Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Παλιές γειτονιές της Νέας Υόρκης

             Παλιές γειτονιές, Νέας Υόρκης.
                        Οι ξέμπαρκοι ναυτικοί…
Ένας δικός μας ναυτικός χόρευε Ζεϊμπέκικο, μερακλωμένος  ακούγοντας αυτά τα ευγενή  άσματα, «Ο Χάρος την πόρτα μου κτυπά, Χτύπα κι εσύ καμπάνα...»   Μετά  μια κοπελιά δεν φαινόταν και πολύ νέα  χόρευε τον χορό της κοιλιάς, κρατώντας ένα μαντήλι που το περνούσε πάνω από το κεφάλι της, το κατέβαζε  στην πλάτη, στο στήθος, μετά σταματούσε και κουνιόταν μπροστά μας. Μερικοί πέταγαν  ‘χαρτούρα’ πράσινη= δολάρια.      
Οι άντρες στα γύρω τραπέζια αναστέναζαν, νοσταλγούσαν, δάκρυζαν, ναυτικοί σκαστοί από βαπόρια, μετανάστες  που ζούσαν απ’ τα ζάρια και τ’ άλογα, τυχοδιώκτες,  ξέμπαρκοι  ναυτικοί, αποτυχημένοι φοιτητές, επιτυχημένοι μπίζνες μεν, όλοι αυτοί μαζευόταν στην 8η Λεωφόρο και 29 δρόμοι της Νέας Υόρκης. Μέσα απ’ τους καπνούς των τσιγάρων μια φωνή ακούστηκε, Ζήτω η Ελλάδα Η επιγραφή του κέντρου μονολεκτική, ένα χρώμα ροζ-πορτοκαλί με κόκκινο σε μαύρο φόντο:  «ΒΡΕΤΑΝΙΑ».
Και μετά τον χορό και το τραγούδι ερχόταν στο τραπέζι μας, τι θα πιει το κορίτσι, ρωτάγαμε με ελληνικό φιλότιμο, λέγαμε ένα ακόμα Αχ! Βαχ! Και καθόμαστε μέχρι τις μεγάλες ώρες.
Αχ αυτή η έρημη η θάλασσα, που μας έφερε,  μάλλον αυτή η αλλόκοτη πατρίδα, μια πατρίδα που δεν είχα γνωρίσει στην Ελλάδα, αλλά εδώ την γνώρισα, μου  είπαν αυτή είναι η μάνα μας Ελλάδα, την συντρόφευαν ο χορός της κοιλιάς, και τα αμάν! Αμάν!   .

Απέναντι στη γωνία το μπαρ του Κονταράτου, εκεί έπινες στα όρθια ή  σε σκαμπό, τριγύρω σου μαζευόταν κάθε καρυδιάς καρύδι που λένε, μυστικοί αστυνομικοί, πρεζάκηδες, ναυτικοί, γειτονοπούλες,  πεταλούδες την νύχτας,  παρίσταναν τις πελάτισσες του μπαρ, δεν δεχόταν συζήτηση εκτός αν σε σύστηνε κάποιος  σαν έμπιστο  φίλο. Όλοι τους περιφέρονταν σαν γύπες γύρω από τους ναυτικούς, αυτούς που είχαν άδεια  κυνηγούσαν οι γυναίκες της νύχτας, τους λαθραίους  οι μυστικοί.  

Και την άλλη μέρα  μετράγαμε πόσα μας έχουν απομείνει, ψάχναμε για μπάρκο στα γραφεία της γειτονιάς του κάτω Μπροντγουέϊ και Γουόλ Στριτ. Κτυπώντας πόρτες, οπουδήποτε έγραφε ναυτιλιακή εταιρία, προσφέροντας τον εαυτόν μας, λέγοντας στις γραμματείς ‘ψάχνω για δουλειά’ άσε που οι εταιρίες τοιχοκολλούσαν στα ξενοδοχεία του τότε, αν χρειαζόταν ναυτικούς.
Έτσι οι στιγμιαίες παρέες των φίλων ξέμπαρκων ναυτικών, χώριζαν αναλόγως τα ταξίδια των  βαποριών, για να μην ιδωθούν ποτέ πια,  άλλος πήγαινε για Ιαπωνία, άλλος για Ινδία, άλλος για Κούβα, άλλος για Ευρώπη. 
Όμως οι αναμνήσεις δεν φεύγουν, είναι εκεί γραμμένες με το ανεξίτηλο μελάνι, στο παιδικό μυαλό,  αυτό της κοινής μας προέλευσης σε μια  πάλη της επιβίωσης σε αλλότριες  ξένες χώρες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης     

  


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Ματωμένος Γάμος

                              Στιγμιότυπο μιας περασμένης ζωής.
                              Εποχή αμέσως μετά τον πόλεμο

Ματωμένος γάμος,  στην Πύλαρο,  όχι δεν αντιγράφω το θεατρικό έργο  Bodas de Sangre του  Federico García  Lorca

Στο  χωριό ετοιμαζόταν να τελέσουν και να γλεντήσουν τον γάμο που καθυστερούσε μέχρι να φύγουν  οι κατακτητές. Φεύγοντας είχαν αφήσει ολόκληρες βουνοκορφές γεμάτες πυρομαχικά, του ηττημένου Ιταλικού στρατού. Οι χωριανοί τρέξανε και γέμισαν τα σπίτια τους χειροβομβίδες, καραμπίνες μπαρούτι, ακόμη και κράνη στρατιωτών, μπαλάσκες δερμάτινες κάνανε πέδιλα. 
     
Μια Πέμπτη με είχαν καλέσει στα προικιά  (Στρώματα) στο σπίτι όπου θα γινόταν ο γάμος, κάποιος με έσπρωξε κι έπεσα  πάνω στο νυφικό στρώμα, ήταν  αυτό που θα περνούσαν οι νεόνυμφοι  την πρώτη νύχτα του γάμου.   Πάνω  στα στρώματα πέταγαν ή κέρματα ή γλυκά, εκεί πέταξαν κι εμένα για το γούρι, να αποκτήσουν σερνικό. (Έθιμο του τόπου μας)   πάντως δεν άγγιξα τίποτα, από αυτά τα άψυχα  που έριχναν οι καλεσμένοι. 
Την Κυριακή φώναξαν τον παπά στο σπίτι όπου τέλεσε το μυστήριο του γάμου. Μια που με είχαν καλέσει στα προικιά,  ήμουν και στο γάμο.
Μετά απ’ την ανταλλαγή στεφάνων το Ησαΐα χόρευε και το η γυνή να φοβάται τον άνδρα, το πάτημα του ποδιού απ’ την νύφη, θυμάμαι είχα μπει στην σάλα και παρακολουθούσα το μυστήριο,  κατά το έθιμο άρχισαν τα σμπάρα στην αυλή του σπιτιού με  αραβίδες ιταλικές, οι χειροβομβίδες, έπεφταν η μια πίσω απ την άλλη, αυτές τις πέταγαν λίγο πιο μακριά στον κήπο, ήταν αυτές οι επονομαζόμενες κουκουνάρες απομεινάρια του Ιταλικού στρατού, «οι χωρικοί τις άδειαζαν και τις χρησιμοποιούσαν για ταμπακέρα να βάνουν ταμπάκο και να στρίβουν τσιγάρο.  
Δυο  από αυτές δεν έσκασαν, έστειλαν ένα παιδί  να κάνει λάκκο και να τις χώσει, άνοιξε έναν λάκκο τις πήρε μ’ ένα φτυάρι,  τότε έσκασαν του έβγαλαν το ένα μάτι, λαβώθηκε στα χέρια,  πιτσιλιές από αίμα έβαψε την στιγμή,  η γιαγιά σχεδόν τυφλή  ούρλιαζε απ’ το κρεβάτι της, πανικός δημιουργήθηκε, όλοι φώναζαν έτρεχαν,  δεν είχαν ακόμη αρχίσει να σερβίρουν φαγητό, είδα ότι η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου, δεν μου έδινε κανένας σημασία    έφυγα χωρίς να προλάβω να φάω κάτι, μετά πήγα σπίτι κι έκλαιγα,  η θεια μου με παρηγόρησε μούκοψε μια φέτα ξερή μπομπότα, και την τηγάνισα με λάδι σε ένα παλιό μπακιρένιο τηγάνι όπου ήταν κατάμαυρο απ’ την γάνα, αυτήν που έβγαναν τα ξύλα, όπου πολλές φορές την χρησιμοποιούσαν και σαν βερνίκι για να βάψουν την βακέτα από παπούτσια όποιος τυχερός είχε.

Σήμερα  στο χωριό δεν υπάρχουν άνθρωποι, χάθηκαν, έφυγαν,  σκόρπισαν, οι παιδικές αναμνήσεις δεν πρέπει να χαθούν, είναι  μαρτυρίες, η ιστορία του τόπου μας, είναι η πηγή της οδύσσειας μας, μα και μια από τις  αιτίες της σημερινής ερημιάς… 
                                            Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Το καλοκαίρι που πέρασε.

Το  Καλοκαίρι που πέρασε!!!


Πέρασε  και τούτο τα καλοκαίρι του 2016, ένα από τα καλύτερά μας μια που είμαστε στην Ελλάδα Πύλαρος Κεφαλονιά κοντά δυο μήνες από όπου και οι φωτογραφίες. Θα μας μείνει αξέχαστο…


Την  πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη εφέτος είναι στις 5 του μηνός  εορτάζεται εδώ η Labor Day  (κάτι σαν την δική μας πρωτομαγιά)  τα σχολεία ανοίγουν την επόμενη ημέρα Τρίτη όπου μπαίνουμε πλέον σε χειμερινό ωράριο εργασίας. Τούτη την χρονιά ο καιρός κάνει τα δικά του κόλπα ένεκα του κυκλώνα που περιμένουν ότι θα περάσει ξυστά από την Νέα Υόρκη. Περιμένουν βροχή αέρα, μια χειμωνιάτικη κακοκαιρία, κάτι που κολλάει και στις ψυχές των ανθρώπων…

Για εμάς άρχισε ο Χειμώνας, (μεταφορικός)  όχι μόνο ένεκα του καιρού αλλά γιατί μας λείπει τόσο η Ελλάδα, η χώρα που γεννήθηκα, η χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, που κοκκινίζει η σταφυλή και θάλλει η ελαία…
 
Και είναι τόσο μακριά μας…

Εύχομαι και του χρόνου!!! 
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Με τον ερχομό του Σεπτέμβρη



Στέρεψε η πηγή της έμπνευσης, ο νους έβαλε φραγμό στις σκέψεις σου, το σύστημα απάνθρωπο καταπιεστικό, σε συνθλίβει, κάτω από δικά του παράλογα αιτήματα για το πώς να κυκλοφορείς, να ζεις, αισθάνεσαι σα να πληρώνεις χαράτσι με το μόνο δικαίωμα να φέρεις το κεφάλι σου όρθιο πάνω στους ώμους σου.
Πως μπορείς να τα βάλεις με το σύστημα  όπου κάθε σου διαμαρτυρία, κάθε σου λογική ερώτηση  εκλαμβάνεται ως ανυπακοή στην μαζική σκέψη;
Και όμως όταν ήσουν νέος πλήρωσες ακριβά την άγνοιά σου η οποία συμβάδιζε  με την αθωότητά σου, τώρα που μέστωσες το σύστημα  σε ανέχεται σαν κάτι περιττό που δεν θα έπρεπε να υπάρχεις
Καταλαβαίνω ότι τα κατεστημένα δεν θέλουν ανθρώπους αλλά πρόβατα.


Αυτά για σήμερα


Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη



Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Η ΦΩΝΗ

                                                   
                                                  Η ΦΩΝΗ

-Μα τι ήρθες να κάνεις; Τώρα πια γέρος, δεν υπάρχει τίποτε από αυτά που άφησες, όλα άλλαξαν ακόμα και τα φαγητά, γύρισα να δω ποιος ήταν αλλά δεν είδα, 
-Μα δεν ήρθα,   απήντησα, στην φωνή.
-Με έφερε η ορμή, αυτή που είναι δεμένη με τον ομφάλιο λώρο, αυτόν που πέταξαν στην γη όταν γεννήθηκα, ξέρεις είναι σαν το κύμα της θάλασσας  σε αρπάζει και σε πηγαίνει όπου θέλει αυτό, αν πας κόντρα σε πνίγει, έρχεσαι προσκυνάς το χώμα, ονειροβατείς την παιδική σου ηλικία, μετά συνέρχεσαι και  φεύγεις  …
-Α! ώστε έτσι.
-Και δεν μου λες τα τόσα χρόνια που λείπεις τι κέρδισες;
-Άκουσα που σε φώναξε ένας δημόσιος υπάλληλος, αυτός που καθόταν στο γκισέ του,
-‘Μα μες το καλοκαίρι ήρθε και αυτός ο  «ανθρωπάκος» να βρει άκρη, εδώ γίνεται χαμός!  
-Μα   αυτό ακριβώς κέρδισα  εκεί που ζω, δεν με φωνάζουν ανθρωπάκο, αλλά Σερ!!!

-Α! -Και δεν μου λες εσύ που με ρωτάς ποιος είσαι;
Τόλμησα να ρωτήσω;
-Είμαι το βουνό αυτό που φύλαξε τον  αντίλαλο  της τότε παιδικής φωνής σου, δεν σε ξέχασα σε περίμενα…
Σε μια στιγμή κοντοστάθηκα, δάκρυσα, η αμφιβολία της συνείδησης   μου με έπνιγε,  όμως έκλεισα τις σκέψεις λες και είχα το καβούκι του κοχλία…  
-Προσκύνησα  το χώμα,  πήρα μαζί μου τις αναμνήσεις μου, ευχήθηκα στον εαυτόν μου και του χρόνου νάμαστε καλά πήρα το δισάκι μου στον ώμο μπαρκάρισα στο κίτρινο βαπόρι που έβαλε πλώρη για την μεγάλη στεριά και νάμαι πάλι εδώ στο σήμερα,   εν αναμονή για το αύριο, για τον επόμενο χρόνο με το καλό.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


    

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Καλό καλοκαίρι!

    


                            Καλό Καλοκαίρι!


                              Από μια Ελλάδα που έφυγε!

Ήρθες, ήρθες καλοκαίρι κι ο Θεός πολλά, με το άγιο του το χέρι σκόρπισα καλά…
Στις μυρτιές κρυμμένα αηδόνια τραγουδούν γλυκά και πετούν τα χελιδόνια με ελαφρά πτερά…


Αυτό το τραγούδι μας το έμαθε ο δάσκαλος στο δημοτικό…



Έτσι λοιπόν κι εγώ φίλοι μου, αλλά ξέχασα το εγώ πάει έσβησε το έφαγε το εμείς, θα προσπαθήσουμε να απολαύσουμε όλα αυτά τα καλά που έσπειρε ο Θεός για το καλοκαίρι, μαζί με το κελάϊδισμα των πουλιών και οτιδήποτε άλλο προκύψει!!!

Εκεί στην άκρη του χωριού
Που ο μύλος μας γοργά γυρνά
Εκεί είναι και το φτωχικό,
Το  σπίτι μου το πατρικό

Εκεί πρωτάνοιξα  στο φως
Τα  μάτια μου και την χαρά
Και είμαι σαν ένας αδελφός
Με  τα’ άλλα του  χωριού παιδιά …



Τραγούδι του σχολείου, τότε που η ζωή ήταν μια αθώα λευκή περιστερά, δεν θυμάμαι τον συγγραφέα    
              Να έχετε ένα όμορφο καλοκαίρι!!!


                                          Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Welcome of Summer 2016

Saturday night, 11/June/2016






Μα συγκέντρωση φίλων της ΠΑΡΕΑΣ εδώ στην Νέα Υόρκη για να υποδεχθούμε το καλοκαίρι, επίσης και να ευχηθούμε καλές καλοκαιρινές διακοπές, ο κάθε ένας μας όπου έχει  προτίμηση ή όπου έχει προσχεδιάσει,  σε όποιο  μέρος του πλανήτη τραβά η ψυχή του!!!  Προβλέπω ότι το φθινόπωρο θα είναι η επόμενη συνάντηση μας.



Our  best wishes for a nice summer vacation wherever you go, even if you stay in the city.
Gabriel & Hortence

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

   

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Η Βεντερούγα!

Μια Κεφαλλονίτικη ιστορία   από τα πέτρινα χρόνια,  της κατοχής.
Πιστεύω και παραδόσεις, που στην ανάγκη ξαναζωντανευουν...

Η ΒΕΝΤΕΡΟΥΓΑ                                (Ραχίτιδα)

Οι αρρώστιες, η μια έφευγε η άλλη ερχόταν.  Το εξασθενισμένο από την αβιταμίνωση σώμα του παιδιού, το κιτρινισμένο πρόσωπό του, οι πρησμένοι αδένες του κάτω απ τις μασχάλες του, το άνοιγμα της μύτης (σπόρισμα) οι πόνοι στην πλάτη  και στα πόδια  τον κρατούσαν ακίνητο, ξαπλωμένο στο αχυρένιο στρώμα ολόκληρες μέρες.
Η εντριβή με ακάθαρτο πετρέλαιο, ή με λάδι τα μόνα φάρμακα που υπήρχαν- δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα. Η μάνα του ανησύχησε, έκανε συμβούλιο με την θεια, φώναξαν την ξαδέλφη τους την Ελένη από το πέρα χωριό για μια ακόμη γνώμη.
Ξέρω τους είπε αυτή μια γριά από το άλλο χωριό όπου γνωρίζει από ξόρκια αν θέλετε να πάμε. Ανησυχώ για αυτούς τους πόνους στην πλάτη είπε η μάνα μην αφήσουμε το παιδί να καμπουριάσει όπως τόπαθε η κόρη του τάδε που δεν την πήγαν πουθενά και καμπούριασε.
 Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησαν για το πέρα χωριό. Μια αυλή στρωμένη με χώμα, περιφραγμένη με ξερά κλαριά πουρναριού έκρυβε ένα καφετί σπιτάκι, κάτι σαν παράγκα σκεπασμένη με κεραμίδια.
-Μανταλένα, έ Μανταλένα άνοιξε να σου πω κάτι, εγώ είμαι η Ελένη.
Θόρυβος απαλός ακούστηκε από το μέρος της αυλής σα να σερνόταν φίδι, τράβηξε στην άκρη ένα ξερόκλαδο και παρουσιάστηκε μια συμπαθητική γερόντισσα, με το άχρωμο απ την πολυκαιρία τσεμπέρι της, ριγμένο ατημέλητα πάνω στα χιονάτα μαλλιά της.
Ένα μπαστούνι που ήταν κομμένο από κλαρί δένδρου ήταν το στήριγμά της, δικό της και των χρόνων που κουβαλούσε στην πλάτη της.
Η Ελένη της εξήγησε το και το, πρέπει να εξετάσεις το παιδί.
Αυτή έπιασε το παιδί απ το χέρι το τράβηξε μέσα κι έκλεισε την πόρτα
Εσείς περιμένετε είπε.
Γδύσου από τη μέση και πάνω είπε, άρχισε να πασπατεύει την πλάτη αλείφοντάς την με λάδι,  από το καντήλι  μονολογώντας   κάτι ακαταλαβίστικα τροπάρια:
(Αντιγραφή  από το φοβερό βιβλίο του Αγγελοδιονύση Δεμπόνου κάποια στοιχεία για την "βεντεούγα", την κήφωση ή σκολίωση , όπως την αναφέρει)

 "......"Κρατώντας στο χέρι μαχαίρι μαυρομάνικο, που το έχουμε στραμμένο προς τον άρρωστο , λέμε το ακόλουθο ξόρκι...

(Σε ορκίζω , σε ξορκίζω, πράμα ακάθαρτο, αν είσαι στο μεντούλι, να έβγεις στο κόκκαλο, αν είσαι στο κόκκαλο , να έβγεις στο κρέας. αν είσαι στο κρεάς να έβγεις στο πετσί. Και αν είσαι στο πετσί, να βγεις από το βαπτισμένο , μυρωμένο κορμί του (της).....")

 Έριξε στα κούτσουρα στην φωτιά κάτι βότανα, μια μυρωδιά εξωτική σαν καμένη δάφνη ή λεβάντα γέμισε το δωμάτιο.
Το παιδί νόμισε ότι έβλεπε μια μάγισσα που θα καβάλαγε την ιπτάμενη σκούπα.

Μη πεις σε κανένα τίποτα από ότι είδες και άκουσες είπε. Θα έρχεσαι εδώ για 7 μέρες για να γίνεις καλά.
Βγήκε έξω, κάλεσε τις γυναίκες και αποφάνθηκε:
Το παιδί έχει τη βεντερούγα. Πρέπει να κάνει για 40 μέρες νηστεία , να μην τρώει τίποτα θηλυκό   ούτε κρέας από γίδα, ούτε κότα,   ούτε σαρδέλες και όταν τελειώσουν οι 40 μέρες θα γίνει καλά.
Η γριά κάτι θα ξέρει είπε η           Ελένη,
Η μάνα έμεινε εμβρόντητη μην πιστεύοντας στα αυτιά της.
Η θεια είπε:
Πάμε ήλιε μου σπίτι μας,
Το παιδί ρώτησε μα υπάρχουν θηλυκά χόρτα; Αφού μόνο αυτά τρώμε.
Η     Θεια δεν του απάντησε μόνο έστριψε το κεφάλι της για να μην δει τα δάκρυά της…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Φεύγω!!!

                                                                ΦΕΥΓΩ

Πρέπει να φύγεις, στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλληνίας δεν  υπάρχει μέλλον.
Μα γιατί; Άσε τουλάχιστον να μεγαλώσω;
Τότε θα είναι αργά.
Που να πάω;
Σε  άλλη γη,  σε άλλα μέρη, εκεί όπου γεννώνται τα παραμύθια, αυτά που άκουγες μικρός. Έχουμε αποδείξεις κοίτα και μόνος σου πόσο καλοθρεμμένοι είναι αυτοί που έρχονται απ’ έξω;
 Πως θα πάω;
Καβάλα στη θάλασσα.
Ώστε έτσι ε! τότε να φύγω. 
Η θεια μου πετάχτηκε από μια γωνιά.  Και να  μας γυρίσεις πλούσιος. 
Στα πρώτα μου  βήματα μόνος έκλαιγα κρυφά, κάποιος με είδε με μαρτύρησε. Απόρησαν!!  με ρώτησαν γιατί έκλαιγα;


                                             *
Φεύγω, γεια σας.
Που πας;
Μα στη γη της επαγγελίας.
Όχι μην φύγεις, μην πας είναι όλα ψεύτικα, θα το μετανιώσεις. Μάρτυράς  μου  μια γλάστρα με βασιλικό μας έστελνε μια θεϊκή μυρωδιά, μέσα απ τη φτωχική αυλή, του φίλου απ τ’ Άγραφα, κάπου στην Καλλιθέα.

Μα μου έχουν πει να κυνηγώ το  μονοπάτι του ήλιου μόλις φτάσει στη δύση του εκεί θα βρω μια πλούσια ζωή.

Κι έφυγα!!! 
                                                            Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Memorial Day!

Η τελευταία Δευτέρα του Μάη κάθε χρόνο εορτάζεται εδώ στις ΗΠΑ  το Memorial day ή μέρα μνήμης που τιμούν τους πεσόντες, αρχίζοντας από τον Αμερικανικό εμφύλιο και    στους διάφορους άλλους  πολέμους.  

Επίσης  είναι και η ημέρα όπου ανοίγουν οι πλαζ για κολύμπι, ή με άλλα λόγια αρχίζει  η περίοδος του καλοκαιριού.

Πάντα είναι τριήμερη αργία, ο κόσμος ξεχύνεται στα πάρκα ή στις αυλές των σπιτιών με barbecue ένα καλωσόρισμα του καλοκαιριού! Από όπου και η φωτογραφίες. 
   
              Κλείνοντας σας εύχομαι εκτός από καλή εβδομάδα μα και καλό μήνα Ιούνιο.


                                         Γαβριήλ Παναγιωσούλης