Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Άνθρωποι!

                                                                       Άνθρωποι:
                                             
Στη ζωή υπάρχουν αντιθέσεις, εάν δεν υπήρχαν η ζωή θα ήταν μια βαρετή συνύπαρξη. Πιο πολύ τις βλέπουμε εμείς οι Έλληνες ομογενείς που ζούμε στο εξωτερικό μέσα σε πανσπερμία φυλών και χρωμάτων. Επίσης αισθανόμαστε τις αντιθέσεις κι αναμεταξύ μας, αν και είμαστε όλοι Έλληνες ομογενείς εν τούτοις ο κάθε ένας από εμάς έχει διαφορά γνώμης, πίστης, λατρείας, ακόμα και αγάπης, είναι μοναδικός, εγωιστής, δεν υπάρχει κανένας μα κανένας που να του μοιάζει, ούτε σε φάτσα,  ούτε σε πιστεύω, μα ούτε και στην αγάπη, είμαστε όλοι άνθρωποι.
Η ψυχή σου λαχταρά από αγωνία, όταν τα δάκτυλα σου κρατούν την πένα και γράφουν τις εμπνεύσεις του νου σου στο χαρτί, εκεί ανοίγει η πηγή των σκέψεών σου, και ρέουν σα ρυάκι γάργαρου νερού που ξεσκεπάζει τις ρίζες του τόπου σου. Κλαις, υποφέρεις από παιδική νοσταλγία. Γράφεις με τα ίδια ελληνικά γράμματα που γαλουχήθηκες, δεν τα ξέχασες. Είναι τα μόνα που δεν έχουν αλλάξει. Αποτυπώνεις τις σκέψεις σου σε χάρτινες σελίδες οι οποίες φιλικά προσκείμενες αντέχουν σε ότι γράφεις, τις γεμίζεις και τις πετάς σε μιαν άκρη με την ελπίδα δημοσίευσης κάποτε σε φόρμα βιβλίου. Σελίδες γεμάτα έρωτα, αγάπη, αναμνήσεις, σελίδες που εξυμνούν το δόξα εν υψίστης, άλλες μυρίζουν λιβάνι, άλλες λεν το πάτερ ημών, άλλες υμνούν την θεά Αθηνά, άλλες κατηγορούν, άλλες μισούν τις υπόλοιπες δια το πιστεύω τους. Έτσι όπως είναι τσαλακωμένες ξεχασμένες, σκονισμένες πεταμένες σε μια γωνιά μαλώνουν αναμεταξύ τους, κολλούν οι ομοϊδεάτισσες η μια με την άλλη, γίνονται φύλλα, εχθρεύονται τις άλλες, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι φτάνει μια καύτρα ανθρώπινου τσιγάρου, αυτού που καπνίζεις, αυτό που παίρνεις μια ρουφηξιά το βάζεις στο τασάκι, συν επαρμένος απ’ το γράψιμο το ξεχνάς, όταν το θυμάσαι είναι πλέον στάχτη. Η καύτρα του μπορεί να πέσει σαν ουράνιο αστροπελέκι για να χαθούν μια για πάντα.
Τι θα μείνει μετά; 
Μα ασφαλώς η στάχτη για όλες, αυτές που έγραφαν για αγάπη, για λιβάνι και λιτανείες, μα και αυτές που έγραφαν για το θάνατο της Υπατίας, ή την Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη. Όλες θα χαθούν…
Θεέ μου! τι ουτοπία;                                
 Οι άνθρωποι τα πάθη τους, οι ιδέες τους, μοιάζουν σαν τα τσαλακωμένα χάρτινα φύλλα, συνυπάρχουν, μαλώνουν αναμεταξύ τους, δεν σκέφτονται ποτέ, ότι πάνω στη γη μας υπάρχει χώρος για όλες τις ιδέες, για όλους τους ανθρώπους, ότι και αυτοί οι ίδιοι, όσο διαφορετικοί και να είναι θα έχουν όλοι την ίδια τύχη, στάχτη!
Έτσι και τώρα γράφω μια σελίδα ακόμη και την παρατάω ορφανή στο κυβερνετικό στερέωμα,   λέω ίσως βρεθεί κάποιος-α  φίλος-η να την διαβάσει, κι αν τη διαβάσει ίσως ν’ αφήσει μια λέξει αλλά ίσως και όχι!!!
Ότι όμως και να  γίνει η ζωή συνεχίζεται ο πλανήτης μας εξακολουθεί να γυρίζει, εμείς οι φθαρτοί ανακυκλωνόμαστε κάθε λίγο και λιγάκι, φεύγουμε για κάθε έναν που φεύγει τελειώνει ο κόσμος, τότε είναι που αναλαμβάνουν δράση οι κοιμώμενες σελίδας, αλλά ίσως και όχι αναλόγως του καιρού και των περιστάσεων.   
Πάντως η ζωή είναι ένα αίνιγμα, αλλά πάλι όχι η ζωή, αλλά ο σκοπός της πάνω στη γη, είμαστε περαστικοί και μ’ όλα ταύτα ενεργούμε σα να είμαστε για πάντα…

                                          Γαβριήλ Παναγιωσούλης

    



Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Αβάνα, Κούβα


Eπί τη ευκαιρία του θανάτου του Φ. Κάστρο παραθέτω εμπειρίες, στην Κούβα
Κοίταξα απ’ το παράθυρο, καθρέφτες γύρω, γύρω, στην είσοδο κατέβαινες μερικά σκαλάκια, ήταν μια καφετέρια στο κέντρο της Αβάνας, απέναντι από το ξενοδοχείο της Αγγλίας μπροστά από το Βουλεβάρτο Ντελ Πράδο, όπου οδηγούσε στο Malecon, δίπλα από το πάρκο με το άγαλμα του Χοσέ Μαρτί. Η καφετέρια ήταν γεμάτη κορίτσια, νεαρά άτομα.
Ναυτικοί εμείς δεν ξέραμε πώς να αρχίσουμε, πως να δώσουμε γνωριμία. Είχαμε φύγει από τα παραλιακά μπαρ όπου πλεονάζουν οι γυναίκες της στιγμής και είχαμε ανεβεί προς το Καπιτώλιο, το κέντρο, έτσι να φύγουμε λιγάκι από τα λασπόνερα.
Ο Μανιάτης o μάγειρας του βαποριού δεν ξέρω πως τα κατάφερε κι έπιασε κουβέντα με την πιο ηλικιωμένη, μαζί της κουβάλησε και ένα μπουμπούκι, μικρή πιτσιρίκα, με φώναξαν κι εμένα πιτσιρίκος κι εγώ να κάνουμε παρέα. Είχε στα μαλλιά της ένα κόκκινο γαρίφαλο, άσπρη σαν το γάλα. Ήταν η αρχή στον παράδεισο του γαλαξία, στο να μάθεις τη νυχτερινή ζωή της Αβάνας, η αρχή του λούσου, της πολυτέλειας, πήγαμε σε κρυφά άγνωστα μέρη, ακούσαμε τυπική ορχήστρα της Κούβας, μας μάθανε τα πιοτά τους, το Ρούμι Matusalem και Bacardi, διάβαζαν το Bohemia, μας ταξίδεψαν με λιμουζίνα, σε αόρατα ξενοδοχεία, μας έδωσαν την εντύπωση, ότι όλη η Αβάνα γλεντούσε. Ήταν η αρχή, η μύησή μου στον κόσμο και την κουλτούρα της Κούβας, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια.
Ήταν 10 Μαρτίου 1952 εποχή καρναβαλιού ο κόσμος χόρευε, όλη την νύχτα στις φημισμένες comparsas, εμείς οι ναυτικοί κοιτάζαμε ανακατεμένοι με τους ντόπιους θεατές μιας κοινωνίας που διασκέδαζε.
Ξάφνου τζιπ της αστυνομίας φάνηκαν και διέλυσαν το γλέντι.
Όλοι στα σπίτια σας φώναζαν έγινε επανάσταση. Γυρίσαμε στο καράβι, τι είχε συμβεί ο Fulgencio Batista, ήρθε απ’ το Μαϊάμι και κατέλαβε την κυβέρνηση του Carlos Príos Socaras.
Πέρασαν τα χρόνια, τέλη του 1958 η επανάσταση έβραζε οι επαναστάτες είχαν καταλάβει όλη την Κούβα. Ο γιατρός Carvajal γνωστός μου από τις συχνές επισκέψεις του στο Βαπόρι, ανήκε στο υγειονομείο της Κούβας, μου βρήκε μια θέση στο Anglo-american Hospital, είχα μια μικρή ενόχληση κι επέμενε να με πάρει μαζί του για ιατρικές εξετάσεις, είχε το ελεύθερο επικοινωνίας από τους συντρόφους του Κάστρο ένεκα της ιδιότητάς του ως γιατρού. Κάναμε βόλτες στην Αβάνα συζητώντας με τους κομπανιέρος που με τα όπλα στο χέρι μας σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι, ήταν αυτοί που είχαν είδη καταλάβει την Αβάνα και περίμεναν να μπει ο Κάστρο ο οποίος ήταν στη Santa Clara. Ένας φίλος ανθυποπλοίαρχος στο βαπόρι ο Καπετάν Γεράσιμος Λουκάτος μου λέει: Σκέψου το καλά, αν πας στο νοσοκομείο μπορείς να κλειστείς μέσα και να μην μπορείς να ξαναφύγεις. Σοφά λόγια, φτάνοντας στο βαπόρι λέω του γιατρού, φίλε μου άλλαξα γνώμη, δεν θέλω να μείνω στην Αβάνα, φύγαμε την άλλη μέρα το πρωί για Καναδά… εποχή να ξημερώνει πρωτοχρονιά 1959
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Ημέρα Ευχαριστιών



Στην αρχή ήταν ένας, για πολλά χρόνια έκανε παρέα με την μοναξιά, αυτή που τούχε κολλήσει απ’ το χωριό  του τα Μαρκάτα Πυλάρου  λες και φοβόταν μην δεν ξαναγυρίσει. Βαρέθηκε την συντροφιά της, έτσι  σαν χελιδονόψαρο που πετά στον αφρό της θάλασσας, ταξίδευε για μέρες, νύχτες, χρόνια μέχρι που η θάλασσα τον βαρέθηκε και τον ξέβρασε σε μια στεριά.
Σε μια στεριά όπου δεν έτρωγαν γαλοπούλες αλλά  η τροφή τους βασιζόταν στο καλαμπόκι μια που και ο μύθος των προπατόρων τους μας λέει, ότι ήταν δώρο των θεών… σύμφωνα με την μυθολογία Μάγια.
Εκεί από ένας έγιναν δυο, μετά γίνανε πέντε.
Περνούσαν τις μέρες τους ξέγνοιαστα, φτωχικά, χαρούμενα, μέχρι τους θάμπωσαν τα κάλλη αυτά που προερχόταν απ’ το κράτος του  βορά. Πάμε κι εμείς να χαρούμε του πολιτισμού μας τα υλιστικά αγαθά.
Κι έφθασαν
Έχασαν την αθώα του συμπεριφορά, έπρεπε να παλέψουν για την αποκτήσουν αυτά που γυάλιζαν,  αλλά κατάλαβαν ότι  όλα αυτά δεν φέρνουν την ευτυχία.  Έδωσαν την προσοχή τους αλλού.
Έτσι η οικογένεια μεγάλωσε  από πέντε γίνανε 13 άτομα, όπως και κάθε χρόνο θεωρούν ότι είναι ευλογία Θεού  να μπορούν να συγκεντρώνονται όλοι μαζί να ευχαριστούν τον Θεό, μιμούμενοι τα του τόπου, απολαμβάνοντας το γεύμα γαλοπούλας.
Και να σκεφτεί κανείς έφυγε μόνος χωρίς παπούτσια,  η ζωή τον πήρε και τον δίδαξε τον έντυσε κι αυτός γυρνά το κεφάλι προς τα πίσω εκεί όπου ήταν γδυτός.
Τι παράξενη που είναι η  νοσταλγία, ο νους σε ταλανίζει όχι μόνο την σκέψη αλλά και το σώμα, αυτό που αρνείται να υπακούσει.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο Λέων Βασιλεύς



 Yesterday  evening, Saturday 12 of November 2016, we  went for a walk in downtown New York where dark of night never comes.  Our daughters treated us to see the theatrical Musical the Lion King and this gave us the opportunity to visit the City that Never Sleeps.




Χθες  βράδυ Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016  κάναμε μια βόλτα στο κέντρο της Νέας Υόρκης  εκεί όπου δεν βραδιάζει ποτέ!
Οι κόρες μας, μας προσκάλεσαν να δούμε το  θεατρικό Musical, Lion the King. Ο Λέων  βασιλεύς από όπου και οι φωτογραφίες..


  
Γαβριήλ  Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Πωλείται:

                   Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν’ ανατέλλει.



Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του γείτονα, αυτός είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω απ’ τη οροσειρά του καλόν-όρου, και τον χειμώνα πίσω απ τα βουνά της Ιθάκης,  ακριβώς απέναντι απ’ τα Μαρκάτα, απ’ το παράθυρό μου, το παράθυρο του πατρογονικού μου σπιτιού, εκεί όπου πρώτο-ανάπνευσα, είναι αυτός που με θάμπωνε κι έκλεινα τα μάτια μου, όταν ευτυχισμένο μωρό θήλαζα της μάνας μου το γάλα, είναι αυτός, που με θώπευε με τις ακτίνες του στα κρύα του χειμώνα, είναι αυτός που μεγαλώσαμε μαζί. Είναι αυτός που με το κρύο του χειμώνα έτρεχα να καθίσω απέναντί του να με ζεστάνει, η μόνη θερμότητα που υπήρχε.   Είναι αυτός που χρύσωνε τις θημωνιές, είναι αυτός όπου ωρίμαζε τα στάχυα. Είναι αυτός που κλαίγαμε μαζί όταν κρυβόταν πίσω απ’ τα σύννεφα, είναι αυτός όπου με το φως του έμαθα γράμματα, είναι αυτός όπου μου δώρισε κι εξακολουθεί να μου δωρίζει την σκιά μου, την ποιο πιστή σύντροφο της ζωής μου, είναι αυτός που με περιμένει να με ξαναδεί κάθε καλοκαίρι. Να χαρώ τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάμπο, τις πέτρες, να μαζέψω λουλούδια, να τρέξω, να ιδρώσω, και τελευταία να με πάρει στην αγκαλιά του, τρέχοντας προς τη δύση, να μετρώ όπως τότε την απόσταση από την απέναντι βουνοκορφή πρώτα με την οργιά, μετά με τη σπιθαμή, μέχρι να δύσει, να χαθεί, να κοιμηθούμε μαζί στης νύχτας την αγκαλιά. Είναι τόσο δα λίγο αυτό που ζητώ, μια απλή σύνδεση με τα περασμένα, ένας άκοφτος ομφάλιος λώρος, ο ήλιος της Πυλάρου, ένα αιώνιο φωτισμένο μονοπάτι ελπίδας, όπου κάποτε μωρό μπέρδευα τα όνειρά με την φαντασία πλέοντας με βάρκα, στο λευκό ποτάμι του γαλαξία της νύχτας.
Πέρασαν τα χρόνια, σήμερα ξαναγυρίζω στα παλιά μου λημέρια, ο ίδιος ήλιος με καλωσορίζει, αλλά υπάρχει μια ερημιά που με φοβίζει. Τι απέγιναν οι τότε κάτοικοι, τι απέγιναν οι γείτονες, οι φίλοι, οι περισσότεροι έφυγαν με βάρκα στον Αχέροντα οι εναπομείναντες σκορπίστηκαν λες και ήταν άχερα  από θημωνιά, που αλώνιζαν τ΄ άλογα για   να κατακάτσει το σιτάρι  στο αλώνι,  άχερα  που πήρε ο άνεμος και τα σκόρπισε μακριά του,   λες και ήταν μια κάποια προφητεία  να ερημώσει,  το χωριό, λες και  δεν χωρούσαν στον τόπο μας.       


Σήμερα έσβησαν τα όνειρα, και εμείς σαν οι τελευταίοι προσκυνητές στον τόπο που γεννηθήκαμε σε αυτόν που αγαπήσαμε τόσο θωρούμε τα ερείπια, τις πινακίδες σπαρμένες σε κάθε γωνιά πωλείται,
Και ξαναφεύγουμε με μια πίκρα στην καρδιά.
Χάσαμε το παρελθόν μας, χάσαμε την ταυτότητά μας, και ξαναγυρνάμε σαν έρμαιο σαπιοκάραβο που κλυδωνίζεται από τα κύματα της παγκοσμιότητας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

   


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Το Πως Θυμάμαι την 28 Οκτ. 1940

                        Στην Φωτογραφία στην μέση ο Πατέρας μου στους Αγίους Σαράντα 1937
Το πώς Θυμάμαι την 28η Οκτωβρίου 1940
Ήμουν στην πρώτη (μικρή) τάξη δημοτικού, το σχολείο που ήταν ακριβώς δίπλα απ το σπίτι μας ένα παλιό οίκημα στα Μαρκάτα, το καινούργιο το τελείωναν όπου νάναι θα μεταφερόταν στα Μακρυώτικα. Εποχή 1939-40
Η στολή μου ήταν μπλε, κοντό παντελονάκι, άσπρη γραβάτα και δίκοχο με ένα στέμμα κιτρινόχρυσο. Καμαρώναμε ήμασταν οι σκαπανείς.
Ο Νίκος Πανώργιος (Κόκος) από τα Ποταμιανάτα ήταν αυτός που μας έκανε γυμναστική το στοίχιση και ζύγιση, (αν θυμάμαι καλά λεγόταν οδηγός ή Φαλαγγίτης)…
Τραγουδάγαμε:
(Στην γλυκιά μας την πατρίδα την τρανή και ιστορική Συ απόμεινες ελπίδα νεολαία Ελληνική…)
Οι αφίσες στην αίθουσα, στα μαγαζιά με την φωτογραφία του κυβερνήτη και την λεζάντα
«Σήκω επάνω Ελληνική Νεολαία.»
«Ούτε σπιθαμή γης να μην μείνει ακαλλιέργητη»
Στην ησυχία του χωριού μια κραυγή ακούστηκε: Πόλεμος…
Αμέσως επίταξαν τα άλογα και τα μουλάρια του χωριού, μαζί με την επιστράτευση.
Χάσαμε απ’ το χωριό Μαρκάτα την μοναδική άμαξα, έμεινε χωρίς μουλάρι. Πολλοί χωριανοί Πυλαρινοί συγγενείς και μη εργαζόταν στην Αλβανία στους Αγίους Σαράντα σε τυροκομία ως έμποροι, ο πατέρας μου ως γραμματικός σε αυτούς μα και πράκτορας της Ελληνικής Ατμοπλοΐας… όλοι αυτοί κατέβηκαν στην Ελλάδα πριν την Ιταλική κατοχή στην Αλβανία. Ο πατέρας μου ήρθε μέσω Κερκύρας, Θα πρέπει να ήταν αρχές 1939.
Θυμάμαι που μου έφερε δώρα μια φλογέρα σε κάθε παιδί, ένα αυτοκινητάκι με κουρδιστήρι, μια φυσαρμόνικα μάρκα Violeta, Hohner την οποία έχω μαζί μου μέχρι σήμερα, είναι η συντροφιά μου ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε αυτούς που με αγάπαγαν, σε αυτούς που είδαν τα όνειρά τους να γκρεμίζονται (ένεκα πολέμου) για τα παιδιά τους. Επίσης ένα τόπι, ένα μαντεμένιο κύπελλο του κάθε ενός μας, που είχαν φωτογραφία μια γυναίκα, της αδελφής μου μια κούκλα με ένα κόκκινο οργαντί φόρεμα. κλπ… θα μου πείτε γιατί τα θυμάμαι;
Μα είναι τα μόνα παιχνίδια που είχαμε ως παιδιά μέχρι τα δέκα επόμενα χρόνια…

Τα νέα απ’ το μέτωπο ενθαρρυντικά… 
Δεν άργησαν οι καμπάνες να σημαίνουν χαρμόσυνα, γέμισαν με αφίσες τα καφενεία το σχολείο, ο ελληνικός στρατός νικά κατάλαβε την Κορυτσά το Τεπελένι την Κλεισούρα την Πρεμετή κλπ…
Θυμάμαι μια τεράστια τέτοια αφίσα τοιχοκολλημένη σε καφενείο στο χωριό Μακρυώτικα με την λεζάντα (Γιγαντομαχία Ευζώνων) κάθε που περνούσα στεκόμουν και την χάζευα, είχα δυο εύζωνες με την γροθιά ανυψωμένοι εναντίων των εχθρών... 
Από στόμα σε στόμα διαδιδόταν οι χαρμόσυνες ειδήσεις, αν και στο χωριό υπήρχε σταθμός χωροφυλακής και τηλέφωνο, δεν ξέρω με ποιον τρόπο έφθαναν οι τόσες μεγάλες πολύχρωμες αφήσεις οι οποίες τις τοιχοκολλούσαν στα καφενεία του χωριού.
Αμέσως ακούστηκαν και τα τραγούδια: σε χαρμόσυνο σκοπό, τραγουδούσε η Σοφία Βέμπο, όχι δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο ούτε ηλεκτρικό ρεύμα… η μόνη εφημερίδα που κυκλοφορούσε ερχόταν από την απέναντι στεριά από την Πάτρα ο «Νεολόγος» Πατρών κάθε όποτε είχε καΐκι, επίσης η Πελοπόννησος και η Αχαΐα.
Με το χαμόγελο στα χείλη
πάνε οι φαντάροι μας μπροστά
και γίναν οι Ιταλοί ρεζίλι
γιατί η καρδιά τους δεν βαστά.
Κορόιδο Μουσολίνι,
κανένας δεν θα μείνει
εσύ κι η Ιταλία
η πατρίδα σου η γελοία
τρέμετε όλοι το χακί, κλπ…
2) Βάνει ο Ντούτσε την στολή του
και την ψάθα την ψηλή του
τσούρμο κουβαλά,
και μια νύχτα με φεγγάρι
την Ελλάδα πάει να πάρει,
βρε τον φουκαρά…
Κι εμείς πιτσιρικάδες μην έχοντας γνώση τι εννοεί πόλεμος παίζαμε καραμπάνα, τα βαρελάκια και τρέχαμε στεφάνια στους χωματένιους δρόμους γελώντας και χοροπηδώντας με την αθωότητα, αυτήν που μας χαρίζει η παιδική μας ηλικίας...
Ήταν η αρχή μιας εποχή γεμάτη όνειρα, που όλα διαψεύστηκαν από μια ωμή σκληρή πραγματικότητα, αυτή που έφερε ο πόλεμος
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
LikeShow more reactions
Comment

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Jones' Diner NY

 Η σκηνή στο  Jones'   Diner Bowery NY 


  
Εγώ του σερβίρισα καφέ, αυτός κάθισε στο σκαμπό, φαινόταν θαλασσοδαρμένος άνθρωπος γεμάτος ρυτίδες, με κοίταζε με περιέργεια.    Με   σκιτσάρισε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα,  όταν τελείωσε μου την έκανε δώρο κι έφυγε. Τότε  σταμάτησα και  κοίταξα την πόρτα από όπου είχε φύγει,. Δίπλωσα την χαρτοπετσέτα και την έβαλα στην τσέπη μου. Σκέφτηκα   ποιος νάταν, γιατί  το έκανε; Μετά κατάλαβα ότι ιχνογράφησε ένα  κομμάτι της ζωής μου, ήταν τα πρώτα μου βήματα στην πόλη της Νέας Υόρκης, ίσως να είχα πάνω μου την αθωότητα του ταξιδευτή, αυτήν που υπόσχονται τα  όνειρα, αυτά που βγαίνουν από επιφανειακές εντυπώσεις αυτών με τις πλατειές γραβάτες και τις χρυσές καδένες, ή ακόμα και ίχνη από αλάτι, τόσο διαφορετικός από την υπόλοιπη κοινωνία!
Φύλαξα την χαρτοπετσέτα μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου!  Τα χρόνια διάβηκαν, κι αυτή υπάρχει ακόμα!
 Είναι αυτό που κάποτε ήμουνα, είναι η στιγμιαία  ιστορία της  ζωής  μου τυλιγμένη  μέσα σε μια χαρτοπετσέτα, αυτές τις φθηνές που δεν έχουν καμιά αξία, είναι από αυτές που πετιώντε άχρηστες στα σκουπίδια, που όμωs πάνω της είναι μια σταγόνα του εαυτού μου
Γαβριήλ Παναγιωσούλης    

  

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Έκθεση Βιβλίων...

The 3rd Book Exposition of Hellenic Writers of the Diaspora
Ο σύλλογος Αθηναίων  κάλεσε την Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016 όσους ασχολούνται  με την πέννα στην Τρίτη έκθεση έργων τους, επ’ ευκαιρίας της  επετείου απελευθέρωσης της Αθήνας από τους ναζί στις  12 Οκτωβρίου 1944, με ομιλίες, κινηματογραφικές σκηνές της τότε εποχής, και συνοδεία  καλλιτεχνικής ομάδας με την τραγουδίστρια Julie Ziavras από όπου και οι φωτογραφία.
Στην Φωτογραφία ομιλώ δοκιμάζοντας να πίσω το ακροατήριο, για μια καινούργια ψυχική αγαλίαση που αποκτούν με το να διαβάζουν, βιβλία προπαντός τα των Ελλήνων της Διασποράς γιατί μαζί περπατούσαμε στα ίδια μονοπάτια οπότε μπορεί να καθρεφτίζουν και την δική τους ζωή, μέσα από τις σελίδες των βιβλίων.   



Dear Mr Panagiosoulis,
It was a great evening by all accounts,
Thank YOU for making it so special with your own wonderful way of expression, 
Best regards,
Panos Adamopoulos


The Third Book Exposition of
Hellenic Writers
of the
Diaspora
Commemorating the
72nd Anniversary
of the
Liberation of Athens
October 1944
Keynote Speaker:
Demetrios Filios
Journalist
Artistic Contribution:
Julie Ziavras
Glafkos Kontemeniotis
Kostas Fotiadis
Sunday, October 16th, 5:00 pm
Archdiocesan Hellenic Cultural Center
27-09 Crescent Street
Astoria, NY 11102


Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΘΕΑΤΡΟ!

                                                 Θέατρο,

 Θαλασσοδαρμένα  γεμάτα αρμύρα  κορμιά ναυτικών των ποντοπόρων πλοίων σε κάθε λιμάνι περίμενα ν’ ακούσουν τη γνώριμη φωνή του Γραμματικού, γράμματα απ’ την πατρίδα, αμέσως σιγή επικρατούσε μαζευόταν όλοι στο σαλόνι κι άκουγαν το όνομά τους, αυτοί που δεν είχαν λάβει γράμμα κατέβαζαν τα μούτρα τους σκεπτικοί και διερώτονταν γιατί άραγε; Τι να συμβαίνει;  Όσοι λάβαιναν έτρεχαν  να διαβάσουν, άλλος έκλαιγε,  άλλος γέλαγε, άλλος θύμωνε, ήταν  ένα  θέατρο ναυτικής παράστασης μιας  αληθινής ζωής…
Του μάγειρα του Βασίλη η γυναίκα του τόγραψε, μην γυρίσεις δεν σε θέλω, ήρθε στο σαλόνι δακρυσμένος, κρατώντας το γράμμα στο χέρι του.
-Σε προηγούμενα γράμματα της μου έγραφε να γυρίσω αλλά χωρίς λεφτά που να πάω μας έλεγε!
Ο  πρώτος μηχανικός ένας κοντός στο ανάστημα Πειραιώτης που φόραγε παπούτσια αργεντίνικα  με ψηλό τακούνι   τούβαλε το χέρι στον ώμο για παρηγοριά, έφερε μια μπουκάλα κονιάκ τον κέρασε ένα, πιες για  να πάρεις θάρρος, να ξεχάσεις, μετά έφερε ένα πικάπ των 45 κι έβανε δίσκους Καζαντζίδη, τα αχ και τα βαχ του μάγειρα, μεράκλωσε έφερε  μια δυο στροφές ζεϊμπέκικου, άρχισε να κλαίει και πήγε για ύπνο.        
Την επόμενη βραδιά βγήκαμε παρέα στο λιμάνι μπήκαμε σε μπαρ ήταν γεμάτο γυναίκες,  καθίσαμε σε τραπέζι παραγγείλαμε ποτά, ξαφνικά ο μάγειρας ο Βασίλης κοκάλωσε. Έμεινε άναυδος κοιτάζοντας μια γυναίκα.
-Τι τρέχει του λέω έβγαλε έναν αναστεναγμό και μια φωνή:
-Της Μοιάζει τόσο!!!
Την κάλεσε στο τραπέζι μας να την κεράσει.
Κατάλαβα ότι δεν την ξέχασε , η σκιά της άλλης τον βασάνιζε, τούχε μείνει  ο νταλκάς… 
Ξεμπαρκάρισα και τον άφησα στο Βαπόρι, δεν έμαθα ποτέ το τέλος της ιστορίας του.  


Σήμερα άλλαξαν οι καταστάσεις, τα νέα, οι φωτογραφίες έρχονται Ηλεκτρονικά σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Μετά άλλα  μηνύματα σε τεξτ,  Όταν τα  λαμβάνεις ξαναζωντανεύει η ζωή σου, παίρνεις θάρρος χαμογελάς, συνεχίζεις να υπάρχεις σαν άνθρωπος με ρίζες πίσω στην στεριά που αν και μακριά σου τους νιώθεις δίπλα σου.   Προσπαθείς να παίξεις θέατρο όπως τα παλιά χρόνια,  να γελάς και να κλαις, αποδεικνύοντας ότι δεν σε άγγιξε η καινούργια τεχνική,  αλλά δεν τα κατάφερες, σε  άλλαξε η τεχνολογία, μέσα σου όμως έμεινες ο ίδιος άνθρωπος όπως τότε, πάντα ψάχνοντας για  μια καρδιά που να σε καταλαβαίνει. Και είναι τόσο δύσκολο!


Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Μια Μέρα και μια Νύχτα


Μια μέρα και μια νύχτα στo χωριό  Ποταμιανάτα  έτος 1942
Τρία χωριά της Πυλάρου έπαιξαν κάποιο ρόλο στην ζωή μου, Τα  Μαρκάτα που γεννήθηκα, τα Μακρυώτικα που πήγα σχολείο, τα Ποταμιανάτα στο σπίτι της μάνας μου όπου περνούσα πολλές από μέρες της παιδικής ζωής μου. Και τα τρία χωριά είναι συνεχόμενα.

Η ΗΜΕΡΑ    
Το μαγεριό, του σπιτιού ή η κουζίνα ήταν όλο κι όλο ένα τεράστιο δωμάτιο χωρίς παράθυρα, Είχε δυο πόρτες η μια έβγανε στην αυλή όπου ξεκινούσε ένα ανηφορικό μονοπατάκι μέχρι το πορτόνι, που και αυτό έβλεπε σε ένα πάλι ανηφορικό μονοπάτι που περνούσε απ’ αυτή την γειτονιά των Ποταμιανάτων, δεξιά κι αριστερά γεμάτο σπίτια. Η πόρτα του μαγεριού ήταν από δυο φύλλα το ένα έκλεινε από μέσα με φουνταδόρο και το άλλο με καδινάτσο. Όταν κάποιος έβγαινε για να κλειδώσει την πόρτα χρησιμοποιούσε ένα μεγάλο κλειδί που έμοιαζε σαν κάνη μακρύκανου πιστολιού αυτά τα 22δυάρια S&W
Η πόρτα είχε στην κάτω άκρη της μια τρύπα θυρίδα για να μπαινοβγαίνουνε οι γάτες να τρώνε τα ποντίκια. Το πάτωμα ήταν από πέτρινες πλάκες, όχι δεν είχε ταβάνι αλλά κεραμίδια όπου στηριζόταν σε τάβλες ανάμεσα στα πατερά. Είχε και μια μικρή καπνοδόχο. Στο πέτρινο πάτωμα υπήρχαν μια γωνιά όπου άναβαν κούτσουρα για να μαγερέψουν μία τσερέπα (Γάστρα) δυο πυροστιές, ένα «φανάρι» κλουβί όπου φύλαγαν κάνα κομμάτι ξερή μπομπότα, ένα τραπέζι, με διάφορα πιατικά και ένα ‘σίκλο’  κουβά  με νερό σκεπασμένος με μια σανίδα, πρέπει να πω ότι δεν είχαν δική τους στέρνα και ζητούσαν νερό από τα γειτονικά σπίτια.
Επίσης  στον τοίχο ήταν κρεμασμένα διάφορα τηγάνια,  ταψιά,  ‘πινιάτες’  είδος μεγάλης χύτρας  μπακιρένιας, γανωμένες  από ηπειρώτες γυρολόγους που φώναζαν πινιάτες για γάνωμα.  
Μαζί κι ένα λυχνάρι κρεμασμένο κάπως ψηλά για  να μην το φτάνουν οι γάτες.  Ήταν το πατρογονικό σπίτι της μητέρας μου, τώρα εκεί ζούσε η θεια μου. Έτσι μια μέρα κατηφόρισα απ το χωριό να την επισκεφτώ, ήξερα ότι κάπου θάχε φυλαγμένο κάνα ξεροκόμματο μπομπότα όπου μου το τηγάνιζε για να μαλακώσει.
Η απογοήτευσή μου ήταν μεγάλη όταν είδα την πόρτα κλειδωμένη, σκέφτηκα τι να κάνω για να μπω, υπολόγισα να σηκώσω την πόρτα από την θυρίδα για τις γάτες προς τα επάνω ώστε να βγει από τις μεντεσέδες (μπετούγιες,) προσπαθούσα, προσπαθούσα τίποτα η πόρτα έγγιζε στο ανώφλι, έσπρωχνα τίποτα. Η γειτόνισσα η Βαγγέλενα άκουσε τον θόρυβο κι έτρεξε να ειδοποιήσει την θεια μου όπου βρισκόταν στο σπίτι της φίλης της, εκεί κοντά στην εκκλησία Της Παναγίας.
Τρεχάτε της είπε κλέφτες σπάνε την πόρτα σου,
Τρέξανε όλοι, η θεια μου κατέβηκε απ το πορτόνι, με είδε, σάστισε!  Τι  να μου πει η γυναίκα
Ήλιε μου τι πας να κάνεις μου λέει;
Άστα θεια της λέω, ονειρευόμουνα την μπομπότα που ξέρω ότι πάντα έχεις κρυμμένη.
Έβγαλε  το τεράστιο κλειδί που έμοιαζε σαν κάνη πιστολιού  άνοιξε την πόρτα, μου τηγάνισε ένα κομμάτι και ανοίξαμε την άλλη πλευρά της κουζίνας που έβλεπε στο άλλο δωμάτιο κι αυτό με πέτρινο πάτωμα, ήταν  μαζί τραπεζαρία, σαλόνι, κρεβατοκάμαρα αναλόγως των περιστάσεων. Επειδή το έδαφος  ήταν επικλινές υπήρχε ακόμη ένα δωμάτιο με πάτωμα από σανίδες, δεν το χρησιμοποιούσαν επειδή σε κάποιον σεισμό είχε ανοίξει ο τοίχος σαν καρπούζι και φοβόταν, αποκάτω είχε  κατώι με λινό και ποδόχι, απ’ το  ατσούπι φάνταζε σαν διώροφο, που όμως δεν ήταν.   Άνοιξα την πόρτα της κάτω αυλής όπου αντίκρισα τον δημόσιο κεντρικό χωματένιο  δρόμο.  


Η ΝΥΧΤΑ  
Όταν  πέθανε η  μου η Γιαγιά μου η θεια μου έμεινε μόνη, μια γειτόνισσα  έστειλε την κόρη της  Πόπη  για παρέα και η μάνα μου έστειλε εμένα για παρέα.                 
Σαν νύχτωσε υπήρχε ένα κρεβάτι, στο άλλο που είχε πεθάνει η γιαγιά  ήταν στο άλλο και μοναδικό δωμάτιο κάτι σαν κρεβατοκάμαρα  όπου από του σεισμούς είχε ανοίξει ο τοίχος σαν καρπούζι και φοβόταν να κοιμηθούν μέσα.
Την νύχτα ακούστηκε βόμβος αεροπλάνων και μετά μια μεγάλη έκρηξη, εμείς είχαμε λουφάξει απ τον φόβο μην ξέροντας τι γίνεται, την άλλη μέρα είπαν ότι αεροπλάνο εγγλέζικο κατέτρεχε ιταλικό ή γερμανικό κι αυτό για να αλαφρύνει πέταξε τις βόμβες στη Φάλαρη.
Δεν μπορώ να επαληθέψω για το αεροπλάνο παρά μόνο για τον κρότο της βόμβας, θάταν μετά τα μεσάνυχτα, με το που ξημέρωσε τάμασα και πήγα σπίτι μου.
Στην εκκλησία του Αγίου Γιώργη εκεί μπροστά στην αυλή είναι  το μνήμα της θειας, της νόνας και θείου μου κλπ.  ότι απόμεινε  από την οικογένεια της μητέρας μου.
   
Όλα τα υπόλοιπα  γκρεμίστηκαν,  χάθηκαν για πάντα, δεν έμεινε τίποτα παρά  μόνο οι μνήμες που κι αυτές θα χαθούν αν δεν αποτυπωθούν  κάπου ώστε να αποδειχθεί ότι στα μέρη αυτά κάποτε ζούσαν άνθρωποι. 

                                       Γαβριήλ Παναγιωσούλης