Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Διαβάτης

                                                            Διαβάτης


Διαβάτες  περνούν, σκαλίζουν το διαδίκτυο με τα δάχτυλά τους, ρίχνουν μια αδιάφορη ματιά πάνω σου, δηλαδή όχι σε σένα αλλά στα έργα σου,  αλλάζουν σελίδα, πάνε πάρα πέρα ξαναγυρίζουν, αφήνουν ή δεν αφήνουν σχόλιο

Έτσι περνούν οι μέρες,  τα χρόνια, και στα μαλλιά μας πέφτουνε χιόνια, να μπήκαμε και στο 2018, έξω  παγωνιά, λευκά χιόνια στους δρόμους που όμως δεν διαιωνίζουν την παρθένα τους λευκή  παρουσία,  αφού θα λιώσουν σε  μια λασπερή λερή μάζα  όπου θα σου φέρει σκέψεις στον νου κι αυτή  η σκέψη θα τριγυρίζει μέσα στο είναι σου, λες και είναι μυλόπετρα,  μια ερώτηση θα σου γαργαλάει το στόμα, αυτή που διστάζει να βγει από τα ανθρώπινα χείλη,   γιατί να χάνεται ότι ξεκίνησε έτσι ωραίο, λευκό, αγνό παρθένο; 
Ο σκύλος γέρασε, ψόφησε, το καναρίνι δεν κελαηδάει, το έφαγε η γάτα, ο κόσμος άλλαξε, ανέβηκαν οι φόροι, τα διόδια, άλλαξαν οι καιροί, κι εσύ ώ!  δυστυχία σου είσαι ο ίδιος, έτσι όπως ήσουν:
 Έ!   Δηλαδή όχι και ο ίδιος να κάτι κόλλησες από δω κι από κει, ακόμα και το εγώ σου  έγινε εμείς, όμως όλα  αυτά τα από δω κι από κει  τάφαγες στης νιότης τα καλντερίμια.
Μέσα σου όμως έμεινες  ένας ονειροπόλος αναβάτης που ψάχνει ανεβασμένος στον  Πήγασο του, κοιτά κάτω στην γη, στα μπουλούκια των ανθρώπων,  μήπως  ακούσει τίποτε ανθρώπινους ψιθύρους, γλυκές φωνές, μπουμπούκια  μυγδαλιάς να ανθίζουν,  να τον φωνάξουν να πάρει μέρος σε μια ανθρώπινη θαλπωρή, σε μια θωπεία αγάπης, σ’ ένα ουράνιο στερέωμα χωρίς σύνορα,
Αλήθεια πόσο μας λείπει η τρυφερότητα, η κατανόηση, ίσως να φταίει ο χρόνος που σκέβρωσε και ασχήμυνε  τα παραθυρόφυλλα, αυτά που ανοίγουν της καρδιάς τα φυλλοκάρδια,    μα ίσως να φταίει και αυτή  η  καρδιά, που αρνείται να γεράσει.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Το Πεπρωμένο!!!

Εύχομαι στους φίλους-ες, αναγνώστες-στριες, Χρόνια πολλά κι ένα ευτυχισμένο καινούργιο χρόνο 2018  
Το Πεπρωμένο…

Ήταν ένας καρδιακός μου φίλος  Θεσσαλονικιός, σαν  αξιωματικοί του βαποριού μας είχαν  καλέσει σε ρεβεγιόν  στο Lion club, πολύ savoir vivre δεν μας άρεσε με την αλλαγή του χρόνου φύγαμε για το βαπόρι,  μετά τα μεσάνυχτα   βγήκαμε πάλι στο λιμάνι, μπήκαμε  σε  κέντρο, ο κόσμος γλεντούσε χόρευε,  δυο ξένοι εμείς φαινόμαστε σαν τη μύγα μες το γάλα, πιάσαμε φιλίες  αυτός έφυγε με το βαπόρι, εγώ άφησα την καρδιά μου και ξαναγύρισα, ήταν πρωτοχρονιά…
Και όμως υπάρχει πεπρωμένο…       
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Η Αγία νύχτα, La noche Buena

                                Το σήμερα,

Αυτό που διαφέρει τους μετανάστες σε μια ξένη χώρα από τους γηγενείς είναι ότι, εμείς ως μετανάστες προσπαθούμε  ώστε οι δικές μας συνήθειες, γλώσσα και πιστεύω να συνεχίσουν να υπάρχουν στην καινούργια μας πατρίδα έτσι όπως τα διδαχθήκαμε στην χώρα που γεννηθήκαμε,  η οικογένεια είναι ο συνδετικός κρίκος.
Στην φωτογραφία,  La noche buena, η Αγία νύχτα  οικογενειακή Χριστουγεννιάτικη συγκέντρωση στο σπίτι. 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Χριστούγεννα ανά την υφήλιο

                          Χριστούγεννα ανά την υφήλιο


Χριστουγεννιάτικες μνήμες στο χωριό δεκαετία 1940
Η μπότα του κατακτητή ακουγόταν στον δρόμο, βαριά σκληρή.
Χριστός γεννάτε σήμερον  αδέλφια μου, μόνο μια μπουκιά ψωμί 
Η ελπίδα του λαού, ξέσπαγε σ’ ένα παραλήρημα θρησκευτικής  έξαρσης, γονυπετούσαν κι έκαναν μετάνοιες. Απ’ έξω απ’ την εκκλησία κόχλαζαν τα πάθη, οι σκοτωμοί,  η πείνα, η δυστυχία, η  κοινωνία μας  μικρή , ο κόσμος μας, τόσο κλειστός όσο χώραγε το μάτι σου.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα!
                                  *
Χριστουγεννιάτικες μνήμες  Αθήνα 1949
Ένα υπόγειο παγωμένο, στην Καλλιθέα, η ιδέα ήταν της θειας μου  θα τρώγαμε κρέας, μια κονσέρβα  Αργεντινής   Corned beef, ανάψαμε την γκαζιέρα Πίτσος,  η λαδιά του τηγανιού γέμισε τα πλεμόνια μας.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα.
                                  *

Χριστουγεννιάτικες μνήμες,  Νέα Υόρκη 1951
Ήρθε η φιλόπτωχος, κάποιας ενορίας της Νέας Υόρκης, μερικές συμπαθητικές κυρίες, μαζί τους κι ένας ιερέας,  μας μοίρασαν δωράκια γλυκά απ’ την πατρίδα, μας πούλησαν ελπίδα  ξημέρωνε Χριστούγεννα.
Με ξύπνησε θόρυβος από κλειδιά αυτά που κουδούνιζαν  στα χέρια του δεσμοφύλακα, κρύφτηκα κάτω απ τα σκεπάσματα, δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, ένας λαθραίος χωρίς φωνή.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα,
                                  *  
Χριστουγεννιάτικες μνήμες,  αναχωρώντας την παραμονή των Χριστουγέννων 1956  απ’ το λιμάνι της Νέας Ορλεάνης για Μπαγκλαντές φορτωμένοι ρύζι απ’ τον γύρω του ακρωτηρίου της καλής Ελπίδας Νότια Αφρική, ένα ταξίδι 120 ημερών κι όμως ξημέρωναν Χριστούγεννα, κανείς μας δεν είχε διάθεση για ευχές ένεκα της επικινδυνότητας του ταξιδιού….  Απελπισμένοι πήγαμε για ύπνο αφήνοντας την τύχη μας στα χέρια του Θεού, ενός Θεού που μας έσωσε.
                                  *
Χριστουγεννιάτικες μνήμες, στο λιμάνι 1961 Σαν σκοτείνιασε ξεχυθήκαμε στους δρόμους, δεν ζητάγαμε τίποτε παρά ένα καλό λόγο μια  αγάπη, μια ανθρώπινη ζεστασιά, ένα χαμόγελο κάτι να θυμηθούμε κι εμείς ότι  ήταν Χριστούγεννα, ο λαός γλεντούσε στους δρόμους, παραμονή Χριστουγέννων, μουσική και χορός  παντού, ναυτικοί εμείς ψάχναμε για κάτι διαφορετικό μακριά από του λιμανιού τα καταγώγια.  Ανακατευθήκαμε με τους ντόπιους, ψάχναμε, μερικοί βρήκαν το  χαμόγελο, χορέψαμε, γλεντήσαμε μέχρι το πρωί. Ήταν η Αγία νύχτα,
Noche Buena.
Και όμως ήταν Χριστούγεννα


Οι λιτανείες (posadas) διαδεχόταν η μια την άλλη, όλες κουβαλούσαν το ομοίωμα του Ιησού (Él Niño) και  προσπαθούσαν να βρουν φιλοξενία να το κρύψουν σε σπίτια νοικοκυραίων, σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα. Περνούσαν απ’ έξω απ’ το σπίτι μου. Οι  γυναίκες έψαλλαν… εγώ παρακολουθούσα,  έκλεισα τα μάτια μου και είδα την φάτνη αυτή που έφτιαχνε η μάνα μου.
Ερχόταν Χριστούγεννα.

                          *
Χριστουγεννιάτικες μνήμες  2011
Σε  ένα λιμανάκι της Γουατεμάλας  στο Livingston στην καραϊβική,  περάσαμε την παραμονή Χριστουγέννων σε κέντρο ακούγοντας προς τιμή μας  τραγούδια της γλώσσας   garífuna, γρατζουνώντας την κιθάρα τους, οι κάτοικοι   είναι μίγμα απογόνων, West African, Carib, and Arawak.
Απολαύαμε την ημέρα των Χριστουγέννων περιστοιχισμένος από παιδιά και εγγόνια μας  κάνοντας  μπάνιο σε πλαζ της περιοχής.
Κι όμως ήταν Χριστούγεννα, Χριστούγεννα αναμνήσεων, Χριστούγεννα διαφορετικά, Χριστούγεννα ευτυχισμένα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης    
    








Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Merry Christmas

Χθες 14- Δεκ. 2017 συναντηθήκαμε  φίλοι να εορτάσουμε την επίσκεψη του χειμώνα και να προετοιμαστούμε για τις Χριστουγεννιάτικες εορτές από όπου και οι φωτογραφίες
   
  
 Καλά  Χριστούγεννα 2017
       Feliz Navidad, Merry Christmas                                          
 Στη ζωή μου πέρασα πολλές  χριστουγεννιάτικες νύχτες, άλλες σε πεζοδρόμια, άλλες στο πέλαγος έγκλειστος σε πλεούμενο σκαφίδι, άλλες σε κρατητήρια, άλλες σε πρωτόγονα μέρη με συντροφιά την αγάπη, άλλες σε μεγαλουπόλεις, με συντροφιά τη μοναξιά.
Σε όλα αυτά τα μέρη έχω αφήσει χαραγμένα μονοπάτια…   Σε αυτά τα μονοπάτια νοσταλγικά τολμώ να ξανα-περπατήσω, μάρτυρές μου οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες,
Σήμερα   ξέρω ότι όλα έχουν αλλάξει, αλλά δεν ψάχνω να βρω την πηγή του αθάνατου νερού της Shangri-La  αλλά την  Χριστουγεννιάτικη νύχτα  αυτή που κάποτε, ξενύχτησα…

  Σήμερα θα στολίσουμε το Χριστουγεννιάτικο δένδρο, τότεπίσω στο χωριό  δεν το ξέραμε, δεν υπήρχε,  θα το γεμίσουμε διάφορα πολύχρωμα πακέτα με φιόγκο δεμένα για ανταλλαγή  δώρων, θα μαζευτούμε όλοι  μαζί για ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι με πλούσιο φαγητό…
Τότε μας ζέσταιναν οι αναπνοές της φάτνης των αλόγων και η κλειστή οικογενειακή θαλπωρή, σήμερα μας ζεσταίνουν τα δώρα, η περιττή ύλη, αυτή που πνίγει την αίσθηση, και δωροδοκεί την σκέψη.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     




Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Διώβολον, Χριστούγεννα έρχονται:

                          Χριστούγεννα έρχονται
Τα Μαρκάτα το χωριό μου χάνονται ονόματα οικογενειών που από εκατονταετίες είχαν ριζώσει στο χωριό εξαφανίζονται, ακόμα και οι περιουσίες τους κείτονται  παρατημένες ερείπια παντού, αγριόχορτα έχουν πνίξει ότι απέμεινε,  αράχνες, κουκουβάγιες και νυφίτσες έχουν καταλάβει τα πάντα.   
Και όμως κάποτε ήταν γεμάτο κόσμο, ναι ήταν δύσκολες εποχές, πόλεμος, φτώχεια, σκοτωμοί. 
Όποιος είχε ένα γαϊδουράκι θεωρείτο πλούσιος για να ζήσουν οι οικογένειες πήγαιναν με τα πόδια στο θέματα εκεί έκαιγαν καμίνια έβγαναν κάρβουνο, και ήταν οι περισσότεροι κάτοικοι, άλλοι είχαν τίποτε χωράφια τα έσπερναν κριθάρι ή σιτάρι, ή καμιά κατσίκα για γάλα. Μετά στην πρώτη συγκομιδή ο Αντώνης ο γείτονας έφαγε ένα ολόκληρο καρβέλι ζεστοφούρνι κόντεψε να πεθάνει.
Ήταν εκεί δίπλα μας το αλώνι, εκεί μάζευαν τις θημονιές, μετά  βλέπαμε  τ’  άλογα να γυρίζουν γύρω γύρω να ποδοπατούν τα στάχυα, ακουγόταν οι φωνές των ανδρών, αυτοί όπου με το δικριάνι  πετάγανε τον ποδοπατημένο  καρπό ψηλά και ο μαΐστρος να  φυσά να ξεχωρίζει τ’ άχερα απ’ το στάρι, λες και ήταν Θεϊκή πνοή.        
Εμείς μικρά παιδιά  κοπανίζαμε στο τσιμεντένιο πάτωμα αψάνες σταριού να κατακάτσει το στάρι να το αλέσουμε στον χειρόμυλο να βράσουμε στη παδέλα  κοφτό ή πλιγούρι, ή ακόμα και στην τσερέπα και τα μουστάκια της αψάνας να κολλάνε πάνω στα γυμνά πόδια μας, σε όλο μας το σώμα, και όμως το χωριό μου ήταν γεμάτο παιδιά να τρέχουν το στεφάνι, να παίζουν πίτσι, το τοιχάκι, το στριφτό συνήθως με δεκάρες  χάλκινες όπου έγραφαν «Διώβολον  1869 Γεώργιος Βασιλεύς των Ελλήνων,» ή με πεντάρες που έγραφαν «Ελληνική Πολιτεία 1831 Καποδίστριας κυβερνήτης»  ή κέρμα της μιας δραχμής «Όθων Βασιλεύς της Ελλάδος 1832»   να παίζουν καραμπάνα με βύσαλα, τα κορίτσια να παίζου ένα λεφτό κρεμμύδι γκέο βαγκέο και δεν περνάς κυρά Μαρία δεν περνάς  περνάς… ακόμα και πενταύγουλα   και όλα μαζί τα παιδιά να τρέχουν να προλάβουν να πουν τα κάλαντα έχοντας μια χριστουγεννιάτικη κάρτα σε ένα καλάμι,   το «καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ο ορισμός σας Χριστού την θεία γέννηση να πω στα αρχοντικό σας,» (έστω κι ας ήταν μια παράγκα) κι όλα μαζί τα παιδιά να περιμένουμε τα Χριστούγεννα να μεταλάβουμε να κάνουμε χρυσό δόντι έτσι μας έλεγαν, με μια πίστη όπου η ρίζες της ήταν στου χωριού την απομόνωση και στην αθωότητα της σκέψης.
Αλλά πάλι όλα αλλάζουν όλα κινούνται τίποτε δεν είναι στάσιμο ακόμα και η ηλικία, όμως  πάντα θυμόμαστε με αγάπη τα πρώτα μας βήματα πάνω σε  τούτο τον πλανήτη, που νομίζουμε ότι είναι δικός μας που δεν είναι, αλλά ένας κόκκος άμμου στην απεραντοσύνη του σύμπαντος .
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  





Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Απολογισμός

                                          ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Το παρακάτω δημοσίευμα δεν είναι ψέματα, είναι η ίδια η ζωή, αυτή που πολλοί από εμάς αγνοούμε, ή μάλλον κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά σε μια πραγματικότητα,  η οποία ναι δεν έχει όνειρα…
Όσοι το διαβάσουν ίσως να το θεωρήσουν απαισιόδοξο, αλλά είναι  μια ρεαλιστική καμπή της ζωής μια σκέψη όπου γεννιέται εκ των υστέρων…   
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ, χρόνου, και πράξεων.
Τα βάνεις σε ένα κόσκινο και κοσκινίζεις, αναλύεις αυτά που μένουν, αν είναι αλεύρι μένουν πίτουρα, αν είναι πράξεις μένουν οι κακές, αν είναι λάθη, αυτά σε κυνηγούν σε όλη σου τη ζωή, αναποδογυρίζεις το κόσκινο και τα πετάς, μένουν κάτι κατακάθια, ε! αυτά είναι τα λάθη σου, τα φέρνεις στο σάκο σου, αυτόν που σου έραψε στα μέτρα σου ο χρόνος, αυτός που σε κοιτά από πέρα σου χαμογελά και σε περιμένει, δεν του ξεφεύγεις, παραδέξου το, έτσι είναι η ζωή.


Μια φορά κι ένα καιρό (έτσι αρχίζουν τα παραμύθια)  νόμιζα ότι κατείχα τον κόσμο ολόκληρο τόσο πολύ αισθανόμουν, άνετα. Είχα τέτοια εμπιστοσύνη στον εαυτόν μου, όπου μπορούσα να εγκλιματισθώ εύκολα σε ξένες κουλτούρες, έστω κι ας ήμουν αδαής  από σχολικής μορφωτικής απόψεως
Παράκλεινα από  την τυπική  ζωή  του  Έλληνα μετανάστη του   καιρό  εκείνου   όπου ο μόνος του σκοπός ήταν να κάνει χρήματα. Έκανα μια ζωή μποέμικη, «μερικοί την θεωρούσαν αλήτικη»  ήταν  όμως  με ηθικούς  φραγμούς αυτούς που μου είχαν μάθει απ’ το χωριό μου. Όλα αυτά διότι δεν άντεχα την πίεση της κοινωνίας προς απόχτηση ύλης, πλούτου. και τις τρικλοποδιές που σου φέρνει η ζωή.  Με κυνηγούσε λες και ήταν κατάρα, ο ανθρωπισμός,   η ανάγνωση, η μάθηση, η έρευνα, η περιέργεια,  ο έρωτας,   μα και η ελευθερία του ατόμου  ώστε όλα αυτά μαζί πήραν προτεραιότητα στην ζωή μου.

Σήμερα που τα χιόνια ήρθαν στα μαλλιά, σήμερα που η πλάτη αναστενάζει από το βαρύ δισάκι του χρόνου,  βλέποντας την κοινωνία δεύτερες σκέψεις έρχονται  στον νου  γιατί να παρεκλείνω  από το στόχο  του Έλληνα μετανάστη που ήταν το χρήμα, ένα που όλοι σήμερα προσκυνούν τόσο πολύ ώστε και το καλημέρα  που θα σου πει η σημερινή κοινωνία πρέπει νάχει κέρδος.  Εννοώ  την παγκόσμια, μα και αυτή που ζούμε…
Τελικά είναι αργά για αλλαγή αλλά πάλι σκέπτομαι ο άνθρωπος γεννιέται δεν φτιάχνεται, οπότε  το φιλοσοφώ περιμένοντας μια άλλη ευκαιρία ν’ αλλάξω ίσως στην επόμενη ζωή, αλλά πάλι ξέχασα, η ζωή είναι  μία και μοναδική, μετά έρχεται ο θόρυβος  της αιώνιας σιωπής, αυτόν που κάνουν οι κωπηλάτες του Αχέροντα, που και ο βαρκάρης όμως, θέλει το κέρμα για να σε περάσει απέναντι…  
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
       



Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

happy Thanksgiving day

Για άλλη μια χρονιά εορτάσαμε όλοι μαζί την ημέρα των Ευχαριστιών 23 Νοεμβρίου 2017
Στην αρχή ήταν 1+1=2+3=5+3=8+5=13
Και του χρόνου νάμαστε καλά με υγεία



                                                    Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Ο ίδιος Θεός, Διαφορετικές Δοξασίες...


 O ίδιος Θεός, διαφορετικές δοξασίες.    


Μικρός στο ιερό της εκκλησίας του χωριού μου σε ένα καμινέτο από 4 πρόκες κι ένα καπάκι με οινόπνευμα έβραζα το ζέω σε ένα μπρίκι  του καφέ όταν εφώναζε ο παπάς, μετά έβανα λιβάνι στο θυμιατό και έλεγα  το Πάτερ υμών. Μια μέρα  ξανοίχτηκα, στο θαλασσινό άπειρον εκεί όπου δεν υπάρχουν σύνορα, στο διάβα μου συνάντησα καινούργιες θρησκείες, καινούργια πιστεύω, δεν ξέρω, ίσως και τον ίδιο Θεό. 
                 *
Περπατούσα  μόνος στις μικρο-γειτονιές, όταν από κάπου κοντά ακουγόταν φωνές, μετά ρυθμικά παλαμάκια, μετά πάλι σαν να ωρύονταν άνθρωποι.
Παραξενευμένος πλησίασα και παρακολουθούσα την τελετή. Ήταν μια εκκλησία   «Πεντηκοστής» όπου όλοι φώναζαν και κινούνταν, λες και ήταν σε βαπόρι με φουρτούνα. Όλοι αυτοί ευλογούσαν  τον Θεό
Η σκηνή στο Kingston Jamaica.
                    *
 Μπροστά απ’ το άγαλμα ήταν κάγκελα κι επάνω εκεί ήταν κρεμασμένες κοριτσίστικες πλεξούδες, τάματα προς τον Βούδα, από στο αριστερό μέρος του «ναού» τεράστιες ζωγραφιές που μπροστά τους έκαιγαν δεκάδες κεριά,
Ο Βούδας καθιστός οκλαδόν με τα μακριά αυτιά του μας κοίταζε σιωπηλός  έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τις ζωγραφιές μερικές τρομακτικές. Γυναίκες ερχόταν ένωναν τις παλάμες τους και με κοίταζαν  περίεργα.
Βγήκα φόρεσα τα παπούτσια μου που είχα αφήσει στα σκαλιά και βιάστηκα να φύγω. Η σκηνή στην Βιρμανία Μyanmar.
                    *     
Με  τραβούσε συχνά στον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου, φόραγε στο κεφάλι της ένα κεντητό μαύρο μαντήλι, με το που μπαίναμε μου έλεγε αυτή να βρέξω τα δάχτυλα μου από μια γούρνα νερό που ήταν στην δεξιά μεριά της εισόδου, να κάνω το σημείο του σταυρού, μ’ έπαιρνε μαζί της και γονατίζαμε σε κάτι στασίδια, αυτή κάτι ψιθύριζε, εγώ απλώς κοίταγα τα αγάλματα.
Η σκηνή στην Νέα Ορλεάνη.
                    *
Με  είχαν πάρει ακλούθα ένα σωρό πιτσιρίκια, για να τ’ αποφύγω μπήκα σε μια αυλή όπου στο βάθος ήταν ένα πράσινο τέμενος, η πόρτα ανοιχτή, μπήκα μέσα, μια θάλασσα ασπροφορεμένων ανδρών  γονυπετείς προσευχόταν, κάποιος δεν ξέρω από πού ήρθε δίπλα μου και μου έδειξε τον δρόμο να φύγω, μάλιστα μάλωσε και τα πιτσιρίκα που έφυγαν. Η σκηνή στο Chittagong Bangladesh
                    *
Ο ιεροκήρυκας μούδωσε μια βίβλο ανέβηκε στην έδρα του φώναξε να ανοίξουμε το βιβλίο  στην τάδε σελίδα κι άρχισε την κατήχηση. Ήταν οπαδοί της Χριστιανικής Επιστήμης ιδρύτρια τους η  Mary Baker Eddy Christian Science η Σκηνή στο Νησί Έλλις Νέα Υόρκη.
                    *
Η Ούρσουλα περνούσε απ’ έξω απ’ την πόρτα  και φώναζε να πάμε στην εκκλησία, ήταν εκεί κοντά, πήγαινε με δυο μικρά παιδάκια  και άρχιζαν τις ψαλμωδίες εν χορδής και οργάνεις κάτι σαν Gospel Music. Έλεγα πάντα ευχαριστώ δεν έχω καιρό. Μια μέρα γοερές κλάψες ακούστηκαν στην γειτονιά απ τα παιδιά της, τους είχε βάλει καυτερή πιπεριά στα χείλη γιατί μαρτύρησαν στον πατέρα τους ότι η μάνα είχε γκόμενο τον πάστορα…
                    *
Μια Κυριακή περπατούσα  στο Fort Tryon Park της Νέας Υόρκης όπου μερικοί πιστοί του His  Divine Grace Bhaktivedanta S. Prabhupada με ξυρισμένο κεφάλι και μια αλογοουρά στην μέση με ένα ντέφι χόρευαν, Ινδουιστές krsna όπου πίστευαν στην μετενσάρκωση  είχαν μάλιστα μαζί τους και μια νεαρά Ελληνίδα με την οποία συζητήσαμε καθισμένοι στο παγκάκι, μάλιστα μου δώρισε κι ένα βιβλίο Life Comes from Life
                    *   
  Η Αμέλια με πήρε απ’  το χέρι περήφανη για την γνωριμία της και με πήγε στην εκκλησιά της με σύστησε στον Ιερέα αυτός έβγαλε ένα επιφώνημα.
Ω! Μα αυτός είναι σχισματικός της είπε. Η σκηνή στο λιμάνι του Niquero Cuba.
                    *
Τελικά θυμήθηκα και τον παπά του χωριού μου όπου έκανε λιτανείες εποχή ξηρασίας παρακαλώντας την Παναγία να βρέξει, λέγανε ότι παρακολουθούσε την αλλαγή φεγγαριού οπότε υπήρχε η πιθανότητα να βρέξει.
                    *             
Όλοι αυτοί προσευχόταν σε μια ανωτέρα δύναμη που την ονομάζουν Θεό, ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο… Άρα να ήταν ο ίδιος Θεός; 

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


  

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Oi Αναμάρτητοι

                                  Οι Αναμάρτητοι:


Το κορίτσι και τ’ αγόρι προχωρούσαν αγκαλιασμένοι στη ζούγκλα με οδηγό τους τ’ αχνάρια του  μονοπατιού  που είχαν αφήσει τα τεράστια ξανθά μερμήγκια, αυτά που ξεγύμνωναν τα δένδρα από τα φύλλα τους. Στα χέρια τους κρατούσαν χατζάρες «ματσέτες» κι άνοιγαν δρόμο στην πυκνή βλάστηση. Σε κάθε τους βήμα με το θρόισμα των θάμνων σηκωνόταν κουνούπια σα σύννεφο κι επιτίθεντο.
Για προστασία είχαν δέσει στην πλάτη τους μακριά άδεια τσουβάλια,  έψαχναν για ξερόκλαδα   να ανάψουν φωτιά στην καλύβα τους  που ήταν φτιαγμένη από κορμούς δένδρων. Η σκεπή ήταν πλεγμένη από φύλλα φοίνικα. Αλλά  πράμα παράξενο μερμήγκια δεν φαινόταν πουθενά.
-Μπορεί να τα έφαγαν οι ιθαγενείς, είπε το  κορίτσι.
Ένα τεράστιο δένδρο γεμάτο καρπούς φάνηκε μπροστά τους.
-Για κοίτα ένα αρτόδενδρο, είπε το αγόρι,
-Αυτό δεν είναι αρτόδενδρο αλλά το στοιχειωμένο δένδρο, λέγεται χίκαρα,   τα φρούτα του μοιάζουν σαν κολοκύθες αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκροκεφαλές ντυμένες, είπε το κορίτσι…
-Είναι ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την παράδοση των ιθαγενών Μάγια, ξανά είπε το κορίτσι. Εάν  κόψει το φρούτο γυναίκα μένει έγκυος.
-Καλύτερα  να γυρίσουμε είπε το αγόρι, που είχε αρχίσει να φοβάται.

Η ζέστη ήταν φοβερή, σταμάτησαν να βουτήξουν στο μικρό ποταμάκι, ψάρεψαν με δόλωμα από σκουληκάκια που έβγαλαν από το χώμα, περόνιασαν τα ψάρια  σε σχοινί από ρίζες ‘bejucos’  αυτές που φυτρώνουν  ανάποδα που κρέμονται απ’ τα ψηλά κλαριά των δένδρων. Πήγαν στην καλύβα τους
  Άναψαν φωτιά τα ξερά-κλαδιά έψησαν τα ψάρια, έστω κι ας είχαν μια μυρωδιά βρεγμένης γης. 
Τα υπόλοιπα τα αλάτισαν και τα άπλωσαν στον ήλιο να ξεραθούν. 
Κοιμήθηκαν στην καλύβα τους αγκαλιά, κουκουλώθηκαν με την κουνουπιέρα, οι νυχτερίδες πετούσαν γύρω τους, τα ποντίκια χάθηκαν από τον φόβο. 
Τι δύναμη έχει η έλξη, το  εσύ κι εγώ, η αγάπη, η καταπράσινη  φύση, η ξεγνοιασιά, η ελευθερία,   έτσι όπως οι πρωτόπλαστοι, τι όμορφα που έφτιαξε ο Θεός τον κόσμο, μα και την  σκέψη της ελπίδας  για αύριο:  έχει  ο Θεός!
Κι όλα αυτά πριν την αμαρτία!
Αφού δεν δοκίμασαν να κόψουν τον απαγορευμένο καρπό. 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης