Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Ευχάριστη έκπληξη, στη χώρα που γεννήθηκα:

Οι Φωτογραφίες από την βράβευση του βιβλίου "Αχ Νάξερα," στο Hotel King George Plaza
o Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ο κ. Ψυχογιός, ο κ. Π. Τρανούλης, η παρουσιάστρια... Οκτ. 2003
Στις πιο κάτω φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλαρο Κεφαλληνίας, Αύγουστος 2004
Ζητώ την κατανόησή σας, που καταγίνομαι στα κείμενά μου με θέματα δικής μου βιωματικής πρωτοτυπίας (originality).

Η ζωή στη Νέα Υόρκη μια τυποποιημένη ρουτίνα που σπάνια αλλάζει. Ευχαρίστησή μου το χόμπι μου, το οποίο είναι η γραφή. .
Πάντοτε έκλεβα κι ακόμα κλέβω χρόνο για να γράφω.
Έγραφα, έγραφα, έγραφα σε υπολογιστή κι αποτύπωνα σκέψεις ιδέες βιώματα συμβάντα τα τύπωνα σε σελίδες, όταν δεν μου άρεσαν μετάνιωνα, άλλαζα γνώμη, τα κοσκίνιζα, τελικά τις έσχιζα, τις πέταγα στα σκουπίδια.
Πολλές από αυτές τις σελίδες τις φύλαγα, ε! λοιπόν αυτές φύλαγα κατέληξαν σε εκδότη στην Αθήνα. Πήραν την φόρμα βιβλίου.

Έτσι έπεσα από τα σύννεφα όταν με πήραν τηλέφωνο από την Αθήνα ότι το βιβλίο μου (Αχ Νάξερα) ήταν ένα από τα καλλίτερα στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πνευματικής Εστίας Τρανούλη που το είχαν στείλει, και ίσως να έπαιρνε και βραβείο. Θα ήταν τέλη Σεπτεμβρίου 2003
Θα έπρεπε λοιπόν να ετοιμαστώ αν με φωνάξουν να ταξιδέψω. Στην αρχή δεν το πίστεψα, παραμύθια είπα, ποιος με ξέρει εμένα, όταν όμως έλαβα και πρόσκληση να παραστώ στην απονομή των Λογοτεχνικών βραβείων στο Ξενοδοχείο King George Plaza, την 19 Οκτωβρίου 2003 ώρα 6 το απόγευμα, άρχισα να το παίρνω στα σοβαρά. .
Όλα αυτά μου φαινόταν σαν παραμύθι, απίστευτα, μάλιστα θυμάμαι τους πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ και τους ρωτούσα που να είναι αυτό το ξενοδοχείο κλπ. Μα στην πλατεία Συντάγματος.

Εν τέλει αποφάσισα και ταξίδεψα στην Ελλάδα, φίλος με φιλοξένησε στην Γλυφάδα. Θα συναντούσα έναν άγνωστος κόσμο δια εμένα και όχι μόνο αλλά είχα και στην καρδιά μου μια αμφιβολία, ποιος άραγε να ήταν ο τυχερός της βράβευσης; Κρατούσαν τα ονόματα μυστικά. Μπήκα λοιπόν δειλά, δειλά στην αίθουσα, του King George Plaza, εκεί συνάντησα τον εκδότη μου, κάθισα από δεξιά σε μια καρέκλα, ήρθαν και με χαιρέτισαν, μου συστηνόταν διάφορες κυρίες συγγραφείς που για πρώτη μου φορά έβλεπα, καθώς και ο κ. Τρανούλης, είχα ειδοποιήσει και μερικούς γνωστούς όπως και την κ. Βάνα Κοντομέρκου η οποία ήταν στην Αθήνα, αλλά η ένταση με σκότωνε.
Ο εκδότης μου Σωτήρης Νικολόπουλος του Β. Κυριακίδη κι αυτός δεν ήταν σίγουρος για τίποτα, καθόταν στο ακροατήριο.
Μας φώναξαν στο βάθρο ονομαστικώς πρώτος από δεξιά η αφεντιά μου, δίπλα μου ο κ. ψυχογιός εκδότης, ο κ. Τρανούλης, και μια δεσποινίς η οποία ανακοίνωνε τα καθέκαστα, αργότερα κάθισαν οι συγγραφείς κυρίες των επαίνων. Από την έντασή μου δεν θυμούμαι διάβασαν κολακευτικές κριτικές για το βιβλίο μου, γενικά ήμουν σε μια υπερένταση μέχρι που έτσι σαν αντίλαλος από το υπερπέραν έφτασε στα αυτιά μου η φωνή της δεσποινίδος:
Αλλά καλύτερα να αντιγράψω την είδηση από το Βιβλιοχαρτοπωλικό ΒΗΜΑ σελίδα 31 Οκτώβρης 2003.
Από τα 100 υποψήφια βιβλία διακρίθηκαν και προτάθηκαν πέντε και από αυτά το Α! ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ 2003 πήρε με τον τίτλο «Αχ Νάξερα…» του Γαβριήλ Παναγιωσούλη των εκδόσεων «Β. Κυριακίδης.» Βραβεύτηκε επίσης για τη μετάφραση από τα Γερμανικά της Μαρίας και Ελένης Παξινού το βιβλίο «Άλι και Νινώ» του εβραίου συγγραφέα Κουρμπάν Σαΐντ των εκδόσεων «ΨΥΧΟΓΙΟΣ». Έπαινοι δόθηκαν στα βιβλία:
«Τα απαγορευμένα θα τα λέμε τη νύχτα» της Μάγδας Πίκη. (Εκδόσεις Φυτράκη)
«Ο άγγελος της στάχτης» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου. (Εκδόσεις Κέρδος)
«Της φωτιάς και της ερημιάς» της Λιλής Μαυροκέφαλου, (Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνης)
Πολλά τα συγχαρητήρια, οι χειραψίες, τα ονόματα των παρισταμένων οι συστάσεις έπεφταν σα βροχή πάνω μου, ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι είναι τόσο δύσκολο να τα συγκρατήσεις. Βεβαίως κατόρθωσα έβγαλα ένα λογύδριο για το οποίο είχα κρατήσει σημειώσεις, κατόπιν προτροπής του εκδότη μου, τι να πω αν ποτέ υπήρχε η περίπτωση να κερδίσω το βραβείο, τους ευχαρίστησα όλους…
Με χαιρέτισε πολύς κόσμος, μάζεψα ένα σωρό συγχαρητήρια, μεταξύ άλλων ήταν και ο Νοε Παρλαβάντζας όπου με προσκάλεσε στην ΕΡΑ και μίλησα την επόμενη μέρα στο (Η φωνή της Ελλάδας) βραχέα, αισθανόμουν ότι κάτι άλλαξε στη ζωή μου, προσπαθούσα να το συνειδητοποιήσω ότι πράγματι ήμουν εγώ ο ίδιος, ο απλός άνθρωπος των λιμανιών, της θάλασσας, εν τέλει τα κατάφερα, κουρασμένος κατά τα μεσάνυχτα γύρισα σπίτι κοιμήθηκα χαρούμενος, ήμουν τόσο ενθουσιασμένος σα να έσπασα το φράγμα του ήχου, μετά από τρεις μέρες αναχώρησα για την Νέα Υόρκη, όπου η ζωή ξανάρχισε να κτυπά στον μονότονο ρυθμό της ρουτίνας, μέσα μου όμως αισθανόμουν ικανοποιημένος, για τη λάμψη μου στον ελληνικό ουρανό, φανταστείτε την τιμή «στον τόπο που γεννήθηκα» σαν διάττοντας αστέρας που ήρθε να σβήσει στην κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη. Εκεί μετά από μερικές μέρες με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη, η οικογένειά μου και φίλοι μου, μου είχαν ετοιμάσει ένα surprise party με φαγητό ποτό και χορό, εκεί αισθάνθηκαμε όλοι μας σαν μια οικογένεια, γλεντήσαμε μέχρι αργά.

Οι φωτογραφίες από την παρουσίαση του βιβλίου μου στην ΠΥΛΑΡΟ το μέρος που γεννήθηκα, Αύγουστος 2004
--------------------------------------------------------
Γλέντι στην Νέα Υόρκη Νοέμβρης 2003






Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Το Τελευταίο Αντιο:


Φωτογραφίες μιας και μοναδικής νεότητας

Τις νύχτες αφουγκραζόμουν τις κορφές των κυμάτων να γλύφουν το σκαρί, μερικά να ξεσπάνε μανιασμένα στην κουβέρτα, ο νωχελικός ρυθμός της μηχανής, το νανούρισμα του λικνίσματος του βαποριού συντρόφευε τις σκέψεις μου, που σαν τρελές ξεχυνόταν απ’ τον νου μου, γέμιζαν την καμπίνα μου, στα πιο παράλογα κι οργιαστικά όνειρα, ανυπομονούσα να φτάσουμε σε λιμάνι.
Θα έτρεχα, θα γλεντούσα, θα μεθούσα, θα έκανα παρέα με όμορφα κορίτσια, θα έφευγα από την αγκαλιά της θάλασσας να πέσω σε γυναικεία, θα χόρευα, θα χόρταινα ο νους μου αγάπη, στοργή, γυναικείο σώμα, ποτό μια αυταπάτη της ευτυχίας. Όταν ξημέρωνε γεμάτος κέφι θα γύριζα στο βαπόρι, με το μαρτύριο να μου κατατρώει τα σωθικά. Γιατί να μην μπορώ να έχει δίπλα μου τη γυναίκα;


Φτάνοντας στο μικρό λιμανάκι Wilmington, North Caroline, βγήκαμε για περίπατο παρέα, λέγαμε και συζητούσαμε να πάμε κάπου σε κάνα μπαρ να πιούμε όταν από κάπου ξεπρόβαλε ένας κύριος, άκουσε που μιλούσαμε ελληνικά.
-Έλληνες είστε παιδιά;
-Μάλιστα Έλληνες.
-Δηλαδή βαπορίσιοι,
-Ναι, μα υπάρχουν έλληνες εδώ;
-Ναι, είμαστε αρκετοί την Κυριακή έχουμε κι έναν γάμο, είστε προσκεκλημένοι, επίσης να έρθετε το βράδυ στην εκκλησία, έχουμε εσπερινό. Να εδώ πιο κάτω είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου
.
Ο Σωκράτης από την Λευκάδα απάντησε καλά ίσως να έρθουμε. Σκεφθήκαμε ίσως να γνωρίζαμε και κανένα κορίτσι. Ο καπετάν Ιωακείμ, που τον είχε αφήσει η γυναίκα του, το είχε μαράζι, ας πάμε, είπε, ας φύγουμε λίγο από την λάσπη.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά, πολλά χρόνια μπήκαμε στον οίκο του Θεού.
Καθίσαμε στη μεσαία γραμμή στο στενόμακρο παγκάκι… Μια βοή κάτι σαν ψίθυρος έφτασε στα αυτιά μας. Βαπορίσιοι θα είναι, δεν βλέπεις τα μούτρα τους; Κοιταχτήκαμε, τους κοίταζαν ύποπτα. Εμείς κοιτάζαμε αχόρταγα τις γυναικείες σιλουέτες που μπαινόβγαιναν. Ρε τι καμπύλες είναι τούτες ψιθύρισε ο Ιωακείμ κάπως δυνατά επειδή ήταν κουφός.
Σιωπή ακούστηκε μια φωνή από πίσω. Αα! ο Σωκράτης έβγαλε μια φωνή, βλέπεις εκεί στην δεξιά μεριά έχουν σε εικόνα ένα ανθρώπινο κεφάλι σε ένα δίσκο; Μα είναι του Αϊ Γιάννη, είπα.
Πω, πω τι φρίκη πάμε να φύγουμε. Φώναξε ο Ιωακείμ, πάμε να βρούμε καμιά μπάρα να πιούμε λιγάκι.
Σούσουρο δημιουργήθηκε. Ησυχία, μα δεν σέβεστε την εκκλησία; Είπε μια γυναικεία φωνή.
Ο παπάς ξερόβηξε και κοίταξε προς το μέρος τους.
Ο Σωκράτης μας τράβηξε απ’ το μανίκι.
Πάμε έξω δεν βλέπεται ότι ο Θεός αυτός είναι διαφορετικός απ’ τον δικό μας;
Πάμε σε μπαρ, ίσως βρούμε και καμιά γυναίκα, είπε ο Ιωακείμ. Καθίσαμε στον πάγκο, παραγγείλαμε μπύρες, κοιτάζαμε αχόρταγα την κοπέλα που σερβίριζε.
Τι άχαρη, τι ανάλατη που είναι η αμερικάνικη ζωής είπε ο Ιωακείμ. Η μουσική έπαιζε καουμπόικους σκοπούς
. Φέρε μας κι άλλες μπύρες είπε ο Σωκράτης, σιγά θα μεθύσεις είπα.
Από τότε που τον άφησε η γυναίκα του ο Ιωακείμ δεν μπορούσε να κάνει χωρίς γυναίκα, στα λιμάνια οι φιλενάδες του ακολουθούσαν το βαπόρι από τη στεριά, τις έφερνε στο σαλόνι μου την σύστηνε με υπερηφάνεια, από εδώ η κυρία Ιωακείμ, θα φάμε μαζί, καμάρωνε.
Την Κυριακή πήγαμε στον γάμο, το πανηγύρι έγινε στην κοινοτική αίθουσα.
Οι ηλικιωμένοι μας αγκάλιασαν, μας τράβαγαν να χορέψουμε, μας φώναζαν οι βαποριέρηδες, εμείς τα μάτια μας στα κορίτσια, δυστυχώς κανένα δεν μας έδωσε σημασία, ναυτικοί βλέπεις, άνθρωποι του υπό-κόσμου. Ήταν από ένα νησί του Αιγαίου νομίζω Ικαρία, ή Δωδεκάνησα. Πικραμένοι φύγαμε, που να πάμε που αλλού παρά στο βαπόρι μας. Με τον καιρό ο καπετάν Ιωακείμ άλλαξε βαπόρι, πήγε καπετάνιος σε άλλο, σε μια φουρτούνα στον βόρειο Ατλαντικό το βαπόρι βυθίστηκε αύτανδρο, νομίζω ήταν γεμάτο ξυλεία.
Παγώσαμε όταν το μάθαμε, ήταν καλός, λογικός άνθρωπος, στην ζωή του, του έλειπε η γυναίκα, ένα βράδυ καθώς πλέαμε στην Καραϊβική ο Σωκράτης μάζεψε κάτι γυναικεία ρούχα, από αυτά που παίρναμε δώρα για τα κορίτσια, τα έπλεξε στεφάνι, έγραψα το όνομα του, το έβαλε πάνω στην κουπαστή ώστε με το λίκνισμα του πλοίου να πέσει μόνο του στην θάλασσα και μαζί φωνάξαμε Αιωνία σου η μνήμη, φίλε μας Ιωακείμ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Στην αρχή δημιουργήθηκε η Στεριά:


Η άγρια φύση της Κεφαλονιάς

Αυτά που έπλασαν τον χαρακτήρα μου, ένα βιωματικό υπόβαθρο της ζωής, μια πληγωμένη πηγή υποσυνείδητου, είναι η αιτία δημιουργίας του λόγου.

Τα κλαριά των δένδρων στάλαζαν υγρό, ήταν από την ομίχλη, αυτή που έβγαζε η μπούκα του Μύρτου και μας καταπλάκωνε την καρδιά. Ερχόταν από την νότια Αδριατική και περνούσε στο Ιόνιο
Οι πέτρες στους λίθινους τοίχους γεμάτες μια πράσινη γλίτσα σαν βελούδο, αυτή που κατά- κάθετε από την υγρασία. Λιγοστό το χώμα κι όπου υπήρχε ήταν άγονο. Οι πετρο-χωματένιοι δρόμοι γεμάτοι λακκούβες βρώμικου νερού. Στις άκρες τους ξεφύτρωναν οι Μαρτιάκοι με τα κίτρινα λουλουδάκια τους, μετά ερχόταν οι παπαρούνες, οι βρούβες, αυτές που εμάζωναν οι κάτοικοι και τις έτρωγαν, τι κι αν τις κατούραγαν οι σκύλοι! Το χαμομήλι άγριο ταπεινά έκανε την εμφάνισή του στις άκρες της χωματένιας αυλής. Οι αμυγδαλιές είχαν ντυθεί στα άσπρα, μια θεϊκή μυρωδιά αγνότητας ξεχυνόταν στον αέρα. Ερχόταν η άνοιξη.
Η μάνα καθάριζε το γυαλί της λάμπας από την κάπνα με ένα αδράχτι που μπροστά είχε δέσει ένα πανί, η νόνα είχε μια ρόκα με μαλλί κι έγνεθε, κάνοντας νήμα μαζεύοντας το στο αδράχτι.
Η θεια κεντούσε πετσετάκια, για το τραπεζάκι της σάλας, με κλωστές μουλινέ και η γειτόνισσα έπλεκε τσουράπια για τον άντρα της όπου ήταν στα βουνά κι έκαιγε καμίνι για κάρβουνα.
Τα μικρά παιδιά έτρεχαν στεφάνι στους χωματένιους δρόμους, τα όρνια πετούσαν, μάλλον έπλεαν στον αέρα κοιτάζοντάς μας. Τα κοράκια μάλωναν αναμεταξύ τους ψάχνοντας να βρουν κάνα ψοφίμι. Στο καναπεδάκι της εισόδου ένα αχυρένιο στρώμα εκεί πάνω του ήταν η φάτνη των ονείρων μου τα βράδια που κοιμόμουν και ήταν τόσο πολλά; Με συντρόφευε του γκιώνη η λυπητερή λαλιά. Μα εκεί στο αχυρένιο στρώμα ξάπλωνα ώρες ακίνητος από πόνους αρθριτικών με αλοιφή πετρελαίου, το μόνο που υπήρχε, έλεγε ο πατέρας φταίει το κλίμα, είναι υγρό.

Τα ποτήρια με το κοίλο χείλος στο κομοδίνο, το πιρούνι δεμένο με βαμβάκι και ποτισμένο με πράσινο οινόπνευμα, η φλόγα που κυνηγούσε τον αέρα από τα ποτήρια της βεντούζας, το δέρμα σου που φούσκωνε σαν αγιοβασιλιάτικη φούσκα, ο λιναρόσπορος ψημένος στο τηγάνι και τοποθετημένος στο στήθος σου επάνω σε ένα μάλλινο ύφασμα που από την αγριάδα γέμιζες εξανθήματα.
Ο γείτονας αυτός που έκαιγε καμίνι ήρθε πρωί, πρωί, ξύπνησε τον πατέρα τον τράβηξε έξω κι άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους. Τα μάτια του κατακόκκινα πετούσαν σπίθες, δάκρυα έτρεχαν για να τις σβήσουν.
Έκανε χειρονομίες εν τέλει φύγανε μαζί. Πήγαν να ειδοποιήσουν την οικογένεια ότι βρήκε τον Βαγγέλη σκοτωμένο, με μια τσεκουριά του είχαν ανοίξει το κεφάλι καθώς κοιμόταν στο χωράφι του για να προστατεύσει τα σπαρτά του, είχε σπείρει φακή. Τα παιδιά χαιρόταν, ευκαιρία να πάρουν τα εξαπτέρυγα θα τους έδιναν χαρτζιλίκι. Ο γάμος είχε προετοιμαστεί, τι κι αν ήταν φυματικός ο γαμπρός, η αγάπη νίκησε. Το γραμμόφωνο το είχαν κουρδίσει και περίμεναν το γλέντι, ένα γλέντι φτωχό φοβισμένο κι όχι μόνο αλλά έσπασε και το κουρδιστήρι του γραμμόφωνου. Κρίμα δεν ακούστηκε τίποτα.
Μετά πέθανε ο γαμπρός, κάψανε τα ιμάτια του για να μην κολλήσουν χτικιό οι υπόλοιποι. Ξέχωσαν κι έκλεψαν τις πατάτες μας από τον κήπο, τα κουνέλια μας χωρούσαν στις τσέπες του κλέφτη, ο παπάς έκανε λιτανείες, διάβαζε προηγιασμένες. Η κυρά Ιφιγένεια ήρθε στη μάνα μου να της ξορκίσει το μουλάρι που τεμπέλιαζε, η μάνα έβαλε τρία σπυριά χοντρό αλάτι στην άκρη της ποδιάς της, με την πιθαμή της μέτρησε την απόσταση…
Η Ακριβού γιάτρευε με ξόρκια όποιον είχε τη βεντερούγα (ραχίτιδα), η Αγγέλα γέννησε κι άλλη κόρη, έτσι είπε η μαμή, συμφορά της, τόσα θηλυκά! Βρήκαν ποντίκια στα πιθάρια με το λάδι, αυτό του αγίου. Το αντάλλαξαν με καλαμπόκι που έφερνα καΐκια απ’ το Ξηρόμερο. Κάποιος είπε ότι στην Αγγλία βρέθηκε το φάρμακο της φυματίωσης, αλλά πολύ αργά ο άνθρωπος πέθανε.
Ο δάσκαλος μας μάθαινε τον εθνικό ύμνο, το στοίχιση και ζύγιση, μας πήγαινε στην εκκλησία όπου λέγαμε το πάτερ ημών, οι αντάρτες κατέβαιναν απ’ τα βουνά, οι χωροφύλακες έβαζαν πολίτες σκοπούς έξω από το κτίριο της χωροφυλακής, κι αυτοί οι ίδιοι κοιμόταν μέσα.

Μετά ήρθε η θάλασσα

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

Ειρηνικός Ωκεανός

Πλέωντας το κανάλι του Παναμά στην Πλώρη.
Όσο μου είναι δυνατόν προσπαθώ να δίνω στις ιστοριούλες μου αυθεντικές "original"στιγμές με φωτογραφίες της εποχής εκείνης, φυσικά μαυρόασπρες.

Τα Θηρία:
Από τη μεριά της θάλασσας φάνηκε ένα μονόξυλο, πλησίασε το βαπόρι ο ψαράς φώναξε ήθελε να μιλήσει με τον Mayordomo, έχω μου λέει ένα ψάρι, το θέλεις να το αγοράσεις; ακόμα και με ανταλλαγή τσιγάρων δέχομαι.
Πήγα στην κουπαστή τι είδος ψάρι; Ένας τεράστιος ροφός. Ναι βεβαίως του λέω. Το έφερε επάνω ζύγιζε 150 λίτρες. Το ξάπλωσα στην κουβέρτα. Γύρω μου μαζεύτηκε το πλήρωμα, ο Μάρκος έβγαλε τα μυωπικά γυαλιά του τα έτριψε πάνω στην ποδιά του, τα ξαναφόρεσε, ξανακοίταξε καλλίτερα το θηρίο κι αποφάνθηκε.
Όχι δεν το καθαρίζω ούτε το μαγειρεύω, αυτό είναι θεριό εξ άλλου δεν το λέει ούτε η σύμβαση.
Το κήτος κειτόταν πάνω στην κουβέρτα του βαποριού ακριβώς κάτω από το σκεπαστό όπου ήταν η σωσίβια λέμβος εκεί όπου δεν το έβλεπε ο ήλιος. Ο αποφανθείς ήταν ο μάγειρας του βαποριού ο Μάρκος Ξαγοράρης από τη Σύρο.
Ρε, του λέω εγώ είδα κι έπαθα να το αγοράσω, το πλήρωσα κι εσύ μου λες ότι δεν το μαγειρεύεις; Εν τέλει πήρα την απόφαση, άστο του λέω θα το αναλάβω εγώ. Πήρα το μαχαίρι και το έγδαρα, έκανα το κρέας του φιλέτο, μετά τα κόκκαλα και το μισό κεφάλι τα κάναμε σούπα, το άλλο μισό κεφάλι το έκανα δώρο στον εφοπλιστή όταν φτάσαμε στη Νέα Υόρκη, ο οποίος το επόμενο ταξίδι ήρθε να μου δώσει τιε ευχαριστίες του, μια σούπα υπέρ-νόστιμη
Μπροστά μας ο απέραντος Ειρηνικός, εμείς με το βαποράκι διπλαρωμένοι στον μόλο ξεφορτώναμε πραμάτεια. Η σκηνή στο λιμάνι του Cutuco, La Unión El Salvador.

Όπως είναι η συνήθεια των ναυτικών όταν το βαπόρι αγκυροβολήσει περιμένοντας την σειρά του για φόρτωση ή ξε-φόρτωση οι περισσότεροι ναυτικοί έχουν μαζί τους καθετή με αγκίστρια και ρίχνουν για ψάρεμα. Όταν ένιωθες να κινείται η καθετή στο δάχτυλό σου, καταλάβαινες ότι τσιμπάει, τράβαγες το χέρι προς τα επάνω ώστε να καρφωθεί το αγκίστρι πιο βαθιά κι έβγανες το ψάρι. Είχαμε λοιπόν φουντάρει στην Tocopilla Χιλή, νότιο ημισφαίριο.
Ο καπετάν Γεράσιμος ανθυποπλοίαρχος ένιωσε κι αυτός το τσίμπημα, αλλά η καθετή του έφευγε από τα χέρια, καταλάβαμε ότι κάτι μεγάλο είχε πιάσει, δεν πρέπει ποτέ να κοντράρεις, όταν στην τραβάει αμόλα και τράβα, αμόλα και τράβα, σιγά, σιγά την έφερε στην επιφάνεια. Τρέξαμε όλοι να δούμε, ένα τεράστιο καλαμάρι θα ήταν περίπου ένα και μισό μέτρο. Ολόκληρο θηρίο.
Αποκλείετε να το φέρουμε πάνω στο βαπόρι, θα σκιζόταν και θα έφευγε.
Κατεβάσαμε με την πρυμνιά μπίγα ένα ανοιχτό βαρέλι πετρελαίου χωρητικότητας 55 γαλονιών, του έκαναν τρύπες από κάτω ώστε να φεύγει το νερό κι έτσι φέραμε το καλαμάρι στην κουβέρτα.
Με μαχαίρι το ανοίξαμε, πήρα ένα κομμάτι και το πέταξα στο ζεστό μαντέμι της κουζίνας, δεν τρωγόταν σκληρό σαν σόλα, ο καπετάν Γεράσιμος Λουκάτος πήρε για ενθύμιο την «ραχοκοκαλιά» του αν μπορεί να λεχθεί έτσι, αυτή που μοιάζει σαν πλαστικό θα την πήγαινε στο Αργοστόλι στην Κεφαλονιά σαν θαλασσινό τρόπαιο του Ειρηνικού Ωκεανού.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Η Αξία μιας Ζωής!

Ζώντας μέσα σε έναν τροπικό παράδεισο, εκεί όπου η αξία της ζωής μετράει με πόσα πράσινα διαθέτεις.
(Η ιστορία αυτή είναι μεγάλη, για έλλειψη χώρου απλώς γράφω τα κυριότερα σημεία.)

Όπως κάθε μεσημέρι έτσι και σήμερα διάβαζα την τοπική εφημερίδα ξαπλωμένος σε μια αιώρα για πιο φρέσκο μια που η ζέστη ήταν ανυπόφορη στο τροπικό αυτό μέρος της Γουατεμάλας. Την μεσημεριάτικη ησυχία διέκοψε η επίσκεψη ενός φίλου μου νεαρού, του Έκτωρ.
Έρχομαι από τον μόλο, ένα βαπόρι της γραμμής άκουσα ότι ζητά πλήρωμα, μια και είσαι γνωστός του καπετάνιου ήθελα να του πεις δυο λέξεις για μένα, ώστε να μπαρκάρω. Πράγματι βρήκα τον καπετάνιο, του μίλησα αμέσως μπαρκάρισε λαδάς στη μηχανή ένα βαπόρι Ντήζελ μικρό γενικού εμπορίου τακτικών γραμμών χρόνο- ναυλωμένο από την United Fruit co. Πέρασε καιρός,
Ο Έκτωρ είχε την βάρδια 12-4, όταν λοιπόν κατέβηκε στη μηχανή να παραλάβει από τον λαδά της 8-12, ο οποίος ήταν κι αυτός από το ίδιο μέρος, παρατήρησε ότι κάτι δεν ήταν εντάξει. Ανέβηκε λοιπόν στο κατάστρωμα πήγε στην πρύμνη στην τραπεζαρία του πληρώματος όπου έτρωγε ο λαδάς μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα και του έκανε την παρατήρηση. Στο τραπέζι πάνω ήταν ένα ολόκληρο καρβέλι ψωμί κι ένα μαχαίρι, κάθε ένας έκοβε όσο ψωμί ήθελε. Ο Έκτωρ είπε ότι είχε να πει, γύρισε προς την πόρτα να φύγει. Ο λαδάς των 8-12 σήκωσε το μαχαίρι και το έστειλε πεταχτό στον Έκτορα. Κάποιος από το πλήρωμα φώναξε, Έκτορα φυλάξου, αυτός γύρισε να δει και το μαχαίρι τον βρήκε στο στήθος στην καρδιά. Ξεψύχησε επιτόπου. Το βαπόρι εν πλω, σημαία Λιβερίας, στο επόμενο λιμάνι θα έπιαναν μετά από τρεις μέρες, ήταν Puerto Cortez, Ονδούρας. Τον έθαψαν στο λιμάνι της Ονδούρας, παρέδωσαν το δολοφόνο στις αρχές πήγε φυλακή. Πατέρας, και μάνα του φίλου μου, έμειναν άφωνοι, ζητούσαν δίκιο εκδίκηση κι ένα αιώνιο γιατί. Εφόσον δεν υπήρχε κατήγορος στην Ονδούρα θα έμενε φυλακή 6 μήνες μετά θα τον έστελναν στην Γουατεμάλα. Όταν το βαπόρι ήρθε στη Γουατεμάλα, έβαλαν δικηγόρο έδωσαν κατάθεση οι μάρτυρες για να το χρησιμοποιήσουν όπου δει. Όταν έμαθαν την ημερομηνία αποφυλάκισης του, πατέρας και μάνα πήγαν στην αστυνομία, στο λιμεναρχείο, σε όλες τις αρμόδιες αρχές. Όλοι τους είπαν για μας δεν έχει συμβεί απολύτως τίποτα. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε όλοι μαζί στο υπουργείο εσωτερικών, να εκθέσουμε την υπόθεση. Πράγματι ξεκίνησε η μάνα, ο πατέρας, μια αδελφή κι εγώ. Στην πρωτεύουσα μια απόσταση 300 χιλιομέτρων. Πήγαμε σε ξενοδοχείο.
Το Palacio Nacional ένα επιβλητικό τριώροφο κτίριο στο κέντρο της πολιτείας, με θολωτές πόρτες και κολώνες σε στυλ Ισπανοϊταλικό με επιρροή αραβικού ρυθμού. Ανεβήκαμε τα πλατιά σκαλοπάτια, στην πόρτα μας σταμάτησαν δυο φρουροί, μας έψαξαν, μας ρώτησαν τι θέλουμε, η μάνα είπε να δούμε τον υπουργό… από το ισόγειο ξεκινούσαν δυο πλατιές κυκλικές σκάλες μια αριστερά μια δεξιά, στην μέση κήπος με λουλούδια, στους τοίχους ζωγραφιές ηρώων του κράτους. Άνθρωποι βιαστικοί με χαρτοφύλακες έτρεχαν προς όλες τις διευθύνσεις, ένας κύριος με γυαλιά που καθόταν σε ένα γραφείο μας ρώτησε:
Τι θέλετε;
Η μάνα απάντησε:
«Θέλουμε να δούμε τον υπουργό,»
«Έχετε ραντεβού;»
«Όχι, αλλά ερχόμαστε από την επαρχία, σκότωσαν τον γιο μου»…
«Περιμένετε εδώ.»
Άνοιξε μια πόρτα κι εξαφανίστηκε. Από την πόρτα βγήκε ένας στρουμπουλός κύριος με γυαλιά.
«Ποιος με ζήτησε» είπε;
Η μάνα σάστισε, έκανε κάτι να πει μπερδεύτηκε, τον λόγο ανάλαβα εγώ.
«Κύριε υπουργέ, σκότωσαν τον γιο της κι έρχεται να ζητήσει δικαιοσύνη, μάθαμε ότι ο δολοφόνος θα αφεθεί ελεύθερος από την Ονδούρα και ζητάμε όταν έρθει στη Γουατεμάλα να συλληφθεί.»
«Μα που έγινε ο φόνος;»
«Εν πλω, σε βαπόρι μέσα.»
«Δηλαδή έξω από την δικαιοδοσία του κράτους.»
«Ναι σε διεθνή νερά.»
«Το σύνταγμα της χώρας μας δεν λέει ότι μπορεί να συλλάβουμε κάποιον όταν αυτός δολοφόνησε άνθρωπο έξω από τα σύνορά μας, να πάτε στην εθνικότητα του πλοίου.»
«Μα αυτό έχει σημαία Λιβερίας.»
«Δεν ξέρω πάντως για εμάς δεν έγινε τίποτα.» Και κουνώντας το δάχτυλό του μου είπε:
«Κι εσύ να προσέχεις πως μιλάς σε έναν υπουργό.»
Κατάπληκτος έψαξα να βρω τι είχα κάνει, α ναι, χρησιμοποίησα τον ενικό σε μια μου συνδιάλεξη αντί του πληθυντικού. Αλήθεια τι έγκλημα!
Ήταν φανερό ότι δεν ήθελαν να αναμιχθούν, εξ άλλου μια παροιμία του λαού λέει: Un indio menos, un pan mas. Ένας Ιθαγενής λιγότερος, ένα ψωμί παραπάνω.
Η λέξη indio εννοεί αυτόχθονα ιθαγενή κάτοικο.
Γυρίσαμε όλοι στην πόλη του λιμανιού, φίλος με βρήκε στην πιάτσα των ταξί, έχω μήνυμα για εσένα μου είπε, θέλει να σε δει ο Σόσα ήξερα ότι ήταν μέλος μιας ακροδεξιάς οργάνωσης και σπιούνος της αστυνομίας.
«Μα καλά χαζοί είσαστε και πάτε στην κυβέρνηση για να βρείτε το δίκιο σας, τη δικαιοσύνη τη δίνω εγώ, θα μου δώσετε $500, τα μισά τώρα και τα άλλα μισά όταν θα βρεθεί πνιγμένος στο ποτάμι ο δολοφόνος.»
Τότε θα αρχίσουμε βεντέτα, είπε ο πατέρας κι όχι μόνο αυτό αλλά δεν θα ξαναφέρουμε τη ζωή του γιού μας. Σε λίγο διάστημα πέθανε ο πατέρας ίσως από τον καημό του, η μάνα τα αδέλφια ξενιτεύτηκαν, ερείπια έμειναν εκεί που υπήρχε ζωή, ο δολοφόνος γύρισε, ήταν παντρεμένος με δυο μικρά παιδιά, άνοιξε μπακάλικο κι ακόμα υπάρχει…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Πλούσιος για ένα Φεγγάρι:

Ακόμα και η Φωτό βγήκε μικρή, αλλά είναι αυθεντική
Είμαστε με το βαπόρι διπλαρωμένοι στο Veracruz México, μια εποχή κοντά στα Χριστούγεννα.
Το φορτίο εποχιακό διάφορα Χριστουγεννιάτικα παιχνίδια, ηλεκτρικές συσκευές, όλα τα αμπάρια γεμάτα αγαθά συσκευασμένα σε κιβώτια.
Βατσιμάνης (Νυκτοφύλακας) ήταν ένας ναύτης ο Αντώνης Κ. από το νησί Μήλο καλό παιδί και φίλος μου.
Τρόμαξα όταν άκουσα να μου χτυπά την πόρτα θα ήταν περίπου μετά τα μεσάνυχτα, πετάχτηκα επάνω, τι τρέχει του λέω;
Έπιασα έναν κλέφτη μέσα στο αμπάρι, του κατέσχεσα ότι είχε κλέψει, αυτός έδωσε ένα πήδημα κι έφυγε, και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Τα έχω βάλει όλα σε μια σακούλα. Για να δούμε τι είναι;
Ήταν αλυσίδες, καδένες, σαν αυτές που κρεμάνε στο λαιμό τους, με μενταγιόν ή σταυρούς. Θέλω μου λέει να με βοηθήσεις να τα κρύψω ώστε να μην τα βρουν πάνω μου.
Ναι του λέω φέρτα να τα βάλουμε στην αποθήκη τροφίμων, εκεί άνοιξα κιβώτια με κονσέρβες από ανανά, αυτά τα κιβώτια τα είχαμε πάρει (κλέψει) από τα αμπάρια το προηγούμενο ταξίδι, μια και στον γυρισμό προς Νέα Υόρκη φορτώναμε ανανάδες σε κονσέρβες. Τα πήραμε έτσι για να τρώμε.
Τα τακτικά μας ταξίδια ήταν Νέα Υόρκη, Progresο Yucatán, Coatzacoalcos, Veracruz, Tampico, και τανάπαλιν. Όλα τα λιμάνια στο Μεξικό. Σε κάθε λιμάνι ξεφορτώναμε κι από λίγα. Άρα κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος που και σε πιο λιμάνι τα έκλεψαν, αν ποτέ έψαχναν.
Το βράδυ πριν ακόμα σκοτεινιάσει, με μια αλυσίδα στην τσέπη, πήγαμε μαζί σε ένα χρυσοχοείο. Του είπαμε θέλουμε να μάθουμε αν είναι χρυσάφι; Την κοίταξε την ψηλάφισε και μας είπε κάτι που είχε τη λέξη όρο, αλλά εμείς δεν καταλάβαμε καλά. Πάντως η λέξη «oro,» όρο= χρυσάφι στα Ισπανικά ηχούσε στα αυτιά μας.
Γυρίσαμε στο βαπόρι και γελούσαν και τ’ αυτιά μας, είμαστε πλούσιοι, έχουμε χρυσάφι μου είπε, ναι λέω αλλά που θα τα πουλήσουμε; Κάναμε εξόδους στην πόλη, πιάσαμε παρέα με κορίτσια με την Judith Nocedal αλληλογραφούσα για πολλά χρόνια, από αυτήν έμαθα για τους κήπους του Xochimilco, το palacio de bellas artes κλπ… χαιρόμαστε υπολογίζοντας τι μας περιμένει, ούτε πιοτά ούτε μπαρ, πρώτη μας φορά συναντήσαμε μαγαζί στην κυριολεξία να πουλά γυναίκες, μόνο αυτό, πλήρωνες την τιμή την έπαιρνες κι έφευγες. Αχ τι φέρνει η αίσθηση του πλούτου!
Προσπαθήσαμε η εντύπωση του πλούτου να μην αλλάξει τίποτε, μόνο αισθανόμαστε μια μικρή ευφορία ότι πιάσαμε την καλή και περιμέναμε ευκαιρία να εμφανισθούμε.
Στη Νέα Υόρκη ερχόταν στο βαπόρι ένα Κεφαλλονίτης μαραγκός-επιπλοποιός ο οποίος έφτιαχνε κάτι έπιπλα για το σαλόνι, παραγγελία της γυναίκας του εφοπλιστή για να έρθει ταξίδι. Αυτόν πλησίασα και του έδωσα μάλιστα και μια αλυσίδα να μάθει την αξία της.
Μετά από δυο μέρες μου την έφερε πίσω, δεν έχει καμιά αξία είναι φαντασία ψεύτικη…
Γκρεμίστηκαν τα όνειρα, αποτέλεσμα μετά από αρκετό χρονικό διάστημα όταν πλέον είχαμε φάει όλους τους ανανάδες πήρα τις αλυσίδες και τις πέταξα στη θάλασσα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Η Τροχιά μιας σφαίρας...



Ένα κομματάκι χωράφι εκεί πίσω από την εκκλησία της Παναγίας της κρήνης, δίπλα από τον λάκκο του νερού που ανάβλυζε από τη γη, ανήκε στην οικογένειά του παππού, ήταν αυτό που είχε κληρονομήσει από τον προ-προ πάππου του, όταν είχαν έρθει πρόσφυγες από την Πάργα όταν την πούλησαν οι Άγγλοι στον Αλή Πασά περίπου 1807. Ήταν ποτισμένο με ιδρώτα των προγόνων του, αυτών που το έλαβαν σαν πληρωμή με την υποχρέωση να καλλιεργούν τα χωράφια της πλούσιας αυτής οικογένειας στα Ποταμιανάτα.

-Η γειτόνισσά μας είχε δυο κατσίκες, από αυτές αγόραζε η μάνα λίγο γάλα, έτσι για να πίνουν τα μικρά. Ο άνδρας της γειτόνισσας μαζί με τα παιδιά του έβγαναν κάρβουνα στο βουνό.
Ο πόλεμος ήταν στο ζενίθ του, ο πατέρας μαζί με έναν άλλο χωριανό είχαν πάει να σκάψουν το χωράφι αυτό, σαν μεσημέριασε η μάνα μας είχε φύγει να τους πάει φαγητό, μπιζέλια με ψωμί σούπα. Στο σπίτι μείναμε μόνοι.
Ξάφνου ακούστηκαν πυροβολισμοί μαζεμένοι, μετά μοναχικοί. Ο κόσμος βγήκε από τα σπίτια του να δει τι τρέχει, εγώ πήγα πάνω στο ανυψωμένο αλώνι της στέρνας και κοίταγα, η γειτόνισσα βγήκε στην αυλή της κι έλεγα : ωχ! Τα παιδιά μου που νάνε άραγε;
Ο μπάρμπας μου που ήταν άρρωστος από φυματίωση κατάλαβε τον κίνδυνο, ανέβηκε στην στέρνα και με πήρε στην αγκαλιά του, με έμπασε μέσα στο σπίτι. Τι είχε συμβεί; Οι Γερμανοί ανέβαιναν από τον κάμπο προς το χωριό, το οποί ο ήταν χτισμένο στην πλαγιά του βουνού, σε υψόμετρο 200 μέτρων, τα καφενεία γεμάτα κόσμο, κάποιος τους είδε και φώναξε, έρχονται Γερμανοί, τότε όλοι τρέξανε να φύγουν, αυτό είδαν οι Γερμανοί και τους έβαλαν στις τουφεκιές
.
Ένας Γερμανός μπροστά από την εκκλησία του Αϊ Δημήτρη σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε απέναντι στα Μαρκάτα. Τα δυο χωριά αυτά τα χωρίζει ένα πλατύ αυλάκι, θα έλεγα μια χαράδρα που παλαιά θα πρέπει να ήταν ποτάμι μια και το έδαφός της είναι γεμάτο γουλιά πέτρες στρογγυλές από αυτές που γλύφει η θάλασσα. Κι όχι μόνο αλλά μια φορά κάθε τόσο σέρνει δηλαδή κατεβάζει νερό απ' τα βουνά και παίρνει σβάρνα ότι βρει μπροστά του όπως τον δρόμο κλπ…
Η σφαίρα βρήκε στην κοιλιά την γειτόνισσα, που είχε βγει στην αυλή της να δει για τα παιδιά της.
Έτρεξαν όλοι την έβαλαν στο κρεβάτι, ο τσαγκάρης του χωριού προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τους γερμανούς, έλεγαν ότι ο Γερμανός ήταν γιατρός, μαζί με τους άλλους χώθηκα κι εγώ στο δωμάτιο, όταν την ξεγύμνωναν να δουν το τραύμα, η γριά Κ… με έπιασε από το αυτί και με έβγαλε έξω. Λέγανε ότι η σφαίρα της είχε τρυπήσει το βασιλικό άντερο.
Δεν υπήρχαν ούτε φάρμακα ούτε γιατρός, έτσι πέθανε η γυναίκα.

Σήμερα έχουν απομείνει ερείπια, κουκουβάγιες λαλούν τη νύχτα, το χωράφι χέρσο, ο λάκκος του νερού άχρηστος ξεχειλίζει, χάνεται, οι άνθρωποι οι περισσότεροι σκορπισμένοι σε τσιμεντουπόλεις.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης