Γιατί τα γράφω
αυτά, μα γιατί είναι ανέμελες ιστοριούλες, τότε που υπήρχαν άφθονες φιλίες, τότε
που δεν είχες μόνιμη πατρίδα, αλλά έκανες πατρίδα σου οποιαδήποτε γη ξημερωνόσουν.
Περιμένοντας μπάρκο, Coney Island Νέας Υόρκης, μια έξοδο για παγωτό.
Από αριστερά όρθιος Μαζαράκης, Τζάκης, Βαγγελάτος, Κοκορίνης, Συμιακός, Παναγιωσούλης, Χαράλαμπος Πυλαρινός Άνοιξη 1956
Ένας δικός μας ναυτικός χόρευε Ζεϊμπέκικο, μερακλωμένος ακούγοντας αυτά τα ευγενή άσματα, «Ο Χάρος την πόρτα μου κτυπά, Χτύπα κι
εσύ καμπάνα...» Μετά μια
κοπελιά δεν φαινόταν και πολύ νέα χόρευε
τον χορό της κοιλιάς, κρατώντας ένα μαντήλι που το περνούσε πάνω από το κεφάλι
της, το κατέβαζε στην πλάτη, στο στήθος,
μετά σταματούσε και κουνιόταν μπροστά μας. Μερικοί πέταγαν ‘χαρτούρα’ πράσινη= δολάρια.
Οι άντρες στα γύρω τραπέζια αναστέναζαν, νοσταλγούσαν, δάκρυζαν, ναυτικοί σκαστοί
από βαπόρια, μετανάστες που ζούσαν απ’
τα ζάρια και τ’ άλογα, τυχοδιώκτες
ξέμπαρκοι ναυτικοί, αποτυχημένοι
φοιτητές, επιτυχημένοι μπίζνες μεν, όλοι αυτοί μαζευόταν στην 8η
Λεωφόρο και 29 δρόμοι της Νέας Υόρκης. Μέσα απ’ τους καπνούς των τσιγάρων μια
φωνή ακούστηκε, Ζήτω η Ελλάδα Η επιγραφή του κέντρου μονολεκτική, ένα χρώμα
ροζ-πορτοκαλί με κόκκινο σε μαύρο φόντο:
«ΒΡΕΤΑΝΙΑ».
Και μετά τον χορό και το τραγούδι ερχόταν στο τραπέζι μας, τι θα πιει το
κορίτσι, ρωτάγαμε με ελληνικό φιλότιμο, λέγαμε ένα ακόμα Αχ! Βαχ! Και καθόμαστε
μέχρι τις μεγάλες ώρες.
Αχ αυτή η έρημη η θάλασσα, που μας έφερε,
μάλλον αυτή η αλλόκοτη πατρίδα, μια πατρίδα που δεν είχα γνωρίσει στην
Ελλάδα, αλλά εδώ την γνώρισα, μου είπαν
αυτή είναι η μάνα μας Ελλάδα, την συντρόφευαν ο χορός της κοιλιάς, και τα αμάν!
Αμάν! .
Απέναντι στη γωνία το μπαρ του Κονταράτου, εκεί έπινες στα όρθια ή σε σκαμπό, τριγύρω σου μαζευόταν κάθε
καρυδιάς καρύδι που λένε, μυστικοί αστυνομικοί, πρεζάκηδες, ναυτικοί, γειτονοπούλες
πεταλούδες την νύχτας, παρίσταναν τις πελάτισσες του μπαρ, δεν δεχόταν
συζήτηση εκτός αν σε σύστηνε κάποιος σαν
έμπιστο φίλο. Εκεί συνάντησα κι έναν
φίλο Β! μηχανικό, είχαμε κάνει μαζί σε βαπόρι από τη Λίμνη Ευβοίας, τον
Παναγιώτη Γ.
Όλοι τους περιφέρονταν σαν γύπες
γύρω από τους ναυτικούς, αυτούς που είχαν άδεια κυνηγούσαν οι γυναίκες … τους σκαστούς οι
μυστικοί.
Και την άλλη μέρα μετράγαμε πόσα μας
έχουν απομείνει, ψάχναμε για μπάρκο στα γραφεία της γειτονιάς του Γουόλ Στριτ.
Κτυπώντας πόρτες, οπουδήποτε έγραφε ναυτιλιακή εταιρία, προσφέροντας τον εαυτόν
μας, λέγοντας στις γραμματείς ‘ψάχνω για δουλειά’ άσε που οι εταιρίες τοιχοκολλούσαν
στα ξενοδοχεία του τότε, αν χρειαζόταν ναυτικούς.
Έτσι οι στιγμιαίες παρέες των φίλων ξέμπαρκων ναυτικών, χώριζαν αναλόγως τα
ταξίδια των βαποριών, για να μην ιδωθούν
ποτέ πια, άλλος πήγαινε για Ιαπωνία,
άλλος για Ινδία, άλλος για Κούβα, άλλος για Ευρώπη.
Και όμως πολλές φορές το φέρνει η τύχη και μαθαίνω για τους τότε φίλους,
όπως τώρα τελευταία έμαθα ότι ο Διονύσης είναι στην Ιθάκη του, στο χωριό του,
στην Ελλάδα, μια χρονική περίοδο από
56 χρόνια.
Όμως οι αναμνήσεις δεν φεύγουν, είναι εκεί γραμμένες με το ανεξίτηλο
μελάνι, στο παιδικό μυαλό, αυτό της
κοινής μας προέλευσης σε μια πάλη της
επιβίωσης σε αλλότριες ξένες χώρες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης