομίες, όπως κατ’ αρχάς είχε  συμβεί στην Ελλάδα.
Κράτη στην Ασία από Κίνα μέχρι Φιλιππίνες, φταρνίζεται η Ελλάδα πέφτει το χρηματιστήριο, σκεφτήκατε  ποτέ τέτοια φήμη;    
Παλαιότερα  το κέντρο του κόσμου ήταν η Ελλάδα, ο ελληνικός πολιτισμός,  το μαντείο των Δελφών ο ομφαλός της γης, αυτά στην αρχαία μας πατρίδα.
Τώρα στη σύγχρονη εποχή  αυτή που ζήσαμε όσοι από εμάς έχουν απομείνει, η αριστερή Ανατολή κουμουνιστές πολεμούσε εναντίον της δεξιάς καπιταλιστές  Δύσης, για να επικρατήσουν σε αυτή την χώρα της χερσονήσου του Αίμου,  εμείς οι Έλληνες αρπάξαμε τα μαχαίρια και σφάζαμε τα αδέλφια μας γιατί ο ένας πίστευε στην Ανατολή ο άλλος στη Δύση. Κανένας δεν πίστευε στην Ελλάδα.  Ήταν ο εμφύλιος, θύματα εμείς οι ίδιοι οι  Έλληνες, αποτέλεσμα αιώνιες έχθρες,  πείνα, γύμνια,  κατατρεγμός και τελικά η ξενιτιά.
Σήμερα Κυριακή 3/6/12 σε μια εκπομπή του BBC άκουσα, μια ανταποκρίτρια να λέει.
Ακόμη στην σημερινή Ελλάδα ισχύουν τα ήθη και έθιμα του τότε, κανένας δεν ξεχνά ότι (Ο παππούς μου σκότωσε τον παππού σου) Your grandfather killed my grandfather

Ευρώ ή Δραχμή, και οι δυο Ελληνικές λέξεις, μας φτάνει μόνο οι υποψήφιοι  βουλευτές    να βάλουν πάνω από το ατομικό τους συμφέρον το συμφέρον της πατρίδας Ελλάδας, διότι οι  υποψήφιοι βουλευτές, όντος άνθρωποι  έχουν ημερομηνία λήξεως,  ενώ η Ελλάδα είναι αιώνια.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



      

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Ήταν τότε που:


Ύφος βαρύ, μουστάκι αλά Ντούγκλας Φέρμπανκς,   μαλλί με μπριγιαντίνη κολλημένο στο τσερβέλο, φαβορίτες μακριοί, παπούτσι με ψηλό τακούνι, ήταν καθισμένος στην καρέκλα του  κι έπαιζε στο τραπέζι χαρτιά συνέχεια. Δεν σταματούσε ούτε για να ανασάνει. Το όνομά του Νίκος κι ένα δισύλλαβο επώνυμο Ζώγας, ή Ζιώγας ή Ράκης ή κάτι παρόμοιο. 
Το παιχνίδι ήταν ραμί, με αλλαγή πότε με εφτά χαρτιά, πότε με δέκα. Έγραφαν πόντους πάντα έπαιζαν ασήμαντα ποσά, αλλά για το μέρος που βρισκόμασταν ήταν τεράστια, αυτός που κέρδιζε του τα έδιναν κάτω απ’ το τραπέζι καθότι ήταν απαγορευμένο να παίζουν χρήματα. Μερικές φορές το άλλαζαν σε πόκα, ή πόκερ.  

Εγώ όρθιος παρακολουθούσα, πότε τον ένα πότε τον άλλο. Η σκηνή στην αίθουσα των φυλακών, εκεί όπου σε έβγαζαν καθημερινώς  για περπάτημα,  στο νησί Έλλις στο στόμιο του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Σε αυτά τα κρατητήρια  συγκέντρωναν  αυτούς που είχαν συλληφθεί ως σκαστοί, ως λαθραίοι, ακόμη και ως αριστερίζοντες κουμουνιστές,  πριν απελαθούν πίσω στις πατρίδες τους αυτοί που είχαν τολμήσει να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη από αυτή της Ελλάδας. Στην κυριολεξία αυτών που ζητούσαν μια μπουκιά ψωμί, αυτό που δεν τους έδινε η πατρίδα τους.  Εποχή Δεκέμβριος 1951
 Όταν  με έπιασαν ήμουν αδιάβαστος δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα προλάβει να μάθω κανένα παιχνίδι,  παρακολουθούσα κι έφερνα βόλτες όμως από αυτό το σχολείο βγήκα διαβασμένος  από πρέφα, 66 αγοραστό, πόκα, πόκερ,  κι ένα σωρό άλλα παιχνίδια… όμως δεν τ’ αγάπησα ποτέ μου, θυμάμαι τις συζητήσεις ανάμεσα σε συγκρατούμενους με ιστορίες για στοιχειά, για νεράιδες, μάλιστα μια συζήτηση που κρατούσε εβδομάδες ήταν γιατί η γυναίκα να έχει έμμηνο κύκλο. Άλλοι λέγανε ότι φταίει το φεγγάρι, άλλοι για κάτι το υπερφυσικό, κανένας μας δεν μπορούσε να δώσει μια εξήγηση και ήμασταν όλοι άνδρες, απλοϊκοί  άνθρωποι κατατρεγμένοι από τις κακουχίες,  απ’ τον εμφύλιο, μερικοί ανήλικοι, πολλοί οι κρατούμενοι, οι Έλληνες θα ήταν  εκατοντάδες, κάθε μήνα έκαναν απέλαση τους έστελναν με το καράβι Νέα Ελλάς του Γουλανδρή στον Πειραιά  και με τα Ιταλικά Σατούρνια και Βουλκάνια στην Πάτρα όσους απέλασαν  εξαφανιζόταν, όμως πάντα ερχόταν καινούργιοι…
Όχι δεν υπήρχε τηλεόραση, ούτε ράδιο, ούτε κινητά τηλέφωνα, ένα τηλέφωνο κρεμαστό στον τοίχο, έπρεπε να πάρεις σειρά, αν είχες κάποια ανάγκη, έπρεπε να ζητήσεις μια αίτηση να προσκαλέσεις κάποιον για να έρθει να σε δει αν ποτέ  είχες  κανένα γνωστό και να την εγκρίνουν οι αρχές.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Νίκου Παλαμήδη ΧΡΟΝΙΚΟ  του Ελληνισμού της Βενεζουέλας στην σελίδα 116 με τίτλο Λαϊκοί Τύποι μας παρουσιάζει έναν τέτοιον τύπο χαρτοπαίχτη ο Νικόλας ο μάγκας με το ίδιο όνομα εποχή 1956 στο Καράκας Βενεζουέλα.
Μου προξένησε τεραστία εντύπωση η σύμπτωση ίσως να ήταν και το ίδιο πρόσωπο, ίσως όχι… 
Η ζωή είναι τέτοια, ο κόσμος μας τόσο μικρός που ποτέ δεν ξέρεις, ποιον θα συναντήσεις, όμως ότι γράφεται μένει, γι’ αυτό γράφω το παρών.
 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
   

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Τελευταία Δευτέρα του Μάη,



 Τελευταία Δευτέρα του Μάη
Την τελευταία Δευτέρα του Μάη εορτάζουν εδώ στις ΗΠΑ την ημέρα των πεσόντων  Memorial Day, όπου τιμούν τους πεσόντες στους διάφορους πολέμους.  
Είναι επίσης και η ανεπίσημη αρχή του καλοκαιριού, μέρα όπου ανοίγουν οι πλαζ για κολύμπι, για τον απλό λαό είναι ένα τριήμερο αργίας όπου το εορτάζουν με μπάρμπεκιου, στα πάρκα ή στην αυλή των σπιτιών.

Έτσι κι εμείς το εορτάσαμε με μπάρμπεκιου στον κήπο  κι εγώ  με τον συνδετικό κρίκο της αιώρας προσπαθούσα να γεφυρώσω το χάσμα των γενεών ανάμεσα στον εγγονό και τον παππού.  
Γίναμε  φίλοι.     

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης


Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Οι Χαρές της Ζωής,




Αποφοίτηση.
 Χθες  το απόγευμα 24η Μαΐου 2012 αποφοίτησε απ το σχολείο
 Ursuline High School, η Εγγονούλα μας, Ελένη, είμαστε παρόντες στην εκδήλωση απονομής Διπλώματος, της ευχόμαστε τα συγχαρητήριά μας, την αγάπη μας και τις καλύτερες ευχές για μια καινούργια επιτυχία στο Κολλέγιο της αρεσκείας της.
Συμμεριστήκαμε την χαρά της…

Με την αγάπη μας,  
Ο Παππούς, η Γιαγιά και όλα τα υπόλοιπα μέλη  της  οικογενείας μας.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Παλιές γειτονιές, Νέας Υόρκης


Γιατί τα γράφω αυτά, μα γιατί είναι ανέμελες ιστοριούλες, τότε που υπήρχαν άφθονες φιλίες, τότε που δεν είχες μόνιμη πατρίδα, αλλά έκανες πατρίδα σου οποιαδήποτε  γη ξημερωνόσουν.    

Περιμένοντας μπάρκο, Coney Island Νέας Υόρκης, μια έξοδο για παγωτό.
Από αριστερά όρθιος  Μαζαράκης, Τζάκης,  Βαγγελάτος,  Κοκορίνης, Συμιακός, Παναγιωσούλης,  Χαράλαμπος  Πυλαρινός  Άνοιξη 1956


Ένας δικός μας ναυτικός χόρευε Ζεϊμπέκικο, μερακλωμένος  ακούγοντας αυτά τα ευγενή  άσματα, «Ο Χάρος την πόρτα μου κτυπά, Χτύπα κι εσύ καμπάνα...»   Μετά  μια κοπελιά δεν φαινόταν και πολύ νέα  χόρευε τον χορό της κοιλιάς, κρατώντας ένα μαντήλι που το περνούσε πάνω από το κεφάλι της, το κατέβαζε  στην πλάτη, στο στήθος, μετά σταματούσε και κουνιόταν μπροστά μας. Μερικοί πέταγαν  ‘χαρτούρα’ πράσινη= δολάρια.       
Οι άντρες στα γύρω τραπέζια αναστέναζαν, νοσταλγούσαν, δάκρυζαν, ναυτικοί σκαστοί από βαπόρια, μετανάστες  που ζούσαν απ’ τα ζάρια και τ’ άλογα, τυχοδιώκτες  ξέμπαρκοι  ναυτικοί, αποτυχημένοι φοιτητές, επιτυχημένοι μπίζνες μεν, όλοι αυτοί μαζευόταν στην 8η Λεωφόρο και 29 δρόμοι της Νέας Υόρκης. Μέσα απ’ τους καπνούς των τσιγάρων μια φωνή ακούστηκε, Ζήτω η Ελλάδα Η επιγραφή του κέντρου μονολεκτική, ένα χρώμα ροζ-πορτοκαλί με κόκκινο σε μαύρο φόντο:  «ΒΡΕΤΑΝΙΑ».
Και μετά τον χορό και το τραγούδι ερχόταν στο τραπέζι μας, τι θα πιει το κορίτσι, ρωτάγαμε με ελληνικό φιλότιμο, λέγαμε ένα ακόμα Αχ! Βαχ! Και καθόμαστε μέχρι τις μεγάλες ώρες.
Αχ αυτή η έρημη η θάλασσα, που μας έφερε,  μάλλον αυτή η αλλόκοτη πατρίδα, μια πατρίδα που δεν είχα γνωρίσει στην Ελλάδα, αλλά εδώ την γνώρισα, μου  είπαν αυτή είναι η μάνα μας Ελλάδα, την συντρόφευαν ο χορός της κοιλιάς, και τα αμάν! Αμάν!   .

Απέναντι στη γωνία το μπαρ του Κονταράτου, εκεί έπινες στα όρθια ή  σε σκαμπό, τριγύρω σου μαζευόταν κάθε καρυδιάς καρύδι που λένε, μυστικοί αστυνομικοί, πρεζάκηδες, ναυτικοί, γειτονοπούλες  πεταλούδες την νύχτας,  παρίσταναν τις πελάτισσες του μπαρ, δεν δεχόταν συζήτηση εκτός αν σε σύστηνε κάποιος  σαν έμπιστο  φίλο. Εκεί συνάντησα κι έναν φίλο Β! μηχανικό, είχαμε κάνει μαζί σε βαπόρι από τη Λίμνη Ευβοίας, τον Παναγιώτη Γ.
 Όλοι τους περιφέρονταν σαν γύπες γύρω από τους ναυτικούς, αυτούς που είχαν άδεια  κυνηγούσαν οι γυναίκες … τους σκαστούς οι μυστικοί.   

Και την άλλη μέρα  μετράγαμε πόσα μας έχουν απομείνει, ψάχναμε για μπάρκο στα γραφεία της γειτονιάς του Γουόλ Στριτ. Κτυπώντας πόρτες, οπουδήποτε έγραφε ναυτιλιακή εταιρία, προσφέροντας τον εαυτόν μας, λέγοντας στις γραμματείς ‘ψάχνω για δουλειά’ άσε που οι εταιρίες τοιχοκολλούσαν στα ξενοδοχεία του τότε, αν χρειαζόταν ναυτικούς.
Έτσι οι στιγμιαίες παρέες των φίλων ξέμπαρκων ναυτικών, χώριζαν αναλόγως τα ταξίδια των  βαποριών, για να μην ιδωθούν ποτέ πια,  άλλος πήγαινε για Ιαπωνία, άλλος για Ινδία, άλλος για Κούβα, άλλος για Ευρώπη.  
Και όμως πολλές φορές το φέρνει η τύχη και μαθαίνω για τους τότε φίλους, όπως τώρα τελευταία έμαθα ότι ο Διονύσης είναι στην Ιθάκη του, στο χωριό του, στην Ελλάδα, μια χρονική      περίοδο από 56 χρόνια.  
Όμως οι αναμνήσεις δεν φεύγουν, είναι εκεί γραμμένες με το ανεξίτηλο μελάνι, στο παιδικό μυαλό,  αυτό της κοινής μας προέλευσης σε μια  πάλη της επιβίωσης σε αλλότριες  ξένες χώρες.       

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης   

  



Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Η Ένωσης Επτανήσων μετά της Ελλάδος 21 Μαΐου 1864


Πηγή των 2 φωτογραφιών από το βιβλίο Εφτάνησα και Εφτανήσιοι του Ε. Ανδρεοσάτου
 Τα εφτά βέλη αντιπροσωπεύουν τα εφτά νησιά του Ιονίου.  


Μια φορά κι έναν καιρό, συνήθως έτσι αρχίζουν τα παραμύθια, μόνο που τούτο εδώ δεν είναι παραμύθι.
Όταν λοιπόν οι Ιταλοί κατακτητές το 1941 κατέκτησαν τα Ιόνια νησιά, κατάσχεσαν ένα από τα σπίτι μας στα Μαρκάτα  Πυλαρου  Κεφαλονιάς, εκεί έμεναν Ιταλοί φαντάροι, μαζί με την πείνα και τη μιζέρια μας έφεραν  και δικό μας Ιονικό χαρτονόμισμα, έχον κυκλοφορία στα Ιόνια νησιά,   μας έφεραν σπίρτα (κιάκια) ιταλικά τα οποία δεν ήταν ασφαλείας μπορούσες να τ’ ανάψεις τρίβοντάς τα στην σόλα του παπουτσιού σου αν είχες παπούτσια  ή σε μια πέτρα. Ήταν άσπρα με κόκκινο κεφάλι, κατασκευασμένα από ρολαρισμένο κερόχαρτο, το κουτί ή «σκάτουλα» απ’ έξω είχε στην φωτογραφία το λιοντάρι της Βενετίας κρατώντας ένα βιβλίο με τη φράση: (Pax Tibi Marce, Evangelista Meus)  ίσως να ήθελα να αναβιώσουν την Ενετική αυτοκρατορία τους. 
Όμως  η Κεφαλονιά  έγινε ο τάφος τους. 
Α! μας έφεραν και την τρίχρωμη ιταλική σημαία, ρίζωσαν ένα ελληνικό κυπαρισσόκορμο  εκεί στο υψωματάκι της Αβιζανιάς στο χωριό μου,  την ανέβαζαν με την ανατολή του ηλίου, κυμάτιζε με την πνοή του ελληνικού άνεμου,    με τη δύση του ηλίου ένα τιμητικό απόσπασμα  έκανε παρουσιάστε την κατέβαζαν την δίπλωναν, εμείς ξυπόλητα παιδιά του δρόμου  τρέχαμε από πίσω τους και παρακολουθούσαμε τα καθέκαστα.  Ακόμα ένα, έγραψαν στην είσοδο του Σχολείου Δημοτικό Σχολείο… στην Ιταλική γλώσσα,  στις Ιταλικές εορτές τους μας μοίραζαν μπομπότα με σταφίδες, ένα τόσο δα μικρό κομματάκι.    




Χωρίς Λόγια:
 Σας αντιγράφω το άρθρο 5 της συνθήκης της Ένωσης των Ιονίων Νήσων μετά της Ελλάδος υπογραφείσα εν Λονδίνο την 17 (29) Μαΐου  1864
                                               Άρθρον  5
Η βουλή της Ηνωμένης Πολιτείας των Ιονίων Νήσων θέσπισε, δια ψηφίσματος εκδοθέν τη 7/19 Οκτωβρίου 1863, ότι το ποσόν των 10 χιλιάδων λιρών στερλινών καθιερούται   ετησίως εις αύξησιν της Ανακτορικής χορηγίας της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων , κατά μηνιαίας δόσεις, καταβαλλόμενο, εις τρόπον ώστε  ν’ αποτελέσει το πρώτον εισπρακτέων φόρον επί του εισοδήματος των Ιονίων Νήσων, εκτός αν ληφθεί πρόνοια κατά τους συνταγματικούς τύπους δια την απότισιν αυτού εκ των εισοδημάτων του Βασιλείου της Ελλάδος. Κατά συνέπιαν η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς των Ελλήνων υποχρεούνται να εφαρμόσει το Ψήφισμα τούτο.     

Γαβριήλ Παναγιωσούλης