Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Φτιάξε... Η Γέννηση του Καλαμποκιού

Ας μου επιτραπεί να χαιρετίσω την πρωτοβουλία της αγαπημένης μας  Αριστέας και να αρχίσω «Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι»  με ένα μύθο της Κεντρικής Αμερικής, με τον οποίο οι αυτόχθονες  κάτοικοι παρουσίασαν   την γέννηση του καλαμποκιού, όπου  ήταν και είναι  η  βασική τους τροφή. Το καλαμπόκι άγνωστο στην Ευρώπη το έφεραν οι Ισπανοί κατακτητές τον 14ον αιώνα.
   
                                                            Η Γέννηση του Καλαμποκιού:


Υπήρχε στα πολύ παλιά χρόνια μια  εποχή όπου τα ζώα μιλούσαν είπαν  στους ανθρώπους:
Ακολουθείστε μας, θα πάμε να σας δείξουμε το μέρος όπου οι Θεοί (τα ονόματα δύο απ τους Θεούς τους)  Τζακόλ και Μπιτόλ έχουν διαλέξει ένα καινούργιο δώρο για εσάς.
Οι  Μάγια  τους ακολούθησαν, μπροστά πήγαιναν τα ζώα, Η Λεοπάρδαλη  και το Τσακάλι  τους άνοιγαν δρόμο,  τα πουλιά πετούσαν από πάνω τους με τα φτερά  τους προφύλαγαν από τις καυτερές αχτίδες του ήλιου.  Περπατούσαν στο μονοπάτι που ακολουθούσε την ίδια πορεία με τον ήλιο, αυτό που διάβαινε από τους δρόμους του (περιοχή) Τσικίν.
Στο τέλος του μονοπατιού βρήκαν πραγματικά το δώρο των Θεών που το φύλαγαν για αυτούς.
Ήταν ένα πανέμορφο μωρό,  για κρεβάτι του είχε τα σμαραγδένια χορτάρια, προστατευόμενο από τη σκιά ενός όμορφου δένδρου.
Ήταν τόσο χαριτωμένο το μωρό που το ονόμασαν Τεοσίντε,  που εννοεί (φυτό των Θεών, αγριόχορτο που ευδοκιμεί μόνο στα οροπέδια της Κεντρικής Αμερικής,  (μπορεί να διασταυρωθεί με το καλαμπόκι και να παράγει διαφορετικές ποικιλίες)    γιατί ήταν καρπός μιας αχτίδας του ήλιου με ένα κύμα του ποταμού που διέτρεχε την εύφορη γη του  παραδείσου τους, Παξίλ (Η μυθολογία λέει ότι από αυτό το μέρος οι θεοί τους έπλασαν το ανθρώπινο γένος από στάχυα καλαμποκιού) Παξίλ   και Καγιαλά.
Πήραν το μωρό από το μέρος που το βρήκαν με την συγκατάθεση  των Θεών Τζακόλ και Μπιτόλ. Με στοργή,  αγνότητα και προσοχή το τοποθέτησαν στο ίδιο ουράνιο παλάτι, του πιο ηλικιωμένου  που ήταν στα ψηλά κλαδιά ενός δένδρου της ceiba  Σέϊμπα. Του έδωσαν για συντρόφισσα   στα παιχνίδια του την πιο μικρή, πιο όμορφη, πιο αγαπημένη  από τις κόρες του,  την Μαίζ.
Η Μαίζ  ήταν όμορφη σαν το απαλό φως του φεγγαριού, μάτια σκούρα σαν τη νύχτα, επιδερμίδα χλωμή σαν της μπανάνας, στόμα φιλήδονο και ζουμερό σαν να ήταν από μεταξένια πούπουλα, από όπου φαινόταν μικρούτσικα κάτασπρα δόντια, σαν το χαλάζι, αυτό  όπου έπεσαι πάνω στους παππούδες μας στη μακρινή πεζοπορία τους.       
 Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τον καιρό που οι μεγάλοι παππούδες μας είχαν λάβει το δώρο των θεών, μέχρι που ο Τεοσίντε και η Μαίζ δεν ήταν πια παιδιά, είχαν μετατραπεί σε δυο υπάρξεις όπου την καρδιά τους  είχε τσιμπήσει η σφήγκα της αγάπης. Την ίδια ώρα που τα πουλιά κελαηδούσαν οι Μεγάλοι παππούδες μας οι Μάγια γονατιστοί ύψωσαν τις προσευχές τους στους Θεούς τους:
 Ω! Τζακόλ και Μπιτόλ (Θεοί δημιουργοί)  κοίταξέ μας, άκουσέ μας, μην μας αφήνετε  να χαθούμε , δώσε μας το σημάδι του λόγου σας :
Πότε φεύγει ο ήλιος και η μέρα, πότε νυχτώνει, πότε ξημερώνει, οδήγησέ μας από το γαλάζιο δρόμο, δώσε μας ειρήνη. Τελειώνοντας την προσευχή τους είδαν ότι φάνηκε στον γαλάζιο θόλο  του ουρανού, η παρουσία του Τζακόλ και Μπιτόλ σε φόρμα ενός λαμπρού μεγαλοπρεπή  ήλιου. Τότε σηκώθηκαν από γονατιστοί που ήταν  και κατευθύνθηκαν προς το μέρος που είχαν αφήσει την Μαίζ  και τον Τεοσίντε, τα πολυαγαπημένα τους παιδιά, τους  συντρόφευαν τα πουλιά κελαηδώντας, αλλά δεν τα βρήκαν πουθενά.
Οι Θεοί είχαν μεταμορφώσει τα  αγαπημένα τους παιδιά  σε δυο συγγενικά φυτά, που ανάμεσα στα φύλλα τους που έμοιαζαν σαν πράσινες ξιφολόγχες, βλάστιζαν μπουμπούκια στάχυα φουσκωμένα από μικρούς κάτασπρους κόκκους.
Οι μεγάλοι παππούδες κατάλαβαν ότι οι Θεοί έκαναν το θαύμα τους, τους είχαν μεταμορφώσει σε φυτά κι όχι μόνο αλλά οι καρποί του θεϊκού αυτού  φυτού έδειχναν τα ξανθά μαλλιά του Τεοσίντε και τα λευκά δόντια της Μαίζ          
Έτσι οι δημιουργοί Τζακόλ και Μπιτόλ έδωσαν στους  Μάγια  για κύρια τροφή τους καρπούς αυτού του φυτού, όπου του έδωσαν το όνομα Μαίζ σε ανάμνηση της όμορφης κι αγαπημένης τους κόρης.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,

από το βιβλίο διηγήματα και  μύθοι  της Γουατεμάλας, 
Συγγραφέας: Francisco Barnoya   Gálvez, Guatemala 1985
Título original  (El Nacimiento del Maíz)  

HISTORY  OF CORN
Through the study of genetics, we know today that corn's wild ancestor is a grass called teosinte. Teosinte doesn't look much like maize, especially when you compare its kernals to those of corn. But at the DNA level, the two are surprisingly alike. They have the same number of chromosomes and a remarkably similar arrangement of genes. In fact, teosinte can cross-breed with modern maize varieties to form maize-teosinte hybrids that can go on to reproduce naturally. 

Scientists study teosinte-maize hybrids and their offspring through the process of genetic archaeology. This process helps geneticists understand what is happening at the DNA level to make teosinte and maize so different. By combining clues from genetics and the archaeological record, scientists have pieced together much of the story of maize evolution

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

                 Καλό σας Μήνα Φλεβάρη!
                  Ήρθανε τα Χελιδόνια
Αυτός ο Μήνας ο Φεβρουάριος ειδικά ο του δίσεκτου χρόνου, όπως ο φετινός έχει μια σπουδαία θέση στην καρδιά μου ή μάλλον στο Διάβα μου.

Στις 2 του Φλεβάρη μια συννεφιασμένη μέρα σαν την Αυριανή Τρίτη, ημέρα της Υπαπαντής, έφυγα απ' το χωριό μου, έτος 1949. Ότι και να έκανα ήταν κόπος χαμένος,  το πεπρωμένο μου ήταν ήδη προδιαγραμμένο.
Στις 29  Φεβρουαρίου 1952 με άφησαν ελεύθερο από το νησί των Δακρύων μετά κι αφότου είχα περάσει κλεισμένος τις Χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες μου διακοπές για 120 μέρες, από τις 3 Νοεμβρίου 1951 ημέρα Σάββατο. Στις 12 Μαρτίου 1952 βρέθηκα στην Αβάνα Κούβα, εβδομάδα καρναβαλιού όπου      ο Μπατίστα έκανε πραξικόπημα και κατέλαβε την Κυβέρνηση... 
Αυτά τα γεγονότα με έχουν κάνει να μην ακολουθώ πολλές φορές την αγέλη της κοινής λογικής, αλλά να ξεκόβω και να πράττω μόνος μου.   

Καλό μήνα νάχουμε όλοι μας, με υγεία και χαρά, όμως είναι μερικές ημερομηνίες όπου δεν ξεχνιόνται ποτέ

Γαβριήλ   
 

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Ο λαβύρινθος της Ψυχής

Ο Λαβύρινθος της Ψυχής 

Έξω χιονίζει, η θαλπωρή αυτή που αναδίδεται από την ζέστη του καλοριφέρ αυτό που ο ατμός του διαρρέει  από την βαλβίδα του πλέκει έναν ιστό αράχνης και μετά διαλύεται,  όλα αυτά αν και άψυχα βαρέθηκαν να με βλέπουν.  
Οι  φίλοι οι συνομήλικοι, όσοι δεν πήγαν στον Αχέροντα και  υπάρχουν ακόμα ο κάθε ένας παίζει τον δικό του ρόλο,  απομακρυσμένοι στα τέσσερα  σημεία του ορίζοντα.
Το  παρελθόν κι αυτό σιγεί λες και είναι πεθαμένο. Ψάχνω για το σήμερα προσπαθώ, ανακατεύω, κοιτώ γύρω μου, κανένας, τίποτα, θυμούμαι το πρώτο μου βιβλίο, «Το Αλφαβητάρι,»  μετά το δεύτερο «Κρινολούλουδα,»    μετά μου δώρισαν το «Ρωβινσόν Κρούσος,»  μετά «Στη Χώρα των Αδαμάντων,»  μετά το «Άπασα-Ύλη,»  ο χρόνος σταμάτησε τη σκέψη λες και την έθαψε, όμως δεν είναι δυνατόν αφού δεν υπάρχει φέρετρο, ξάφνου η επιγραφή με τύφλωσε!
Ενθάδε κείται.
Βλέπω ένα  φέρετρο, η περιέργειά μου φουντώνει,  άρα τι νάχει μέσα;
Δεν τολμώ να κοιτάξω, αλλά να, γράφει απ’ έξω το περιεχόμενό του.
Χαίρομαι, επιτέλους θα μάθω  ποιος νάνε μέσα, μια κολλημένη κόλα χαρτί εκεί που συνήθως  βάζουν το γυαλί για να φαίνεται το κουφάρι   γράφει:
Ενθάδε κείται, το παρελθόν, οι αναμνήσεις, η ιστορία του τόπου σου,  μα και ο πηλός αυτός που με θαλασσινό νερό έπλασε τον χαρακτήρα σου,  που  δεν ενδιαφέρει  πια  κανένα…  
Μετά ξύπνησα. Ουφ!  Αναστέναξα,  νόμιζα ότι θα ήταν κάτι χειρότερο!  
Αλλά ευτυχώς όλα αυτά ήταν όνειρο από αυτά που σε τυραννούν τις νύχτες αυτές που πασχίζεις να νικήσεις τα στοιχειά αυτά που ανεβαίνουν στην σκεπή λες και είναι καλικάτζαροι, που δεν είναι, αλλά ανθρώπινες ξεχασμένες ψυχές αυτές που κάποτε έδωσες υποσχέσεις, είναι αυτές που  διαμαρτύρονται.
Η αλήθεια είναι ότι με προβλημάτισε αυτό το όνειρο… αλλά αν και κρύο βγήκα έξω κοίταξα για τον ήλιο, ντράπηκε και κρύφτηκε στα σύννεφα, μετά έψαξα και βρήκα λουλούδια των τροπικών με πολύ πράσινο, αυτά που έρχονται από μακριά, αυτά που κάποτε  σφράγιζαν την πόρτα του παραδείσου,  τα μύρισα και τάβαλα στο ανθοδοχείο, έτσι  κατάλαβα ότι  η ζωή συνεχίζεται… 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  


Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Το Χάσμα των Γενεών

                                          Το χάσμα των γενεών!

Όταν κάποιος γράφει διάφορα θέματα, ως επί το πλείστων αναφερόμενος στις πηγές των γραπτών του, συνήθως  εξ ιδίας πείρας, συνηθειών, συμβάντων ή γεγονότων μιας εποχής  η οποία πέρασε, η οποία τον βύζαξε με το δικό της γάλα,  και μετά χάθηκε όπως είναι φυσικό μετά την γέννηση  μιας και δυο  καινούργιων γενεών  ανθρώπινων, δεν μπορούν να εννοήσουν ή να καταλάβουν τον συμβολισμό των γραπτών αφού άλλαξε η οικουμένη, η σκέψη, η προτεραιότητα της ζωής, η τεχνολογία, τα φαγητά και οι ορέξεις  σε ένα  τόσο γρήγορο χρονικό διάστημα διάστημα.
Για παράδειγμα το καλοκαίρι στην Ελλάδα ένας Παππούς διηγιόταν στα εγγόνια του ότι μικρός που ήταν δεν είχαν στο σπίτι τίποτε να φάνε, τότε το εγγόνι του απήντησε,
Γιατί δεν παράγγειλες ένα τοστ…
Προσπαθώ να βρω το χάσμα ανάμεσα στην γενεά του πατέρα μου και την δική μου, όμως δεν βλέπω μεγάλη διαφορά, με το  φως του λύχνου διάβαζε αυτός με το ίδιο φως διάβαζα κι εγώ. Ψωμί τυρί και λάδι έτρωγε αυτός το ίδιο κι εγώ. Πέδιλα φορούσε αυτός το ίδιο κι εγώ.  Άρα οι σημερινές γενεές τρέχουν με την ταχύτητα του φωτός κι αφήνουν εμάς τους πιο παλαιούς πίσω σε μια θα έλεγα κατάσταση  λησμονιάς, αυτές οι νέες εφευρέσεις τρέχουν πιο γρήγορα από ότι μπορεί να συλλάβει ο εγκέφαλος του ηλικιωμένου.
Μια άτιμη εφεύρεση να σου τηλεφωνά ένα ρομπότ κομπιούτερ και να σου ζητά μονοσύλλαβες  απαντήσεις, να απαντάς  και να σου απαντά δεν σε καταλαβαίνω.
Είναι κατασκευασμένα έτσι από ανθρώπους μιας λαρυγγόφωνης γλώσσας της Αγγλικής, που εσύ ως ξαναγεννημένος πάντα κουβαλάς στην πλάτη σου την προφορά του τόπου που γεννήθηκες.   
Τότε είναι που τρελαίνεσαι, φωνάζεις βρίζεις χτυπάς το τηλέφωνο στο τραπέζι, αισθάνεσαι ανήμπορος, πιασμένος σε φάκα, μιας τεχνολογίας όπου δεν μπορείς να  διεκπεραιώσεις   αυτά που θέλεις να πεις.
Ακόμα και τα GPS στο αυτοκίνητο  αυτά που  μόλις ανοίξεις τον στόμα  σου και ξεστομίσεις την διεύθυνση σε οδηγούν  στον σωστό δρόμο.  
Και  εξηγούμε όλες μα όλες οι γραφειοκρατικές υπηρεσίες, δημόσιες και μη,  έχουν αυτό άψυχο κομπιούτερ να παίρνει τα παράπονά σου, να αλλάζει ραντεβού γιατρού,  ακόμα και να μαθαίνεις οτιδήποτε θέλεις με μία προϋπόθεση,  η προφορά σου να είναι λαρυγγόφωνη.      
Κοιτάς γύρω σου, όχι δεν ψάχνεις για επαγγελματίες γραφειοκράτες ή δικηγόρους, αυτοί  σε χρεώνουν με το δευτερόλεπτο,  αλλά για ένα παιδάκι της καινούργιας  γενιάς να σου κάνει μια χάρη να μιλήσει για εσένα με αυτό το άτιμο το κομπιούτερ,  κι εσύ να παρομοιάζεις τον εαυτόν σου σαν τον Διογένη που με το λυχνάρι στο χέρι έψαχνε για ανθρώπους, να ανταλλάξεις μια χειραψία, γνώμη, να βρεις το δίκιο σου,  να πεις τον πόνο σου κι αυτοί τον δικό τους.
Κάτι τόσο δύσκολο να βρεις στην σημερινή κοινωνία. 
    
Ε! Αυτό είναι χάσμα των γενεών, όχι οι προηγούμενες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης     




Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Πριν από το χιόνι,

                                                         Λίγο πριν την χιονιά

Χθες βράδυ Παρασκευή 22\01\15 συναντηθήκαμε να πιούμε ένα κρασάκι οι φίλοι της ΠΑΡΕΑΣ στην Νέα Υόρκη.



Το δελτίο καιρού έλεγε προσοχή έρχεται χιονοθύελλα, Έ δεν δώσαμε και πολύ σημασία, μπορεί να κάνουν και λάθος, όμως η αλεγρία και η χαρά της συνάντησης σκέπασε οποιαδήποτε ανησυχία είχαμε.
                                               Μετά ήρθε ακάθεκτο το χιόνι!

Ξημερώνοντας Σάββατο η χιονοθύελλά ήταν στο μεγαλείο της και συνεχίζει ακάθεκτη, Ο Δήμαρχος έβγαλαν διαταγή απαγόρευση κυκλοφορίας οχημάτων σε όλη την πόλη, μετά τις 2:30 μ. μ. .    Όποιος  κυκλοφορεί με αυτοκίνητο θα συλλαμβάνεται, διέταξε τα εστιατόρια να κλείσουν και να στείλουν τους εργάτες σπίτι, τα θέατρα να αναβάλλουν τις παραστάσεις του τελικά μια νεκρή πόλη.
   
Μετά τις 4 απογευματινή κλείνει το μετρό, τα τραίνα κλπ…
Και εξακολουθεί να χιονίζει!!!  
Κι εμείς μέσα απ του σπιτιού την θαλπωρή κοιτάμε απ το παράθυρο την άσπρη αυτή σκόνη να στροβιλίζεται με τον αέρα και να επικάθεται πάνω σε οτιδήποτε υπάρχει στην επιφάνεια της γης.
                               Απ το παράθυρό μου βλέπω, όχι παιδιά αλλά μόνο χιόνι  
Σκεφτόμενος αύριο που θα πρέπει να ανοίξω δρόμο φτυαρίζοντας χιόνι πριν παγώσει και γίνει συμπαγές..

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

  

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Ένα Τηλεφώνημα


                                                         Ένα τηλεφώνημα!

Στην απεραντοσύνη μιας μονότονης σκιάς όπου απλώνεται γύρω μου στην καρδιά του χειμώνα με ξάφνιασε το κουδούνισμα του τηλεφώνου, έχω  ένα τηλέφωνο παλαιομοδίτικο αυτά με την καλωδιακή γραμμή, σήκωσα το ακουστικό,    η φωνή του φίλου μου απ’ το Μαϊάμι ακούστηκε χαρούμενη.  
Άκουσες,   χαράς ευαγγέλια, άνοιξε η Κούβα, τι λες  πάμε μια βόλτα;
Έμεινα στο ακουστικό βουβός,  έκπληκτος! Στον νου μου ήρθαν οι νοσταλγικές στιγμές της νιότης μου.
Με τον φίλο αυτόν σήμερα συνταξιούχος πλοίαρχος, “Captain John”  ο οποίος ζει στο Μαϊάμι  ήμασταν μαζί νεαροί τα παλιά χρόνια κάναμε παρέα στα λιμάνια κυνηγώντας ότι μας έλειπε.  
-Τι να πάμε να κάνουμε τώρα πια εμείς;
-Να θυμηθούμε  τα παλιά να πάμε στο club 21 στο  Tropicana, να δούμε το Capitolio, να ακούσουμε το Vacilón Que rico vacilón, να ακούσουμε και το cha, cha, cha,          
Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι,
Κοίταξα την σύντροφό μου που παρακολουθούσε κάποια νουβέλα στην τηλεόραση.
Για να με καταφέρει προσφέρθηκε να μου πληρώσει και το εισιτήριο.
Με μιας ανοίξαν οι ουρανοί, έκλεισα τα μάτια και βρέθηκα στην αγκαλιά της Αβάνας,  η Εύα μια πιο ώριμη γυναίκα με μάθαινε τα μυστικά της ζωής, μετά η Αλίσια φορούσε ένα οργαντί ροζ φόρεμα και με τράβαγε να κάνουμε παρέα επέμενε να μου μάθει τα ποτά της Κούβας, σε  cubalibre  με Ron Bacardi  ή  Matusalem ή ένα γλυκό ποτό Anís el mono ή   anís Cazalla που έμοιαζε σαν το δικό μας ούζο.
Η Αιμιλία επέμενε να χορεύουμε ρούμπα αν και δεν ήξερα στο κλαμπ 21
 Η Κάρμεν έφερνε μαζί της και το περιοδικό Bohemia, το ξεφυλλίζαμε μαζί, είναι αυτή όπου μου έμαθε όλα τα κρυφά κατατόπια της Αβάνας, μας  ταξίδεψαν με λιμουζίνα, σε αόρατα ξενοδοχεία, μας έδωσαν την εντύπωση, ότι όλη η Αβάνα  γλεντούσε. Ήταν η αρχή, η   μύησή μου στον κόσμο και την κουλτούρα της Κούβας, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια, άρχισε μια εποχή 1952 όπου ο πρόεδρός της ήταν ο Fulgencio Batista… θυμάμαι καπνίζαμε πούρα, Corona ή  Partagás, el cigarro que  gusta más, y perfumes colonia 1800 y Pompeia.   Πέρασαν  τα χρόνια.
Ο γιατρός Carvajal γνωστός μου από τις  συχνές επισκέψεις του στο Βαπόρι, ανήκε στο υγειονομείο της Αβάνας  Κούβας, μου βρήκε μια θέση στο Anglo-American  Hospital, είχα μια μικρή ενόχληση κι επέμενε να με πάρει μαζί του για ιατρικές εξετάσεις, είχε το ελεύθερο επικοινωνίας από τους συντρόφους  του Κάστρο ένεκα της ιδιότητάς του ως γιατρού. Κάναμε βόλτες στην Αβάνα συζητώντας με τους κομπανιέρος που με τα όπλα στο χέρι ξαπλωμένοι σε αυτοκίνητα Station Wagon  μας σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι, ήταν αυτοί  που είχαν είδη καταλάβει την Αβάνα  και  περίμεναν  να μπει ο Φιντέλ Κάστρο ο οποίος ήταν στη Santa Clara.  Ένας φίλος Κεφαλλονίτης ο καπετάν Γεράσιμος Λουκάτος,   ανθυποπλοίαρχος στο βαπόρι   μου λέει:
Σκέψου το καλά, αν πας στο νοσοκομείο  μπορείς να κλειστείς μέσα και να μην μπορείς να ξαναφύγεις. Σοφά λόγια, φτάνοντας στο βαπόρι  λέω του γιατρού,  φίλε μου άλλαξα γνώμη, δεν θέλω να μείνω στην Αβάνα, φύγαμε την άλλη μέρα το πρωί για Καναδά…  εποχή Ιανουάριος 1959

Α! και κάτι ακόμα σε ένα μικρό χωριουδάκι στη Νότια Κούβα το Niquero  γνώρισα, ή μάλλον αυτή με γνώρισε την κόρη του διευθυντή φορτοεκφορτωτών ζάχαρης της αποβάθρας του λιμανιού. Μια μικρή πιτσιρίκα, αυτή ενθουσιασμένη με πήρα μαζί της στην εκκλησία να με γνωρίσει στον παπά της ενορίας της.
Όταν του είπα ότι είμαι Έλληνας αυτός ο παπάς της είπε,
Ω! κόρη μου μα αυτός είναι σχισματικός… μου έμεινε από τότε…
Το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι μου είχε αρχίσει να με κουράζει. 
Με μιας συνήλθα κοίταξα γύρω μου, η ζεστή θαλπωρή του σπιτιού μου,  ξεμάκρυνε  το κρύο του χειμώνα, έξω χιόνιζε, οι αναμνήσεις μένουν εκεί κρυμμένες στον θάλαμο του εγκεφάλου μου κάτι που μόνο εγώ γνωρίζω…
Βρε του λέω δεν πάω πουθενά, δεν έρχομαι άμα  πάμε θα αρχίσω να κλαίω, για την ζωή που έφυγε. Άσε τις αναμνήσεις να μένουν ατόφιες όπως τις ζήσαμε, μη ζητάς την επαναφορά σε κάτι που έφυγε, σε κάτι που ο αδυσώπητος  χρόνος μας νίκησε… 
                                                                Οι δυο μας, 1956
Σήμερα ακόμα δεν υπάρχουν τακτικές πτήσεις ανάμεσα Κούβα- ΗΠΑ αλλά μόνο εκδρομικές Charters
Οι  αμερικανοί θέλουν  να ταξιδέψουν στην Αβάνα να την γνωρίσουν εκεί όπου σταμάτησε ο χρόνος, με τα παλαιά κλασικά πια σήμερα αυτοκίνητα κλπ.
Πριν προλάβουν οι πολυεθνικές και ισοπεδώσουν τα πάντα με πρόφαση να αυξηθεί  ο τουρισμός.           
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Μια μέρα χωρίς Ανία

                                                  Κάθε μέρα κάτι καινούργιο!

Η Αντουανέτα, με χαιρέτησε, περπατούσε με μια ανοιχτή ομπρέλα για να προστατευτεί από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου.  Πήγαινε στο λιμάνι να μάθει νέα για το βαπόρι, σε αυτό που δούλευε ο Χιώτης ο μουστακαλής από την καλιμασιά, ο φίλος της. Μαζί της κουβαλούσε κι έναν θηλυπρεπή νεαρό τον Νώε.   Και της έλεγε ο Χιώτης τι τον θες και τον κουβαλάς;
Ανένδοτη αυτή.
Η Οδέτη μια αδυνατούλα λιγνή σερβίριζε ποτά στους πελάτες του μπαρ ενός Ιταλού μετανάστη, ήταν τόσο αδύνατη που περπατούσε με κλειστά πόδια, τα άνοιγε με δυσκολία, παλαιότερα  όταν σύχναζα για μπύρα, είχαμε γίνει φίλοι και μου τόχε εκμυστηρευθεί, μυστικό κι αυτό!  
Στο προαύλιο της πλατείας πιτσιρίκες με μίνι παίζανε μπάσκετ. Οδηγοί ταξί στο σκιερό της βεράντας τις κοίταζαν με λαιμαργία.
Η γυναίκα του Ιταλού πέρασε από δίπλα μας, κρατούσε δυο κοριτσάκια απ’ το χέρι,  πήγαιναν στην εκκλησία. 
Ο λούστρος γυάλιζε τα παπούτσια του Ντον Πάντσο ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Ντελ Νόρτε χτυπώντας τα συμπράγκαλα του  στον ρυθμό της μουσικής που ακουγόταν από το μπαρ, που δούλευε η Οδέτη.
Ο γιατρός με παρέα πήγαιναν για το μεσημεριανό τους στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Ντελ Νόρτε αυτού με τα άσπρα τραπεζομάντιλα. Εκεί είχαν πει της μάνας να τον περιμένει να του μιλήσει για το παιδί της που ήταν με πυρετό, δεν τον πρόλαβε βγήκαν από την πίσω πόρτα μια βάρκα τους περίμενε, πήγαν για ψάρεμα. Η μάνα έφυγε κλαίγοντας. Το παιδί της πέθανε. Ο Αρτούρο Παπαδόπολο πέρασε από μπροστά μας καβάλα σε ποδήλατό, ήταν ναυτιλιακός πράκτορας, σε όλα τα βαπόρια αυτά που δεν ανήκαν στην UFC. Εκεί στην άκρη ήταν σταθμευμένο το ταξί του Καμπράλ, το είχε αφήσει σταθμευμένο  καθώς προσπαθούσε να επιδιορθώσει μηχανή μικρής λέμβου, όπου έκανε συγκοινωνία στο Μπελίζε. Αποτέλεσμα να κάνει έκρηξη και να τον σκοτώσει. 
Ο έλληνας πλοίαρχος φάνηκε να έρχεται σαν χαμένος, περπατούσε και κοίταζε από δω κι από εκεί. Ήταν ένας συμπαθητικός Υδραίος φαλακρός με κοιλίτσα Σαν έφτασε στην πιάτσα μας κοίταξε όλους και ρωτά. Ζητώ έναν ταξιτζή που μιλάει Ελληνικά.
Εγώ είμαι του λέω. Έβγαλε ένα επιφώνημα Α! φαίνεται δεν του έκανα εντύπωση.
Ξέρεις μου λέει με στέλνει ο ειρηνοδίκης της πόλης, έχω ένα μπλέξιμο με μια κλοπή στο βαπόρι μου κι έχουν βάλει φυλακή έναν μου ναύτη, από την Ιθάκη.
Πάμε να βρούμε τον ειρηνοδίκη του λέω. Ξέρω ότι τέτοια ώρα είναι στον μόλο και ψαρεύει.
Ο ταξιτζής Κλίφορδ με ένα τεράστιο πλύμουθ μετανάστης από την Τζαμάικα, δεν κατάλαβε, είδε την κίνηση,  νόμισε ότι θα υπάρξει τίποτε λαθρεμπόριο, πήγε και ειδοποίησε την αστυνομία.           
Αμέσως η πιάτσα γέμισε μυστικούς, αυτούς με τα πολιτικά, έψαχνα να βρουν κάτι οτιδήποτε για να ζητήσουν μερτικό και  συγκεκριμένα ζητούσαν να βρουν εμένα. Με ειδοποίησε φίλος ταξιτζής να μην ροβολήσω προς τα εκεί.
Όλοι περίμεναν μόλις θα βράδιαζε, με το φρέσκο αεράκι η μπάντα του δήμου θα ερχόταν στο κέντρο της πλατείας  πάνω σε ειδικό κατασκευασμένο κυκλικό κουβούκλιο να παίξει ισπανική μουσική, τα κορίτσια να φέρνουν βόλτα γύρω, γύρω και τ’ αγόρια από την αντίθετη πλευρά, εγώ θα ήμουν ο θεατής της παράστασης.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Σε ένα Άγριο Περιβάλλον,


Σε ένα άγριο  περιβάλλον, εκεί όπου κυριαρχεί η φύση, εκεί όπου κάποτε γεννήθηκες,   εκεί όπου ο ήλιος χαράζει απ το ίδιο μέρος όπως και τότε, εκεί όπου ξανάρχονται οι μνήμες, ντυμένες με την ποδιά της αθωότητας εκεί κυριαρχούν όπως και τότε   οι μέλισσες, από αυτές που σε γλύκαιναν,   κάποτε έτρεχες με ένα σπάρτο  να σκοτώσεις τους κηφήνες στην λίμπα όπου έπιναν νερό, έτσι όπως και τότε μια και ξαναγύρισες τα ζωάκια αποφάσισαν  να σε συντροφεύσουν να κάνουν τις νύχτες σου πιο απαλές,  πιο γλυκές αν και χωρίς μέλι, χωρίς σκοτούρες και προβλήματα, γεμάτες αθώες παιδικές αναμνήσεις, πριν ακόμα γεννηθούν οι ανθρώπινες γνώμες, οι οποίες κοιλοπονούσαν οι νεράιδες εκεί πέρα στα ξένα…

Είναι κι αυτό μια ψυχική ξεκούραση γεμάτη ευτυχία…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης   




Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Η Ευτυχία!

                                                      Η Ευτυχία
                              Στην Φωτογραφία τα κεραμίδια του σπιτιού μου 

Ήμουν ξαπλωμένος σε αυτόν τον καναπέ,  που δεν έχει κεφαλάρι, αυτόν που γλύτωσε απ τους σεισμούς της Κεφαλονιάς, αυτόν που όταν ήμουνα μικρός ήταν  στο σαλόνι του σπιτιού για να κάθονται οι επισκέπτες.
Αυτό ο ίδιος είχε  ένα στρώμα ισχνό που δεν μπορούσαν να ξεκουραστούν τα κόκκαλά μου, αλλά αυτό μου έδινε μια δύναμη απέναντι στην φύση λες και ήμουν φακίρης .
Εκεί μ’ έπαιρνε ο ύπνος το καλοκαίρι, παρέα μου στης νύχτας την σιγαλιά με συντρόφευε  το άλεσμα του ανέμου, που έκαναν οι ανεμογεννήτριες πάνω στην κορυφή του βουνού, αλλά   που και που με συντρόφευε  και καμιά κουκουβάγια που λαλούσε την ερημιά του τοπίου. 
Από κάπου μακριά τα ξημερώματα ακουγόταν η φωνή του κόκορα που προανάγγειλε την γέννηση, όχι του Χριστού αλλά μιας καινούργιας μέρας. 
Σηκώθηκα έτριψα τα μάτια μου πλύθηκα και κοίταξα κατάματα τον ήλιο αυτόν που έσκαγε το μάτι του πίσω απ το βουνό της Ιθάκης. Όπως τότε σκέφθηκα, στην ηλικία της αθωότητας, ένα αίσθημα ευτυχίας με πλημύρισε, κατέβηκα στην αυλή και μύρισα το άσπρο τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει, ποιος ξέρει ίσως ειδικά για εμένα, μου φάνηκε πως   ξανάγινα παιδί, μια αγαλλίαση πλημύρισε την ψυχή μου. Στην σκέψη μου  αποζήτησα την θαλπωρή εκείνων που είχαν φύγει.
Είναι το όνομα του βουνού, που στους πρόποδές του είναι το σπίτι που γεννήθηκα

Σαν νύχτωσε ξαναπήγα στον καναπέ και ονειρεύτηκα το σταμάτημα του χρόνου.
Ο ψίθυρος από το άλεσμα του ανέμου, η κουκουβάγιες, και τα αλυχτίσματα σκύλων από κάπου μακριά ήταν η νυχτερινή μου παρέα, συνέχισαν να τραγουδούν στην δική τους γλώσσα την ευτυχία του τοπίου. Τελικά κατάλαβα  ότι  τα τόσο μικρά, τα τόσο απλά  πράγματα σου φέρνουν την ευτυχία,
Κάτι που αδίκως έψαχνες να βρεις στην ανθρωποθάλασσα της οικουμένης, η οποία σου κρατούσε σφαλισμένη την πόρτα, σαν να ήσουν ο αποδιοπομπαίος μην ξέροντας ότι εσύ κρατούσες το κλειδί της δικής σου ευτυχίας.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ο Σουγιάς

                                                                  Ο σουγιάς

Όταν μπήκε μέσα στο μαγαζάκι μου ο νεαρός, μου έριξε μια ματιά που πάγωσα. Τα φρύδια του πυκνά σκέπαζαν δυο μάτια που γυάλιζαν, μαλλιά μαύρα σγουρά, έμοιαζαν σαν προβιά από την απλυσιά. Τα χείλη του κόκκινο-καφετιά πρησμένα, απ τις άκρες τους κυλούσε ένα ρυάκι αφρού, λες και είχε λύσσα. Φορούσε ένα πουκάμισο πράσινο με ρίγες μαύρες, «Θεέ μου τι άσχημο χρώμα σκέφτηκα» ήταν κουμπωμένο μόνο με το κάτω κουμπί και είχε το χέρι του περασμένο μέσα απ’ το άνοιγμα σα να κρατούσε πιστόλι.
“Τα λεφτά σου, μου σφύριξε.”
Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη μου, να πιάσω το σουγιά μου. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση.
“Τι λεφτά αφού δεν έχω.”
Πριν προλάβω να συνεχίσω άρπαξε απ’ τον πάγκο ένα πανέρι γεμάτο αυγά και το έβαλε στα πόδια.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου, δεν σε ενδιαφέρουν όλα αυτά; Αλλά σου τα λέω διότι θέλω να με καταλάβεις.
Μα όχι κυρ αστυνόμε μου, δεν έχω ανακατευτεί ποτέ στην πολιτική, ούτε έχω φίλους δικαστές.
Το επάγγελμά μου ναυτικός, τώρα το πως βρέθηκα εδώ με μπακάλικο; Ε! αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έχεις ακούσει καμιά φορά για τον Οδυσσέα;
«Μα ναι, το έχω διαβάσει στα κόμικς.»
«Ε! λοιπόν, εγώ εδώ βρήκα την Καλυψώ.»
«Εννοείς τη μάγισσα;»

«Έ, όχι κυρ αστυνόμε μου, εννοώ μια γυναίκα.»
Με κοίταξε παράξενα, ήταν φανερό ότι δεν με πίστευε.

«Κυρ αστυνόμε μου, από μικρός πάντοτε κουβαλούσα μαζί μου ένα σουγιά, είναι μια συνήθεια που φέρνω μαζί μου απ’ το μέρος που γεννήθηκα. Πάντοτε είχα την λάμα του ανοιχτή και κρυμμένη κάτω απ’ το μανίκι του πουκαμίσου στον καρπό του χεριού. Ήταν ένα είδος ασφάλειας του ατόμου μου στις κακόφημες συνοικίες των λιμανιών, στις αρπαχτικές διαθέσεις των σειρήνων, απ’ τους ποδηλάτες του Κίνγκστον, ένα ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ύπαρξής μου.
Λοιπόν όπως σου έλεγα κυνήγησα τον κλέφτη, τον πρόφτασα στην στροφή του δρόμου, είχε βάλει το πανέρι με τ’ αβγά στο κεφάλι του και προχωρούσε γρήγορα, δεν έτρεχε για να μη δώσει υποψία.
Χωρίς μιλιά του κατάφερα μια μαχαιριά στον πισινό, σα μια γρατσουνιά, όχι για να τον σκοτώσω αλλά για να μου δώσει το πανέρι. Αυτή την στιγμή είδα τον εαυτόν μου μικρό παιδί να προχωρεί στα λασπωμένα καλντερίμια των λιμανιών, γυναίκες της νύχτας να με φωνάζουν από δεξιά, από αριστερά σαν αρπακτικά όρνεα κι εγώ να προχωρώ με τον σουγιά ανοικτό κρυμμένο στην τσέπη.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου ξέφυγα απ το θέμα;
Μα θέλω να σου δώσω να καταλάβεις ότι ο σουγιάς είναι για μένα ένα φυλακτό, κάτι σαν εικόνισμα, τον κουβαλάω απ’ τη μέρα που γεννήθηκα, είναι το μέρος μου, το χωριό μου, τα Μαρκάτα, η Κεφαλονιά μου, η πίστη μου, κάτι τι δικό μου που με προστατεύει, στη αρχή όταν ήμουν μικρός είχα έναν άγαρμπο σουγιά Κολοκοτρώνη, μετά ένα ποιον λεπτό το λεπενάρι, και τώρα έχω Ελβετικό με σταυρό με  πολλές λάμες.
Δεν είμαι εκ προμελέτης φονιάς που θέλετε να με παρουσιάσετε.
«Άντε τελείωνε, μετά τι έγινε;»
Τελειώνω κυρ αστυνόμε μου, τελειώνω.
Ο κλέφτης έβγαλε μια φωνή ωχ! Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε έκπληκτος, είναι δικά μου είπα ξανασήκωσα το σουγιά, άφησε το πανέρι κάτω κι άρχισε να τρέχει, γέμισα τα χέρια μου σπασμένα αυγά, τα πήρα έτρεξα προς το μαγαζί.
«Φτάνει μέχρι εδώ, με ζάλισες, δεν μου λες από ποιο μέρος είσαι;»
Μα από την Πύλαρο, κυρ αστυνόμε μου, από την Πύλαρο Κεφαλονιάς.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης