Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Καθαρής Δευτέρας συμβάντα


Τα ματσετάκια του βενέτικο σπάγκου που αγοράζαμε  ήταν ισχνά λες και αγόραζες κλωστές μουλινέ για κέντημα, δεν ξέρω γιατί, μετά βρίσκαμε κερί αυτό που έβγαναν οι μέλισσες και τον κερώναμε για να αντέχει. Μύριζε κερήθρα χωρίς μέλι,  αν είχαμε λεφτά αγοράζαμε ακόμα ένα ματσετάκι, και μετά άλλο ένα τα κομπιάζαμε και τα μαζεύαμε σταυρωτά σε ένα ξύλο στη καλούμα, πηγαίναμε στην κρήνη περιοχή Πυλάρου να βρούμε κάνα καλάμι να το ανοίξουμε να φτιάξουμε τρία καλάμια του ίδιο μεγέθους να τα τρυπήσουμε στην μέση με μια πρόκα όπου θα ήταν και το κέντρο.
Μετράγαμε την απόσταση να είναι η ίδια ανάμεσα στον κύκλο τα δέναμε με σπάγκο, πηγαίναμε στα Μακρυώτικα  στου Πετράτου το μαγαζί, (Ντρίλου)  για μια κόλα χαρτί για  *φύσουνα, σκεπάζαμε τον κύκλο διπλώναμε το χαρτί γύρω απ’ τον σπάγκο, και το κολλάγαμε  με μελίγκρα από κορμό αμυγδαλιάς  ή με αλεύρι και νερό, μετράγαμε τα κομπάσα, φτιάχναμε και δέναμε την ουρά και ήταν έτοιμος. Αν είχαμε αρκετό χαρτί φτιάχναμε και τριζόνια και τα κολλάγαμε γύρω, γύρω, έτσι όταν τον πετούσαμε ακουγόταν ένας θόρυβος, ένα συνεχές θρόισμα, κάτι που έκανε εμάς τα παιδιά να αισθανόμαστε  περήφανα  λες και κατασκευάσαμε το πρώτο αεροπλάνο. 
Περιμέναμε το απομεσήμερο που άρχιζε να φυσά ο Μαΐστρος, αυτός που έβγαζε η μπούκα του Μύρτου και απλώναμε τον φύσουνα, δεν υπήρχε μπροστά μας τίποτε εκτός από τις κορφές των δένδρων, που και πού καμιά περγουλιά, μια που δεν υπήρχαν στον δρόμου κολώνες με σύρματα αφού δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Θυμάμαι ο Μαϊστρος ήταν ένας συνεχής απογευματινός άνεμος όπου έδενα τον φύσουνα πάνω στο δαχτυλίδι της στέρνα και πήγαινα περίπατο καμαρώνοντας για το επίτευγμά μου.
Μια φτωχή απλή ζωή, τα καλοκαίρια σαν σκοτείνιαζε  πηγαίναμε στο αλώνι της ανυψωμένης  στέρνας, ο πατέρας η μάνα κι εμείς τα παιδιά αυτοί καθόταν στο δαχτυλίδι κι εμείς ξαπλωμένοι στις ζεστές πέτρινες πλάκες,  μια απόλυτος ησυχία επικρατούσε, σε ένα βαθύ σκοτάδι τα αστέρια το  τρυπούσαν  σαν κόσκινο,  πιστεύαμε ότι ο θεός άναβε  σπίρτα για να βοηθά εμάς να μην χάσουμε το διάβα μας.
Και ξέραμε ότι δεν ήταν  σπίρτα του Ελληνικού μονοπωλίου, τα είχε πλακώσει η σκλαβιά και είχαν εξαφανισθεί,   αλλά σκάτουλες ιταλικές αυτά τα ονομαζόμενα κέρινα όπου άναβαν οπουδήποτε, τα κουτιά από την μια μεριά είχαν ζωγραφισμένο το λιονταράκι της Βενετίας, αυτά τα είχαμε όσο διατηρείτο η Ιταλική κατοχή.   Μετά ήρθε ο πυριόβολας, η χύμα μπαρούτι από τα ιταλικά λάφυρα η των κανονιών ήταν μαύρη σαν μακαρόνια χοντρά και άλλη σαν ξανθές πλάκες, αυτές τις χρησιμοποιήσαμε και σαν προσάναμμά.
Μέσα στο σπίτι πάντα αφήναμε ένα λυχνάρι αναμμένο και ένα κούτσουρο στην χόβολη για να ανάψουμε φωτιά την επόμενη μέρα. Με  το που περνούσε η ώρα πηγαίναμε όλοι για ύπνο, η μάνα άναβε το καντήλι κι έσβηνε τον λύχνο, η μόνη μας στενοχώρια, η μόνη μας σκοτούρα που θα βρεθεί κάτι να μαγειρέψουμε, σκάβαμε για ρίζες ήταν κάτι άσπρες ρίζες  ασκολίμπρια τα λέγαμε, όμως δεν θυμάμαι πως ήταν το φυτό νομίζω έμοιαζε με γαϊδουράγκαθο, αλλά δεν παίρνω όρκο. Όταν κονομάγαμε κανένα κάβολε το μαγείρευε η μάνα με πολύ ζουμί, βάζαμε λάδι και λεμόνι κι αν είχαμε  ψωμί ή μπομπότα ήταν η αμβροσία μας.
    
Και όλα αυτά στην αρχή της άνοιξης σε μια εποχή όπου οι αμυγδαλιές είχαν ντυθεί νυφούλες και σκόρπιζαν το άρωμά τους γύρω στους ανθρώπους περιμένοντας να βασιλέψει η σωφροσύνη, ακόμα και οι μέλισσες ζουζούνιζαν γύρω τους χαρούμενες, ερχόταν η άνοιξη και μαζί η Ελπίδα.
Μόνο οι άνθρωποι μένανε κλεισμένοι στα σπίτια και με διαταγή σκέπαζαν τα βράδια τα παραθυρόφυλλα να μην ξεφύγει καμιά ακτίνα φωτός,   για να μην κάνουν ανταγωνισμό  στα άστρα αυτά που άναβε ο Θεός στο στερέωμα του ουρανού.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  
Φύσουνας=Αητός 


    

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Το πρώτο μου Καρναβάλι.

                                                  Το πρώτο μου Καρναβάλι…

Κάποτε στην ζωή μου  ήμουν νεαρός,  περπατώντας στις νύχτες της Αβάνας Κούβα, τα βήματα μου με έφεραν στο κέντρο της πόλης ακριβώς στην πλατεία όπου στο βάθος φάνταζε επιβλητικό το κτήριο του Καπιτωλίου. Τα  πεζοδρόμια στην απέναντι πλευρά ήταν κατειλημμένα από δυο κέντρα όπου στην φάτσα τους είχαν εγκαταστήσει ορχήστρα με παραδοσιακές κουβανέζικες φορεσιές κι έπαιζαν ρυθμικούς τροπικούς σκοπούς,  ως επί το πλείστων ρούμπα και  cha,cha,cha, que rico   vacilón  μπροστά τα τραπεζάκια   ήταν γεμάτα Αμερικανούς τουρίστες.  τους παρατήρησα όλους με κοντά παντελονάκια και κάτι πλαδαρές σάρκες να κρέμονται απ’ τα γυμνά μπράτσα των κυριών. Δεν  μου καλάρεσε η σκηνή, έψαχνα να βρω κάτι ντόπιο, όχι της μαζικής εκμετάλλευσης ή της νοοτροπίας του μπουλουκιού. Περπατούσα  εκεί  πιο κάτω  από δεξιά υπήρχε η πλατεία με το άγαλμα του απελευθερωτή της Κούβας José Martí   Χοσέ    Μαρτί απέναnτι ήταν το ξενοδοχείο της Αγγλίας από εκεί άρχιζε κα η πλατιά λεωφόρος Del Prado   Δελ Πραδο, όπου κατέληγε στην παραλία.
Ψάχνοντας για κάτι το  αυθεντικό στην δεξιά μεριά του δρόμου μια επιγραφή τράβηξε την προσοχή μου Cafeteria  Crystal τα γράμματα σε ένα μπλε-γαλάζιο χρώμα.  Για να μπεις έπρεπε να κατεβείς τρία  σκαλοπάτια ήταν ένα ημιυπόγειο κατάστημα.
Κατέβηκα, τραπεζάκια μερικά άδεια άλλα με ζευγαράκια μουσική του jukebox και στο βάθος από δεξιά μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν μια απέραντη αίθουσα βαπτισμένη σε ένα άπλετο φως φθοριούχας λάμπας, λάθος μου ήταν καθρέφτες.   
Μου άρεσε τόσο ώστε βγήκα αμέσως έξω πήγα να βρω φίλους συνάδελφους ναυτικούς να πάμε εκεί να θυμηθούμε την πατρίδα, βρήκα τον Μανιάτη,
Έλα του λέω βρήκα ένα όμορφο μέρος κατεβαίνω πρώτος τα τρία σκαλάκια προχωρώ δεξιά στο βάθος και τρακάρω πάνω σε έναν τοίχο από καθρέφτες.
Τάχασα κοκκίνισα τι να πω ότι δεν το είχα προσέξει.
Οι λιγοστοί θαμώνες άρχισαν να γελούν, σε ένα τραπεζάκι καθόταν δυο νεαρές υπάρξεις, μας χαμογέλασαν, πιάσαμε συζήτηση, μας ρώτησαν  από που ήμασταν κάτσαμε στο τραπεζάκι τους, παραγγείλαμε ποτά  μας συστήθηκαν   θεια και μια ανιψιά,  ήταν η αρχή, της γνωριμίας μας, πρέπει να παραδεχθώ ότι ο Μανιάτης ανέλαβε την πρωτοβουλία της πειθώ, σαν πιο μικρός εγώ μου έλαχε να κάνω  παρέα με την ανιψιά, Κάρμεν το όνομά της μια κούκλα κι  ο Μανιάτης με την θεια, ήμασταν και οι δυο μας χαρούμενοι, παραγγείλαμε ποτό ron  bacardi με κόκα κόλα και λεμόνι πράσινο     cubalibre, όλοι μαζί η παρέα ξεχυθήκαμε στους δρόμους όπου ο λαός γλεντούσε ήταν Καρναβάλι.  Μπροστά πήγαινα οι μουσικοί,  χορεύτριες, από πίσω ακολουθούσε μια λαοθάλασσα όπου λικνιζόταν σύμφωνα με τον ρυθμό της ορχήστρας Ρούμπα και Κόνγκα, ήταν οι περίφημες “Comparsas”  κομπάρσας, κι εμείς χαρούμενοι ζευγαρωμένοι λικνιζόμασταν λες και ήμασταν στο βαπόρι όπου  έκανε μπότζι, όμως  δεν ήταν βαπόρι αλλά ένα αποκριάτικο ξεφάντωμα,  εμείς καμαρώναμε  πρωτάρηδες[G1]  με την παρουσία γυναικών είχαμε ξετρελαθεί νομίζαμε ότι ήμασταν  στον ουρανό  γεμάτο ουρί του παραδείσου.
 Κατά τις 11:30 τα μεσάνυχτα βλέπουμε αστυνομικούς να μπαίνουν μπροστά και να σταματούν την μουσική, μας είπαν διαλυθείτε έγινε πραξικόπημα, ο κόσμος άρχισε να διαλύεται,   ανεβήκαμε στο πεζοδρόμιο  αστυνομικοί  μας είπαν κατά λέξη γυρίστε στο βαπόρι σας, και τα κορίτσια λέω; Τι θα γίνουμε;
Βρε άστες  αυτές  πάμε να φύγουμε λέει ο Μανιάτης.
Τι είχε συμβεί ο «Fulgencio Batista»  Μπατίστας είχε έρθει απ’ το Μαϊάμι, με πραξικόπημα  κατέλαβε την κυβέρνηση του Carlos Prios Socaras.
Ήταν 10 Μαρτίου 1952
Τι άδοξο τέλος είχε το πρώτο μου καρναβάλι…  αλλά μετά ήρθαν κι άλλα κάθε ένα με διαφορετικό γούστο.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Happy Valentine's Day

Εύχομαι σε όλους αναγνώστες, επισκέπτες   του ΠΥΛΑΡΟΣ  
             Happy Valentines Day
14 Φεβρουαρίου, είναι η ημέρα των ερωτευμένων, ή κατά τον 
δυτικό πολιτισμό 
η ημέρα που εορτάζουn-με τον Άγιο Βαλεντίνο.
Όλα τα πράγματα στην ζωή σου  εργάζεσαι για να τα αποκτήσεις,
το υλικό κέρδος, τα λούσα, ακόμα και  τις αγάπες.
Ο έρωτας δεν σε ρωτά, έρχεται μόνος του και θρονιάζεται
στην καρδιά σου, σε μια βαριά βελούδινη πολυθρόνα, 
που τα πόδια της στηρίζονται στο αριστερό 
μέρος του στήθους σου.
Για να ισορροπήσεις πρέπει να τον καταφέρεις  να φύγει,
 ή αν όχι  να  δώσει την θέση του στο πρόσωπο που 
ενέπνευσε τέτοιο σκλαβωμένο  αίσθημα ώστε να πάψει 
να κοχλάζει η λάβα, έτοιμη να εκραγεί.

Διαλέγεις και παίρνεις αν είσαι δυνατός φεύγεις, αν όχι υποτάσσεσαι 
στο μοιραίο. 
Και να φανταστείς ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει ποτέ 
τους τέτοιο ηφαιστειογενές αίσθημα. 
Δεν ξέρω, ίσως  θα τους κατάρτιζα στους τυχερούς…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  







Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Για να μην Ξεχνιόμαστε:

                                  Για να μην ξεχνιόμαστε:

Ημέρα της Υπαπαντής 2 Φεβρουαρίου 2017  μια καλοθύμητη μέρα, φίλοι της Παρέας  συγκεντρωθήκαμεστην Αστόρια  σε μια Ελληνική ατμόσφαιρα, όπου κουτσοπίνοντας και συζητώντας λύσαμε όλα τα προβλήματα του κόσμου.
Ετοιμαζόμαστε για την επόμενη συνάντηση…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης   



Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Το Γράμμα!

Σε όλη μου την ζωή έχω ταξιδέψει με καράβια πολλά χρόνια, με αεροπλάνα πολλές φορές. Με αυτοκίνητο κάθε μέρα, αλλά μια φορά ταξίδεψα και με τραίνο, από όπου και η ιστορία που σας παραθέτω πιο κάτω:

                   Το Γράμμα! -
Έλα ήλιε μου πούσε σπουδαγμένος να μου διαβάσεις τι μου λέει τούτο εδώ το  γράμμα.
-Είναι   από το Λος Άντζελες της Αμερικής,  λέει άμα βρεθεί γαμβρός να παντρευτείς  αυτός σου έχει  στην άκρη την προίκα σου να σου την στείλει:
 -Πόσα λέει  γιε μου;
-Εδώ λέει 500.00 κανονικά σύμφωνα με την αριθμητική διαβάζοντας τα μηδενικά από δεξιά προς τ’ αριστερά,  πρέπει να λέει πενήντα χιλιάδες. Αλλά με προβληματίζει κι αυτή η τελεία.
-Πω, πω λεφτά!!
Με φίλεψε ένα κομμάτι ξερή μπομπότα τηγανισμένη σε ελαιόλαδο που έμοιαζε με παντεσπάνι, ζήτησα να πιώ νερό «το θεώρησε τιμή της» άνοιξε τα αρμάρι και μούφερε ένα ποτήρι γυάλινο τόσο φτενό, «αυτό που φύλαγε για επισκέπτες ή σπουδαία πρόσωπα»,  όπου καθώς το δάγκωσα έσπασε, φοβήθηκα,  έφτυσα και την μπομπότα.
-Μην  το μολογήσεις σε κανέναν για το γράμμα, μούπε.
Την καληνύχτισα κι έφυγα.
Στο χωριό βασίλευα η αναρχία κυνηγούσαν τους ανθρώπους  λες και ήταν λύκοι…
Η τύχη τάφερε να συναντηθούμε στο Λος Άντζελες, εγώ θαλασσοβρεγμένος,  παιδί αμούστακο, αυτός φερμένος στην Αμερική προπολεμικά.  Ήταν μια Κυριακή 12 Μαρτίου το 1951, έφθασα στο λιμάνι αυτό προερχόμενος από Βέλγιο με βαπόρι φορτωμένοι παλιοσίδερα.      Συναντηθήκαμε σπίτι του αφού πήρα ταξί  κατά τις 7 το βράδυ καθίσαμε να φάμε αρνί γκιουβέτσι μούπε ότι τόφτιαξε προς τιμή μου, για να με καλωσορίσει. Έκατσα  μαζί του στην Σάντα Μόνικα  μέχρι τέλος του μήνα με πήγε στην Αγιά Σοφιά, στα διάφορα στούντιο του Χόλυγουντ όπου είδα στα πεζοδρόμια ή αυλές των στούντιο ονόματα αστέρων εντοιχισμένα ανάγλυφα
 Ήταν ο άνθρωπος που είχε στείλει το γράμμα.
Έτσι μια πρωταπριλιά πήρα το τραίνο από Λος Άντζελες για Νέα Υόρκη, ήταν Κυριακή.  
    
 Πάνε  πολλά χρόνια από τότε, ήταν η  4η Απριλίου ταξίδευα σ’ ένα τραίνο για 72 ώρες. Είχα ένα ρολόι του χεριού το είχα αγοράσει απ’ το Ρίο Της Βραζιλίας και ήμουν τόσο ανήσυχος και νευρικός αν και αμούστακο παιδάκι που κάθε λίγο και λιγάκι το κούρδιζα μέχρι που το έσπασα. Η διπλανή μου μια κοντούλα γυναίκα μου τόλεγε μην το κουρδίζεις τόσο θα το σπάσεις. Όχι δεν ήξερα την γλώσσα  εκτός από μερικές ολίγες λέξεις, όμως ήμουν τόσο αποχαυνωμένος από αυτά που συμβαίνανε  γύρω μου ώστε δεν είχα ησυχία, κοίταξα την μηχανή τα βαγόνια του τραίνου έγραφε  Santa Fe,   El Capitán  κι εγώ επιβάτης λες και ήταν το orient express που όμως δεν ήταν αλλά ένα τραίνο που με έφερνε στο Σικάγο.  Εκεί  αλλάξαμε σταθμό στο La sale station  κι από εκεί μας μετέφεραν σε άλλο τραίνο της New York Central όπου φθάσαμε στο    Grand Central Station, της Νέας Υόρκης,   ήταν μέρα Τετάρτη, 4 Απριλίου 1951.    
Αλλά πάλι το τραίνο δεν έμοιαζε με καράβι, ταξίδευα  τρία  εικοσιτετράωρα  κοιτώνας απ’ το παράθυρο, στην αρχή έβλεπα πράσινους κάμπους με πορτοκαλιές, μετά  αχανές εκτάσεις και με τα μάτια της φαντασίας μου αποτύπωνα το  Wild West   που κάποτε έβλεπα στις καουμπόικες μαυρόασπρες  ταινίες.
Μόνο έλειπαν οι ινδιάνοι! 
Ήταν ένας χρόνος  όπου διαμόρφωσε κατά κάποιον τρόπο το ποιος είμαι σήμερα, (την τύχη μου)

Θυμούμαι την αθωότητα του τότε όχι μόνο την δική μου, μα και αυτών που άφησα πίσω στην Ελλάδα, αυτών που χάθηκαν, αυτών που βασιζόταν πάνω μου, αυτών που με κατευόδωσαν με τόση αγάπη, αυτών που   δεν ξαναείδα ποτέ, αυτών που γελάστηκαν στις προσδοκίες των.

Σήμερα το φιλοσοφώ και σκέπτομαι την συνεχή  μετακίνησή  μου καβάλα στης  θάλασσας την αγκαλιά, μα και σε στεριά, σε μέρη άγνωστα, σε ζούγκλες και τσιμεντουπόλεις σε πρωτόγονες κοινωνίες μα και σε αυτές που σε θωρούσαν αφ’ υψηλού, λες και ήταν η μαντάμ Σουσού,  (του ψαθά)  για πολλά, πολλά χρόνια.    

Γαβριήλ  Παναγιωσούλης     


Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Το Μαγεμένο Αρτόδενδρο

                                          Το μαγεμένο  Αρτόδενδρο

Το κορίτσι και τ’ αγόρι προχωρούσαν αγκαλιασμένοι στη ζούγκλα με οδηγό τους τ’ αχνάρια του  μονοπατιού  που είχαν αφήσει τα τεράστια ξανθά μερμήγκια, αυτά που ξεγύμνωναν τα δένδρα από τα φύλλα τους. Στα χέρια τους κρατούσαν  «ματσέτες» κι άνοιγαν δρόμο στην πυκνή βλάστηση. Σε κάθε τους βήμα με το θρόισμα των θάμνων σηκωνόταν κουνούπια σα σύννεφο κι επιτίθεντο.
Για προστασία είχαν δέσει στην πλάτη τους μακριά άδεια τσουβάλια,  έψαχναν για ξερόκλαδα   να ανάψουν φωτιά στην καλύβα τους  που ήταν φτιαγμένη από κορμούς δένδρων. Η σκεπή ήταν πλεγμένη από φύλλα φοίνικα. Αλλά  πράμα παράξενο μερμήγκια δεν φαινόταν πουθενά.
-Μπορεί να τα έφαγαν οι ιθαγενείς, είπε το  κορίτσι.
Ένα τεράστιο δένδρο γεμάτο καρπούς φάνηκε μπροστά τους.
-Για κοίτα ένα αρτόδενδρο, είπε το αγόρι,
-Αυτό δεν είναι αρτόδενδρο αλλά το στοιχειωμένο δένδρο, λέγεται χίκαρα,   τα φρούτα του μοιάζουν σαν κολοκύθες αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκροκεφαλές, είπε το κορίτσι…
-Είναι ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την παράδοση των ιθαγενών Μάγια, ξανά είπε το κορίτσι. Εάν το κόψει γυναίκα φυτρώνουν μέσα της οι σπόροι του και μένει έγκυος…
-Καλύτερα  να γυρίσουμε είπε το αγόρι, που είχε αρχίσει να φοβάται.
Μου θύμισε τον εαυτόν μου παιδάκι. 
Έτσι όπως πήγαινα στο χωράφι ακόμα δεν είχε ξημερώσει καβάλα στο γαϊδουράκι πέρασα μπροστά από το εκκλησάκι του Αγίου Νικόλα, αυτό που ήταν απέναντι από τον δημόσιο δρόμο στα ξερά τοποθεσία της Πυλάρου.
Ένα μνήμα ανοιχτό κι ένας καλόγηρος μαυροσκούφης κατέβαινε   μέσα, τρόμαξα,  έμεινα πάνω στο σαμάρι απολιθωμένος, ο γάιδαρος άρχισε να κλωτσά με πέταξε ψηλά και μετά έπεσα στο χώμα, άρχισα να φωνάζω το γαϊδουράκι τόβαλε στα πόδια κι εξαφανίστηκε.
Μου είπαν ότι θα ήταν η οργή του θεού, δεν ξέρω,   αλλά μέχρι σήμερα επιμένω ότι το είδα.
Πέρασαν τα χρόνια, γύρισα πάλι στο χωριό, ξάπλωσα  πάνω σε ένα παλιό στρώμα του καναπέ, αλλά ένα σιγανό πήγαινε έλα δεν με άφηνε να κοιμηθώ, μόνος μου στο έρημο σπίτι σε αυτό που κάποτε γεννήθηκα, άνοιξα τα μάτια μου γύρω από το φως είχαν μαζευτεί ένα σωρό σαύρες κι έτρωγαν τα ζωύφια της νύχτας…
Κατάλαβα ήταν η παρέα μου, ήταν αυτές που ήρθαν να με συναντήσουν χαρούμενες για τον γυρισμό μου…
Μετά ήρθε μια αράχνη, άρχισε να υφαίνει τον ιστό της στην γωνιά της πόρτας μην ξέροντας ότι με το που θα άνοιγα την πόρτα θα γκρεμιζόταν όλοι οι κόποι της.    
Ξημέρωσε ακούστηκε η σφυρίχτρα του αγροτικού απ’ το Ληξούρι, έτρεξα να προλάβω να προμηθευτώ τα ζαρζαβατικά μου, φρούτα μα και κρασί άσπρο βοστιλίδι  απ’ τους πλανόδιους Ληξουριώτες που καθημερινά περνούσαν απ’ το χωριό.+ 
  

Γύρισα την σελίδα, σήμερα  βρίσκουμε, στη Νέα Υόρκη απ’  το παράθυρό μου βλέπω το χιόνι και  μου θυμίζει  τη μια, μα και δυο μα και τρεις διαφορετικές ζωές,  αυτές που  έγραψαν την ιστορία μου στην κεφαλή  μου επάνω, την ξύνω κι έρχονται στο φως εικόνες του τότε, λες και πέφτει  αστροπελέκι.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

To Σπίτι μου το Πατρικό:


Το σπίτι μου το Πατρικό:
Διαβάτης πέρασε φίλος, μούστειλε τις φωτογραφίες, από τα Μαρκάτα Πυλάρου, σήμερα 8 του Γενάρη 2017
Το κοιτάζω με καμάρι, το κοιτάζω και δακρύζω, το κοιτάζω και δεν το πιστεύω, είναι  το σπίτι που γεννήθηκα, λευκοντυμένο στο χιόνι, άρα γιατί;  Ποιον  να περιμένει μήπως εμένα; Ή μήπως ετοιμάζει κάποια κρυφή γιορτή και δεν μου το λέει;
Μα και η λεμονιά  μου στην κάτω δεξιά γωνία γεμάτη κίτρινα λεμόνια κι αυτή με περιμένει.
Δάκρυα μούρθαν στα μάτια κι ένα αιώνιο γιατί, είμαι τόσο μακριά του, άρα ποιος να φταίει;
Μια φωνή μου λέει:   
Μην το  ψάχνεις, μην ανακατεύεις το γιατί, αν το βρεις, θα είναι μια απίστευτη τραγωδία, αυτή που ζήσαμε όλοι μας τα πέτρινα χρόνια…

Και όμως είναι ο μαγνήτης μου, η νοσταλγία μου, η ζωή μου,  είναι το μέρος που πρωτάνοιξα τα μάτια μου, αυτό πρωτάκουσε την πρώτη μου λέξη μάνα…
Εδώ πάει και το Ποίημα του Γ. Δροσίνη
Ξένε που μόνος κι έρημος σε ξένους τόπους τρέχεις,
Πες μου ποιος είναι ο τόπος σου και πια πατρίδα έχεις;             
Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

ΈΦΥΓΕ Ο ΜΑΚΗΣ

Ο καινούργιος χρόνος 2017, μπήκε φουριόζος, καβάλα στ’ άλογό του κι άρχισε να παίρνει ψυχές,
Πέρασε και πήρε την του φίλου μου του Μάκη Τζιλιάνου,
Η είδηση με τρόμαξε γνωριζόμαστε από πολλά Χρόνια, και όχι μόνο ήταν η καρδιά της Κεφαλονιάς στα ξένα, ήταν το σπίτι μας, πάντα με τον καλό του λόγο να μας συμβουλεύει σε νομικές υποθέσεις, μα και να μας προσφέρει την συνεργασία του σε οτιδήποτε είχε να κάνει με την Λογοτεχνία.
Ο Μάκης γεννήθηκε στην Πύλαρο Κεφαλονιάς το 1936, Σπούδασε στο Αργοστόλι, μετανάστευσε στην Νότια Αφρική 1960, ίδρυσε την Λογοτεχνική Συντροφιά, Γιοχάνεσμπουργκ, μετά από 7 χρόνια μεταναστεύει στις ΗΠΑ ίδρυσε την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών Αμερικής στη Νέα Υόρκη, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος. Έχει γράψει πολλά βιβλία ποίησης, Θέατρο κλπ..
Το τελευταίο του βιβλίο «Αλλοιώσχημα» 100 Σονέτα εκδώσεις ΔΡΟΜΩΝ Αθήνα 2010
Πως ΝΑ ΓΥΡΙΣΩ ΣΤ’ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ
«Καπνόν Αποθρώσκωντα νοήσαι ης γαίης.»
ΟΔΥΣΣΕΙΑ Α’ 58
Πώς να γυρίσω στ’ Αργοστόλι; Είμαι άγνωστος εκεί,
Εμπόδιο είμαι σα γέροντας με γνώση περιττή.
Δεν έχει χώρο πια για με. Είμ’ ένας ντόπιος ξένος!
Πώς να γυρίσω στ’ Αργοστόλι; Είμαι άγνωστος εκεί.
Θα’ ναι ο πόθος γυρισμού με χρήμα αγορασμένος
Κι η τωρινή γενιά προσβλέπει να κερδοσκοπεί…
Πώς να γυρίσω στ’ Αργοστόλι. Είμ’ άγνωστος εκεί
Εμπόδιο είμαι γέροντας με γνώση περιττή.
Νέα Υόρκη 17Χ07

ΤΟ ΔΙΦΡΑΓΚΟ
Ειδωτικά στη φαντασία
Το πεθαμένο είδωλο του και σαφώς
Μου θύμιζε ο πατέρας σαν βρεθεί νεκρός
Στα δόντια, δίφραγκο να του τοποθετήσω.
Τα μάτια του ανοιχτά, σαν άγαλμα ν’ αφήσω
Το φως τα’ Απόλλωνα να μπαίνει εντός του διαρκώς,
Να’ ναι στο μνήμα τα’ όνομά του, όχι σταυρός.
«Κι ησύχασε ο Πατέρας εν Αποδημία.»
Στα ψεύτικες μασέλες σφήνωσα το κέρμα,
Στις χούφτες στάρι, να’ ναι αιώνιος γεωργός.
Η μάνα μου όμως, πού του κήδεψε το σ’ωμα,
Την ένθεια σύντριψε ενουσία του, καθώς
-τα μάτια κλείνοντας- μ’ ένα παπά, απ το στόμα
Παίρνει αισχρά για το παρκόμετρο το κέρμα!
Μάκης Τζιλιάνος
Αιωνία σου η Μνήμη, φίλε, αδελφέ
Ήσουν της Κεφαλονιάς, και της Ελλάδος  ανεκτίμητο καμάρι δικός μας στυλοβάτης εδώ στα Ξένα 

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης
LikeShow more reactions
Comment

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ευτυχές το νέο έτος 2017



Εύχομαι στους φίλους-ες και αναγνώστες του ΠΥΛΑΡΟΣ  Χρόνια πολλά ο καινούργιος χρόνος να είναι γεμάτος  υγεία!
Ειρήνη στον κόσμο…


Να τα Πούμε;
Όχι,
Μας τα είπαν  άλλοι!
Α!!!

Γαβριήλ


Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Μια Τριανταμία του Δεκέμβρη


Μια τριανταμία του Δεκέμβρη 1955, σαν μια οικογένεια είχαμε όλοι μαζευτεί στο καπνιστήριου του βαποριού, στη μέση του νότιου Ατλαντικού Ωκεανού. Με κάθε κούνημα του πλοίου  από τους εξαεριστήρες των δεξαμενών έβγαινε μια βρώμα σαν καμένη ζάχαρη. Πλημύριζε από βρώμα  το αριστερό πλωριό δωμάτιό μου σε Λίμπερτι τάνκερ, σα να  μου υπενθύμιζε κάθε λίγο και λιγάκι ότι είμαστε φορτωμένοι  Μελάσες, λες και δεν το ήξερα. Πηγαίναμε από Γαλλία για Νέα Ορλεάνη.  
Αυτή την βραδιά στο πέλαγος είχαμε στρωθεί όλοι στο τραπέζι παίζοντας 31 περιμένοντας να αλλάξει ο χρόνος. Και ήταν συνάδελφοι ναυτικοί από όλα τα μέρη της Ελλάδος, Από Κύμη Εύβοια, Κίμωλο, Αστυπάλαια, Ιθάκη, Σύρο, Ύδρα, Πελοπόννησο,   εγώ ήμουν ο μόνος Κεφαλλονίτης. Στις 12 ακριβώς, σταμάτησε το παιχνίδι, έφεραν ποτό και κεράσματα, ο καπετάνιος από την Σύρο κατέβηκε από τη γέφυρα, ευγενικός ήρθε    και μας χαιρέτισε όλους μαζί και τον κάθε ένα μας χωριστά. Με την ευχή: Και του χρόνου στα σπίτια σας.
Ήταν μια ευχή που δεν σήκωνε σκέψη, αν την σκεφτόσουν σε έκανε να κλαις.  
Μια τριανταμία του Δεκέμβρη, 1959 το πλήρωμα του βαποριού όσοι δεν είχαν βάρδια το έστρωσαν στην πόκα. Έπαιζαν με μανία, σα να μην υπήρχε το αύριο. Στον τζόγο χανόταν ο μισθός, όταν τελείωνε κι αυτός έπαιζαν τσιγάρα (κούτες) αυτά που έπαιρναν για την διάρκεια του ταξιδιού. Έπιναν συνέχεια καφέ και κάπνιζαν, βλαστημούσαν κι έλεγαν αν έκανα αυτό ή το άλλο. Φώναζαν και το καμαροτάκι τους σερβίριζε καφέ, άδειαζε τα τασάκια από τα αποτσίγαρα, του έδιναν βιδάνιο.
Κάποτε φθάσαμε στο λιμάνι, Puerto Cortez Honduras ο ήλιος μόλις είχε δύσει φαινόταν στον ορίζοντα οι τελευταίες του αχτίδες. Το πράτιγο μας περίμενε στον μόλο, δόθηκε ελεύθερη επικοινωνία, έτρεξα να ετοιμάσω το τραπέζι για τα μεσάνυχτα ώστε  πάνω στην αλλαγή του χρόνου να είναι όλα έτοιμα. Έβαλα πιοτό ουίσκι, καρύδια, μύγδαλα, σταφίδες, διάφορα γλυκά.
Τα χαρτόμουτρα έπαιζαν συνέχεια, δεν τους ενδιάφερε τίποτε άλλο.
Με έναν φύλακα του μόλου ήρθε μήνυμα, σε περιμένει το κορίτσι στην πύλη.   Απίστευτο δεν το περίμενα. Φτιάχτηκε μια παρέα από 6 άτομα, ο ένας ο Κίλγορ με την  γυναίκα του, αυτός είχε και ταξί, ο άλλος ένας Λιβανέζος με κατάστημα ρούχων, παλιός γνωστός μου, ακόμα και ένας Ληξουριότης Σπύρος  Αραβαντινός που είχε μείνει πράτιγος από άλλο βαπόρι. Στην αρχή πήγαμε κι αγοράσαμε κροτίδες για τα μεσάνυχτα, μετά πήγαμε για ποτό, αλλάξαμε στέκι, πήγαμε για χορό, τα μεσάνυχτα ξεχύθηκε ο κόσμος στους δρόμους, τα βαπόρια σφύριζαν, εμείς βγήκαμε στο δρόμο και βάλαμε φωτιά στα πυροτεχνήματα, ένα  έσκασε στα χέρια μου.
Ξενυχτίσαμε σαν ξημέρωσε έπρεπε όμως να πάω για δουλειά στο βαπόρι θα ψέναμε το πρωτοχρονιάτικο γεύμα.
Τα χαρτόμουτρα ακίνητα εκεί στο καπνιστήριο ακόμα έπαιζαν πόκα. 
Μια τριανταμία του Δεκέμβρη2010, εδώ στην Νέα Υόρκη, βάλαμε στο πικάπ παλιά τραγούδια της εποχής της νιότης μας μαζί όλη η οικογένεια, οι νεότεροι μας άφησαν να θυμηθούμε τα παλιά, τραγουδώντας πίνοντας με κέφι ξαναζήσαμε τις ρομαντικές στιγμές, αυτές που μας γέμιζαν την ζωή τότε που όλα ήταν σαν όνειρο, καθώς ξημέρωνε η πρώτη του Γενάρη καταλάβαμε ότι το όνειρο μας εξακολουθεί να υπάρχει  εδώ στην ΝΥ.      
Μια τριανταμία του Δεκέμβρη εδώ στην Ν.Υ.  γιορτάσαμε με ορχήστρα «Μαριάτσι» 2013
Σήμερα τριανταμία του Δεκέμβρη 2016 εξακολουθούμε να εορτάζουμε όπως τα παλιά κουτσοπίνοντας με μεζεδάκια ακούγοντας μουσική,  μαζεμένοι όλοι μαζί  στο σπίτι περιμένοντας να δούμε απ’ την τηλεόραση  την σφαίρα του χρόνου να πέφτει απ’ το Times Square, in New York city, για ν’ ανοίξουμε την Σαμπάνια και να ευχηθούμε ο ένας τον άλλο Ευτυχές το νέον έτος 2017… έτσι όπως κάνουμε κάθε χρόνο ένα οικογενειακό καλωσόρισμα του καινούργιου!!!   

  
Γαβριήλ Παναγιωσούλης