Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

My Resolution for 2012

My resolution for 2012
My resolution for the coming year 2012 is to fulfill my promise στην κυρία Πόπη, and I will do that!

Την κυρά Πόπη, την γνωρίζω χρόνια πολλά, εδώ στην Νέα Υόρκη, θα μου πεις πόσα 15-20 ούτε καν θυμάμαι.
Η αρχή έγινε ο άνδρας της είχε έναν φίλο όπου ήταν φίλος μου και γείτονάς μου. Μια μέρα πέθανε ο άνδρας της κυρά Πόπης από καρκίνο, ο φίλος μου επαναπατρίστηκε στην Γλυφάδα, θάναι πάνω από 10-15 χρόνια, Η κυρά Πόπη έμεινε μόνη με την κόρη τας, η οποία παντρεύτηκε νομίζω αστυνομικό, η κυρά Πόπη έμεινε μόνη στο διαμέρισμα, αγγλικά δεν ξέρει με φωνάζει τακτικά να την επισκεφτώ, εργάζεται μια-δυο μέρες την εβδομάδα προσέχει κάνα ασθενή, για να τα φέρνει βόλτα, φτιάχνει σιτάρι (κόλλυβα) σε καμιά κηδεία, αλλά κι εδώ πρέπει να γνωρίζεις κάποιον, να σου δώσει την ευκαιρία.
Μάλιστα όταν πάμε σπίτι της μαζί με την γυναίκα μου τσακίζεται να μας περιποιηθεί.

Ο καημός της θέλει να γράψει την ιστορία της πριν πεθάνει, ή πριν πάθει αμνησία, θέλει να μου την πει, να την μαγνητοφωνήσω, γεννημένη στον Πολυχνίτο Λέσβου στην είσοδο του κόλπου της Καλλονής, μικρή οι γονείς της την έστειλαν σε κάποιο σπίτι στην Αθήνα αυτός ήταν στρατηγός ή κάτι τέτοιο, όταν πέθανε της άφησε μια περιουσία κοντά στην Αθήνα, Λούτσα την οποία της την άρπαξαν, την πάντρεψαν και την έδιωξαν από την Ελλάδα… από ότι έχω καταλάβει
Κι εγώ όλο υποσχέσεις θα πάρω μαγνητόφωνο, θάρθω κάποια μέρα, θα έρθω αύριο, μα κι αυτό το αύριο ποτέ δεν έρχεται πάντοτε είναι σήμερα, μέχρι τώρα ακόμα δεν το κατάφερα.
My resolution for the coming year 2012 is to fullfill my promise στην κυρία Πόπη, and I will do that.
Ευτυχισμένος ο καινούργιος Χρόνος, με υγεία και Ειρήνη στον κόσμο ολόκληρο.

Happy New Year
Feliz Año nuevo,
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Χριστιυγεννιάτικη Νύχτα...






Στην τότε Πύλαρο.
Ήταν ένας σιδερένιος παγωμένος μισο-σκουριασμένος σκελετός με τέσσερα πόδια και δυο χάλκινα πόμολα ένα στην κάθε άκρη στο κεφαλάρι. Τα πόμολα έμοιαζαν σαν χλωμό φεγγάρι, αυτό που κρύβεται μέσα στο αχανές σκοτάδι, όμως η χλομάδα του αποτυπώνεται πάνω στα πόμολα αυτά που στολίζουν το κρεβάτι που είχαμε κληρονομήσει από τη νόνα μου. Πάνω του ξεκουραζόταν σανίδες κυπαρισσένιες γεμάτες ρόζους που όταν τους έξυνες μύριζαν ρετσίνι. Το στρώμα είχε ένα ακαθόριστο χρώμα, είχε ρίγες μπλε και άσπρες, όμως το άσπρο ήταν ένα βρώμικο μουντό, έμοιαζε λασπωμένο, στη μέση είχε μια τρύπα από αυτή το γέμιζαν με προβατίσια μαλλιά…
Χριστούγεννα, η μάνα έβγαλε λιγάκι μαλλί το έξανε, βρήκε το μικρό σπιτάκι έμοιαζε με σπηλιά, αυτό που είχε φτιάξει για εμάς τα παιδιά από τάβλες κασέλας πετρελαίου του Ελληνικού μονοπωλίου shell, ο θείος μας ο μελισσοκόμος, αυτός που ήταν άρρωστος με φυματίωση. Ήταν αυτός που μας είχαν απαγορεύσει να εγγίζουμε οτιδήποτε άγγιζε αυτός για να μην κολλήσουμε χτικιό.


Η μάνα πίθωσε μέσα το ξασμένο μαλλί το έχτισε σα φωλιά, βρήκε μια παλιά καρτ-ποστάλ που είχαν στείλει οι μπαρμπάδες απ την Αμερική όπου ήταν ζωγραφισμένο το νεογέννητο μωρό το οποίο ζεσταινόταν από τα χνότα των ζώων και μας έφτιαξε εμάς των παιδιών την φάτνη.
Μας σήκωσε χαράματα απ το κρεβάτι, φύσηξε το κούτσουρο που είχε φυλάξει στη χόβολη ν’ ανάψει φλόγα, άναψαν τα ξύλα ζέστανε νερό στην φωτιά και μας έλουσε με σαπούνι πράσινο, μας μετέδωσε την αγάπη της, την στοργή της, την πίστη της, μας έστειλε στην εκκλησία να κάνουμε χρυσό δόντι.
Εμείς τα παιδιά χαρούμενα γυρίσαμε απ την εκκλησία Χριστούγεννα, σήμερα κάτι καλό θα μαγειρεύουν στο σπίτι, αν είχαμε αλεύρι θα μας έκανε τηγανίτες, ή αν είχαμε καλαμπόκι μια ζεστή πουλέντα, αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο κάνα κουνέλι θα έσφαζε ο πατέρας, έτσι να καταλάβουμε του Χριστού τη γέννηση…
Μετά σαν βράδιαζε μερικά κάρβουνα σε έναν κουβά στη μέση του δωματίου να ζεσταίνουμε τα χέρια μας και να λέμε παραμύθια, αν είχαμε καλαμπόκι θα το ψέναμε πάνω σε τενεκεδένιο καπάκι, και κάθε φορά που ο κάθε κόκκος άνθιζε σε μια σάρκα κάτασπρη σα μπαμπάκι φωνάζαμε από χαρά, και το χώναμε γρήγορα στο στόμα μας.


Σαν έμπαινε η νύχτα το ημίφως του λύχνου και η μυρωδιά από καμένο φυτίλι μας έπνιγε, η μάνα έτρεχε να ανάψει το καντήλι αυτό που θα μας κρατούσε συντροφιά όλη τη νύχτα, έτρεχε να ζεστάνει νερό να το βάλει στις μπουκάλες να ζεστάνουμε τα πόδια μας στην παγωμένη νύχτα, αυτή που ερχόταν γεμάτη όνειρα πολύχρωμα, φανταστικά, όνειρα που έπλαθαν τα αθώα παιδικά μυαλά, όνειρα που τρεμόσβηναν σαν την φλόγα του καντηλιού από τον αέρα που έμπαινε από την χαραμάδα της πόρτας, με το ακομπανιαμέντο της σταγόνας βροχής που έπεφτε από τα κεραμίδια στην εμαγιέ άσπρη λεκάνη κι όμως ήταν μια χριστουγεννιάτικη νύχτα, γεμάτη αγάπη ζεστασιά, θαλπωρή και φτώχεια, μα και πίστη ότι απόψε θα μας ζέσταιναν οι αναπνοές των αλόγων… αυτών που ήταν στην φάτνη…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Αξέχαστες ημερομηνίες:

Τα μπλογκ μας, οι ιστοσελίδες μας, κάθε μια εκφράζει τον ιδιότυπο χαρακτήρα του κάθε ενός μας. Δεν μπορεί να εκφράζουν όλα τα μπλογκ τα ίδια συναισθήματα, ούτε τις ίδιες εμπειρίες, διότι πως να το κάνουμε είμαστε όλοι μας διαφορετικοί. Το ξέσπασμα ψυχής του κάθε ενός μας είναι αυτή η ιστοσελίδα. Αυτό που ενώνει την διαφορετικότητά μας είναι η γλώσσα, έτσι έχουμε την ίδια γλώσσα αλλά όχι το ίδιο καλούπι γραφής, γίνεται όμως σεβαστή του κάθε ενός η γραφή σύμφωνα με το παρελθόν κι εμπειρίες…
*******************************************************************************

Ο Καπετάν Γεράσιμος Σπαθής από την Σάμη Κεφαλληνίας, με φώναξε στη γέφυρα του πλοίου, ήταν πρωί, ακόμα έπινε τον πρωινό καφέ του...
Έπιασε τη συζήτηση μαζί μου:

Ακούσαμε στον ασύρματο ότι έγινε σεισμός στην Κεφαλονιά, είπε, δεν έδωσα πολύ σημασία, μαθημένος από το νησί όπου κάθε λίγο και λιγάκι η γη ταρακουνιόταν λες και είχε τεταρταίο πυρετό, όσα χρόνια ήμουν εκεί όπου γεννήθηκα.




Ήμασταν εν πλω με το α/π ΑΙΝΟΣ προορισμό το λιμάνι της Nuevitas Camagüey Cuba . Φτάσαμε στην Κούβα στις 12 Αυγούστου 1953 μάθαμε την καταστροφή, έστειλα τηλεγράφημα στην Αθήνα, μου απήντησαν ότι υγιαίνουν άπαντες.
Φορτώσαμε ζάχαρη προορισμός Νέα Ορλεάνη, το περιοδικό LIFE είχε στην πρώτη σελίδα φωτογραφίες θύματα του σεισμού, κάνανε έρανο στους δρόμους υπέρ των σεισμοπαθών, μάλιστα είχαν έρθει στην Νέα Ορλεάνη ο Βασιλέας Παύλος με την Φρειδερίκη. Κατέληξαν στο ξενοδοχείο Ρούσβελτ. Κάποιος από την παρέα ναυτικός είπε να πάμε να τους δούμε. Πήγαμε λοιπόν στην είσοδο του ξενοδοχείου στην οδό St. Charles. Εκεί ένας κεφαλλονίτης απ τον Λουρδά τους χαιρέτισε δια χειραψίας εκ μέρους των Ελλήνων ναυτικών. Δεν μπορώ όμως να θυμηθώ αν η επίσκεψη του Παύλου και Φρειδερίκης ήταν αυτό το ίδιο ταξίδι ή μετά.
Το έφερε έτσι η τύχη κι έμεινα ξέμπαρκος στην Νέα Ορλεάνη, έμεινα αρκετό καιρό για ιατρικές εξετάσεις και μετά να περιμένω άλλο βαπόρι.
Καθώς κάθισα στο κάθισμα του λεωφορείου το κεφάλι μου άγγιξε κάτι παράξενο, γύρισα να δω, υπήρχε μια επιγραφή με τη λέξη 'έγχρωμοι' ήταν τοποθετημένη πάνω στη χειρολαβή της πλάτης με δυο πύρους σε τρύπες που προϋπήρχαν. Στην μετέπειτα στάση άλλος επιβάτης σήκωσε την επιγραφή, την έβαλε στην χειρολαβή του από πίσω καθίσματος και κάθισε μπροστά της. Άφωνος παρακολουθούσα την σκηνή στην γραμμή του λεωφορείου της magazine street της Νέας Ορλεάνης.
Είχα ψάξει στην εφημερίδα Times Picayune για δωμάτιο είχα νοικιάσει ένα έξω από το κέντρο, όχι πολύ, μακριά από περιοχές του λιμανιού, για να κατέβω στην πόλη έπαιρνα το τραμ συνήθως όρθιος, δεν είχα δώσει σημασία σε αυτό τον διαχωρισμό μεταξύ λευκών και μαύρων, εξ άλλου περαστικός ήμουν από την πόλη αυτή του Μισισιπή ποταμού.
Προσπάθησα να διασκεδάσω αυτή την μοναξιά σε μια ξένη πόλη, πήγαινα για καφέ στο Meal-a-Minit όπου σέρβιραν καφέ με Τσίκορι μετά περπατούσα στην όχθη του Μισισιπή, παρακολουθούσα τα ποταμόπλοια αυτά με τις ρόδες και στο νου μου έφερνα τα μυθιστορήματα του Mark Twain, έκανα βόλτες στην γαλλική συνοικία στην Bourbon street εκεί οι κράχτες μισάνοιγαν τις πόρτες από striptease μερικοί σ’ έπιαναν από το μπράτσο και φώναζαν no cover charge, no minimum στην ίδια γειτονιά υπήρχαν και εστιατόρια με αυλές και πάνινα καρό τραπεζομάντηλα, μου θύμιζαν το χωριό μου, τελικά κατέληγα εκεί όπου σύχναζαν ναυτικοί στα Μπαρ της οδού Decatur, πολλοί οι ναυτικοί, πολλά τα βαπόρια, μα και κάτι υπερμεγέθη γυναικεία σώματα να σερβίρουν.
Αυτή που γνώρισα κάναμε μια πλατωνική παρέα με κουβαλούσε κάθε λίγο και λιγάκι στην εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου, Καθεδρικός ναός της Νέας Ορλεάνης στην πλατεία Τζάκσον, της γαλλικής συνοικίας, έβγανε απ το τσαντάκι της μια μαύρη μαντήλα, σκέπαζε το κεφάλι της, έβρεχε τα δάχτυλά της από μια γούρνα με νερό που ήταν στην δεξιά μεριά της εκκλησίας έκανε τον σταυρό της και γονάτιζε, έβρεχα κι εγώ τα δάχτυλά μου, μετά στεκόμουν αμίλητος ως που να βγούμε, αυτή πάλι με κοίταζε και γελούσε, έμοιαζε σα να ήθελε να με προστατεύσει, δε επέτρεπε τίποτα και πάντα με τραβούσε απ’ το χέρι.
Για να αποφύγω την πολύ ζέστη και υγρασία πήγαινα σε κινηματογράφο με κλιματισμό σε αυτόν που είχε δυο έργα, αλλά με όλα αυτά αισθανόμουν τόσο ξένος, εν τέλει γνώρισα κι έναν Χιώτη πρώην ναυτικό οποίος έκανε τροφοδοσία στα πλοία. Μια μέρα μου λέει πάμε παρέα στο Baton Rouge πρωτεύουσα της Λουϊζιάνας να παραδώσω τρόφιμα σε πλοίο του Χιώτη εφοπλιστή Καρά, πάμε λέω.
Όταν ανεβήκαμε στο δεξαμενόπλοιο κάποιος πετάχτηκε και είπε:
Ε! πατριώτη έλα μέσα να σε κεράσουμε, φώναξαν μόνο τον Χιώτη.
Πάλι αισθάνθηκα ξένος, πέρασαν μήνες λαμβάνω τηλεφώνημα να μετατεθώ στο Gulfport Mississippi όπου με περίμενε άλλο βαπόρι. Πήρα το λεωφορείο της εταιρίας του κυνηγόσκυλου κι έφθασα μπαρκάρισα πάλι, βάλαμε πλώρη για το γαλάζιο, αχανές, πέλαγος της λησμονιάς, εκεί ξαναβρήκα το στοιχειό μου…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Το Εγώ έγινε Εμείς:




H Thanksgiving day, ημέρα των ευχαριστιών που εορτάζεται εδώ στις ΗΠΑ την τελευταία πέμπτη Νοεμβρίου χωρίς να θέλω να σκαλίσω το πως εδραιώθηκε ή από ποιους, είναι η ημέρα όπου θυσιάζονται χιλιάδες γαλοπούλες ευχαριστώντας τον Θεό που με την πρόνοιά του, έστειλε κοπάδια από ινδιάνους ώστε οι τότε οδοιπόροι μετανάστες προσκυνητές (pilgrims) μαζί με τους ντόπιους ‘ερυθρόδερμους’ να χορτάσουν την πείνα τους, κι από τότε όλος ο κόσμος να έχει πρόσβαση σε ένα πλούσιο γεύμα, και να δοξάζει το Θεό.


Η Ελλάδα μας η χώρα που γεννήθηκα ήταν σαν ξέφραγο αμπέλι, η αναρχία, η ανεργία, οι σκοτωμοί ήταν σε καθημερινή διάταξη. Ο κόσμος έφευγε όπως μπορούσε, σάλταραν απ’ έξω απ’ τα τείχη των συνόρων, άλλοι κολυμπώντας, νόμιμοι ή παράνομοι. Ένας ο σκοπός τους, να φύγουν να δουλέψουν, να φάνε μια μπουκιά ψωμί.
Ένας από αυτούς που έφυγε ήμουν κι εγώ, μικρό παιδί, τα ξένα κράτη μας κατέτρεχαν, σα να είμαστε στίφη βαρβάρων, εν τέλει κάποτε κατέληξα στα κρατητήρια ως παράνομος
.

Όχι δεν ήμουν κακοποιός, ούτε δολοφόνος, απλούστατα ζητάγαμε μια εργασία, μια οποιαδήποτε.

Ξημέρωνε λοιπόν αυτή η τελευταία Πέμπτη του Νοέμβρη, μέρα που οι άνθρωποι θα πρέπει να προσευχηθούν και να δώσουν τις ευχαριστίες τους στον θεό.

Επί τη ευκαιρία της εορτής την παραμονή ήρθε στο κελί μας ο αντιπρόσωπος μιας εκκλησίας λεγόταν Χριστιανική Επιστήμη, μας φώναξαν να πάμε σε άλλη αίθουσα να μας διδάξουν τη φωνή του Ευαγγελίου μας έδωσαν από μια βίβλο ανοίξαμε την τάδε σελίδα το δείνα κεφάλαιο, μας το εξηγούσαν, μετά μας είπαν για την ιδρύτρια της εκκλησίας αυτής Mary Baker Eddy, μας δώρισαν και την εφημερίδα Christian Science Monitor με δημοσίευμα στην Ελληνική γλώσσα.
Στο συσσίτιο της επόμενης μέρας των ευχαριστιών, πρωτοδοκίμασα γαλοπούλα με γέμιση από ψωμί, μια γλυκιά σάλτσα από cranberry (είδος μούρου) και πατάτες πουρέ.

Ήταν η πρώτη μου φορά, από τότε πάντα η γεύση αυτής της ξινόγλυκης σάλτσας-ζελέ, μαζί με τη γέμιση μου θυμίζει τον εαυτόν μου, αυτόν που κοντεύω να ξεχάσω, έναν εαυτόν εγκαταλειμμένο στο έλεος του θεού, η θύμηση της τότε κατάστασης μου φέρνει δάκρυα, προσπαθώ να γιάνω τις πληγές που άφησε η ανημποριά και αδικία, των κινούμενων τα νήματα σαν να ήμασταν μαριονέτες όλοι εμείς οι έλληνες, οι σπαρμένοι σε κάθε γωνιά της υφηλίου.
Η σύνδεση, των δυο εαυτών μου γίνεται, υπάρχει, αλλά μόνο εγώ την καταλαβαίνω, μόνο εγώ την ξέρω.
Φώναξαν μάλιστα και φωτογράφους, και είμαστε πολλοί έλληνες, εκατοντάδες, παιδιά, γέροι, όλοι ανακατωμένοι, παράνομοι, τι ζητάγαμε, μα ένα μεροκάματο, μια θέση κάτω από τον ήλιο, αυτό που η πατρίδα μας δεν είχε να μας δώσει, ή δεν ήθελε, ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1951 τόπος Ellis Island Νέα Υόρκη.

Σήμερα:
Πέρασαν τα χρόνια…
Όπως το άγουρο ξινό σταφύλι ωριμάζει, έτσι και η ζωή ωρίμασε γλύκανε, μαζί με τα χιόνια στα μαλλιά έφερε και αυτά που τότε στην αρχή φαινόταν άπιαστα όνειρα, έφυγε το εγώ αντικαταστάθηκε από το εμείς, έτσι κάθε χρόνο γιορτάζουμε αυτήν την ημέρα των ευχαριστιών, όλοι μαζί, έτσι κι εφέτος 24 Νοεμβρίου 2011, έστω κι αν ακόμα η γεύση σάλτσας ζελέ ‘φραγκοστάφυλου’ (cranberry) μου θυμίζει το εγώ, τον άλλο εαυτό μου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ζωγραφιές!


Το χθες, είναι μια χρονική διάσταση, που κάποτε υπήρχε, το αύριο είναι κάτι το άγνωστο υπάρχει σαν μια αφηρημένη έννοια που δεν έρχεται ποτέ, γιατί πάντα είναι σήμερα.

Η ζέστη αφόρητη, στο λιμάνι επικρατούσε άπνοια, η σκηνή στο Μαρακαΐμπο Βενεζουέλας, το βαποράκι μας μικρό μόλις 3.500 τόνων πλέαμε και στη λίμνη του Μαρακαΐμπο δίπλα στις πετρελαιοπηγές μεταφέροντας σωλήνες πετρελαίου.
Σαν βράδιασε ετοιμάστηκαν μερικοί από το πλήρωμα για έξοδο. Απ’ το μεσημέρι είχε χαθεί ο δεύτερος μηχανικός απ’ το βαπόρι, ένας πειραιώτης, μετά μάθαμε ότι τον είχαν φυλακή γιατί αντιμίλησε τελωνειακού ο οποίος έκανε λαθρεμπόριο ουίσκι από τον καπετάνιο.

Εκεί στο Μαρακαΐμπο είχα γνωρίσει από προηγούμενα ταξίδια μια κοπελιά από το Barquisimeto, πίναμε μαζί, εγώ μπύρα Zulia, εκείνη ήθελε ουίσκι, της είχα φέρει και δώρα από τη ΝΥ. Ξίνισε τα μούτρα της Δεν της άρεσαν, ώ! Αυτά μού έφερες! Άντε μετά να βρεις άκρη.
Την παράτησα κι έφυγα, έτσι πήγα μαζί με τους συνάδελφους στη νυχτερινή ζωή, αυτή για τους ναυτικούς, εκεί όπου γινόταν η νύχτα μέρα, εκεί όπου έρρεε η λάσπη. Πολλές οι γυναίκες σαν τα ζουζούνια, εντύπωση οι περισσότερες ξένες, και ευρωπαίες.
Στο επόμενο λιμάνι στο Puerto La Cruz μια όμορφη με έκανε πέρα, την πρόσβαλα με μια ερώτηση που της έκανα, είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτόν της, εν τέλει έκανα παρέα με μια λίγο αδυνατούλα άσχημη, αλλά χωρίς προβλήματα.
Στο La Guaira ψάχναμε για φιλενάδες στην παραλία στο Maiquetía, macuto εν τέλει καταλήξαμε στο αεροδρόμιο,,,,
Στο Puerto Cabello ήρθε η αστυνομία του τελωνείου στο βαπόρι και μας κατάσχε ότι ρούχα είχαμε καινούργια, με την ετικέτα πάνω, ως ύποπτα λαθρεμπορίου. Δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτε άλλο.
Μετά στo λιμάνι Cumana, κάποιος φίλος ναυτικός, βγήκε έξω γνώρισε μια οικογένεια Ελλήνων μεταναστών από την Χίο, είχαν μια κόρη, έρχεται και με τραβά μαζί του, μου έκανε την προξενιά με την κόρη, την είδα δεν… Είχαν Tienda μαγαζί εμπορικό υφασμάτων, ρούχων
.
Από εκεί φύγαμε πήγαμε σε άλλο λιμάνι Carupano.
Βάλαμε πλώρη για Νέα Υόρκη, το κυματάκι μας δρόσιζε, φύσαγε πάντα από την νοτιοανατολική πλευρά, κάτι σαν μελτέμια, ξαναβρήκαμε τη γαλήνη στην απόλυτη απομόνωση από τον πολιτισμό, από την κοινωνία, από τα προβλήματα, από τις γυναίκες, αναζωογονήθηκα στου πελάγου την ιώδιο αρμύρα, σε μια απομόνωση όπου η λαμαρίνα του βαποριού πάχους μισής ίντσας είναι αυτή που σε χωρίζει από τη θάλασσα, αυτή που έπλεες πάνω της
.


Πάνω στη σκουριασμένη λαμαρίνα στο πέλαγος ζωγραφίζαμε αγγέλους σε μορφή γυναίκας, ζωγραφίζαμε με άχνη από αλάτι, μέχρι που οι κορυφές των κυμάτων μας έλουζαν με θαλασσόνερο ρίχνοντας μας χελιδονόψαρα που έσπαγαν τα μούτρα τους πάνω στη λαμαρίνα, και μας χάλαγαν τις ζωγραφιές.

Μεγαλώσαμε σε λαμαρίνα σκουριασμένη, λες και ήταν η μάνα μας, αυτή που μας θήλαζε, είναι αυτή που πάνω της βρίσκαμε προστασία ξεγνοιασιά, κάτι το σίγουρο, ζούσαμε σε έναν κόσμο βρεμένο με αλάτι κι εκεί πάνω στη σκουριά ζωγραφίζαμε, ζωγραφίζαμε την καρδιά μας, την ψυχή μας, όλα αυτά σε πρόσωπα αγγέλων αυτά που θα έπρεπε να είχαν οι γυναίκες, αυτές που μας έλειπαν από τη ζωή. Μια ολόκληρη ζωή, τα καλύτερα παιδικά μας χρόνια, γεμάτα θαλασσόνερο λες και ήμασταν ψάρια,
Κι όταν έφτανες στο λιμάνι άβγαλτος στης στεριάς τα κόλπα, έπεφτες για μια ακόμα φορά, στα θέλγητρα αυτής που ορκίστηκε ότι εσένα μόνο περίμενε, όμως μέσα σου βαθιά ήξερες ότι ήταν ψέματα, σε νίκησε όμως η ψευδαίσθηση, η σκέψη σου, του:

Τι έχω να χάσω;
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Χθες βράδυ:

Αναμνηστική Φωτογραφία, μεταξύ άλλων: Συγγραφείς: η Υιώτα Στρατή, η Βάνα Κοντομέρκου, η Ιουστίνη Φραγκούλη, ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης.



Χθες το βράδυ 15/11/11 συναντηθήκαμε φίλοι συγγραφείς από Νέα Υόρκη, έχοντας συνάξει βιβλία κι άλλων ομογενών συγγραφέων, οι οποίοι δεν ήταν παρόντες.


Συναντηθήκαμε στο Εστιατόριο Bellaire της Αστόριας Νέας Υόρκης, με την συγγραφέα δημοσιογράφο κ. Ιουστίνη Φραγκούλη η οποία με δική της πρωτοβουλία μας έδωσε την ευκαιρία να ακουστεί και η δική μας φωνή των συγγραφέων ομογενών, με παρουσίαση έργων μας (βιβλίων) στο σαλόνι της έκθεσης ελληνικών βιβλίων που γίνεται στις 17/11/11 στην Πρεσβεία μας στην Ουάσινγκτον, μαζί με εκδοτικούς οίκους από Αθήνα, της ευχόμαστε καλή επιτυχία στις προσπάθειες της, μα κι ένα μεγάλο ευχαριστώ για αυτήν της την πρωτοβουλία, ότι κι εμείς αν και μακριά από την Ελλάδα υπάρχουμε, παράγουμε Ελληνικά.
Ευχαριστώ-ούμε

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Συνάντηση




Μια συνάντηση φίλων της παρέας μας εδώ στη Νέα Υόρκη, να ανταλλάξουμε απόψεις και γνώμες, όχι για να λύσουμε τα προβλήματα αυτά που τυραννούν την ανθρωπότητα, αλλά για να ανανεώσουμε τον δεσμό φιλίας, με καλό κρασάκι και μεζέ, περιμένοντας να ξημερώσει η 11/11/11


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Τα πέτρινα χρόνια, το σήμερα:


Στα πέτρινα χρόνια που μεγάλωσα, οι ξένες δυνάμεις είχαν καταλάβει τα πάτρια εδάφη με στρατό, με άρματα, με αεροπλάνα, με αραβίδες, μάλινχερ και ξιφολόγχες, οι Ιταλοί φινάτσοι φορούσαν καπέλα με φτερά, με πράσινα δίκοχα, και κράνη, με μπαλάσκες και σφαίρες, τα γερμανικά οπλοπολυβόλα τα κουβαλούσαν οι γερμανοί στρατιώτες στους ώμους με στολές χακί που έσκιαζαν τον κόσμο, τον απλό κοσμάκη.
Όταν έφυγαν, όταν πέθαναν, όταν σκοτώθηκαν, τα λάφυρα τις στρατιωτικές χλαίνες τις κάνανε οι έλληνες παλτά, τα κράνη σύκλους για να τρώνε τα γουρούνια, το δέρμα από τις μπαλάσκες παπούτσια, τα ελαστικά «ρόδες» σόλες, μάλιστα ήταν πιο φτηνά τα πέδιλα από την μπάντα της ρόδας, την πυρίτιδα προσάναμμα για να ανάψουν φωτιά τα κούτσουρα να μαγειρέψουν, τα όπλα αυτά που άφησαν οι κατακτητές οι έλληνες τα έκρυψαν και τα χρησιμοποιούσαν για να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, σύμφωνα με το τι πίστευε ο καθένας, σύμφωνα με τις ιδέες που μπορεί να ήταν ρωσόφιλες αγγλόφιλες, αμερικανόφιλες, μόνο ελληνικές δεν ήταν

Ξέρετε η ιδέα που δεν έχει σάρκα και οστά αλλά μόνο μια άυλο ψυχική παρουσία, δηλαδή δεν είναι τρισδιάστατη, κάτι που δεν την βλέπεις και μόλα ταύτα για αυτή την ιδέα αν ήταν διαφορετική από του γείτονά σου σε σκότωνε… αυτά ήταν τα πέτρινα χρόνια.
Σήμερα η κατάκτηση της χώρας μας έγινε απ’ το Ευρώ
Έχουμε μια γη η Ελληνική γεμάτη ήλιο και θάλασσα, όπου φυτρώνουν κάθε λογής ανθεκτικοί ξενόσποροι.
Είμαστε σαν μια γερμανική αποικία, όπως και όλα τα μεσογειακά κράτη, δεν είναι ανάγκη πλέον να στείλουν στρατό με ξιφολόγχες για να κατακτήσουν τη γη μας, η κατάκτηση έγινε ήδη, με την συνεργασία αυτών που έβαλαν το ατομικό τους συμφέρον πάνω από την πατρίδα
.
Παλαιά στα πέτρινα χρόνια τους έλεγαν δωσίλογους και τους εκτελούσαν, σήμερα τους λένε σεβαστοί εξυπνάκηδες… Έτσι όπως πάμε κάποια μέρα θα απελευθερωθούν τα μεσογειακά κράτη, τότε θα ξαναγυρίσουν στα εθνικά τους νομίσματά, ο γυρισμός θα είναι επώδυνος, φτωχός, ταπεινός, πειναλέος, αλλά θα γίνει, έτσι το ευρώ θα εξαλειφτεί από την κοινωνία μας…
Είναι σα να λέμε ένας κρυφός πόλεμος μεταξύ δολαρίου και ευρώ. Πολλοί δεν θέλουν να το πιστέψουν το αποκλείουν, ούτε κι εγώ θέλω να παραστήσω τον προφήτη, αλλά δυστυχώς υπάρχει και αυτή η προοπτική:
Το να είναι αλήθεια…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Είναι γιατί δεν έχεις γεννηθεί στη χώρα μας:



Η κομματική πολιτική:
Το ταξί μου στην πιάτσα μπροστά απ’ το λιμάνι, περίμενε να πέσει κάνας λαχνός.

Στο κράτος βασίλευε ησυχία, η κυβέρνηση των συνταγματαρχών κρατούσε την πολιτική κατάσταση υπό έλεγχο, ήταν μια δικτατορία, τα αμερικανικά βαπόρια της United Fruit Company, ιδιοκτήτριας και του μόλου έκαναν εβδομαδιαία προγραμματισμένα ταξίδια στο λιμάνι, φέρνοντας τουρίστες κι εμπόρευμα. Αρκετή κίνηση, το χρήμα κυκλοφορούσε αρκεί να είχες κουράγιο για δουλειά.
Βόμβος αεροπλάνου ακούστηκε, θα ήταν περίπου 10 η ώρα πρωινή, το τηλέφωνο της εταιρίας μπανανών άρχισε να κτυπά. Ήταν το μοναδικό στην πιάτσα, ο Τηλεφωνητής ένας μελαχρινός αγγλόφωνος απ’ το Μπελίσε βγήκε στην βεράντα και φώναξε, ζητούν 4 ταξί στο αεροδρόμιο, μια απόσταση περίπου 4 χιλιομέτρων. Πρώτος ετοιμάστηκα να πάω, μάλιστα φώναξα και τον οδηγό του δεύτερου ταξί μου νάρθει κι αυτός.
Κάτω υπό διεθνείς πιέσεις η κυβέρνηση είχε προκηρύξει εκλογές για το επόμενο έτος. Αμέσως γεννήθηκαν διάφορα κόμματα όλα εθνοσωτήρες, το πιο σοβαρό κόμμα της αντιπολίτευσης ήτα το partido revolucionario ιδρυτής του ένας το επώνυμο Μοντενέγρο στα Ελληνικά Μαυροβουνιώτης. Το κατεστημένο τον δολοφόνησε, τότε ανέλαβε ο αδελφός του να φέρει πέρας την ελπίδα του λαού… Αυτός λοιπόν είχε έρθει στο αεροδρόμιο με την συνοδεία του και ζητούσαν ταξί για να πάνε στο Στάδιο να βγάλουν προεκλογικό λόγο.

Λόγο ενάντια του καθεστώτος, ενάντια στην κυβέρνηση, τους μεταφέραμε όλους στο στάδιο, αφού γέμισαν με υποσχέσεις τους ακροατές, τους περιμέναμε και τους πήγαμε πίσω στο αεροδρόμιο… Την άλλη μέρα κάποιος συνάδελφος ταξιτζής μου λέει:
-Ξέρεις είχε έρθει στην πιάτσα ένα τζιπ της λιμενικής αστυνομίας και σε ζητούσε.

Άνοιξα τον στόμα μου από την έκπληξη.
-Εμένα; να με κάνει τι;
Εν τέλει με βρήκαν ήταν παιδιά του λιμενικού, γνώριζα πολλούς από αυτούς ένεκα τα βαπόρια.
-Μάθαμε ότι προσφέρθηκες να μεταφέρεις τους αντίθετους για να βγάλουν λόγο στο στάδιο κι αυτό τιμωρείται κλπ…
-Εγώ εργάζομαι για το μεροκάματο, φώναξαν ταξί στο αεροδρόμιο και πήγα, είναι η δουλειά μου, παραπέρα δεν ξέρω τίποτα.
Άνθρωποι λογικοί κατάλαβαν με άφησαν να φύγω. Επισκεπτόμενος την Νέα Υόρκη, δεκαετία του 70 πήγα να επισκεφθώ φίλο Κεφαλλονίτη από τα βαπόρια στο εστιατόριο Ακρόπολις απέναντι από το αντικαρκινικό νοσοκομείο SLOAN KETTERING στους 68 δρόμους και πρώτη λεωφόρο. Μου λέει ο φίλος μου:
-Έχει έρθει από την Γουατεμάλα για θεραπεία καρκίνου ο πρόεδρος Μοντενέγρο που στο μεταξύ είχε κερδίσει τις εκλογές ή κάποιος της οικογενείας του, περίμενε να σου τους συστήσω:
Πράγματι με σύστησε νομίζω ήταν γιος ή ανιψιός του, καθώς συζητάγαμε του ανέφερα την ιστορία με το ταξί. Μου λέει:
-Πρέπει να είσαι μαχητικός υπέρ του κόμματος:
-Μα εγώ προσπαθούσα να κρατώ ισορροπία ανάμεσα στα κόμματα, να μην γίνομαι φανατικός ούτε με τον ένα ούτε με τον άλλο…

και τι μου απαντά:
-Είναι γιατί δεν έχεις γεννηθεί στην χώρα μας, την Γουατεμάλα…
-Τι άλλο να πω! Ο καθένας μπορεί ν’ αλλάξει την Γουατεμάλα π.χ. με Ελλάδα Στην πολιτική από όπου και να πας τον μπελά σου βρίσκεις.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Θα σε περιμένω:

Ο Νίκος από την Κίμωλο, ο Λοστρόμος από τη Σύμη, ο ναύτης από το Καρλόβασι Σάμου, κρατώντας την μπουκάλα ρούμι, ο Σαράντος από τη Μάνη, ο Γαβριήλ από την Κεφαλονιά κρατώντας το ποτήρι... ΕΒΙΒΑ !


Θα σε περιμένω!
Την πίστεψε, στη ζωή του ποτέ κανένας δεν του είχε πει αυτή τη λέξη.

Τα βαρούλκα του βαποριού δούλευαν με ένα εκκωφαντικό θόρυβο, έπρεπε η φόρτωση να τελειώσει, τα μεσάνυχτα είχαν βάλει αναχώρηση. Φόρτωναν καφέ σε τσουβάλια της ρίγας, η οχλαγωγία των εργατών, ο θόρυβος του ατμού που ξέφευγε από τα βίντσια, ο μάγειρας από την Χαλκίδα με το μουστάκι του, γλένταγε, τον κερνούσε στο σαλόνι ο πρώτος κι έφερνε μια δυο ζεϊμπέκικες στροφές.

Ο καπετάνιος κι αυτός είχε ανέβει στο φτερό της γέφυρας και παρακολουθούσε, την φιλενάδα του μια από την Χιλή, την είχε ξεπροβοδίσει, από πριν…

Ο πρώτος μηχανικός, ένας πειραιώτης κοντός το έπαιζε κάπως μάγκας φορούσε παπούτσια αργεντίνικα μυτερά με τακούνι, την δική του την είχε στείλει σπίτι της. Για εμένα μου φαινόταν παράξενο κουβαλούσε πάντα την ίδια, του έλεγα γιατί δεν αλλάζεις γυναίκα πάντα την ίδια κουβαλάς;
Μια ευχή σου δίνω να μην σου τύχει, κι εγώ μέσα στην ευτυχία της αγνωσίας μου τον νόμιζα τρελό.
Ο δεύτερος μηχανικός κατέβηκε στη μηχανή για προθέρμανση, ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπα όλων μας, οι ναύτες περίμεναν να τελειώσουν οι εργάτες για να σενιάρουν το βαπόρι να κατεβάσουν τις μπίγες, να βάλουν σφήνες στους μουσαμάδες των αμπαριών, όλοι τρέχανε με μια βιασύνη λες δεν υπήρχε αύριο.
Μόνο αυτή δεν βιαζόταν καθόταν κάτω απ την κολόνα του δρόμου και με περίμενε.
Η σκέψη ότι κάποια με περίμενε με είχε αποξενώσει από τους άλλους συναδέλφους, ίσως να μην τους ενδιάφερε ή ζήλευαν, ή με θεωρούσαν αλήτη, όλοι αυτοί έδειχναν ότι δεν τους περίμενε κανένας, του μάγειρα η γυναίκα του το είχε δηλώσει, μην γυρίσεις δεν σε θέλω, κι αυτός έβγανε τον καημό του, πίνοντας ρούμι και χορεύοντας σόλο.
Η Ελλάδα πολύ μακριά, ένα δίλλημα, μια ψυχολογική κατάσταση όπου οι αισθήσεις υπερέχουν, ένα κλείσιμο στον εαυτόν σου, μια έλξη από το άγνωστο, μια έλξη από αυτό που δεν είχες γνωρίσει, και το έκανε τόσο ελκυστικό η περιέργεια της περιπέτειας.
Πετάχτηκα έξω απ’ το βαπόρι, με περίμενε, μετά από λιγάκι ακούστηκε η βραχνή σφυρίχτρα του βαποριού ξεκαθάρισε τη βραχνάδα της πετώντας γύρω της νερωμένο ατμό, που έπεσαν σαν στάλες αφύπνισης στη γέφυρα, κοίταξα το ρολόι μου ακόμη δεν ήταν μεσάνυχτα, ξανακούστηκε η σφυρίχτρα τούτη τη φορά τρεις μακρόσυρτες βραχνές, σημείο αποχαιρετισμού άρχισα να τρέχω να προλάβω, η πρύμη είχε ανοίξει με το όπισθεν, το βαπόρι κρατιόταν με έναν κάβο από την πλώρη, ο καπετάνιος με είδε χειρονομούσε από τη γέφυρα να βιαστώ, εν τέλει μου πέταξαν μια ανεμόσκαλα κι ανέβηκα.

Ο καπετάνιος με κατάλαβε, καλό παιδί από την Θεσσαλονίκη, το όνομά του Αλέκος, το επώνυμο τελείωνε σε ίδης, όταν ερχόταν η δικιά του μέσα χόρευαν στο σαλόνι Τουίστ… κι εγώ τους σέρβιρα καφέ, ποτό κι ότι άλλο έλεγε η ψυχή τους…
Κι αυτή επέμενε να με περιμένει κάτω απ' την κολόνα του φωτός, μαζί προσευχόμαστε να βρέξει ώστε να σταματήσει η φόρτωση, τούτη τη φορά δεν ακούστηκαν οι προσευχές μας, δεν έβρεξε.

Όχι δεν με περιμένει πλέον.
Σε ένα θαλασσινό δυστύχημα πνίγηκε… και ήταν τόσο νέα!
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

H δραχμή μας...













Ιονικές Δραχμές επί Ιταλικής κατοχής στα Επτάνησα




1941-42




Παραμονή πρωτοχρονιάς, περιμέναμε να μας κάνουνε τον μποναμά, ξάφνου ο πατέρας μου με φώναξε παράμερα και μου έκανε τον μποναμά, ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των 500,000 δραχμών ήταν τότε και αφότου είχαν φύγει για τον άλλο κόσμο οι κατακτητές Ιταλοί, πήραν μαζί τους και τα Ιονικά χαρτονομίσματά τους, οι γερμανοί είχαν φέρει τις πληθωρικές δραχμές.
Η χαρά μου μεγάλη δεν περιγράφεται, είπα να το φυλάξω, αλλά μετά πήγα στο μαγαζί και πήρα πολύχρωμες καραμέλες, από αυτές που έφερναν με το καΐκι από την Πάτρα οι μαγαζάτορες, τις μέτρησε μια, μια, μου τις έδωσαν από ένα γυάλινο βάζο, που ήταν εκεί στον μπάγκο δίπλα από τις παστές σαρδέλες και το στρατσόχαρτο, που από πάνω κρεμόταν αρμαθιές από σπάγκους από χορτάρι κιτρινωποί χλωμοί που χόρευαν στο φίλημα του αέρα που έμπαινε από την πόρτα, που έχασκε ορθάνοιχτη, φέρνοντας το φως μαζί και την παγωνιά, λες και ντρεπόταν, για το κατρακύλισμα της δραχμής στου μικρού παιδιού τα χέρια. Ο μπακάλης έκοψε ένα κομμάτι στρατσόχαρτο τύλιξε τις καραμέλες, ήταν χρώματος κοκκινωπό μα και κίτρινες και, πράσινες, τόσο λίγες χωρούσαν στην παλάμη μου, μέχρι να πάω σπίτι τις είχα φάει.
Μετά κυκλοφόρησαν τα εκατομμύρια, τα δισεκατομμύρια, μέχρι που στον ύπνο μου ονειρεύτηκα ότι είχα γίνει δισεκατομμυριούχος, και πράγματι όταν ξύπνησα μου είχαν δωρίσει δισεκατομμύρια δραχμές, ξανά πήγα να αγοράσω καραμέλες, τούτη τη φορά όμως δεν υπήρχαν, τις είχαν ανταλλάξει με καλαμπόκι, αυτό πού κάναμε μπομπότα, για να χορτάσουμε, αυτό που έφτανε από το Νιοχώρι κατοχής.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Θα γυρίσει:



Μπερδεμένα, καλώδια, μπερδεμένοι άνθρωποι,



Το αγιόκλημα σα φράχτης μας έκρυβα από τα μάτια αυτών που διάβαιναν από το δρόμο, σούρουπο, καθόμαστε στο παγκάκι της αυλής απολαμβάνοντας την καλοκαιρινή δροσιά αυτή που όλοι περιμένουμε μετά το ηλιοβασίλεμα. Η κολώνα του δρόμου μας κοίταζε από ψηλά σαν αχτένιστη κυρία.

Η Μαίρη η γειτόνισσά μας γύριζε απ’ τη δουλειά της, παρκάρισε το αυτοκίνητό της κάτω απ την κολώνα ένα παλιό τεράστιο Πόντιακ, χρώματος καφέ σκούρο, ήταν το ίδιο που οδηγούσε και ο άνδρας της. Kοντο-στάθηκε, μετά σα να άλλαξε γνώμη γύρισε προς τα πίσω και κοίταξε από το άνοιγμα της πόρτας της αυλής. Μας καλησπέρισε, έβγαλε μια φωνή είπε: Θα φύγω, θα τον χωρίσω. Τα δυο της κορίτσια μόλις είδαν το αυτοκίνητο έτρεξαν να την προϋπαντήσουν. Της κόπηκε η μιλιά, δεν πρόλαβε να τελειώσει το τι ήθελε να πει.
Με τον άνδρα της ήμασταν φίλοι, αν και γεννημένος εδώ, έμοιαζε σα να είχε έρθει μετανάστης τούτη την εποχή. Βέρος Τστσιλιάνο, Ιταλός από τη Σικελία. Μελαχρινός με μουστάκι.

Κατοικούσε στο διπλανό σπίτι μας χώριζε που λένε μια σπιθαμή γη. Η ίδια κολώνα μας τροφοδοτούσε ηλεκτρικό ρεύμα, καλωδιακή σύνδεση, τηλέφωνα, κλπ… Εργαζόταν σαν αφεντικό για τον δήμο Νέας Υόρκης της ομάδας ασφαλτόστρωση δρόμων. Η γυναίκα του κι αυτή ιταλίδα, όσο μεγάλωναν τα δυο κοριτσάκια τους η γυναίκα του δεν εργαζόταν.
Τα φαγητά τους μοιάζανε με τα δικά μας, θυμάμαι όταν ψέναμε στην πίσω αυλή μας αρνί στη σούβλα το Πάσχα πάντα τους καλούσαμε ήθελε για μεζέ το κεφάλι… Μεγαλώνοντας τα κορίτσια τους ο πατέρας στο πρώτο κορίτσι του βρήκε δουλειά σε δημοτικό νοσοκομείο, το δεύτερο πήγε στο στρατό στην Γερμανία. Μετά αφού γύρισε έγινε αστυνομικός. Έτσι ελεύθερο πια το ζευγάρι τους πήραμε παρέα και πήγαμε όλοι μαζί Ελλάδα, Αθήνα και στο χωριό Κεφαλονιά.
Όταν γυρίσαμε, ο φίλος μου βρήκε δουλειά της γυναίκας του πάλι σε δημόσιο νοσοκομείο… Ε! πως να το κάνουμε είχε δημόσιες κρατικές γνωριμίες.
Εκεί γνωρίστηκε, ευκαιρία ήταν, έτσι μια μέρα η Μαίρη εξαφανίστηκε, πήρε και το αυτοκίνητο μαζί της.

Στην δουλειά της όμως εξακολουθούσε να πηγαίνει.

Ο άνδρας της το πήρε βαριά, έπεσε σε μελαγχολία, όλο μας έλεγε θα ξανάρθει δεν μπορεί τόσα και τόσα χρόνια μαζί. Γονάτιζε και προσευχόταν κάθε μέρα, ζητούσε παρηγοριά, δύναμη, ελπίδα, από το κρύο άγαλμα της Παναγίας, αυτό που είχε στην πίσω αυλή του. Τον παρακολουθούσα, χωρίς να μιλώ … Η Κολώνα του δρόμου, που πάνω της στηριζόταν τα καλώδια ηλεκτρικού, τηλεφώνων, μα και αυτά της καλωδιακής τηλεόρασης, έριχνε ένα κιτρινωπό φως πάνω από το φράχτη της αυλής μου, έπεφτε πάνω στα πράσινα φύλλα από το αγιόκλημα κι έκαναν ένα τοπίο μελαγχολικό κάτι σα νυχτερινό ουράνιο τόξο. Στην κολώνα στηριζόταν ακουμπισμένος τα καλοκαιρινά βράδια ο φίλος μου, ήξερε ότι θα βγω από το σπίτι και με περίμενε. Έφερνε πάντα τη συζήτηση για εκείνη, ο πόνος του σπάραζε την καρδιά, μου έκανε την ερώτηση, λες να γυρίσει; Δεν περίμενε την απάντησή μου, την έδινε μόνος του γεμάτη ελπίδα, πρέπει να γυρίσει, όμως περίμενε από εμένα να την επιβεβαιώσω, για να αισθανθεί ότι αξίζει να ζει. Όμως ποτέ της δεν γύρισε.
Είχε σταματήσει να τρώει, να δουλεύει, είχε αδυνατίσει, πήγε στο γιατρό του βρήκαν όγκο στο κεφάλι, στο νοσοκομείο μόνο η κόρη του επισκέπτρια, πάει πέθανε ο φίλος μου, τον επισκέφτηκα για τελευταία φορά πριν τον καταπιεί η γη.
Τώρα στο σπίτι κατοικούν Φιλιπινέζοι, έχουν φτιάξει μια γυάλινη αυλή, κι έχουν φυτέψει μπανανιές και λουλούδια των τροπικών, είναι σα να θέλουν να συναγωνιστούν το αγιόκλημά μου…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης









Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Έξω από τα σύνορα:

Όσο γερνώ τόσο μαθαίνω...



Στο γαλάζιο Μάτι






Ένα καινούργιο κράτος, μια νέα για εμένα γλώσσα με ρίζες πολύ παλιές, μια κόκκινη σημαία με τον μαύρο δικέφαλο αητό, Ιλλυριοί και Έλληνες ανακατωμένοι, κλειστά σπίτια, έρημοι δρόμοι, κλειστή εκκλησία, φιλόξενοι οι εναπομείναντες κάτοικοι, τεράστιες πεδιάδες, τρεχούμενα νερά, μια πηγή νερού το Γαλάζιο μάτι, αιωνόβια δένδρα, περιοχή Αγίων Σαράντα, μου εξήγησαν την παράδοση του θηρίου, που άφησε τα ίχνη του στα ψηλά βουνά και στις κακοτράχαλες ράχες, (κρίμα δεν την έγραψα) καφές και τσίπουρο για κολατσιό, μύγες και κουνούπια, όλα αυτά όταν και αφού περάσεις τα σύνορα της Ελλάδας. Στους Αγίους Σαράντα με τράταραν το παραδοσιακό τους γλυκό, ζούπα μα και όπου πήγαινα, ήμουν καλοδεχούμενος.

Με το ηλιοβασίλεμα στους μισοσκότεινους δρόμους της Χιμάρας λίγο πριν περάσεις το γεφυράκι τρεις γριούλες με τα μαύρα τσεμπέρια τους καθόταν στην άκρη του στενού πεζοδρομίου από εκεί είχε άνοιγμα με σκαλιά και κατέβαινε προς την θάλασσα, όπου θα πρέπει να ήταν το σπίτι τους. Μιλούσαν ελληνικά, όταν όμως πέρναγε κάποιος σταματούσαν να μιλούν, μόνο κοίταγαν. Μια ελληνική σημαία κυμάτιζε στο ύψωμα, ακριβώς απέναντι, το μονοπατάκι όμως που πήγαινε προς τα εκεί απότομο αν παραπατούσες θα γκρεμιζόσουν εκεί συναντήσαμε κι αρκετά τετράποδα μας κοίταζαν φιλικά.
Ένας άλλος κόσμος, η παραλία στο Λιβάδι γεμάτη πρόχειρες επιχειρήσεις μικρο-εστιατόρια προς εξυπηρέτηση αυτών που πάνε για μπάνιο, ρώτησα γιατί δεν κάνουν κάτι όμορφο γερό, όχι δεν τους ανήκει η γη ανήκει στο γκουβέρνο, έτσι χτίζουν κάτι προσωρινό γιατί αύριο μπορεί να τους πουν να φύγουν...


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Σαν Πειρατής:



Παρακολουθώντας τις ειδήσεις σε ένα ντοκουμέντα του national Geographic πρόβαλαν το μέρος όπου οι έμποροι ναρκωτικών της Κολομβίας κρύβουν και κατασκευάζουν υποβρύχια με σκοπό να μεταφέρουν ναρκωτικά στις ΗΠΑ…

Αρχικά τα υποβρύχια ήταν απλά πλέανε κάτω από τρία πόδια νερό, μετά τα τελειοποίησαν να πλένε κάτω από 30 πόδια νερό. Το πλήρωμα ήταν 3 άτομα, ο καπετάνιος, ένας μηχανικός και ο συνοδός φορτίου.


Το λιμάνι αυτό μια «σπιάντζα» με ένα μόλο λεγόταν Τουμάκο μια ζούγκλα γεμάτη κανάλια, όπου η πυκνή βλάστηση έκρυβε τα σκάφη.

Με έκπληξη είδα ότι στο μέρος αυτό πριν πολλά χρόνια ταξίδευα κι εγώ ως πλήρωμα σε βαπόρι μεταφέροντας μηχανήματα, γενικό εμπόριο…
Μια καινούργια ναυτιλιακή εταιρία ναύλωσε το βαπόρι για ένα χρόνο. Ήταν Κολομβιανή μαζί με το Εκουαδόρ, λεγόμενη Grancolombiana de vaporεs, πρώτα ήταν μαζί με την Βενεζουέλα, μετά χώρισαν και της Βενεζουέλας ονομάστηκε venezolana de navegación.

Ταξίδια μας ήταν από βορρά προς νότο. Μέσα σε δέκα μέρες αλλάζαμε κλίμα από παγωμένο σε τροπικό. Ξεκινούσαμε από το Μόντρεαλ, Θρι Ριβερς, Κεμπέκ Καναδά, κι όσα μικρά λιμανάκια είχε ο ποταμός Άγιος Λαυρέντιος, μετά πηγαίναμε Βοστόνη ΗΠΑ κι από κει κατευθείαν Κολομβία.

Πρώτα το λιμάνι, Santa Marta, μετά το λιμάνι της Cartagena de Indias, τελευταίο το λιμάνι της Baranquilla το οποίο ήταν στην όχθη του ποταμού Rio Magdalena, του οποίου τα νερά δεν είχαν αρκετό βάθος για ένα φορτωμένο βαπόρι. Στην είσοδο του ποταμού "Vocas de Ceniza" εκεί ο ποταμός συναντώντας τη θάλασσα πάντα υπήρχε «Δεστία» μια αναταραχή του νερού όπου σήκωνε κύμα.
Όλα αυτά στην ακτή της Καραϊβικής. Περιττό να πω ότι για τους ναυτικούς ήταν σαν παράδεισος, εύρισκες ότι σου έλειπε στο πέλαγος. Το λιμάνι της Σάντα Μάρτα είχε μπαρ, γυναίκες που γύριζαν σαν φτερωτές φέλες γύρω από τους ναυτικούς, το λιμάνι της Καρταγένας ήταν γεμάτο από ας πούμε μικρό-απατεώνες, μα κι ένα καθολικό ‘κονβέντο’ Μοναστήρι πάνω στο λόφο
. Ο μανιάτης ο μάγειρας πούλησε τσιγάρα και Ουίσκι σε καλή τιμή, όταν πήρε τα πέσος και πήγε στην τράπεζα να τα κάνει δολάρια ήταν όλα κάλπικα.
Η Μπαρανκίγια ήταν ένα πολύπλοκο λιμάνι, υπήρχε μια μαύρη ζώνη από το μόλο προς την πόλη, μας λέγανε ότι ήταν επικίνδυνη, το ποτάμι με καφετιά βρώμικα νερά κατέβαζε πολλά σκουπίδια μέχρι και νεκρά ζώα, είχε πολλά νυχτερινά κέντρα, αυτό που θυμούμαι το Γαρδένια, μετά μας ξεμονάχιαζαν πιτσιρίκια και μας έδιδαν επισκεπτήρια κάρτες με διευθύνσεις οίκου ραπτικής, αν πήγαινες να σου ράψουν κουστούμι, ή από περιέργεια, σε περίμεναν γυναίκες, από εκεί έβγαινες χωρίς κουστούμι.
Μετά γύριζες στο βαπόρι, προσπαθώντας να καταλάβεις το νόημα της ζωής.

Όταν αναχωρούσαμε από την Καραϊβική περνούσαμε το κανάλι του Παναμά πλέαμε τον Ειρηνικό Ωκεανό προς νότο στο κολομβιανό λιμάνι της Μπουένας Βεντούρας, εκεί χανόμαστε μέσα στο χάος της συνοικίας Λα Πιλότα, από υπόκοσμο γυναίκες, τραγούδια, σε ρυθμό merecumbé όπως το (Rio Manzanares déjame pasar,) και το (si naciste sin corazón en el pecho, tú no tienes la culpa de ser así…) ακόμα και ο δρόμος ήταν γεμάτος κόκκινα λασπόνερα…

Μετά πλέαμε πάλι νότια προς το λιμάνι του Τουμάκο… κοντά στα σύνορα με το Εκουαδόρ. Ε! Αυτό ήταν ένας μόλος, μια ερημιά μέσα στη Ζούγκλα.
Μια φορά σε ένα λιμάνι του Περού ήρθε κάποιος στο βαπόρι και πούλαγε πιστόλια, Έτσι από περιέργεια, μαζί με άλλους πήρα κι εγώ ένα μαζί με ένα κουτάκι σφαίρες, ήταν Γερμανικής κατασκευής περίστροφο με μύλο των 22.

Εκεί λοιπόν στο Τουμάκο μας είπαν οι φύλακες του μόλου αστυνομικοί άμα θέλουμε να κάνουμε σκοποβολή μπορούμε να βγούμε στη στεριά και να σκοπεύουμε τα δένδρα. Σε αυτούς τους ίδιους πούλησα και μια καραμπίνα των 22 που είχε κατάσχει ο καπετάνιος στο βαπόρι κατόπιν φασαρίας για τζόγο ανάμεσα στο πλήρωμα. Αλλάζοντας καπετάνιο κληρονόμησα εγώ την καραμπίνα.

Έτσι κι έγινε αλλά το δικό μου στην δεύτερη σφαίρα πάθαινε εμπλοκή, δεν γύριζε ο μύλος. Ο κάλυκας έκανε ένα εξόγκωμα και φρακάριζε, μετά ρώτησα, μου είπαν ότι οι σφαίρες ήταν πολύ παλιές. Το τέλος του περιστρόφου ήταν όταν πήγαμε στην Αβάνα Κούβας, ήταν η αρχή του Κάστρο ήρθαν οι αρχές, μας είπαν ότι θα κάνουν έρευνα στο βαπόρι κι αν βρουν όπλα, εχθροί του καθεστώτος φοβήθηκα και το πέταξα στη θάλασσα στο λιμάνι της Αβάνας, όπου εκεί θα βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Το ξεκίνημα στα πέτρινα χρόνια

Ταβέρνα ο Τσάπαλος, είχε το γραμμόφωνο διαπασών με το άσμα: (Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου…) τα μεσημέρια που σταματούσε το εργοστάσιο, ώρα φαγητού- περνούσα απ’ έξω η μυρωδιά των φαγητών μου έφερνε ζάλη, κοίταζα μέσα στα ταψιά φιγουράριζαν πατάτες του φούρνου και φασόλια γίγαντες, 2.000 δρχ. η μερίδα, χωρίς ψωμί.
Δίπλα σε κάποια απόσταση, περνούσαν οι σιδηροδρομικές γραμμές των ΣΕΚΣτην κατηφόρα μετά από τις γραμμές νεοσύλεκτοι φαντάροι έκαναν γυμνάσια, με το όπλο στα σκέλια άφηναν τον εαυτόν τους να ρολάρει στο χέρσο αυτό κομμάτι γης. Καθόμουν και τους έβλεπα όσο το επέτρεπε η ώρα. Λίγο πιο κάτω ήταν ο στρατώνας του Ρουφ. Στην Αρχή τον στρατώνα αυτόν τον είχαν οι Άγγλοι NAAFI, είχα κάποιον γνωστό που δούλευε στην αγγλική βάση, επισκεπτόμενος τη βάση μου βρήκαν και τη δουλειά στο Ρουφ, μετά που έφυγαν οι Άγγλοι τον παρέδωσαν στον Ελληνικό στρατό. Απέναντι από την ταβέρνα ένα μικρό οίκημα φαινόταν ερειπωμένο, το μισό ήταν εργοστάσιο παραγωγής λαμπτήρων για φακούς και ποδήλατα. Το άλλο μισό άδειο. Εκεί εργαζόμουν για περίπου ένα χρόνο, 15 χρονών παιδί με κοντά παντελονάκια εργάτες 6 κορίτσια και δυο αγόρια. Ημερομίσθιο 11.000 δρχ. ημερησίως.
Η τιμή του δολαρίου στην αρχή ήταν 12.000, μετά ανέβηκε και σταμάτησε 15.000 δρχ. Όχι δεν υπήρχε τηλέφωνο, όμως είχαν ανοίξει στον πέτρινο τοίχο μια τρύπα σε ύψος τραπεζιού, στο διπλανό άδειο κτίριο του ιδίου γκρινιάρη παράξενου ιδιοκτήτη. Έτσι όταν χτύπαγε το τηλέφωνο σαν πιο μικρός ανέβαινα στο τραπέζι επάνω πέρναγα το κεφάλι μου από την τρύπα κι απαντούσα, περιττό να πω το πανδαιμόνιο που γινόταν κορίτσια-γυναίκες τραγουδούσαν της εποχής (Το φανταράκι απόψε πάει, έχει μεράκια και τάχει πιει…) μα και το (Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ακουμπισμένος σ’ ένα δεντρί, ο τραυματίας αναστενάζει…) μια παρέα από 4 κορίτσια ήταν από την Κερατέα μιλούσαν Αρβανίτικα μεταξύ τους, μου φαινόταν τόσο παράξενο. Σαν σχόλαγα 5 το απόγευμα περπατούσα μέχρι την Πειραιώς στην στάση Καμπά, εκεί έπαιρνα το πράσινο τραμ για την ομόνοια, εισιτήριο 500 δρχ. Περνούσαμε από τη λαχαναγορά, από το γκάζι, φθάνοντας στην ομόνοια περπατούσα για ακαδημίας οδός Σινά έπαιρνα το λεωφορείο της ΕΔΕΜ πάλι 500 δρχ. κατέβαινα στην λεωφόρο Συγγρού στάση Χρυσάκη, περπατούσα στην οδό Μεγίστης μέχρι την Ηρακλέους Καλλιθέα. 7 η ώρα έπρεπε να ήμουν παρών στο νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας. Η θεια μου κι εγώ είχαμε νοικιάσει ένα υπόγειο 2 δωμάτια, μια γκαζιέρα πετρελαίου, που όταν άνοιγες τις σταγόνες για να δυναμώσει έπιανε φωτιά. Πέρασα από εκεί πριν μερικά χρόνια το υπόγειο ακόμα υπάρχει κλειστό, όπως και η διώροφη οικία. Χειμώνας πήγαμε με έναν γνωστό οδηγό λεωφορείου στην οδό Αθηνάς στα παλιατζίδικα, νομίζω κάπου λεγόταν αμερικανική αγορά, αγόρασα ένα μεταχειρισμένο πανωφόρι 70.000 δρχ. Μετά το μαρτύριο του φαγητού δεν βγαίναμε, θυμάμαι πήγαινα στην Λαική Καλλιθέας περνούσα από την οδό Φιλάρετου έπαιρνα ότι έβρισκα, για κρέας κονσέρβα κόρνεδ μπιφ Αργεντινής το τηγανίζαμε.

Ε! Τι άλλο να πω όταν έγινα 16+ ξεκίνησα για κατάκτηση της ζωής, έφυγα για τους Ωκεανούς, και για να το κατορθώσω βρήκα δανεικά 20 λίρες χάρτινες Αγγλίας, έτσι ήθελαν αυτοί, δραχμές δεν ήθελε κανένας, πίσω μου έσερνα την ελπίδα αυτών που απόμειναν, με τα χρόνια κατάλαβα ότι ποτέ μου δεν είχα μια φυσική παιδική ζωή, αλλά όταν το κατάλαβα ήταν αργά, ίσως στην επόμενη ζωή, στην παρούσα μόλις άρχιζε κάτι, πριν το νιώσω τελείωνε…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω,




Ήμασταν πολλοί, όπου κι αν περπατούσες έβρισκες μπροστά σου ελληνόπουλα, τα περισσότερα λαθραία, αυτά που το είχαν σκάσει από βαπόρια, παιδιά αμούστακα, μα και μεγάλοι άνδρες οι οποίοι είχαν πιστέψει στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Ήταν και μερικοί ναυτικοί με ορισμένη άδεια παραμονής συνήθως 29 ημερών μέχρι να βρουν άλλο βαπόρι να μπαρκάρουν. Όλοι ψάχναμε για μια γνωριμία, για μια γυναίκα, με την πρόθεση η παντρειά και να μείνεις στη στεριά, για μια ευκαιρία, για μια εργασία, για ένα αποκούμπι, για ένα χέρι κατανόησης, ένα χέρι να σε σπρώξει μπροστά, κάτι που δεν υπήρχε.

Όλοι διωγμένοι από αυτά τα φτωχά πέτρινα χρόνια της πατρίδας μας Ελλάδας, Ένας από αυτούς τους πρωταγωνιστές ήταν και ο εαυτός μου.

Όμως οι ντόπιοι ελληνοαμερικάνοι δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα για εμάς, συνήθως ζούσαμε μια ζωή ξεχωριστή συγκεντρωμένοι γύρω από την τότε Ελληνική γειτονιά, του Μανχάταν από τους 47 δρόμους έως τους 26. Μια ζωή σκυλίσια με τον φόβο της αστυνομίας αλλοδαπών, από τα συχνά μπλόκα που έκαναν στους δρόμους, αλλά και με τον φόβο των καταδοτών επί αμοιβή ντόπιων ελληνοαμερικανών αυτών που σου έκαναν τον φίλο. Τον καιρό εκείνο η γειτονιά αυτή έβριθε από Ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες ποντάριζαν οι περισσότερες στους νεοφερμένους έλληνες. Και ήταν τα μπουζουξίδικα στους 26+ δρόμους το Βρετάνια, το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί κήποι, όπου όταν έμπαινες μέσα τα λυπητερά σπαρακτικά τραγούδια έμοιαζαν μοιρολόγια, από εκεί έβγαινες με ένα μεγάλο κενό.

Ήταν τα ξενοδοχεία Ρεξ, Φλάνδρες, Ρίο, όλα μαζεμένα στους 47 δρόμους, εκεί όπου ήταν και η πιάτσα για δωμάτια, για μπάρκα...
Cameo έτσι λεγόταν ο κινηματογράφος της στην 8η λεωφόρο και 44 δρόμους του Μανχάταν, έπαιζε μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες, παρακολουθούσες όταν τελείωνε η ταινία οι περισσότερα θεατές, έβγαιναν έξω με δάκρυα…
Και ήταν όλοι παιδιά, άρα τι τους έλειπε; Μα η πατρίδα ο τόπος μας. Δίπλα το εστιατόριο Πάνθεον, τα καταστήματα Δώρων Άτλας και Κεντρικόν πουλούσαν βαφτιστικά, κεριά και λιβάνι, καρτ ποστάλ ελληνικά, την Ατλαντίδα και τον Κήρυκα, την μέθοδο αγγλικής άνευ διδασκάλου του Δίβρη μα και της Ατλαντίδος, ελληνικές σημαίες μα και μπακιρένιο μπρίκι καφέ από Λίβανο.
Πιο κάτω το Προδρομίδης κατάστημα δώρων, ακόμα πουλούσαν και ραδιόφωνα βραχέων κυμάτων για να ακούμε εμείς οι καψούρηδες το Εδώ Αθήναι, το φωτογραφικό ατελιέ Ακρόπολις, το εστιατόριο Παράδεισος το σπεσιαλιτέ του κεφαλάκι αυγολέμονο σούπα και κάπως φτηνό για εμάς τους διαβατάρηδες, η καφετέρια Μολφέτας στους 47 δρόμους, με το σλόγκαν «Να τρως και να πίνεις τυχερά να μην δίνεις κλπ…» το κυνήγι, τα μπλόκα από την αστυνομία αλλοδαπών συνεχιζόταν κάθε μέρα. Μαζί με φίλο πήγαμε στο Ξενοδοχείο ΣΤΑΤΛΕΡ 34 δρόμους γινόταν μια ελληνοαμερικανική χοροεσπερίδα, απελπισμένοι να γνωρίσουμε, την βγάλαμε μονάχοι μας στο μπαρ αν και ήταν εκατοντάδες οι ομογενείς, ούτε μια καλησπέρα.

Περπατούσες στο πεζοδρόμιο και κοίταζες πίσω σου, μήπως σε παρακολουθούν τούτη τη φορά όμως ερχόταν από τον δρόμο, σταματούσε δίπλα σου ένα αυτοκίνητο, έβγαιναν δυο μπάτσοι, ο ένας πήγαινε μπροστά σου, ο άλλος από πίσω, πριν σε σταματήσουν σου έβγαζαν μια κονκάρδα χρώματος χρυσαφή, σου την έβαναν μπροστά στα μούτρα και φώναζαν, αστυνομία αλλοδαπών, τα χαρτιά σου, από πού είσαι, οι ερωτήσεις διαδεχόταν η μια την άλλη, μετά σου πέρναγαν τις χειροπέδες, σε πετούσαν στο πισινό κάθισμα του αυτοκινήτου, πιο κάτω, έξω από μια κόκκινη επιγραφή ΜΠΑΡ σταμάτησαν βγήκε ο ένας, γύρισε με άλλον κρατούμενο.
Τα κρατητήρια γεμάτα λαθραίους, μια φορά τον μήνα ερχόταν το βαπόρι από Πειραιά το Νέα Ελλάς, έβαζαν στη γραμμή όλους τους κρατούμενους, μετρούσαν όταν έφταναν στον αριθμό 15 σταματούσαν, τους έλεγαν εσάς σας κάνουμε απέλαση για την Ελλάδα. Ήταν και πολλοί ηλικιωμένοι οικογενειάρχες που είχαν πιστέψει στα όνειρα, αυτοί παρακαλούσαν να τους απελάσουν όσο πιο γρήγορα, ήταν και τα Ιταλικά βαπόρια Σατούρνια και Βουλκάνια που πήγαιναν Πάτρα.
Το βαποράκι μας μικρό μόλις τονάζ 3500,θα έπρεπε να το ονομάζουν ΕΛΠΙΔΑ έμοιαζε με σκαφίδι φορτωμένοι γενικό εμπόριο, είχαμε αναχωρήσει από την κόλαση της Νέας Υόρκης, πλέαμε, προς την Καραϊβική. Νόμιζες ότι αν έβγαζες το χέρι έξω από την κουπαστή θα έπιανες την θάλασσα, τόσο.
Το πλήρωμα οι περισσότεροι νεαρά παιδιά, πολλά παιδιά ήταν νιόπαντροι με αμερικανίδες κι ερχόταν να περιμένουν να έρθει η σειρά τους φωνάξουν, να πάρουν μεταναστευτική βίζα για ΗΠΑ. Άλλοι είχαν έρθει κυνηγημένοι από τις μεταναστευτικές αρχές γιατί είχαν παραβιάσει την παραμονή τους στη στεριά, άλλοι είχαν βγει από τα κρατητήρια, αφού ήταν λαθραίοι, ήταν όλοι η νεολαία της Ελλάδας αυτοί που δεν ζητούσαν τίποτα παρά μόνο μια εργασία, ένα μεροκάματο.
Το βαποράκι αυτό με Παναμαϊκή σημαία ήταν ένα είδος σιγουριάς, παρείχε τροφή στέγη μισθό και κοντινά μικρά ταξίδια γύρω από τις ακτές της Αμερικής. Ένα μωσαϊκό νεαρών παιδιών που ζητούσαν ένα πιο λαμπρό μέλλον, ένα καταφύγιο έξω από τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η αρχή της ερήμωσης της Ελληνικής Επαρχίας, αυτά τα πέτρινα χρόνια όπου δεν υπήρχε μέλλον ούτε ευκαιρία εργασίας.


Τα βαπόρια ήταν γεμάτα ναυτόπαιδα, μερικοί μάλιστα ναυτολογούταν σαν υπεράριθμοι (έπρεπε να γνωρίζεις, να έχεις μέσων) και περίμεναν άμα αδειάσει καμιά θέση να την πάρουν αυτοί, ή ακόμα προέβλεπαν να το σκάσουν στην Αμερική.
Ένα μεγάλο βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα, Να πως ζουν οι πλούσιοι φώναξε ένα παιδί, τρέξαμε όλοι στην κουπαστή, κάποιος είχε μια φωτογραφική μηχανή αυτές που άνοιγαν σα φυσαρμόνικα, τρέξαμε πήρε την φωτογραφία αν και μας είχε προσπεράσει.
Ήταν το βασίλισσα Μαίρη, ή Ελισάβετ της Αγγλίας 80.000 τονάζ
Η διαφορά ανάμεσα στα δυο υπερωκεάνια ήταν ότι το ένα είχε τρεις τσιμινιέρες, τώρα δεν θυμούμαι πιο από τα δυο.
Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω, την κοίταξα με απορία, δάκρυσα, η ευχή μου να μην επαναληφθούν τα χρόνια εκείνα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης









Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

H Aράχνη, Η Σαύρα:



Το βασίλειο του ήλιου σε όλη του την λαμπρότητα, που και που κάνα συννεφάκι έκανε τον περίπατό του στο γαλάζιο στερέωμα μέχρι που άρχιζε να φυσά ο Μαΐστρος οπότε εξαφανιζόταν. Η θάλασσα γαλαζοαίματη σα να ήταν νέκταρ των Θεών αλλά για εμάς τους θνητούς δεν ήταν νέκταρ αλλά μια απόλαυση το τσαλαβούτημα στην αγκαλιά της. Οι νύχτες φεγγαρόλουστες, τα τριζόνια ακουγόταν που και που, τα τζιτζίκια κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, περιμένοντας την ανατολή του ήλιου για να αρχίσουν να τραγουδούν, από κάπου όχι από πολύ μακριά ακουγόταν η μονότονη φωνή του γκιώνη.


Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, άρχιζε το λυπητερό του μονότονο κλάμα βρίσκοντας καταφύγιο στα γειτονικά ερείπια ή σε κανένα δένδρο προσπαθώντας με τα μάτια της νύχτας να καταλάβει αν υπήρχε ζωή εκεί τριγύρω του, χαρούμενος που το δικό του βασίλειο επεκτείνονταν στα τόσα πολλά μισογκρεμισμένα άδεια σπίτια που του είχαν αφήσει, αυτοί που είχαν φύγει, αυτοί που ποτέ δεν γύρισαν, μα κι αυτοί που ταξίδεψαν το μοιραίο ταξίδι προς τον Αχέροντα.
Από το βουνό ακουγόταν υπόκωφα κουδουνίσματα, λες και ήταν Θεϊκή συναυλία, ανακατεμένα με μακρόσυρτα αλυχτίσματα σκύλων, φυλάκων στα κοπάδια αιγοπροβάτων.
Ολόκληρη η περιοχή εγκαταλειμμένη, άδεια σπίτια, ετοιμόρροπα να συντριβούν σαν χάρτινος πύργος.
Εκεί κοντά έχω και το φτωχικό το σπίτι μου το πατρικό, εκεί που πρωτάνοιξα τα μάτια μου. Η σκηνή με γέμισε νοσταλγία έστω κι ας έχει χαθεί η ανθρώπινη επικοινωνία τα γέλια των παιδικών μου χρόνων η αγάπη και η στοργή των συνανθρώπων μας. Απίστευτη η ερήμωση του τόπου μου, οι κινούμενες οπτασίες στις νυχτερινές ατελείωτες ώρες μοιάζουν σα φαντάσματα όπου έχουν έρθει από έναν κόσμο του υπερπέραν. Έχουν καταλάβει αυτά που αφήσαμε εμείς, μα και όσοι έφυγαν για ένα υποσχόμενο Νιρβάνα, ή για ένα καινούργιο El Dorado
.
Στην σιγαλιά της νύχτας μια σαύρα κατάλαβε το παράπονό μου κι ερχόταν κάθε βράδυ να μου κάνει παρέα, μαζί με την αράχνη. Πέρναγε κάτω απ το κατώφλι της κλειστής πόρτας κι ανέβαινε πάνω στην οροφή ακριβώς δίπλα από το φως της πισινής εισόδου, καρτερούσε κι έτρωγε όλα τα ζωύφια που έλκυε η λάμπα του φωτός. Όταν άκουγε θόρυβο έτρεχε και κρυβόταν, αποφάσισα να μην την ενοχλώ μια και ήταν ότι έχει απομείνει στα ερείπια που κάποτε ανθούσε η ανθρώπινη παρουσία.
Το σούρουπο φάνηκαν στην αυλή κάτι κινούμενα ξερά φύλλα, έτρεξα τα σκούντησα ένας σκαντζόχοιρος έκανε τον περίπατό του… τον καλωσόρισα.
Βρισκόμουν στην αυλή μου όπου έχει ερημώσει, πατούσα το χώμα εκεί όπου πρωτόπαιξα «αμάδες» τα παιδικά μου παιχνίδια χαραγμένα στη σάρκα του τότε χώματος, σε μια Ελληνική επαρχία όπου σήμερα οι άνθρωποι κάτοικοι είναι σπάνιο είδος, τείνουν προς εξαφάνιση, τα Μαρκάτα το χωριό μου, πως κατάντησε έτσι;


Τα αγκωνάρια του σπιτιού του προπάππου μου, αν κι ερειπωμένα από τους σεισμούς, με κοιτούν ειρωνικά, οι ρίζες τους πέτρες κακοτράχαλες. Του παππού μου τα χωράφια χέρσα εγκαταλειμμένα, του πατέρα μου το σπιτικό, γι’ αυτό που μόχθησε μια ζωή έρημο το έχουν καταλάβει οι αράχνες και τα άλλα ζωύφια, τεσσάρων γενεών όνειρα, ριζωμένα σε μια Πύλαρο όπου βλέπει να χάνονται οι ελπίδες της να ξανα-αγκαλιάσει τα παιδιά της, αυτά που έφυγαν ψάχνοντας για ένα El Dorado, κι αυτά που περιμένοντας τη βοήθεια τους, τα πρόλαβε ο χρόνος και τα έθαψε σε τόπο χλοερό.

Έτσι κάθε φορά που γυρίζω στις ρίζες μου, τρέχουν να με προϋπαντήσουν ότι υπάρχει, οι σαύρες, σαμιαμίδια, οι αράχνες, οι σκαντζόχοιροι, τα τζιτζίκια, τα πουλιά, ακόμα και ποντίκια…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η Γέννηση του Καλαμποκιού:

Μα-ίζ

Τεοτισόντε

Περίληψη:
…Μια εποχή όπου τα ζώα μιλούσαν είπαν στους ανθρώπους:
Ακολουθείστε μας, θα πάμε να σας δείξουμε το μέρος όπου οι Θεοί Τζακόλ και Μπιτόλ έχουν διαλέξει ένα καινούργιο δώρο για εσάς.
Οι Μάγια τους ακολούθησαν, μπροστά πήγαιναν τα ζώα, Το (Jaguar) γάτος του βουνού και το (Coyote) Τσακάλι, όπου τους άνοιγαν δρόμο, τα πουλιά πετούσαν από πάνω τους με τα φτερά τους προφύλαγαν από τις καυτερές αχτίδες του ήλιου. Περπατούσαν στο μονοπάτι που ακολουθούσε την ίδια πορεία με τον ήλιο, αυτό που διάβαινε από τους δρόμους του Τσικίν.
Στο τέλος του μονοπατιού βρήκαν πραγματικά το δώρο των Θεών που το φύλαγαν για αυτούς.
Ήταν ένα πανέμορφο μωρό, για κρεβάτι του είχε τα σμαραγδένια χορτάρια, προστατευόμενο από τη σκιά ενός όμορφου δένδρου.
Ήταν τόσο χαριτωμένο το μωρό που το ονόμασαν Τεοτισόντε, που εννοεί (φυτό των Θεών, αγριόχορτο που ευδοκιμεί μόνο στα οροπέδια της Κεντρικής Αμερικής, μπορεί να διασταυρωθεί με το καλαμπόκι και να παράγει διαφορετικές ποικιλίες) γιατί ήταν καρπός μιας αχτίδας του ήλιου με ένα κύμα του ποταμού που διέτρεχε την γη του Παξίλ και Καγιαλά
.
Πήραν το μωρό από το μέρος που το βρήκαν με την συγκατάθεση των Θεών Τζακόλ και Μπιτόλ. Με στοργή, αγνότητα και προσοχή το τοποθέτησαν στο ίδιο ουράνιο παλάτι, του πιο ηλικιωμένου που ήταν στα ψηλά κλαδιά ενός δένδρου της Σέϊμπα. Του έδωσαν για συντρόφισσα στα παιχνίδια του την πιο μικρή, πιο όμορφη, πιο αγαπημένη από τις κόρες του, την Μα-ιζ.

Η Μα-ιζ ήταν όμορφη σαν το απαλό φως του φεγγαριού, μάτια σκούρα σαν τη νύχτα, επιδερμίδα χλωμή σαν της μπανάνας, στόμα φιλήδονο και ζουμερό σαν να ήταν από μεταξένια πούπουλα, από όπου φαινόταν μικρούτσικα κάτασπρα δόντια, σαν το χαλάζι, αυτό όπου έπεσαι πάνω στους παππούδες μας στη μακρινή πεζοπορία τους.


Είχαν περάσει χρόνια από τον καιρό που οι μεγάλοι παππούδες μας είχαν λάβει το δώρο των θεών, μέχρι που ο Τεοτισόντε και η Μα-ιζ δεν ήταν πια παιδιά, είχαν μετατραπεί σε δυο υπάρξεις όπου την καρδιά τους είχε τσιμπήσει η σφήγκα της αγάπης. Την ίδια ώρα που τα πουλιά κελαηδούσαν οι Μεγάλοι παππούδες μας οι Μάγια γονατιστοί ύψωσαν τις προσευχές τους στους Θεούς τους:
Ω! Τζακόλ και Μπιτόλ κοίταξέ μας, άκουσέ μας, μην μας αφήνεις να χαθούμε , δώσε μας το σημάδι του λόγου σας :
Πότε φεύγει ο ήλιος και η μέρα, πότε νυχτώνει, πότε ξημερώνει, οδήγησέ μας από το γαλάζιο δρόμο, δώσε μας ειρήνη. Τελειώνοντας την προσευχή τους είδαν ότι φάνηκε στον γαλάζιο θόλο του ουρανού, η παρουσία του Τζακόλ και Μπιτόλ σε φόρμα ενός λαμπρού μεγαλοπρεπή ήλιου. Τότε σηκώθηκαν από γονατιστοί που ήταν και κατευθύνθηκαν προς το μέρος που είχαν αφήσει την Μα-ιζ και τον Τεοτισόντε, τα πολυαγαπημένα τους παιδιά, τους συντρόφευαν τα πουλιά κελαηδώντας, αλλά δεν τα βρήκαν πουθενά.
Οι Θεοί είχαν μεταμορφώσει τα αγαπημένα τους παιδιά σε δυο συγγενικά φυτά, που ανάμεσα στα φύλλα τους που έμοιαζαν σαν πράσινες ξιφολόγχες, βλάστιζαν μπουμπούκια φουσκωμένα από μικρούς κάτασπρους κόκκους.
Οι μεγάλοι παππούδες κατάλαβαν ότι οι Θεοί έκαναν το θαύμα τους, τους είχαν μεταμορφώσει σε φυτά κι όχι μόνο αλλά οι καρποί του θεϊκού αυτού φυτού έδειχναν τα ξανθά μαλλιά του Τεοτισόντε και τα λευκά δόντια της Μα-ιζ
Έτσι οι δημιουργοί Τζακόλ και Μπιτόλ έδωσαν στους Μάγια για κύρια τροφή τους καρπούς αυτού του φυτού, όπου του έδωσαν το όνομα Μα-ιζ σε ανάμνηση της όμορφης κι αγαπημένης τους κόρης.


Μεταφρασμένο από Γαβριήλ Παναγιωσούλη σε περίληψη από τους μύθους της Γουατεμάλας,
Συγγραφέας: Francisco Barnoya Gálvez, Guatemala 1985
Título original (El Nacimiento del Maíz)


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Αξέχαστες Αναμνήσεις:

Tο προζύμι του ανθρώπινου χαρακτήρα.
Recordar es vivir…
Κοίταξα απ’ το παράθυρο, καθρέφτες γύρω, γύρω, στην είσοδο κατέβαινες μερικά σκαλάκια, ήταν μια καφετέρια στο κέντρο της Αβάνας, απέναντι από το ξενοδοχείο της Αγγλίας μπροστά από το Βουλεβάρτο Ντελ Πράδο, όπου οδηγούσε στο Malecon, δίπλα από το πάρκο με το άγαλμα του Χοσέ Μαρτί.



Η καφετέρια ήταν γεμάτη κορίτσια, νεαρά άτομα.
Ναυτικοί εμείς δεν ξέραμε πώς να αρχίσουμε, πως να δώσουμε γνωριμία. Είχαμε φύγει από τα παραλιακά μπαρ όπου πλεονάζουν οι γυναίκες της στιγμής και είχαμε ανεβεί προς το Καπιτώλιο, το κέντρο, έτσι να φύγουμε λιγάκι από τα λασπόνερα.
Μαζί μας ήταν κι ο Σαράντος ο μάγειρας του βαποριού, βετεράνος από τα σύρματα της Αιγύπτου, άνθρωπος της πιάτσας. Δεν ξέρω πως τα κατάφερε κι έπιασε κουβέντα με την πιο ηλικιωμένη, μαζί της κουβάλησε και ένα μπουμπούκι, μικρή πιτσιρίκα, με φώναξαν κι εμένα πιτσιρίκος κι εγώ να κάνουμε παρέα.


Είχε στα μαλλιά της ένα κόκκινο γαρίφαλο, άσπρη σαν το γάλα. Ήταν η αρχή στον παράδεισο του γαλαξία, στο να μάθεις τη νυχτερινή ζωή της Αβάνας, η αρχή του λούσου, της πολυτέλειας, πήγαμε σε κρυφά άγνωστα μέρη, ακούσαμε τυπική ορχήστρα της Κούβας, μας μάθανε τα πιοτά τους, το Ρούμι Matusalem και Bacardi, διάβαζαν το Bohemia, μας ταξίδεψαν με λιμουζίνα, σε αόρατα ξενοδοχεία, μας έδωσαν την εντύπωση, ότι όλη η Αβάνα γλεντούσε. Ήταν η αρχή, η μύησή μου στον κόσμο και την κουλτούρα της Κούβας, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια, μια εποχή 1952 όπου ο πρόεδρός της ήταν ο Fulgencio Batista… πέρασαν τα χρόνια.


Ο γιατρός Carvajal γνωστός μου από τις συχνές επισκέψεις του στο Βαπόρι, ανήκε στο υγειονομείο της Κούβας, μου βρήκε μια θέση στο Anglo-Αmerican Hospital, είχα μια μικρή ενόχληση κι επέμενε να με πάρει μαζί του για ιατρικές εξετάσεις, είχε το ελεύθερο επικοινωνίας από τους συντρόφους του Κάστρο ένεκα της ιδιότητάς του ως γιατρού. Κάναμε βόλτες στην Αβάνα συζητώντας με τους κομπανιέρος που με τα όπλα στο χέρι μας σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι, ήταν αυτοί που είχαν είδη καταλάβει την Αβάνα και περίμεναν να μπει ο Κάστρο ο οποίος ήταν στη Santa Clara.

Ένας φίλος ανθυποπλοίαρχος στο βαπόρι μου λέει: Σκέψου το καλά, αν πας στο νοσοκομείο μπορείς να κλειστείς μέσα και να μην μπορείς να ξαναφύγεις.

Σοφά λόγια, φτάνοντας στο βαπόρι λέω του γιατρού, φίλε μου άλλαξα γνώμη, δεν θέλω να μείνω στην Αβάνα, φύγαμε την άλλη μέρα το πρωί για Καναδά… εποχή 1959
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Έτσι, Για Μια Φορά Ακόμα…








Στην ζωή μου μέσα πάντα μου αρέσει να μαθαίνω κάτι καινούργιο, έχω επισκεφθεί πολλές δεκάδες χώρες στον κόσμο, σε όλες αυτές αναμιγνύομαι με τους ντόπιους, και προσπαθώ να μάθω, τα πιστεύω τους, την ιστορία τους…
Έτσι για μια φορά ακόμα επισκέφθηκα φιλοξενούμενος τη μυθική χώρα, όπου η φιλοξενία είναι συνώνυμη με την Μπέσα σύμφωνα με τον συγγραφέα Ισμαέλ Κανταρέ σε κάποιο βιβλίο του που είχα διαβάσει πριν χρόνια.

Η συνομιλήτρια μου δασκάλα σε δημοτικό σχολείο της Πρεμετής με κοίταξε με έκπληξη, έβγαλε μια φωνή και είπε, σε άλλη γλώσσα Αλβανική που εγώ δεν κατάλαβα αλά μου τα εξήγησε μετά που χωρίσαμε η κυρία φίλη και γνωστή μου η οποία χρησίμευε σαν διερμηνέας
. Της έδωσα την εντύπωση όχι ενός κοινού ανθρώπου, αλλά ενός πολύ έξυπνου που ξέρει πολλά. Δεν έδωσα καμία σημασία… το όνειρό της δασκάλας ήταν να μάθει Αγγλικά, παρέα μας ήταν και δυο χαριτωμένα παιδάκια της 8-10 ετών. Η σκηνή σε καφετερία της Χιμάρας, όπου απολάμβανα ένα νόστιμο εκμεκ-καταϊφ
Στην συζήτησή μας πάνω πάντα μέσω διερμηνέα τι ρώτησα τι διδάσκει, πόσες τάξεις έχει το σχολείο, για τα περίχωρα της Πρεμετής που ήταν όλα Ελληνικά, για τις μάχες των Ελλήνων, μας τα είχαν μάθει στο Ελληνικό σχολείο της είπα…
Τη ρώτησα αν θεωρούσαν τους εαυτούς τους απόγονους των Ιλλυρών, γιατί η σημαία τους έχει τον Βυζαντινό δικέφαλο αετό, «τουλάχιστον έτσι νομίζω,» αν όλοι οι Αλβανοί της διασποράς μιλάνε την ίδια γλώσσα, Κόσσοβο, Σκόπια, κλπ.
Υπολόγισα μορφωμένη γυναίκα θα πρέπει να με κατατοπίσει, στις απορίες μου.
Μια όμορφη τεράστια παραλία στην τοποθεσία Λιβάδι περίπου 10-15 χιλιόμετρα από τη Χιμάρα.
Εκεί πηγαίναμε για μπάνια, με το προηγούμενο καθεστώς ήταν στρατιωτική ζώνη απαγορευόταν η πρόσβαση.
Εντυπωσιάστηκα από τα καταφύγια πολεμίστρες χωμένες στη γη, ερειπωμένες, απομεινάρια μιας επίδειξης ισχύος του προηγούμενου καθεστώτος.
Εκεί συνάντησα και τον σύζυγο της δασκάλας, καθηγητής κι αυτός νομίζω γυμναστικής ήταν μπλεγμένος στην πολιτική και γύριζαν να αγοράζουν ψήφους για κάτι εκλογές που ερχόταν.
Απέναντι από την παραλία μακριά φαινόταν μια γλώσσα στεριάς προς το βορειοδυτικό μέρος. Προσπαθούσα να καταλάβω, η Κέρκυρα είναι πιο νότια, ρώτησα τον άνδρα αυτόν. Ναι, είναι ο Αυλώνας μου είπε.

Μετά η συζήτηση άνοιξε για τις τόσο γνωστές Αλβανικές τοπωνυμίες, όπου πολλές φέρνουν Ελληνικές ρίζες, για την δημιουργία του κράτους το 1912, για κατάκτηση της Αλβανίας από τους Ιταλούς πριν τον Β! παγκόσμιο πόλεμο…
Μια συζήτηση όπου ανταλλάσαμε απόψεις χαμογελώντας. Μετά έφυγε να πάει στη γυναίκα του πιο πέρα.
Σαν βράδιασε, η οικογένεια όπου με φιλοξενούσε πήγαμε σε εστιατόριο εκεί στην παραλία για φρέσκο ψάρι. Ο φίλος που μου έκανε τον διερμηνέα μαζί με τους άλλους και τις γυναίκες άρχισαν να γελούν. Τους κοίταξα κατάπληκτος,
Ξέρεις τι μας είπε στο τέλος αυτός που συζητούσατε μαζί, ότι θα πρέπει να είσαι κατάσκοπος… με τόσα που ξέρεις και ερωτήσεις που κάνεις, φαίνεσαι ύποπτος… εδώ φάνηκε και η επιρροή της συζύγου του…
Έστω κι αν ομολόγησα, ότι δεν ξέρω τίποτα…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Μια Επέτειο!

Είχα ξεκινήσει 10 Σεπτεμβρίου πρωί απ την Κεφαλονιά, διανυχτέρευσα στην Αθήνα ένα βράδυ, 11 Σεπτεμβρίου 2001 αναχώρησα από Αθήνα για Ρώμη, με Alitalia όπου αλλάξαμε αεροπλάνο.
Πετάγαμε πάνω απ τον Ατλαντικό Ωκεανό, πριν λίγες ώρες είχαμε αφήσει πίσω μας τις βόρειες ακτές την Γαλλίας, το αεροπλάνο της ALITALIA προορισμός Νέα Υόρκη. Στο σπίτι με περίμεναν με να κόψουμε την τούρτα γενεθλίων της εγγονής μου.
Ξάφνου ακούστηκε έτσι απότομα η φωνή του πιλότου, κάτι είπε στα Ιταλικά που δεν κατάλαβα, μετά το επανέλαβε στα Αγγλικά που ίδρωσα για να καταλάβω.
Γυρίζουμε πίσω στην Ρώμη, έκανε λοιπόν στροφή, ένας μικροπανικός κατέλαβε τους επιβάτες, άλλοι έλεγαν ίσως να υπάρχει βόμβα, κινητά τηλέφωνα ανοίχτηκαν, κάτι κορίτσια φαινόταν φοιτήτριες όρθια φώναζαν, μιλούσαν Αγγλικά, Ιταλικά, σηκώθηκα κι εγώ όρθιος, τότε μου ήρθε μια κρύα λογική και την είπα στους συνεπιβάτες μου. Αν ήταν βόμβα θα πηγαίναμε στο πιο κοντινό αεροδρόμιο κάπου στη Γαλλία, άρα κάτι άλλο συμβαίνει.
Στην Ρώμη νύχτα ένα χάος, γεμάτο το αεροδρόμιο αστυνομικούς, έκανα μια κουτή ερώτηση,
-Από δω που θα πάω;

Για να πάρω μια κουτή απάντηση,
-Να πας στο προξενείο σου…

Κανένας δεν μας έλεγε το λόγο γιατί γυρίσαμε, μόνο ότι δεν μπορούσαμε να αναχωρήσουμε για τη Νέα Υόρκη.
Ξαναπήγα στην Αλιτάλια απαίτησα να φύγω από τη Ρώμη, πράγματι με έβαλαν σε ένα αεροπλάνο αυτά DC9 που έχουν τρεις μηχανές στο τελευταίο κάθισμα εκεί αποκάτω από την μηχανή όπου κάθονταν οι αεροσυνοδοί.
Φθάσαμε Αθήνα ήταν περίπου μεσάνυχτα, πετάχτηκα έξω, πήρα το λεωφορείο για το Σύνταγμα κι από εκεί με τα πόδια σε ένα μικρό ξενοδοχείο στην Πλάκα όπου πήγαινα τακτικά, το Άνταμς.

Στο μπαρ είχαν την τηλεόραση, κόσμος πολύς παρακολουθούσε την καταστροφή των Διδύμων, κοίταξα το ρολόι μου ήταν σχεδόν δυο μετά τα μεσάνυχτα, της επόμενης ημέρας 12 Σεπτεμβρίου απίστευτο, μετά πήγα σε δωμάτιο, κοιμήθηκα λίγο, 7 το πρωί πήρα ταξί για τον σταθμό λεωφορείων Κηφισού, αργά το απόγευμα ήμουν στην αγκαλιά της Κεφαλονιάς, όπου πέρασα ακόμα 15 μέρες…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Μια Ασπρόμαυρη Ταινία:

Ηλιοβασίλεμα στην Πύλαρο

Και ήρθε ο αραμπάς με το κόκκινο άλογο στον χωματένιο δρόμο, η καρότσα είχε για καθίσματα κάτι κασέλες, οι οποίες είχαν απέξω το σινιάλο της Shell κι έγραφαν πετρέλαιο Ελληνικού μονοπωλίου, η μάνα μου μ’ έπιασε απ’ το χέρι, ήταν ντυμένη με μια σκούρα ρόμπα, κρατούσε στο χέρι ένα μαντηλάκι άσπρο φρεσκοσιδερωμένο, που μύριζε λεβάντα. Οι ρόδες της καρότσας τεράστιες μύριζαν κατράμι.



Ήμουν τόσο μικροκαμωμένος ώστε κάποιος με πήρε στην αγκαλιά του και με πέταξε πάνω στην καρότσα. Η μάνα μου έκατσε δίπλα μου. Σε άλλη κασέλα κάθισαν η μάνα και η αδελφή, αυτού που πηγαίναμε να επισκεφτούμε. Μπροστά κρατώντας τα γκέμια του αλόγου ο αμαξάς ο οποίος ήταν πατέρας του.
Ξεκινήσαμε από τα Μαρκάτα Πυλάρου, πηγαίναμε στις Αγροτικές φυλακές Ληξουρίου, μια απόσταση 20 χιλιομέτρων και, να δούμε τον γιο του αμαξά μα και φαμελίτη μας, τον φυλακισμένο Μικέλη ο οποίος καθώς λέγανε είχε σκοτώσει μια γριά.
Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω ούτε να αρνηθώ το αν ήταν αλήθεια ή όχι, αυτό που ξέρω ότι εμείς ένα κάρο γεμάτο ανθρώπους, πήγαινε προς το Λιβάδι εκεί όπου ήταν οι αγροτικές φυλακές Κεφαλληνίας.
Για πρώτη μου φορά είδα φυλακισμένους, φορούσαν όλοι μια κίτρινη στολή με μαύρες χοντρές ρίγες, ήταν σε μια αυλή, από κάπου έτρεχε νερό κι αυτοί το έβαζαν στη χούφτα τους κι έπλεναν το πρόσωπό τους. Είδα και τον Μικέλη, κουβέντιασαν οι μεγάλοι με αυτόν, εγώ μόνο κοίταζα χωρίς να μιλώ.
Ο πόλεμος ακόμα δεν είχε αρχίσει, ακουγόταν που κόχλαζε, χωρίς όμως να έχει εκραγεί.
Ένα πρωί έφτασαν οι Ιταλοί κατακτητές, ανοίχτηκαν οι φυλακές, ο καθένας πήγε σπίτι του. Μαζί τους φέρανε την πείνα, την κατάσχεση των ζώων, ο πατέρας του Μικέλη έχασε την άμαξα, πέρασαν τα χρόνια, με την πρώτη ευκαιρία όλοι έφυγαν, ο Μικέλης η οικογένειά του πήγαν στην Μομπάσα Αφρική, είχαν έναν ακόμη αδελφό ναυτικό ο οποίος είχε μείνει εκεί.
Σήμερα δεν υπάρχει ούτε το σπίτι τους, ούτε η γωνιά μα ούτε και η τσίγκινη παράγκα όπου καίγαμε ξύλα στο κρύο του χειμώνα και λέγαμε παραμύθια μαζί με την μικρότερη αδελφή του, τη Ρωξάνη... τα μόνα που έχουν μείνει είναι τα ερείπια των φυλακών, τα σιδερο-καγκελόφραχτα παράθυρα.

Περνώντας από εκεί στέκομαι και προσκυνώ, δακρύζω από την θύμηση. Όχι δεν προσκυνώ τα εικονίσματα, αλλά τα αθώα παιδικά μου χρόνια, αυτά που χάθηκαν.
Αυτό που απέμεινε όπως τότε, είναι το ίδιο το ηλιοβασίλεμα της Πυλάρου, αυτό που μου θυμίζει την ταυτότητά μου, αυτό που όταν το αντικρίζω ο νους μου παίζει τις ασπρόμαυρες ταινίες της παιδικής μου ηλικίας…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Και μας πούλησαν τα σύννεφα:

Αποχαιρετώντας την Κεφαλονιά, στο βάθος τα βουνά της Πυλάρου.





Με τον φίλο Στράτο Αθήνα Ιούλιος 2011

Μικρός στο μέρος που γεννήθηκα πίστευα ότι ο Θεός τη νύχτα για να φωτίσει εμάς τους ανθρώπους άναβε σπίρτα και τα στερέωνε στο στερέωμα του ουρανού. Με το φως της ημέρας μας έστελνε τουλούπες από κάτασπρο βαμβάκι που έπλεε στο στερέωμα για να επουλώνει τις πληγές των ανθρώπων, να στεγνώνει τα δάκρυα. Εδώ στα ξένα που όλα πωλούντο μας πούλησαν τα σύννεφα με την υπόσχεση να μας ανεβάσουν εκεί ψηλά στο Θεϊκό βασίλειο, και να μας μεταφέρουν εκεί που πρώτο-άνοιξα τα μάτια μου, στις τουλούπες το βαμβάκι των ονείρων μου.
Και ήρθε το μεγάλο πουλί, περιμέναμε ουρά στο αεροδρόμιο, η μπροστινή μου μια κυρία μεσήλικα με 5-6 βαλίτζες όλο κοίταζε αναστέναζε, φοβόταν, πολύς ο κόσμος, ατελείωτες οι ώρες αναμονής ίσως να γέμιζε το μεγάλο πουλί και να την άφηναν έξω. Ίδρωνε γύριζε κάθε λίγο και λιγάκι και με ρωτούσε, λέτε να μας αφήσουν έξω; για κοίτα τόσος κόσμος που να χωρέσει;


Θάταν 400, ή και παραπάνω άτομα.
Με έκανε κι εμένα να αμφιβάλλω, τι να της πω; Ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την σύγχρονη ηλεκτρονική κοινωνία όπου ζούμε, ότι είμαστε όλοι φακελωμένοι, από πριν; ο κάθε ένας βιδωμένος στην θέση του.
Μας στρίμωξαν στο μεγάλο πουλί πετάξαμε στα σύννεφα, το βιολογικό μας ρολόι διαμαρτύρεται το ανθρώπινο σώμα δεν είναι φτιαγμένο για τέτοιες ταχύτητες, επιτέλους προσγειωθήκαμε.
Χαρήκαμε όταν συναντήσαμε φίλους στην Αθήνα, μετά στην Πύλαρο, στο νησί μας, όταν μας σκέπασε πάλι με το προστατευτικό της πέπλο η γαλανομάτα κόρη, θύμηση από τραγούδι μιας περασμένης εποχής, ξαναζήσαμε τη νοσταλγία, έτσι ξαναγίναμε παιδιά, πιστεύοντας στον Θεό του ουρανού με τα σπίρτα, και τα σύννεφα ως βαμβάκι για να επουλώνει τις ανθρώπινες πληγές, να στεγνώνει τα δάκρυα…


Ε! Στον γυρισμό μείναμε με την εντύπωση ότι τα σύννεφα δεν πουλιούνται, ότι είμαστε παιδιά της γης, ότι τα παιδικά όνειρα παραμένουν όνειρα εφόσον υπάρχουμε, μετά χάνονται στο άπειρον του ουρανού, για να ξαναγεννηθούν καινούργια όνειρα σύγχρονα μοντέρνα που δεν θα έχουν καμιά σχέση με τα δικά μας.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Η Λεμονιά, οι ρίζες μας.



Ήταν αυτή που με είδε όταν γεννήθηκα, αλλά όχι, μαζί γεννηθήκαμε, η μικρή μου λεμονιά τόση δα ίσαμε το μπόι μου, περίμενε από εμένα να την δροσίσω στις ζέστες του καλοκαιριού με νερό από τη στέρνα για να μεγαλώσει. Ήταν μπροστά από την πρόσοψη του σπιτιού μου,
Έφυγα μόνος και την άφησα μικρή τόση δα,
Πέρασαν τα χρόνια η λεμονιά κι εγώ ξανασυναντηθήκαμε πάλι, μόνο που το εγώ έγινε εμείς, να πώς να το πω πληθύναμε, γίναμε 13 και η λεμονιά θέριεψε, για να μας ευχαριστήσει γέμισε λεμόνια.



Ριζωμένη στα πετροχώματα μας περίμενε, έτσι κι εμείς ήρθαμε να συναντήσουμε τις ρίζες μας, σμίξανε με της λεμονιάς, γευτήκαμε το αθάνατο άρωμα της Ελληνικότητας, ένα άρωμα που με αυτό βαφτίζονται τα εγγόνια μας, όταν εμείς οι παππούδες θα έχουμε φύγει από τούτο τον κόσμο, θα θυμούνται με υπερηφάνεια για πάντα το άρωμα από τις ρίζες τους.
Αλλά δεν φταίω σε τίποτα, που καταντήσαμε περαστικοί στον τόπο που γεννήθηκα.
Αλήθεια τι ειρωνεία!
Άρα ποιος να φταίει;
Ξαναφύγαμε πάλι, στην απουσία μας τα λεμόνια θα μαραγκιάσουν θα πέσουν χάμω, οι ρίζες όμως θα κρατήσουν να μας περιμένουν πάλι σαν την ελληνικότητα που ποτέ δεν χάνεται…
Καλοκαίρι 2011, Πύλαρο Κεφαλληνίας
Γαβριήλ Παναγιωσούλης