Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Πρωτοχρονιές του Χθες


Πρωτοχρονιές υπάρχουν πολλές αναλόγως σε πια ηλικία βρίσκεται  ο κάθε ένας μας.
Άλλες ήταν χαρούμενες, άλλες λυπημένες, άλλες μοναχικές, άλλες ζευγαρωμένες, άλλες μαγικές και ονειρεμένες, άλλες με σαμπάνια κομφετί και κορδέλες τυλιγμένες, άλλες με κροτίδες σε αγκαλιές και φιλιά πνιγμένες. 
Αυτά ήταν τότε, όπως και να είναι όμως όλες μας οδήγησαν στο πέρασμα του χρόνου, αυτού που κουβαλάμε στην πλάτη μας.

Ο κάθε ένας μας τις ένιωσε σε διαφορετικά πλάτη και μήκη του πλανήτη μας, σε διαφορετικό κλίμα, άλλος πάγωνε απ το κρύο, άλλος έλιωνε απ την ζέστη, άλλος πάλευε να μην τον καταπιούν τα κύματα. 
                                       Παίζοντας πόκα με φίλους ναυτικούς
Άλλος έπαιζε πόκα, άλλος έπινε σε μπαρ, άλλος έψαχνε για φιλενάδα, άλλος έπινε για να ξεχάσει.

Ήταν  όλες πρωτοχρονιές:  Όμως επειδή πέρασαν τα χρόνια, προσπαθώ να περάσω καλά το σήμερα αλλά δεν γίνεται αν δεν πάρω παράδειγμα απ’ το χθες το οποίο είναι οδηγός μου, μα και σύντροφός μου, δίνοντάς μου θάρρος  στις κακοτοπιές του σήμερα...

Έτσι με οδηγό το χθες περάσαμε μια όμορφη Χριστουγεννιάτικη βραδιά 2014, γλεντώντας:   (είδε φωτογραφίες βγήκαν όλες θολές.)  
  
Σας Εύχομαι Χρόνια πολλά σε όλους σας ευτυχισμένος ο νέος χρόνος 2015

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Χαρούμενα Χριστούγεννα


                           ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

                                    MERRY     CHRISTMAS

                                     FELIZ   NAVIDAD

 

 
Χαρούμενα κι ευτυχισμένα Χριστούγεννα εύχομαι σε όλους τους φίλους-λες, τους επισκέπτες και αναγνώστες της ιστοσελίδας μου «ΠΥΛΑΡΟΣ,» σας ευχαριστώ για την διάθεση του πολύτιμου χρόνου σας να διαβάσετε μερικά από τα ορνιθοσκαλίσματα  της πένας μου, αυτή που έδωσε δικαιοδοσία στα δάκτυλα μου με την βοήθεια  του πληκτρολογίου να την αντιπροσωπεύουν παντού και οπουδήποτε στην παγκοσμιότητα του Ιντερνέτ. Η  πένα μου είναι αυτή  που σαν θυρωρός στον   λαβύρινθο  γνώσεων,   με προστατεύει και με εκπροσωπεί στον γραπτό λόγο,  στου μυαλού μου τις ανησυχίες και περιέργειες.  

 

Σας Ευχαριστώ πολύ

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

 

Νέα Υόρκη

 

 

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Μια Ηλιαχτίδα!

                                                     Μια ηλιαχτίδα:


               Στο βάθος κάτω αριστερά:  η Αγία Ευφημία, απέναντη η Ιθάκη 

Πώς να τρέξω να πιάσω την ηλιαχτίδα αφού μου την έκλεψε  ο χρόνος;
Αυτός  μου πήρε και τα όνειρα, μοιάζει με δολοφόνος.
Μια  φορά κι έναν καιρό μου τάχε δώσει όλα σ’ ένα τροπικό παράδεισο, με άφησε να τα δοκιμάσω όλα, χόρτασε η ψυχή μου απ’ τη βροχή, χόρτασε να χορεύουμε μαζί κάτω από τσίγκινα κεραμίδια τον χορό της αγάπης
Χόρτασε  η ψυχή μου  να στροβιλιζόμαστε  αγκαλιασμένοι σαν τον καπνό που  τρέχει να ανεβεί στον ουρανό από μια στενή καπνοδόχο, αυτή που όταν έβρεχε έπεφταν στάλες βροχής και χόρευαν πάνω στην χόβολη,  αυτή που είχαν αφήσει τα κούτσουρα.
Οι  στάλες   έκαναν τρύπες και ζουζούνιζαν στην κρυμμένη θράκα σα να ήταν σφαίρες αυτές που αφαιρούν τη ζωή, αυτές που βγαίνανε απ’ τα όπλα, αυτά που κρατούσαν οι στρατιώτες του χρόνου, αυτού που σου μέτραγε μια, μια, τις μέρες λες και ήταν δικές του, που τελικά  ήταν.


Χόρτασε η ψυχή μου όλες τις ιδέες, όλες τις φαντασίες που λαχταρούσα,  έφτασα να απολαύω αυτά που ζήλευα. Ήταν φορές που  υπέφερα γνωρίζοντας για πρώτη φορά τα άγνωστα γυναικεία καπρίτσια.  Χόρτασα τα όνειρα αυτά που γεννιόταν στη μέση του πελάγου με  βάση τη γυναίκα.
Όλα  τα δοκίμασα, όλα, έμεινε όμως ένα αυτό το της παιδικής ηλικίας, αυτό του  μέρους που γεννήθηκα, ακόμα δεν κατάφερα να το χορτάσω.



                                              Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

                 
               Αγαπητοί φίλοι του Πύλαρος:
Στη συνέχεια του άρθρου μου (Στην ζωή μας δεν υπάρχει πια μύθος) Φίλος από την Βοστώνη ο κ. Γεώργιος Ιατρού μου έστειλε το παρόν με την παράκληση να το δημοσιεύσω στο Πύλαρος.    
                       ΕΙΝΑΙ  ΣΤΙΓΜΕΣ
Όχι δε θα μιλήσουμε για το γνωστό τηλεοπτικό σήριαλ που παιζόταν σε τηλεοπτικό σταθμό, αλλά για τις στιγμές που γίνεται σύγκρουση μέσα μου όταν προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι τυχερός που είμαι Έλληνας, που γεννήθηκα στην Ελλάδα με τον Παρθενώνα, τη Σαλαμίνα, την Αρχ.Ολυμπία, στη χώρα του έπους του 40, στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία.
Είναι στιγμές που το μυαλό μου παει πίσω - όχι πολύ πίσω - μέχρι το 1821. Στο μεγαλείο της ψυχής εκείνων των ανθρώπων και στην αγάπη τους για την Πατρίδα.
Γεμίζει το είναι μου με περηφάνια, με πιάνει το Ελληνικό φιλότιμο, σκέφτομαι και το <<για την Ελλάδα ρε γ. . . . ο>> που έχουν πει πολλοί κατά καιρούς και δε δέχομαι κουβέντα επί του θέματος ...άμα λάχει ναούμε.!!
Άλλες στιγμές πάλι, (επειδή στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις) σκέφτομαι, να δήλωνα εφοπλιστής και να μου έλεγαν πάρε τα καράβια σου και πετάξου μέχρι τα Ίμια να διώξεις μερικές Τουρκάλες προβατίνες γιατί τρώνε το χορτάρι και αν το φάνε όλο, θα μείνουν ξερονήσια, ενώ εμείς θέλουμε να μεγαλώσει  (το χορτάρι ), να το... κάψουμε και να κάνουμε οικόπεδα.
Εάν δεν ήταν Μ. Εβδομάδα και αν οι ναύτες μου δεν είχαν απεργία ( όλο κάτι τέτοιες μέρες βρίσκουν να κάνουν απεργία κι αυτοί οι Χριστιανοί ) και επειδή εγώ... αγαπώ την Πατρίδα μου, θα πήγαινα ευχαρίστως και με όλες τις….. μίζες που μου επιτρέπει ο νόμος. Δυο φορές άγονη γραμμή, μεγαλύτερο Φ.Π.Α. θα τσίμπαγα τις τιμές στα σάντουιτς και στο μικρο μπουκαλάκι νερό κι επειδή θα ήταν επικίνδυνα τα πράγματα και μπορούσε κάποιο Τούρκικο βόλι να με άφηνε ξερό, θα ζήταγα ένα πενταώροφο στη Πανεπιστημίου, όχι για μένα βέβαια, αλλά για κάνα κουνιάδο η κουμπάρο η ξάδελφο.Tι ψυχή έχει ένα πενταώροφο στην Πανεπιστημίου με τόσο καυσαέριο, μπροστά σ'ενα οικοπεδάκι -φιλέτο στα Ίμα!!!
Ποιος θα νοιαζόταν αν έχω καράβια η όχι. Μήπως νοιάστηκε κανείς που πήγαιναν δεκάδες  χιλιάδες μαϊμούδες συντάξεις; Νοιάστηκε κανείς για τις 50 συντάξεις που πήγαιναν σε ανύπαρκτους Δεσποτάδες και στα επιδόματα τοκετού σε....άντρες; Άκουσον!!! Άκουσον!!! Επίδομα τοκετού σε άντρες. Ήθελα να ήξερα τι αισθανόταν όταν έπαιρνε αυτό το επίδομα. Να αισθανόταν άραγε υπερηφάνεια για την Ελληνική του καταγωγή, λεβεντιά και μαγκιά για αυτό που... κουβαλούσε μέσα στα παντελόνια του;
Ποιος νοιάστηκε όταν μια αγράμματη και αναλφάβητη Αθίγγανος Ρομά, η Μάννα της μικρής Μαρίας ( έτσι έλεγε, ότι ήταν Μάννα της ) δήλωνε ότι γέννησε τρία παιδιά σε πέντε μήνες και έπαιρνε από υπηρεσίες τριών διαφορετικών νομών, επιδόματα για όλα τα παιδιά της;
Ποιος νοιάστηκε, όταν Δήμαρχος μέσα στο δημαρχείο πάντρεψε τα ίδια άτομα τρεις φορές την ίδια μέρα;
Ποιος νοιάστηκε όταν γιατροί μέσα στα νοσοκομεία έκαναν εμπόριο βρεφών και φαρμακοποιοί εμπόριο φαρμάκων;
Ακούσαμε κι αυτό!!! Πρώην Υπουργός συγκοινωνιών κυκλοφορούσε με ψεύτικες πινακίδες σε ανασφάλιστο αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού. Του χρειαζόταν ένα ''μεγάλο'' αυτοκίνητο να πηγαίνει στο χωριό του στον ξενώνα ( σαλέ ) που είχε φτιάξει με ψεύτικα δικαιολογητικά και με μια ψεύτικη Θεία ( είχε πεθάνει πριν δέκα χρόνια, αλλά πιστεύω θα έπαιρνε αληθινή σύνταξη ) να δηλώνει ότι ο ξενώνας λειτουργούσε για τις ανάγκες των τουριστών, των επισκεπτών και δεν ήταν κατοικία του ανιψιού της.
Ψεύτες και κυκλώματα παντού. Έχουν ''κυκλώσει'' την Ελλάδα, την σφίγγουν και δε την αφήνουν να πάρει ανάσα.
Δε σκέφτηκε κανένας αυτά τα λόγια. Μην κοιτάς τι κάνει η Πατρίδα σου για σένα...Κοίταξε τι μπορείς ΕΣΥ να κάνεις για αυτή !!!
Ποιος νοιάστηκε ποτέ για αυτή τη δύσμοιρη Πατρίδα μας;
Προσπαθώ να συγκρίνω εκείνους τους παλιούς Έλληνες με μας τους σημερινούς. Δεν μπορώ, γιατί δεν συγκρίνονται δυο ανόμοια πράγματα.
Μας άφησαν έναν Παρθενώνα κι εμείς απαγορεύουμε στον τουρίστα να πληρώσει να τον θαυμάσει κι αν επιμένει τον... πλακώνουμε στο ξύλο.
Μας άφησαν μια Ολυμπία κι εμείς την καίμε.
Μήπως δεν την αξίζουμε την Πατρίδα που έχουμε. Μήπως δεν αξίζουμε τις αξίες και την κληρονομιά που μας άφησε. Μήπως της αξίζει ένας λαός που έχει συνείδηση της αποστολής του.
Είναι στιγμές που... δεν ξέρω εάν είναι ευχή η κατάρα το να είσαι Έλληνας.

Γιώργος Ιατρού
Βοστώνη




Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Στην ζωή μας δεν υπάρχει πια μύθος.

                         Στην ζωή μας δεν υπάρχει πια μύθος.
Με λαχτάρα κατέβηκα απ’ το  αεροπλάνο της ΔΕΛΤΑ στο Ε. Βενιζέλος, πάτησα ελληνικό έδαφος. Στο  αεροδρόμιο  άλλαξα αεροπλάνο πήρα ένα ελικοφόρο όπου μ’ έφερε στην Κεφαλονιά, όλα γύρω μύριζαν παιδικές αναμνήσεις, μύριζαν  καλοκαίρι, μύριζαν γαλάζια θάλασσα. Εκεί ψηλά στο βουνό στους πρόποδες της Αγίας Δυνατής το χωριό μου, τα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς  με περίμενε το σπίτι μου το πατρικό.  Όχι  δεν έμενε  κανένας μέσα, όλοι αυτοί που ονειρευόταν μια φορά να γίνει το σπίτι αυτό η βάση της οικογενείας είχαν φύγει για το τελευταίο τους ταξίδι. Θα μου πείτε εγώ τι γυρεύω μετά από τόσα πολλά χρόνια απουσίας να έρχομαι να ξεσκονίζω αναμνήσεις αυτές που είχαν χωθεί κάτω απ’ το χώμα, λες και ήταν αρχαιολογικός θησαυρός; Ούτε κ εγώ ξέρω το γιατί, ίσως να υπάρχει μια αόρατη δύναμη, μια έλξη, να μας τραβάει η γη που γεννηθήκαμε, μια τοπικιστική νοσταλγία.  
Η πόρτα έσκουξε καθώς την άνοιξα λες και ήταν αγριόγατα, όμως μετά με γνώρισε και μου έκανε μέρος να περάσω. Έδιωξα τις σφαλαγγουδιές, ξεσκόνισα λιγάκι, κουρασμένος ξάπλωσα στο καναπεδάκι, στ’ αυτιά μου ακόμα ηχούσε η βοή του αεροπλάνου, τα τρεχάματα της πολυκοσμίας της Νέας Υόρκης.  Όχι, ακόμα αν και καλοκαίρι δεν έκανε ζέστη, ένας δροσερός μαΐστρος ξεμπούκαρε απ τον κόλπο του Μύρτου και με δρόσιζε τόσο πολύ ώστε χρειαζόμουν κουβέρτα. 

Είπα κι εγώ ευκαιρία τώρα, μόνος είμαι ας πάω να ξεθάψω τίτλους ιδιοκτησίας, για αυτά τα ερείπια που άφησε ο σεισμός να με πληροφορήσουν για τους νέους φόρους τουλάχιστον να μάθω τι γίνεται. Από εκεί και πέρα αρχίζουν τα μαρτύρια λες και ήμουν ο  Άγιος Αντώνιος, που όμως δεν ήμουν, αλλά ένας απλός νοσταλγός, ένας απλός Έλληνας.
Ο ένας μ’ έπιανε ο άλλος με άφηνε, χαρτί εδώ, χαρτί εκεί, σφραγίδες, κόντρα σφραγίδες, υπογραφές, νούμερα, με ξανα-βάφτιζαν αναλόγως ποιο πρόσωπο σκεφτόταν η γραμματέας, αυτή που μου έκανε την αίτηση,  όταν της  εξέθετα την υπόθεσή μου, όταν της μιλούσα.
Έτσι όταν τελείωσα, που δεν τελείωσα κι ας  νόμιζα ότι είχα τελειώσει,   έφυγα με λειψό σε γράμματα επώνυμο, ως  ανύπαντρος, επίσης και με άλλο όνομα πατέρα, έφριξα, με διαφορετικό g-mail προς στιγμή δεν το αντιλήφτηκα  πλήρωσα, μετά σκέφτηκα τι απόφαση να πάρω, να τα χτυπήσω κάτω και να φύγω, αλλά ας ηρεμήσω, ας περιμένω καλύτερα, έτσι  απλώς  αντέδρασα διαμαρτυρήθηκα,  τόλμησα να ρωτήσω μα γράφεται λάθος το όνομα του πατέρα μου, δεν τον λέγανε Ιωσήφ!
Έλα καημένε μη χολοσκάς δεν θα το προσέξει κανείς, τώρα που να κάτσω  να κάνω την αίτηση απ’ την αρχή; Κάνει και ζέστη, περιμένουν κι άλλοι στην σειρά, έρχονται και γιορτές, δεκαπενταύγουστος βλέπεις, μετά  θα πάρει αρκετές μέρες, να το ξαναγράψω απ’ την αρχή και μετά πρέπει να ξανα-πληρώσεις. Ένα χάος άνοιξε μπροστά μου, είδα σε τι λαβύρινθο είχα πέσει από όπου δεν υπήρχε το νήμα της Αριάδνης. 
Τότε πήρα θάρρος τόλμησα να ρωτήσω αυτόν που ήταν καθισμένος πίσω απ’ τα σύρματα στον γκισέ από πότε αρχίζει το φορολογικό  έτος, από τον Αύγουστο 2014, σημαδιακή μέρα,  ή απ τον Ιανουάριο 2015, έτσι για να ξέρω, πιο χρονικό διάστημα αντιπροσώπευε ο φόρος που πλήρωσα;  όλοι με κοίταξαν λες και είχα κατεβεί απ’ τον Άρη, μου απήντησαν   με ένα ευγενικό χαμόγελο. Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρουμε. Τους κοίταξα κι άνοιξα τον στόμα μου σαν χαζός, πήρα μια βαθιά ανάσα και κατέβηκα τις σκάλες, βγήκα στο πεζοδρόμιο κι έτρεξα να προλάβω το μοναδικό λεωφορείο που θα μ’ έφερνε στα Μαρκάτα κι αυτό κάθε δεύτερη μέρα. Τέτοια ο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ςι ςάγονη γραμμή λες και ήταν τα σύνορα με το σιδηρούν παραπέτασμα, που  όμως κι αυτό δεν υπάρχει πλέον. Αισθάνθηκα αδύναμος μπρος σε ένα αδιαπέραστο γραφειοκρατικό χάος. Αλλά πάλι σκέφτηκα  ίσως να  νόμιζαν ότι θα ήμουν συλλέκτης χαρτιών, με φόρτωσαν με ένα σωρό κόλες χαρτιά τα περισσότερα πολύχρωμα, θαλασσιά με ημερομηνία λήξεως 60 ημέρες, και με την αγγελία αν δεν προλάβεις να εξυπηρετηθείς,  να ξανάρθεις να σου βγάλουμε άλλο πιστοποιητικό και φυσικά θα ξανα-πληρώσεις, ή θα  φταις εσύ ή η κακιά σου τύχη.

Έχω ένα χαρτοφύλακα, που μου τον έκαναν δώρο στην Νέα Υόρκη, τον κοίταξα με πόνο, δάκρυσα από ανημποριά για το πόσο διαφορετικά υπολόγιζα την εξυπηρέτηση του συστήματος προς έναν απλό πολίτη. Τον  γέμισα κόλες χαρτιά, με σφραγίδες, με εξωτικά ονόματα, με πολύχρωμα χαρτόσημα έτσι όπως ήθελαν αυτοί και ξεκίνησα άπρακτος το ταξίδι του γυρισμού στα ξένα. Ε!  σήμερα είμαι πιο πλούσιος σε εμπειρίες, πιο πλούσιος  σε χαρτιά, σε αποδείξεις, σε περγαμηνές, αλλά όχι αρκετά πλούσιος για να πληρώνω, έτσι αποφάσισα να ρωτήσω τον εαυτόν μου, να πάρω   μια δεύτερη γνώμη, αυτή που έχω κάθε δικαίωμα να ξέρω, όμως είναι αυτή που μου καίει τα σωθικά ντρέπομαι να την πω μήπως παρεξηγηθώ, αλλά θα την πω!
Άραγε αξίζει τον κόπο, να θέλω να επιμένω ελληνικά;
Ομολογώ ότι δεν ξέρω την απάντηση, αυτή την αμφιβολία θα την πάρω μαζί μου και θα με ακολουθεί έως το τέλος.
Τελικά  κατάλαβα ότι ο άνθρωπος που γεννιέται Έλληνας  τελειώνει σαν Έλληνας έτσι όπως γεννήθηκε.

  Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΝΙΡΒΑΝΑ

Ο Δεκέμβρης είναι ο μήνας που όλοι τρέχουν να προετοιμασθούν για τα Χριστούγεννα για την πρωτοχρονιά για αγορά δώρων, να μην ξεχάσουν κανένα, μα και να κλείσουν τραπέζι σε κέντρο (όσοι θα πάνε) να υποδεχθούν τον καινούργιο χρόνο. Το άγχος της καθημερινότητας υπερισχύει, το τρέχα, τρέχα δεν σταματά.  Θέλοντας λοιπόν να επιζήσω του άγχους (αν και μου είναι δύσκολο) έψαξα στα κιτάπια της μνήμης   μου, βρήκα μια εικόνα την  ξεσκόνισα την φίλησα από νοσταλγία και αγάπη, προσκύνησα στην φευγάτη νιότη μου και την παρουσιάζω έτσι όπως την έζησα.       


Μια επίσκεψη στο ναό της Νιρβάνας:

Μια μέρα εκεί που περπατούσα κοιτάζοντας τα παράξενα από αυτά που δεν υπάρχουν στο χωριό μου, μου κίνησε την περιέργεια ο τρούλος   μιας πανύψηλης Παγόδας, σε ένα χρυσαφί χρώμα. Ευκαιρία σκέφτηκα να επισκεφτώ το ναό της Νιρβάνας,  έβαλα οδηγό μου τη θέα του τρούλου και βάδιζα μόνος τα σοκάκια της μικρής αυτής πόλης του λιμανιού. Ίσως να με φωτίσει σε κάτι που δεν έχω ή που δεν ξέρω ώστε να βρω τη Νιρβάνα μου αυτό το άγνωστο ύψιστο αγαθό!
Αλλά πρέπει να εξιστορήσω το πώς βρέθηκα στο κράτος αυτό της νοτιοανατολικής Ασίας.  Φορτωμένο το βαπόρι μας ρύζι παλεύαμε μερόνυχτα με τον μουσώνα του Ινδικού Ωκεανού. Προορισμός μας το λιμάνι Chittagong,   Bangladesh  στον κόλπο της Βεγγάλης, μετά κι αφότου ξεφορτώσαμε, αναχωρήσαμε για  Colombo Κεϋλάνης φορτώσαμε ρύζι για Basein Burma,  σημερινή  Myanmar.

Στην φωτογραφία ο φίλος Captain John Ko. Korinis με τον μπερέ, ο άλλος με το  Άφρο η αφεντιά μου. Ινδικός Ωκεανός 1957.
please check comments, σχόλια.

Επιτέλους κάποτε φθάσαμε στο λιμάνι αυτό, φουντάραμε στην μέση ενός ποταμού, φορτηγίδες έπεσαν δίπλα μας κι άρχισαν να ξεφορτώνουν το ρύζι.
Την νύκτα κλέφτες ανέβηκαν στο κατάστρωμα  boat deck έκοψαν κι έκλεψαν τα σχοινιά (μπαρούμες) από τις σωσίβιες λέμβους.   
Ο καπετάνιος μας Π. Παναγιώτου ένας ηλικιωμένος  από την Σάμο καλός άνθρωπος, ήταν της ακτοπλοΐας, «ο κανονικός μας καπετάνιος και το περισσότερο πλήρωμα όταν μάθανε τον προορισμό του φορτίου κόλπος της Βεγγάλης από τον γύρω του ακρωτηρίου της καλής Ελπίδος τα χτύπησαν κάτω κι έφυγαν όλοι μαζί στη Νέα Ορλεάνη» έτσι περιμέναμε αρόδου στον Μισισιπή να έρθει καινούργιο πλήρωμα.»  Πρέπει να τονίσω ότι το βαποράκι αυτό ήταν ένα μικρό 5.000 τόνων με ταχύτητα 5-6 μίλα ωριαίος.
Το εφοπλιστικό γραφείο μαζί με τον πράκτορα τρέχανε να βρούνε ναυτικούς την τελευταία στιγμή, έτσι  έφεραν όποιους βρήκαν.  Ήταν η εποχή που ήταν κλειστό το κανάλι του Σουέζ 1956. Λέγανε ότι ο καπετάνιος μας πρώτη του φορά πλοιαρχούσε σε ποντοπόρο φορτηγό και μάλιστα αργοκίνητο… δεν μιλούσε Αγγλικά.
Με φωνάζει λοιπόν  ο καπετάνιος βρίζοντας ελληνικά και μου λέει πρέπει να πάμε στην αστυνομία να καταδώσουμε την κλεψιά, εσύ είσαι ο πιο εύκαιρος, (Η δουλειά μου ήταν (Steward) λοιπόν   μπες σε μια βάρκα αυτές που κάνουν την συγκοινωνία με τη στεριά πήγαινε στον πράκτορα και πες του να ειδοποιήσει την αστυνομία, για την κλεψιά.   (Κανονικά την δουλειά αυτή την έκανε ο ασυρματιστής  «Μαρκόνης,» αλλά ο δικός μας ήταν ένας βραζιλιάνος μέθυσος και υπήρχε το φράγμα της γλώσσας με τον πλοίαρχο.)
Πράγματι πήγα, ο πράκτορας μου λέει:
Μια συμβουλή σας δίνω, μην αναφέρεται τίποτα στην αστυνομία, ούτε σε κανένα, θα βρείτε τον μπελά σας,  απλούστατα αγοράστε καινούργια σχοινιά…
Aφού πήρα την απάντηση,   πριν γυρίσω στο βαπόρι αποφάσισα να  κάνω μια βόλτα στην πολιτειούλα, να δω τα αξιοπερίεργα. Ξεκίνησα με οδηγό μου τον πανύψηλο τρούλο παγόδας, (και ήταν πολλές)  που φάνταζε από μακριά σαν χρυσάφι. Φτάνοντας  μπροστά απ’ την παγόδα είδα ότι ήταν ανυψωμένη με κυκλικά σκαλιά,  όπου πάνω στην κορυφή σχημάτιζαν μια πλατιά  στρογγυλή προεξοχή.  Κοίταξα  τι έκαναν οι υπόλοιποι κι έκανα κι εγώ το ίδιο, ανέβηκα τα σκαλιά  έβγαλα τα παπούτσια μου και τ’ άφησα στην είσοδο απ’ έξω. Μέσα στο βάθος φάνηκε  ένα τεράστιο  άγαλμα ενός χλωμού  Βούδα, με μεγάλα αυτιά που ήταν καθιστός οκλαδόν και κρατούσε ένα μεγάλο πιάτο. Στάθηκα μπροστά του και παρακολουθούσα, κόσμος με προσπέρναγε, προπαντός γυναίκες, δεν μου έδινε κανείς σημασία. Ήταν ένα κράτος ακοινώνητο με ένα πληθυσμό βουβό, καχύποπτο προς τους ξένους.  
Μπροστά απ’ το άγαλμα ήταν κάγκελα κι επάνω εκεί ήταν κρεμασμένες κοριτσίστικες πλεξούδες, τάματα προς τον Βούδα, από στο αριστερό μέρος του «ναού» τεράστιες ζωγραφιές που μπροστά τους έκαιγαν δεκάδες κεριά-καντήλια, έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τα χρώματα  τις ζωγραφιές μερικές τρομακτικές. Είπα να προσευχηθώ, αλλά δεν μου πήγαινε, μετά σκέφθηκα την ουτοπία της Νιρβάνας, αυτής που όλοι ψάχνουμε αλλά δεν ξέρουμε πως!
Μετά συνήλθα κι άρχισα να ψιθυρίζω κάτι σαν (ρε τι γυρεύω εγώ σε τούτη την κοσμοχαλασιά και μόνος μου) κανονικά θα πρέπει  να λέω  μια παράκληση στους θεούς που γνωρίζω να μου δείξουν τον σωστό δρόμο. Μετά  άκουσα κάτι θορύβους, γύρισα  δίπλα μου  είδα τους πιστούς να με κοιτάζουν παράξενα, κάτι ανθρωπάκια μικρού αναστήματος.  Απόρησα, μετά σα να μ’ έπιασε ένας φόβος, βγήκα, κατέβηκα τα σκαλιά παίρνοντας μαζί μου τα παπούτσια μου που είχα αφήσει απ’ έξω, τράβηξα για το ποτάμι όπου ένα μονόξυλο με  έναν μονό κωπηλάτη που φορούσε κινέζικο καπέλο και στριφογύριζε στην πρύμνη  το μοναδικό κουπί  με έφερε  εκεί που ήταν φουνταρισμένο το βαπόρι στη μέση του ποταμού και ξεφόρτωνε ρύζι σε μαούνες.

Φτάνοντας στο βαπόρι κατάλαβα ότι αν κι επισκέφθηκα το βουδιστικό ναό, αν κι έκλεισα τα μάτια μου κι ένωσα τις παλάμες μου σαν προσευχή, αν κι έσκυψα το κεφάλι μπροστά στις τόσες πολλές κέρινες φλόγες με τον Βούδα να κάθεται οκλαδόν  στο βάθος, αν και ήμουν ξυπόλητος εις ένδειξη σεβασμού, εν τούτοις δεν βρήκα αυτό που ζητούσα. Την αγαλλίαση και ηρεμία που υπόσχεται η  Νιρβάνα.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης







Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Ημέρα Ευχαριστιών!

                                                                  Ημέρα των Ευχαριστιών!

 Άλος ένας χρόνος πέρασε και ήμαστε  πάλι όλοι  μαζί, έτσι όπως μερικοί από εμάς ξεκίνησαν  πρωτοπόροι  σαν τους pilgrims ψάχνοντας και βρίσκοντας  τούτη εδώ την καινούργια μας πατρίδα. Σήμερα 27 Νοεμβρίου 2014 ημέρα των ευχαριστιών.
Έτσι κι εμείς στέλνουμε τις ευχαριστίες μας στον Θεό ο οποίος τα πάντα εν σοφία εποίησε!  
Είναι κι αυτό ένα από τα μεγαλύτερα αγαθά (the togetherness) η οικογενειακή θαλπωρή, η συντροφιά και η  αλληλεγγύη.  

Αν παρατηρήσετε την φωτογραφία αριστερά στον τοίχο κρέμεται ένα λυχνάρι.
Είναι αυτό το ίδιο που έφεγγε όταν γεννήθηκα και με συνοδεύει στον κύκλο που λέγεται ζωή.  

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η Αναλαμπή:


Η αναλαμπή.
Τούτο το πρωί με το ροζιασμένο χέρι μου  γυρνώ  σελίδα στο βιβλίο της ύπαρξης μου. Μέτρησα  τα φύλλα του βιβλίου μου, αρχίζοντας από ένα και τελειώνοντας στα 13.
Δεκατρία  φύλλα όλα κι όλα, μέχρι εκεί  πρόλαβα να γράψω, όμως χωράνε τόσα πολλά επιτεύγματα μέσα στα δεκατρία αυτά φύλλα λες και είναι δεκατρείς διαφορετικές ζωές, που όμως είναι μία.
Στην αρχή ήταν το ένα, το ένα  αναζητούσε το δύο.   

Τα   δύο  γίνανε  πέντε, εκεί σταμάτησα να ξεκουραστώ, ήταν η εποχή της τρίτης μαργαρίτας. Μετά συνέχισα να γράφω, τα  πέντε γίνανε  εφτά, τα εφτά γίνανε εννέα, τα εννέα  γίνανε ένδεκα, τα ένδεκα  γίνανε δεκατρία ολόκληρα φύλλα.
Φαίνεται σαν αίνιγμα που όμως δεν είναι.


Ο επίλογος γράφτηκε στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, η οποία είναι γεμάτη με μαργαρίτες, οχτώ όλες κι όλες, θα μπορούσε να ήταν λιγότερες ή και περισσότερες, αλλά όχι, έτσι ήθελε η μοίρα, τόσες νάναι του τόχε πει και μια τσιγγάνα στην πιάτσα του ταξί αυτή που  ήθελε οχτώ δεκάρες για να του πει την μοίρα του, húngara έτσι την λέγανε.

Το πεπρωμένο, χωρίς οίκτο λες και ήτανε Θεός ξεφύλλιζε τις μαργαρίτες, τραβώντας τα φύλλα ένα, ένα, γράφοντας στην σελίδα τ’ ουρανού με θαλασσί μελάνι  τα μελλούμενα.

 Όμως δεν μπορούσε να τα διαβάσει γιατί τον εμπόδιζαν τα’ αστέρια, κάθε μαργαρίτα είχε δέκα φύλλα, κάθε φύλλο κι ένας χρόνος.

Σήμερα φτάνοντας στην όγδοη μαργαρίτα δοκιμάζει να την ξεφυλλίσει μόνος του, πήρε την ευθύνη πάνω του,  έτσι  ανάλογα με το τι του γράφει η μοίρα θα γελά ή θα κλαίει.

Πρώτο του βήμα πήγαν να γλεντήσουν την επέτειο των γενεθλίων, για να θυμηθεί τα παλιά του,
που αλλού παρά σε ένα Κουβανέζικο  εστιατόριο με μουσική χορό και φαγητό, αφού η Κούβα έγραψε ένα κομμάτι της ιστορίας της ζωής του.


Τελικά ήταν μόνο αναλαμπή μιας αστραπής που κάποτε ήταν κεραυνός.   
Πάντως φίλοι μου η ζωή είναι ένα αίνιγμα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Αίνιγμα Σκέψεων!


Πώς  περνά ο καιρός μας, όταν  το χθες μας είναι αδιάφορο; 
Ιδού το δίλλημα.
Πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε το σήμερον ενδιαφέρον.
Όμως δεν θα υπήρχε σήμερον αν πρώτα δεν υπήρχε χθες.
Οπότε για να χτίσουμε το αύριο παίρνουμε την εμπειρία του χθες, τα γεγονότα του σήμερα  και χτίζουμε  το αύριο.
Όμως επειδή πέρασαν τα χρόνια, προσπαθώ να περάσω καλά το σήμερα αλλά δεν γίνεται αν δεν πάρω παράδειγμα απ’ το χθες το οποίο είναι οδηγός μου.
Οπότε το χθες είναι αυτό που με έπλασε άνθρωπο, το σήμερα μου προσφέρει την καθημερινή συνέχιση της ζωής,  το δε αύριο, μου είναι άγνωστο και αμφίβολο αν θα μπορούσε να φέρει  εις πέρας όνειρα τα οποία έχουν βάση τους το χθες.       
Έτσι αρκούμε να διηγούμαι το χθες που άρχισε την εποχή του λύχνου και τελειώνει κάθε μέρα στο  σήμερα,   μόλις πέφτει το σκοτάδι, την ώρα που πάω  για ύπνο,   πάντοτε περιμένοντας με ελπίδα  να έρθει ένα αύριο.
Του κάθε ενός μας το χθες, είναι τόσο διαφορετικό!
Ας μην ψάχνουμε λοιπόν  να βρούμε ομοιότητες,  μέσα μου ζει το χθες αυτό που μου είχαν κλέψει παρέα με την θάλασσα  όταν ακόμα παιδί σχεδόν αμούστακο ταξίδευα:
Αυτές  που μπήκαν κλέφτρες, θεληματικά ή άθελά μου, μου έκλεψαν ένα κομματάκι του εαυτού μου, μετά το κομματάκι μεγάλωσε  σε υπερθετικό βαθμό κι έγινε ένα πολύχρωμο αναμνηστικό παρελθόν  από όπου φύτρωσαν οι ρίζες, ο κορμός και τα κλαριά του σήμερα.  Λες  κι έτσι έγραφε η μοίρα.        
Σήμερα τις θυμούμαι στην σειρά και ταξιδεύω με τα άπιαστα όνειρα του νου, έως να ξημερώσει το αύριο, ένα υποθετικό αύριο που ποτέ δεν έρχεται αφού κάθε στιγμή που διαβαίνει, που τρέχει είναι το σήμερα.  

 Η  Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία,  ο Καναδάς, οι ΗΠΑ, το Μεξικό, η Κούβα,  η Γουατεμάλα, η Ονδούρας,, η Νικαράγουα, η Κόστα Ρίκα, το Ελ Σαλβαδόρ, ο Παναμάς, η Κολομβία, η Βενεζουέλα, η Βραζιλία, η Χιλή, ο Ισημερινός, το Περού, η Αρούμπα και Κουρακάο, η Τζαμάικα, η Νοτιοαφρικανική Ένωση, η Σρι Λάνκα, η Μυανμάρ, η Ινδία, το Μπανγκλαντές, το Μπελίζε, ο Άγιος Δομίνικος,  απέμεινε όμως  το χθες της Ελλάδος που δεν μου έκλεψε τίποτα.
Με άφησε έτσι όπως γεννήθηκα. Τι  κρίμα!

 Οι Φωτογραφίες είναι από Τα Κεφαλονίτικα Νέα,
Το Ρωσικό Ιστιοφόρα Άγιος Πέτρος  σφηνώθηκε σε ξέρα στο νησάκι Βαρδιάνοι και Διαλύθηκε 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Η συναυλία των βατράχων




                                             Δεν είχα τίποτα, όμως τα είχα όλα:

Η αιώρα  κρεμόταν  κάτω απ’ το σκεπαστό της βεράντας, εκεί έκανα τη σιέστα μου τα μεσημέρια  απολαμβάνοντας την ελαφρά θαλασσινή αύρα αυτή που προσπαθούσε να σπάσει την αποπνικτική ζέστη των τροπικών.      
Όταν  νύχτωνε οι βάτραχοι άρχιζαν να τραγουδούν και ήταν εκεί δίπλα μου στα χαντάκια του δρόμου, ήταν η παρέα μου, μια ομοιόμορφη  συναυλία κουάκ, κουάκ βρεκεκέξ λες κι έπαιζαν προς τιμή μου, μετά τους συντρόφευαν το ζουζουνιτό των πτερωτών τροπικών ζωυφίων, αυτών που είχαν καταλάβει την φθοριούχα λάμπα της κολόνας του δρόμου. Όλα αυτά προς τιμή μου. 
Σαν νύχτωνε τα  κουνούπια ορμούσαν σα να ήταν καταδιωκτικά αεροπλάνα, ο ιδρώτας έβρεχε το κορμί και το άφηνε με μια υγρή δροσιά λες και ήταν θαλασσινή αρμύρα. Στης νύχτας την σιγαλιά ακουγόταν  η σειρήνα του μόλου για αλλαγή βάρδιας όπου φόρτωναν τα βαπόρια μπανάνες, ανακατευόταν με τις υπόκωφες σφυριξιές βαποριών που τελείωναν την φόρτωση και αποχαιρετούσαν το λιμάνι σε ένα παντοτινό αντίο. Οι γυναίκες όσες πίστευαν στις υποσχέσεις των ναυτικών γύριζαν στα μπαρ πίνοντας για να ξεχάσουν, όσες δεν πίστευαν γλεντούσαν.
Από κάπου μακριά ακουγόταν μουσική, με γυναικεία γέλια και φωνές μεθυσμένων ναυτικών. 
Η αποπνικτική ζέστη της νύκτας  προμήνυε βροχή.
Άρχισε να βρέχει, μπήκα μέσα στο σπίτι, εκεί μια ανοιχτή αγκαλιά με περίμενε, η φωλιά μας όπως πάντα ζεστή υγρή κοίλη, η βροχή  ακουγόταν σαν ο Θεός να μας ρίχνει κουφέτα στα κεραμίδια, ένα  ακομπανιαμέντο ευτυχίας, οι βάτραχοι με την συναυλία τους μας νανούριζαν μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.   
Ένας  άνδρας, μια γυναίκα μια αγάπη, μια συνέχιση της ζωής.
Σήμερα  τα έχω όλα, ακόμα και τριανταφυλλιές, με πλούσια όμορφα  τριαντάφυλλα, που  είναι γεμάτα αγκάθια.

Όμως μου λείπει η νιότη, η γαλήνη, το περιβάλλον, αυτό που συνόδευε η συναυλία των βατράχων, ήταν τόσο  καταδεχτικοί, τόσο ιδεαλιστές ώστε  δεν μου παραπονέθηκαν ποτέ τους για τίποτα, όμως αρκούμαι με το σήμερα…  
     Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Η Μοναξιά στη σύγχρονη εποχή.

Η εδώ εβδομαδιαία εκδιδομένη ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ της Νέας Υόρκης στην οποία ανήκει και ο Ραδιοτηλεοπτικός σταθμός GR-Radio-TV, εκτός από τα  άρθρα μας τα οποία δημοσιεύει και την ευχαριστούμε πολύ, μας έδωσε την ευκαιρία να κάνουμε και μια ραδιοτηλεοπτική "alive" εκπομπή κάθε Τετάρτη από 5μμ. -6μμ. Ώρα Νέας Υόρκης. Να    παρουσιάσουμε τις απόψεις μας, μια και ανήκουμε όλοι στην Εταιρία Ελλήνοαμερικανών  Λογοτεχνών ΗΠΑ.  Διαβάσαμε λογοτεχνικά κείμενα σε πεζό και ποιητικό λόγο,  και γενικώς ανταλλάξαμε γνώμες και απόψεις, αναλύσαμε καταστάσεις που αφορούν την συνέχιση της παρουσίας του Ελληνισμού στα ξένα. Χθες το απόγευμα Τετάρτη  12/11/14 συναντηθήκαμε στον Ραδιοφωνικό σταθμό 4 φίλοι, ο Τάσος Μουζάκης, Ο Δημήτρης Μουστάκης, ο Νίκος Λιψάνος, ο υποφαινόμενος Γαβριήλ Παναγιωσούλης.   Συζητήσαμε διάφορα θέματα και ο κάθε ένας μας διάβασε και από κάτι δικό του.
 Άνοιξα την "παράσταση" ομιλώντας για  το κάτωθι κείμενο, πολλοί  νόμισαν ότι ήταν παράπονο, που όμως δεν ήταν αλλά ένας αντικατοπτρισμός μιας σημερινής κατάστασης.  

                                     Η Μοναξιά στην σύγχρονη εποχή

Χάθηκε το ενδιαφέρον,  το πνεύμα έπαψε να τον παρακινεί, έχασε και την περιέργειά του, το βλέμμα του απλανές, ούτε που σκέφτεται να γυρίσει σελίδα, έμεινε μια χούφτα κόκαλα, τυλιγμένα σε ανθρώπινο πετσί. Η καρέκλα  του κομπιούτερ τον γέμισε ρόζους, ούτε το τηλέφωνο  κουδουνίζει, έξω καταχνιά, μαυρίλα συννεφιά, περιμένουν χιόνι   παγωνιά, η υγρασία του δίνει στα νεύρα κι αυτά τα ρημάδια τα κόκκαλα πονούν, το τσουκάλι βράζει φασολάδα, μαζί της χαράζει η ελπίδα, η ελπίδα της νιότης, αυτή  που  φέρνει η μνήμη. 
                                          Ατενίζοντας την μοναξιά

 Γύρω του υπάρχει η σιωπή, αυτή που τρέχει σαν ποτάμι στην άβυσσο της αιωνιότητας.
Όμως αυτός  ακούει τον παφλασμό της, ο χρόνος του κρατά συντροφιά,  ανυπομονεί να φύγει από κοντά του, χωρίς  να καταλαβαίνει ότι με αυτό συντομεύει το μονοπάτι της ζωής του.
 Μάταια ζητά μια ζεστή αναπνοή, νάχει τα γούστα του, ένα χάδι, ένα καλό λόγο, αισθάνεται ικανός για απολογία, λες και είναι ο  Σωκράτης, όμως δεν έφταιξε σε τίποτα,  ούτε μπορεί  να λύσει το μυστήριο της σχετικότητας δεν  είναι ο Αϊνστάιν,  ούτε  μπορεί να ζήσει σαν υπαρξιστής δεν   είναι ο Πολ Σαστρέ, ούτε ο  Αλμπερτ  Καμύ από τ’  Αλγέρι.
Είναι ένας απλός άνθρωπος.
                                              Άρα τι να σκέφτεται;

 Αντί αυτών γεμίζει με μια ψυχική   μοναξιά, ανοίγει τον υπολογιστή, τίποτα, κανένας, κανένα  μήνυμα, καμιά επιστολή, αισθάνεται αχρείαστος, άχρηστος, όλοι τον προσπερνούν, φυτεύουν τα τριαντάφυλλά τους σε άλλους κήπους.
 Η  σανιδένια μυρωδιά πεύκου της καρέκλας τον  μεταφέρει στην λευτεριά άλλων εποχών,  σήμερα τον πνίγει, το μπλε τριαντάφυλλο που έψαχνε τόσα χρόνια μαράθηκε, έπεσαν τα φύλλα του, έπαψε να ευωδιάζει,  το διαδίκτυο απρόσωπο, του λείπει η άχνα μιας  ανθρώπινης αναπνοής δίπλα του,  τι κι αν τα χρόνια διάβηκαν, η ψυχή δεν γερνά ποτέ.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Το Γραμμόφωνο

                                                Το Γραμμόφωνο!


Εποχή πολέμου, πείνα και δυστυχία παντού.  Ήταν    αυτά τα πέτρινα χρόνια  που μεγάλωσα, στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς, επικρατούσε  μια πρωτόγονη κατάσταση χωρίς καμία ευκολία ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Πιτσιρικάς 11-12   χρονών έτρεχα μέσα κι έξω στο σπίτι της νόνας*  μου.
Πάνω στο σεντούκι σε αυτό που φυλάγανε  τα κιλίμια του χειμώνα, εκεί  στην γωνιά υπήρχε ένα γραμμόφωνο το είχαν πάντα σκεπασμένο με μια κουρελού. Περνούσα  δίπλα του δεν τολμούσα να το αγγίξω ήταν κάτι σαν τον απαγορευμένο καρπό.  Έβλεπα την κουρελού και ονειρευόμουν τραγούδια, μουσική ζευγάρια να στροβιλίζονται σαν αυτά που διάβαζα στα μυθιστορήματα, αυτά που ερχόταν σε συνέχειες στον Θησαυρό και στο Ρομάντζο. Η  περιέργειά μου φούντωνε πώς είναι δυνατόν να βγαίνει  φωνή, να τραγουδούν,  να παίζουν βιολιά και φλογέρες   μέσα από το μαγικό αυτό κουτί αφού δεν υπήρχαν  οργανοπαίχτες  γύρω μας;
Η σκηνή  στο πατρογονικό σπίτι  του πατέρα μου αυτό που ήταν  δίπλα απ το δικό μας. Εκεί  έμενε η νόνα μου μαζί με τον θείο  μου,   ο οποίος αγαπούσε μια κοπέλα. Ήταν και οι δυο τους πολύ ερωτευμένοι, όλο το χωριό το ήξερε, όμως υπήρχε ο φόβος, ότι  η αγάπη, ο έρωτας θα φέρουν τον θάνατο, μια που ο θείος μου είχε γυρίσει απ τον στρατό φθισικός.
Η φυματίωση ή φθίση ή χτικιό τότε ήταν μια αρρώστια όπου δεν υπήρχε γιατρειά.   Αυτό  το ήξερε η νόνα μου  και όσο ζούσε  τους κρατούσε σε απόσταση.  
Μια μέρα  ξαφνικά η νόνα έπαθε εγκεφαλικό, τρέξανε έφεραν  βδέλλες τις έβαλαν στις αρτηρίες του λαιμού για αφαίμαξη, χαμένος κόπος την άλλη μέρα πέθανε.
Το πένθος γέμισε την οικογένεια. Μετά από λιγάκι το μονοπάτι της αγάπης  ήταν ελεύθερο.  Ο θείος  έσμιξε με την κοπέλα του. Η αγάπη ο έρωτας νίκησε τον φόβο.   Έφεραν τον παπά στο σπίτι κι ευλόγησε τα μυστήριο  του γάμου παντρεύτηκαν.  Μέσα  στο ημίφως του λύχνου, και την δυστυχία της κατοχής ξεσκόνισαν το γραμμόφωνο το έβαλαν πάνω στο τραπέζι της εισόδου.


Εκεί  κόλλησα δίπλα του και το θαύμαζα, απ εξωτερικά είχε  ένα χρώμα μαύρο, από μέσα πράσινο και κάπου στην γωνία είχε την φωτογραφία ενός σκύλου να ακούει με προσοχή και τις λέξεις: Η φωνή του κυρίου του. (RCA His master voice)  Έβανα δίσκους των 78 στροφών κάθε λίγο αλλάζαμε  βελόνα. Δίπλα μου καθόταν κι ένας εξάδελφός μου, αρχίσαμε και κουρδίζαμε το γραμμόφωνο και οι δυο,  τελικά σπάσαμε το κουρδιστήρι.  Μια βουβαμάρα κυρίεψε όλους τους καλεσμένους. Ησυχία επικράτησε.  Με το σκοτάδι οι λιγοστοί γείτονες  άρχισαν να φεύγουν αφού τους ευχήθηκαν να ζήσουν. Έπρεπε να βιαστούν απαγορευόταν  η κυκλοφορία  την νύχτα, έπρεπε να αποφεύγουν και τις στρατιωτικές περιπολίες του στρατού κατοχής.
Οι ερωτευμένοι έζησαν λίγο καιρό χαρούμενοι. Μια μέρα  με φώναξε ο πατέρας ήμουν ο μεγαλύτερος από τα’ αδέλφια μου. Πήγαινε να δεις τον μπάρμπα σου πριν ξεψυχήσει.
Έτρεξα στην κρεβατοκάμαρα, το παράθυρο έβλεπε προς την δύση οι αχτίνες του ήλιου είχαν χαμηλώσει και έμπαιναν απρόσκλητες στο δωμάτιο λες και είχαν έρθει να τον αποχαιρετίσουν.  
Ο θείος ήταν καθιστός ακουμπισμένος στο προσκεφάλι του κρεβατιού προσπαθούσε ν’ αναπνεύσει. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε γρήγορα, φορούσε μια μάλλινη φανέλα γανιασμένη με μακριά μανίκια με τρία κουμπιά μπρος στο στήθος του. Η γυναίκα του έστεκε όρθια  έκλαιγε και του έφτιαχνε μια λεμονάδα με μέλι. Τα δάκρυά  της έπεφταν στο ποτήρι, αυτό που του ετοίμαζε την λεμονάδα, να του  δώσει να πιει το βάλσαμο της αγάπης της.
Ο ήλιος τράβηξε τις αχτίνες του και κρύφτηκε πίσω απ τον ορίζοντα, μαζί του πήρε και την ψυχή του μπάρμπα μου.
Έτρεξα απότομα και πήγα στο  σπίτι μας κρύφτηκα πίσω από ένα σεντούκι πράσινο παλιό κι άρχισα να κλαίω, δεν ξέρω γιατί,  δεν ήθελα να με δει κανένας.  
   
Η αγάπη νίκησε τον φόβο κι ο θάνατος νίκησε την αγάπη

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

*Νόνα = Γιαγιά