Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν' ανατέλει



Για άλλη μια φορά διάβηκα το κατώφλι του νέου χρόνου, έτσι θεωρώ καθήκον μου να αφιερώσω το παρόν, στο μέρος που γεννήθηκα, στο μέρος που πρωτάνοιξα τα μάτια μου, τιμής ένεκεν.

Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν’ ανατέλλει.

Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του γείτονα, αυτός είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω απ’ τη οροσειρά του καλόν-όρου, ακριβώς απέναντι απ’ τα Μαρκάτα, απ’ το παράθυρό μου, το παράθυρο του πατρογονικού μου σπιτιού, εκεί όπου πρώτο-ανάπνευσα, είναι αυτός που με θάμπωνε κι έκλεινα τα μάτια μου, όταν ευτυχισμένο μωρό θήλαζα της μάνας μου το γάλα, είναι αυτός, που με θώπευε με τις ακτίνες του στα κρύα του χειμώνα, είναι αυτός που μεγαλώσαμε μαζί. Είναι αυτός που χρύσωνε τις θημωνιές, είναι αυτός όπου ωρίμαζε τα στάχυα. Είναι αυτός που κλαίγαμε μαζί όταν κρυβόταν πίσω απ’ τα σύννεφα, είναι αυτός όπου με το φως του έμαθα γράμματα, είναι αυτός όπου μου δώρισε κι εξακολουθεί να μου δωρίζει την σκιά μου, την ποιο πιστή σύντροφο της ζωής μου, είναι αυτός που με περιμένει να με ξαναδεί κάθε καλοκαίρι. Να χαρώ τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάμπο, τις πέτρες, να μαζέψω λουλούδια, να τρέξω, να ιδρώσω, και τελευταία να με πάρει στην αγκαλιά του, τρέχοντας προς τη δύση, να μετρώ όπως τότε την απόσταση από την απέναντι βουνοκορφή πρώτα με την οργιά, μετά με τη σπιθαμή, μέχρι να δύσει, να χαθεί, να κοιμηθούμε μαζί στης νύχτας την αγκαλιά. Είναι τόσο δα λίγο αυτό που ζητώ, μια απλή σύνδεση με τα περασμένα, ένας άκοφτος ομφάλιος λώρος, ο ήλιος της Πυλάρου, ένα αιώνιο φωτισμένο μονοπάτι ελπίδας, όπου κάποτε μωρό μπέρδευα τα όνειρά με την φαντασία πλέοντας με βάρκα, στο λευκό ποτάμι του γαλαξία της νύχτας.

Τα πρώτα βήματα…

Το πάτωμα του σχολείου ήταν φτιαγμένο από κυπαρισσένιες σανίδες με ρόζους, έμοιαζαν με παπαρούνες απλωμένες σε βρώμικο κάμπο από τα παιδικά πατήματα, που όμως άνθιζαν λουλούδια. Η έδρα του δασκάλου ήτανε στην αίθουσα που είχε παράθυρο προς τον Μαΐστρο, εκεί πάνω σ’ ένα βάθρο ένα παλιό τραπέζι επάνω το μελανοδοχείο με μελάνι φτιαγμένο από φύλλα παπαρούνας με τη βοήθεια του ήλιου, η πένα και το πενάκι για αλλαγή. Πιο εκεί κάτι σα μισοφέγγαρο, το στυπόχαρτο. Η πλάκα με το κοντύλι σε μια σάκα πάνινη κρεμόταν στην πλάτη μου.

Οι πρώτες εικόνες…

Απ το ύψωμα του χωριού βλέπαμε τους ανεμόμυλους να γυρίζουν χαρούμενοι τα πάνινα φτερά τους πάντοτε ενάντια στην κατεύθυνση του αέρα. Οι χωριανοί θέριζαν τα χρυσά στάχυα, τα έδεναν σε θημωνιές, τ’ αλώνιζαν με άλογα στο πέτρινο αλώνι και με δικράνια έβγαζαν τ’ άχερα στη πνοή του δροσερού Μαΐστρου, έτσι μετέφεραν το σιτάρι στους ανεμόμυλους για να γίνει αλεύρι.
Θυμήθηκα και το τραγουδάκι που λέγαμε.
«Κάτω στην άκρη του χωριού που ο μύλος μας γοργά γυρνά, εκεί είναι και το φτωχικό το σπίτι μου το πατρικό. Εκεί πρωτάνοιξα το φως τα μάτια μου και τη χαρά και είμαι σαν ένας αδελφός με τ’ άλλα του χωριού παιδιά»…

Το τέλος,

Μετά ήρθε ο πόλεμος, η φυγή, ο ξεριζωμός, το χάος, το τέλος της παιδικής ηλικίας.


Το ζητούμενο,

Σήμερα δεν ζητώ τίποτα απ’ τη ζωή, μόνο λίγη νοσταλγική παιδική αθωότητα με τον ίδιο ήλιο, αυτή που μου έκλεψαν, αυτή που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


New York

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Πρωτοχρονιά στο πέλαγος,


Πρωτοχρονιά στο πέλαγος,
Και του χρόνου στα σπίτια μας…
Ήταν ένα βαπόρι τύπου Λίμπερτι αμερικανικής κατασκευής, είχαν αλλάξει σημαία από αμερικανική σε Λιβερίας και το πλήρωμα που είχε μπαρκάρει πριν από εμένα ήταν όλοι έλληνες φερμένοι από την Ελλάδα. Εγώ έπιασα το βαπόρι στη Νέα Υόρκη. Το όνομα του S/S “Elizabeth H” Το είχαν μετατρέψει σε δεξαμενόπλοιο. Φορτώσαμε στάρι από τη Νέα Ορλεάνη, για βόρειο Γαλλία, Χάβρη κι από εκεί, αφού έπλυναν τις δεξαμενές φορτώσαμε μελάσες ένα υγρό βαρύ, με μια απαίσια μυρωδιά πάλι για Νέα Ορλεάνη.
Οι περισσότεροι ναυτικοί, ήταν από το Περαχώρι Ιθάκης, πολλοί από Αστυπάλαια, από Σύρο, από Ύδρα, Κίμωλο, Χαλκίδα, δυο αδέλφια από την Νότια Πελοπόννησο, κι εγώ ο μοναδικός Κεφαλλονίτης.
Μια πλωτή κιβωτός όπου ο κάθε ένας μας ήταν κλεισμένος στον εαυτόν του, στα αγαπημένα του πρόσωπα, σε αυτά που περίμεναν τον αιώνιο οβολό για να συνεχίζουν να υπάρχουν. Παραμονή πρωτοχρονιάς μαζεμένοι στο καπνιστήριο όσοι δεν είχαν βάρδια ξαναζωντάνευαν τα έθιμα με το παιχνίδι 31 που είχε φουντώσει για καλά, η ώρα περνούσε, ο καμαρότος έφερε ξηρούς καρπούς, σταφίδα και πιοτό, όλοι μασουλάγαμε κάτι, ο μάγειρας είχε φτιάξει κουραμπιέδες, μελομακάρουνα.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς κατέβηκε ο πλοίαρχος από τη γέφυρα, ο καπετάν Κουκιάς από τη Σύρο, μας χαιρέτισε κάθε έναν προσωπικά με μια ευχή. Χρόνια πολλά και του χρόνου στα σπίτια μας παιδιά. Ο αέρας του Ατλαντικού βούιζε σα δαιμονισμένος, τα κύματα έσπαγαν τα μούτρα τους στην κουβέρτα, κι εμείς εκεί σκαμπανεβάζαμε με το σκαφίδι μας πέφτοντας στις υδάτινες χαράδρες. Ελάτε όλοι να κόψουμε και τη βασιλόπιτα, είπε ο καπετάνιος, πράγματι κόπηκε η πίτα, μου έτυχε το φλουρί, το αντίτιμο μια χρυσή λίρα Αγγλίας, μου έδωσαν $10.
Και του χρόνου στα σπίτια μας, ήταν η ευχή του καπετάνιου και όλων μας. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Πολλά, πάρα πολλά, μέχρι που χάθηκαν τα χρόνια, χάθηκαν τα σπίτια μας. Ποιος να φταίει; η θάλασσα η ξελογιάστρα; ο ωκεανός; οι καταστάσεις; ο χρόνος; η φτώχια; Από το πλήρωμα ένα παιδάκι αμούστακο από την Ιθάκη δεν πρόλαβε να γυρίσει, πνίγηκε στον Ειρηνικό ωκεανό, στο Ελ Σαλβαδόρ όταν μετά το φαγητό βούτηξε για μπάνιο κι έμεινε.
Όλοι οι υπόλοιποι χαθήκαμε στην αγκαλιά του χρόνου, ποιος ξαναβρήκε το σπίτι του, δεν μπορώ να ξέρω, σε αυτό το πλοίο υπηρέτησα ένα χρόνο, μετά έφυγα στο Baton Rouge Louisiana κι από εκεί ως ναυτικός για Νέα Υόρκη, στη μνήμη μου όμως έμεινε η ευχή του γυρισμού να παραδέρνει μόνη της και μετά να χάνεται να βουλιάζει στον ατλαντικό. Απέμεινε στη μνήμη μου, η σκιά του μάγειρα που νιόπαντρος είχε αναγκασθεί να μπαρκάρει, σε τέτοιες χρονιάρες μέρες μόνος του, σκυθρωπός, αποτραβηγμένος από τους υπόλοιπους ούτε μίλαγε, ούτε άκουγε, ούτε έπαιζε. Απέμεινε η ανάμνηση της συντροφικής θαλπωρής στη μέση του ωκεανού, με γυρισμένα τα βλέμματα μας πίσω στην πατρίδα με δακρυσμένα μάτια, ευχόμενοι να πραγματοποιηθεί η ευχή, είμαστε αιχμάλωτοι του ωκεανού, προς στιγμή δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο. Και του χρόνου στα σπίτια μας αδέλφια. Ένα κύμα πιο χοντρό από τ’ άλλα ταρακούνησε το βαπόρι, ακούστηκε να τρίζει, σηκωθήκαμε όρθιοι ανοίξαμε τα πόδια μας για ισορροπία, απ’ την βαλβίδα του καλοριφέρ μας, ξέφευγε μια αραχνοΰφαντη ασημένια κλωστή ατμού και τσίριζε για να μας υπενθυμίσει ότι να, η καρδιά (του βαποριού) εξακολουθεί να χτυπά. Έτρεξα στο πλωριό αριστερό δωμάτιο του κομοδέσιου και ξάπλωσα, έβαλα αντιστύλι τα πόδια μου στον σκελετό του κρεβατιού για να μην με πετάξει κάτω, άναψα το φωτάκι, πήρα την Ανάσταση του Τολστόι διάβασα μερικές σελίδες μέχρι να με πάρει ο ύπνος, ονειρεύτηκα σαν να ήμουν ένας πιγκουίνος που λικνίζεται στα κύματα, κάτοικος του υγρού στοιχείου, κάτοικος της θάλασσας…
Και του χρόνου στα σπίτια μας, έμεινε η βοή της ευχής του πλοιάρχου στα αυτιά μου, μια ευχή όπου έμεινε αιωρούμενη, που χάθηκε στου ατλαντικού την απεραντοσύνη, μέχρι που και τα σπίτια μας χάθηκαν κι αυτά…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Η φωτογραφία στο s/s “Elizabeth H” όλοι οι συνάδελφοι φίλοι στο πέλαγος διασχίζοντας τη νοητή γραμμή του τροπικού του καρκίνου, ταξιδεύοντας για Κούβα.
Είμαι- στη μέση της σωσίβιου κουλούρας…

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη:


Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη:


Όταν θεωρείτο (ακόμα θεωρείται) έγκλημα η αναζήτηση εργασίας χωρίς άδεια.


Ήταν Νοέμβρης στη Νέα Υόρκη, ο μήνας όπου άρχιζαν οι χειμωνιάτικες εορτές, το φαγητό στα κρατητήρια στο νησί του Έλλις το οποίο βρίσκετε στο στόμιο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, είχε τα κακά του χάλια. Την ημέρα των ευχαριστιών μας σερβίρισαν, μια ψωμισμένη γέμιση γαλοπούλας με ένα κομμάτι κρέας της, πατάτα πουρέ, και ένα κόκκινο ζελέ ‘cranberry’ με μια γλυκόξινη γεύση. Έμοιαζε σα να έτρεμε. Πρώτη μου φορά το δοκίμασα, μου άρεσε. Ήρθαν διάφοροι κήρυκες ευαγγελιστές που μας παρότρυναν να διαβάζουμε την αγία γραφή, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτούς τους κήρυκες της εκκλησίας της χριστιανικής επιστήμης, -Christian science- ερχόταν τακτικά μας έφερνα βιβλία, πολλά και μας δίδασκαν την πίστη και τον βίο της ιδρύτριας της, Mary Baker Eddy
Την δεύτερη φορά που έφαγα γαλοπούλα κάτι τι παρόμοιο ήταν στην καφετέρια των 57 δρόμων στο Μανχάταν, ήμουνα μόνος, ξέμπαρκος μετά από πολλά χρόνια μην έχοντας που να περάσω την ημέρα των ευχαριστιών, να σκοτώσω την ώρα μου, έκανα οπτική παρέα μόνο παρατηρώντας τους υπόλοιπους μονάχους συνήθως ηλικιωμένους καθώς τρεμούλιαζαν τα μαχαιροπήρουνα στα χέρια τους..
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο νησί Έλλις. Παραμονές Χριστουγέννων ήρθε ένας έλληνας παπάς, ρώτησε για έλληνες κρατούμενος, κάποιος φώναξε ήρθε να μας μεταλάβει πριν την εκτέλεση. Μαζί του κουβαλούσε και δυο-τρεις κυρίες της φιλόπτωχου.
Μας έφεραν τα παραδοσιακά γλυκά και μας σύστησαν υπομονή παιδιά υπομονή. Πέρασαν και τα Χριστούγεννα, έτσι κρύα, ωμά, μαύρα, χωρίς ελπίδα, χωρίς ελευθερία, χωρίς να αισθανθεί κανένας μας για την επέτειο της γέννησης του θεανθρώπου. Ο έλληνας προξενικός λιμενάρχης της Νέας Υόρκης, μαζί με αντιπρόσωπο της Π. Ν. Ο. (Πανελλήνιος Ναυτική Ομοσπονδία) μας επισκεπτόταν και μας μετρούσαν, μετά η ελληνική αρχή αντιπροσωπευόμενη από τον λιμενάρχη, αντί να μας ρωτήσει αν χρειαζόμαστε βοήθεια, φώναζε κατά μέρος έναν σπιούνο και τον ρωτούσε να μάθει τα πολιτικά μας φρονήματα.
Ήρθε και η πρωτοχρονιά, αποβραδίς ξάπλωσα αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ, όταν έσβησαν τα φώτα σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα δίπλα από το σίδερο-καγκελόφραχτο παράθυρο. Στην κάτω δεξιά γωνία είχε μια μικρή καθαρή επιφάνεια, κόλλησα το μάτι μου, καθώς έβλεπα απέναντι τους φωτισμένους ουρανοξύστες του Μανχάταν, άρχισα να ονειρεύομαι. Δίπλα μου με παράστεκε το φως της δάδας του αγάλματος της ελευθερίας, όλα αυτά μου έφεραν μια πικρία, αισθάνθηκα τη διαφορά της κοινωνίας, σα να ήμουν ο αποδιοπομπαίος φταίχτης μιας επιφανειακής κοινωνίας όπου έβλεπε στο πρόσωπό μου τον συνωμότη τον επικίνδυνο λαθραίο. Πίσω στην Ελλάδα, αυτοί που απέμειναν περίμεναν την βοήθεια μου, η φτώχεια, τα ερείπια του εμφυλίου σε όλο τους το μεγαλείο, η ελπίδα τους πάνω μου. Παντού έβρισκα κλειστές πόρτες.
Μπροστά μας στα νερά του λιμανιού ήταν φουνταρισμένη η σημαδούρα ναυσιπλοΐας έστελνε έως το παράθυρό μου τα βογκητά της καθώς την ανεβοκατέβαζε το κυματάκι κι αναβόσβηνε ρυθμικά ένα της μικρό φωτάκι. Τα μεσάνυχτα ακούστηκαν οι σφυριξές των βαποριών αυτών που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Νέας Υόρκης καλωσορίζοντας τον καινούργιο χρόνο, όπως ήταν το ναυτικό έθιμο.
Ένα παράπονο με έπιασε, ένα τεράστιο γιατί, ένα μίσος για τους ανθρώπους, για την κοινωνία, προσπαθούσα να καταλάβω πως έφθασα έως εδώ, ζαρωμένος στη γωνιά όπως ήμουν θυμήθηκα την επιγραφή στην εκκλησία του χωριού μου.
-Αγαπάτε αλλήλους- δακρυσμένος, έκατσα κατάχαμα κι αποκοιμήθηκα. Ξάφνου άκουσα κλειδιά αλυσίδες τρομαγμένος ξύπνησα, έτρεξα στο κρεβάτι, χώθηκα κάτω απ’ το σκέπασμα με ένα συναίσθημα ανημποριάς.
Ήταν ο φύλακας που με ένα ρόπαλο στο χέρι χτυπούσε το σκελετό του κρεβατιού φωνάζοντας, 5 η ώρα σηκωθείτε, ώρα να κλεισθείτε σε μια κοινή αίθουσα, κάθε ένας που έβγαινε από τα κελιά ακουγόταν κι ένα κλικ, ένας φύλακας στην αρχή της σκάλας πατούσε ένα κουμπί και μετρούσε κεφάλια, κεφάλια που δεν είχαν νόμιμα χαρτιά, ή που είχαν χάσει το βαπόρι τους, ανθρώπινα κεφάλια που τόλμησαν να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον, μια δουλειά ένα μεροκάματο, στην τότε χώρα της δημοκρατικής αφθονίας.

Η φωτογραφία είναι παρμένη από την πλώρη ενός ποντοπόρου πλοίου, όπου ήμουν πλήρωμα, φαίνετε ως να έχει σφηνωθεί μέσα στους Αμερικανικούς ουρανοξύστες. Πάντως δε πατούσα σε αμερικανικό έδαφος

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Φύγαμε και όμως Ελλάδα σ' αγαπάμε!

Φύγαμε και όμως Ελλάδα σ’ αγαπάμε!

Οι Έλληνες μαγκουροφόροι συνέλαβαν τον πατέρα του Μάκη, λέγανε ότι θα τον εκτελούσαν. Η χωροφυλακή δεν επέβαινε, σιωπηλά επικροτούσε τις ενέργειες των παραστρατιωτικών δεξιών αποσπασμάτων. Έτρεξαν χωριανοί, φίλοι, η μάνα του Μάκη, τα παιδιά του ξυπόλυτα έκλαιγαν, παρακαλούσαν, αφού τον ξυλοφόρτωσαν σχεδόν ετοιμοθάνατο τον έφεραν στο σπίτι. Στα μάτια τους ήταν ένοχος, γιατί είχε πιο πλατιές ιδέες για την κοινωνία, ήξερε να διαβάζει. Εποχή του εμφυλίου στην Πύλαρο .
Ο Μάκης ανήλικος φοβισμένος κλείσθηκε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο από την χαραμάδα του παραθύρου παρακολουθούσε, έκλαιγε κρυφά, η μάνα του, αν και άρρωστη του έδινε θάρρος. Τα μικρότερα αδέλφια του σφιγγόταν πάνω της, η θεια του αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που ο πατέρας του είχε μάθει γράμματα, ήταν απόφοιτος σχολαρχείου, είχε μάθει να διαβάζει. Η θεια βλαστημούσε τα βιβλία.
-Του τόλεγα εγώ, μην διαβάζεις μην παίρνεις εφημερίδα, δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Αλλά ποτέ του δεν με άκουγε, έλεγε κλαίγοντας.


Ο νόμος του δυνατότερου:

Οι δήμιοι μαγκουροφόροι είχαν αφήσει διαταγή αν δεν πεθάνει
μέχρι την επόμενη μέρα πρέπει να φύγει απ’ το νησί.
Οι μαγκουροφόροι ήταν έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι,
έβγαλαν φιρμάνι, αφού διαβάζει δεν είναι ένας από εμάς πρέπει να εξοριστεί.

Η εξορία,

Βρέθηκε ένα καΐκι, για την Πελοπόννησο ο σωτήρας τους,
βρέθηκε ένα άλογο να σέρνει καρότσα, βρέθηκε ένα αχυρένιο στρώμα,
μια βουβή συνοδεία, προς το λιμάνι, η μάνα του και ο Μάκης.
Το καΐκι της εξορίας, το κατάστρωμα για ξάπλα,
τα άρμπουρα χάθηκαν στον κυκλικό ορίζοντα μαζί μ’ ένα παντοτινό αντίο,
πήρε τον πατέρα μακριά, για τους άλλους ένα αμφίβολο αύριο.

Η καινούργια τους ζωή:

Με το πέσιμο του ήλιου γυρίσανε σπίτι, ερημιά,
οι δήμιοι έκοβαν βόλτες απ’ έξω.
Οι κουκουβάγιες φωλιασμένες στα κυπαρίσσια λαλούσαν πένθιμα,
τ’ αστέρια λάμπανε στο νυχτερινό ουρανό,
ο γαλαξίας μας, ξεχώριζε στον ουρανό σαν ποτάμι λευκού γάλακτος
που ρέει από τα στήθη της θεάς Ήρας.
Μάταια ο Μάκης προσευχήθηκε, για μερικές σταγόνες γάλα, για αυτόν είχε στερέψει.
Η ανέχεια άνοιξε τα φτερά της για ακόμη μια φορά. Τούτη τη φορά το μαχαίρι χώθηκε πιο βαθιά βρήκε κόκαλο, άνοιξε πληγές πόνεσε πιο πολύ γιατί ήταν από αδέλφια έλληνες…
Ανήμπορος για να ζήσει παιδάκι, ο Μάκης έφυγε, ήταν η μόνη ελπίδα αυτών που έμειναν.
Τα χρόνια πέρασαν αλωνίζοντας στην ξενιτιά, ο χρόνος έφθειρε τη σάρκα, τα πιο αγαπημένα πρόσωπα έφυγαν για το μακρινό ταξίδι με βάρκα στον Αχέροντα. Τι απέμεινε; Τα σπίτια ερείπια, δένδρα, βουνά, πέτρες, και η Ελλάδα. Ο Μάκης ασπρομάλλης ξαναγύρισε θυμούμενος τα περασμένα, βρήκε μια άλλη Ελλάδα, φιλούσε ότι είχε απομείνει, ακόμα και τα δένδρα, τις πέτρες, τα δάκρυά του πότιζαν το χώμα και ένα αιώνιο παράπονο του έκαιγε τα χείλη. Γιατί;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

H θυσία του κόκορα:

Η θυσία του κόκορα:


Συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς Άντεν Υεμένης, εκεί πλευρίσαμε για καύσιμα μαζούτ και τρόφιμα, ήρθε καινούργιο πλήρωμα μηχανής από Ελλάδα, εργάτες ντόπιοι μπήκαν στο αμπάρι μετατόπισαν το χωματένιο φορτίο, και έφραξαν προσωρινώς τις τρύπες από τα καρφιά που είχαν φύγει, αυτό δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν έβαλαν τσιμέντο, ή με κάποια άλλη πατέντα. Μετά ήρθε διαταγή να φύγουν όλα τα ζώα από το βαπόρι, αυτά που είχαν πάρει από την Ινδία, μια ξανθιά μαϊμού κι ένας σταχτής πίθηκος, ξεμπάρκαραν στο Άντεν. Με την ξανθιά μαϊμού δεν είμαστε ποτέ φίλοι, δεν με χώνευε κι όποτε με έβλεπε έτριζε τα δόντια της, αν και ο αφεντικός της (ο υποπλοίαρχος) την είχε δεμένη με ένα κολάρο στο λαιμό κι αλυσίδα στη σκάλα που πήγαινε προς τη γέφυρα. Πολλές φορές την έφερνε για παρέα στο σαλόνι όπου έτρωγαν οι αξιωματικοί, ε! Από εκεί νομίζω άρχισε η εχθρότητά μας, δεν της έδινα σημασία. Ο κόκορας έμεινε στο βαπόρι μαζί με έναν μαύρο γάτο. Φύγαμε από το Άντεν περάσαμε την ερυθρά θάλασσα, το κανάλι του Σουέζ, στο Port Said ήρθε καινούργιο πλήρωμα, ένας καπετάνιος Κεφαλλονίτης κάπως άγριος, ο οποίος έβαλε στο μάτι τον κόκορα.
Κάποτε φτάσαμε στο Ρότερνταμ Ολλανδίας, αφού ξεφορτώσαμε, πήγαμε για δεξαμενή κι επισκευές στο Schiedam, ερχόμενος ο εφοπλιστής μια μέρα μέσα βλέπει τον μαύρο γάτο, ρε μου λέει τίνος είναι ο γάτος; Να το πετάξεις έξω είναι γρουσουζιά. Τον πήρα λοιπόν το βραδάκι τον έβαλα σε ένα τσουβάλι και τον πήγα μερικά τετράγωνα πιο κάτω, τον άφησα ελεύθερο. Την άλλη μέρα πάλι μέσα ο γάτος, κάποιος μου είπε θα τον πας με το τραμ κλεισμένο σε ένα τσουβάλι και θα το ανοίξεις στην πόλη του Ρότερνταμ. Έτσι κι έγινε κατέβηκα από το τραμ με το τσουβάλι, σε μια τεράστια πλατεία το μόνο που θυμάμαι μπλε φώτα με τη λέξη CENTRAL εκεί πιο πέρα είχε ένα άγαλμα παρίστανε έναν άνδρα διαμαρτυρόμενο εναντίον των ναζιστών με τα χέρια ψηλά και το κορμί του κομματιασμένο. Εκεί άνοιξα το τσουβάλι, ο γάτος τόβαλε στα πόδια και χάθηκε.
Μετά πήγαμε στην Bremen Γερμανία για να βάλουν την τουρμπίνα, ανάμεσα στα δυο αυτά κράτη καθίσαμε 4 μήνες. Αφότου τελείωσαν οι επισκευές βάλαμε ρώτα για Κούβα.
Στη μέση του Ατλαντικού μου λέει ο μάγειρας ξέρεις έχω φτιάξει του καπετάνιου ένα ειδικό φαγητό, οπότε θα πρέπει να του το πας στο σαλόνι θα φάει λιγάκι αργά σήμερα. Μάλιστα, εγώ ο ίδιος του πήγα τον κόκορα χωρίς να έχω πάρει χαμπάρι, για να ακούσω του καπετάνιου τα σχόλια, α! πα, πα! Το παλιόπουλο είναι σκληρό δεν τρώγεται.
Στο βαπόρι μέσα υπήρχε ανάμεσα στους ναύτες κι ένας κουβανός ο José Dueñas σε αυτόν αποτάθηκε ο καπετάνιος να σφάξει τον κόκορα, και να τον πάει στον μάγειρα…

Οι Ναυτικές ιστορίες του καιρού εκείνου δεν τελειώνουν ποτέ! Εδώ όμως τελείωσε, αυτή η μικρή ιστοριούλα.



Γαβριήλ Παναγιωσούλης