Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω,




Ήμασταν πολλοί, όπου κι αν περπατούσες έβρισκες μπροστά σου ελληνόπουλα, τα περισσότερα λαθραία, αυτά που το είχαν σκάσει από βαπόρια, παιδιά αμούστακα, μα και μεγάλοι άνδρες οι οποίοι είχαν πιστέψει στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Ήταν και μερικοί ναυτικοί με ορισμένη άδεια παραμονής συνήθως 29 ημερών μέχρι να βρουν άλλο βαπόρι να μπαρκάρουν. Όλοι ψάχναμε για μια γνωριμία, για μια γυναίκα, με την πρόθεση η παντρειά και να μείνεις στη στεριά, για μια ευκαιρία, για μια εργασία, για ένα αποκούμπι, για ένα χέρι κατανόησης, ένα χέρι να σε σπρώξει μπροστά, κάτι που δεν υπήρχε.

Όλοι διωγμένοι από αυτά τα φτωχά πέτρινα χρόνια της πατρίδας μας Ελλάδας, Ένας από αυτούς τους πρωταγωνιστές ήταν και ο εαυτός μου.

Όμως οι ντόπιοι ελληνοαμερικάνοι δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα για εμάς, συνήθως ζούσαμε μια ζωή ξεχωριστή συγκεντρωμένοι γύρω από την τότε Ελληνική γειτονιά, του Μανχάταν από τους 47 δρόμους έως τους 26. Μια ζωή σκυλίσια με τον φόβο της αστυνομίας αλλοδαπών, από τα συχνά μπλόκα που έκαναν στους δρόμους, αλλά και με τον φόβο των καταδοτών επί αμοιβή ντόπιων ελληνοαμερικανών αυτών που σου έκαναν τον φίλο. Τον καιρό εκείνο η γειτονιά αυτή έβριθε από Ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες ποντάριζαν οι περισσότερες στους νεοφερμένους έλληνες. Και ήταν τα μπουζουξίδικα στους 26+ δρόμους το Βρετάνια, το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί κήποι, όπου όταν έμπαινες μέσα τα λυπητερά σπαρακτικά τραγούδια έμοιαζαν μοιρολόγια, από εκεί έβγαινες με ένα μεγάλο κενό.

Ήταν τα ξενοδοχεία Ρεξ, Φλάνδρες, Ρίο, όλα μαζεμένα στους 47 δρόμους, εκεί όπου ήταν και η πιάτσα για δωμάτια, για μπάρκα...
Cameo έτσι λεγόταν ο κινηματογράφος της στην 8η λεωφόρο και 44 δρόμους του Μανχάταν, έπαιζε μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες, παρακολουθούσες όταν τελείωνε η ταινία οι περισσότερα θεατές, έβγαιναν έξω με δάκρυα…
Και ήταν όλοι παιδιά, άρα τι τους έλειπε; Μα η πατρίδα ο τόπος μας. Δίπλα το εστιατόριο Πάνθεον, τα καταστήματα Δώρων Άτλας και Κεντρικόν πουλούσαν βαφτιστικά, κεριά και λιβάνι, καρτ ποστάλ ελληνικά, την Ατλαντίδα και τον Κήρυκα, την μέθοδο αγγλικής άνευ διδασκάλου του Δίβρη μα και της Ατλαντίδος, ελληνικές σημαίες μα και μπακιρένιο μπρίκι καφέ από Λίβανο.
Πιο κάτω το Προδρομίδης κατάστημα δώρων, ακόμα πουλούσαν και ραδιόφωνα βραχέων κυμάτων για να ακούμε εμείς οι καψούρηδες το Εδώ Αθήναι, το φωτογραφικό ατελιέ Ακρόπολις, το εστιατόριο Παράδεισος το σπεσιαλιτέ του κεφαλάκι αυγολέμονο σούπα και κάπως φτηνό για εμάς τους διαβατάρηδες, η καφετέρια Μολφέτας στους 47 δρόμους, με το σλόγκαν «Να τρως και να πίνεις τυχερά να μην δίνεις κλπ…» το κυνήγι, τα μπλόκα από την αστυνομία αλλοδαπών συνεχιζόταν κάθε μέρα. Μαζί με φίλο πήγαμε στο Ξενοδοχείο ΣΤΑΤΛΕΡ 34 δρόμους γινόταν μια ελληνοαμερικανική χοροεσπερίδα, απελπισμένοι να γνωρίσουμε, την βγάλαμε μονάχοι μας στο μπαρ αν και ήταν εκατοντάδες οι ομογενείς, ούτε μια καλησπέρα.

Περπατούσες στο πεζοδρόμιο και κοίταζες πίσω σου, μήπως σε παρακολουθούν τούτη τη φορά όμως ερχόταν από τον δρόμο, σταματούσε δίπλα σου ένα αυτοκίνητο, έβγαιναν δυο μπάτσοι, ο ένας πήγαινε μπροστά σου, ο άλλος από πίσω, πριν σε σταματήσουν σου έβγαζαν μια κονκάρδα χρώματος χρυσαφή, σου την έβαναν μπροστά στα μούτρα και φώναζαν, αστυνομία αλλοδαπών, τα χαρτιά σου, από πού είσαι, οι ερωτήσεις διαδεχόταν η μια την άλλη, μετά σου πέρναγαν τις χειροπέδες, σε πετούσαν στο πισινό κάθισμα του αυτοκινήτου, πιο κάτω, έξω από μια κόκκινη επιγραφή ΜΠΑΡ σταμάτησαν βγήκε ο ένας, γύρισε με άλλον κρατούμενο.
Τα κρατητήρια γεμάτα λαθραίους, μια φορά τον μήνα ερχόταν το βαπόρι από Πειραιά το Νέα Ελλάς, έβαζαν στη γραμμή όλους τους κρατούμενους, μετρούσαν όταν έφταναν στον αριθμό 15 σταματούσαν, τους έλεγαν εσάς σας κάνουμε απέλαση για την Ελλάδα. Ήταν και πολλοί ηλικιωμένοι οικογενειάρχες που είχαν πιστέψει στα όνειρα, αυτοί παρακαλούσαν να τους απελάσουν όσο πιο γρήγορα, ήταν και τα Ιταλικά βαπόρια Σατούρνια και Βουλκάνια που πήγαιναν Πάτρα.
Το βαποράκι μας μικρό μόλις τονάζ 3500,θα έπρεπε να το ονομάζουν ΕΛΠΙΔΑ έμοιαζε με σκαφίδι φορτωμένοι γενικό εμπόριο, είχαμε αναχωρήσει από την κόλαση της Νέας Υόρκης, πλέαμε, προς την Καραϊβική. Νόμιζες ότι αν έβγαζες το χέρι έξω από την κουπαστή θα έπιανες την θάλασσα, τόσο.
Το πλήρωμα οι περισσότεροι νεαρά παιδιά, πολλά παιδιά ήταν νιόπαντροι με αμερικανίδες κι ερχόταν να περιμένουν να έρθει η σειρά τους φωνάξουν, να πάρουν μεταναστευτική βίζα για ΗΠΑ. Άλλοι είχαν έρθει κυνηγημένοι από τις μεταναστευτικές αρχές γιατί είχαν παραβιάσει την παραμονή τους στη στεριά, άλλοι είχαν βγει από τα κρατητήρια, αφού ήταν λαθραίοι, ήταν όλοι η νεολαία της Ελλάδας αυτοί που δεν ζητούσαν τίποτα παρά μόνο μια εργασία, ένα μεροκάματο.
Το βαποράκι αυτό με Παναμαϊκή σημαία ήταν ένα είδος σιγουριάς, παρείχε τροφή στέγη μισθό και κοντινά μικρά ταξίδια γύρω από τις ακτές της Αμερικής. Ένα μωσαϊκό νεαρών παιδιών που ζητούσαν ένα πιο λαμπρό μέλλον, ένα καταφύγιο έξω από τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η αρχή της ερήμωσης της Ελληνικής Επαρχίας, αυτά τα πέτρινα χρόνια όπου δεν υπήρχε μέλλον ούτε ευκαιρία εργασίας.


Τα βαπόρια ήταν γεμάτα ναυτόπαιδα, μερικοί μάλιστα ναυτολογούταν σαν υπεράριθμοι (έπρεπε να γνωρίζεις, να έχεις μέσων) και περίμεναν άμα αδειάσει καμιά θέση να την πάρουν αυτοί, ή ακόμα προέβλεπαν να το σκάσουν στην Αμερική.
Ένα μεγάλο βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα, Να πως ζουν οι πλούσιοι φώναξε ένα παιδί, τρέξαμε όλοι στην κουπαστή, κάποιος είχε μια φωτογραφική μηχανή αυτές που άνοιγαν σα φυσαρμόνικα, τρέξαμε πήρε την φωτογραφία αν και μας είχε προσπεράσει.
Ήταν το βασίλισσα Μαίρη, ή Ελισάβετ της Αγγλίας 80.000 τονάζ
Η διαφορά ανάμεσα στα δυο υπερωκεάνια ήταν ότι το ένα είχε τρεις τσιμινιέρες, τώρα δεν θυμούμαι πιο από τα δυο.
Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω, την κοίταξα με απορία, δάκρυσα, η ευχή μου να μην επαναληφθούν τα χρόνια εκείνα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης









14 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

Έλα, που κι ο Δημήτρης άκουγε με θλίψη τα όσα του διάβαζα...
Οι δικοί του, εδώ, τα χαρτιά του μέρα με την μέρα θα έρχονταν,
ο αδελφός του τον πήρε να ειδωθούν... και δεν τον ξανάφερε!
"σκαστός" λόγω αδελφικής ξεροκεφαλιάς...
που του στοίχισε περισσότερο χρόνο απ' ότι χρειαζόταν για να ξεκαθαρίσει τα χαρτιά του!!!

Γαβρίλη μου, οι αναμνήσεις σου, ποτάμι που δεν στερεύει!
Χαιρετισμούς σε όλους,
Υιώτα-Δημήτρης

ΚΑΤΕΡΙΝΑ είπε...

ΚΑΙ ΕΜΕΝΑ 4 ΜΑΚΡΙΝΑ ΑΝΙΨΙΑ «ΒΓΗΚΑΝ»ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.ΑΔΕΛΦΙΑ ΟΛΑ.ΜΕΓΑΛΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.ΤΑ 3 ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΜΕΙΝΕ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ.ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΕ.ΠΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ.ΚΑΥΜΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ.

Ανώνυμος είπε...

Καλημέρα Γαβρίλη περιγραφότατος όπως πάντα .Μου θύμισες τις δύσκολες αυτές εποχές,κυρίως μετά το σεισμό του 53 που έβλεπα με λύπη μου να φεύγουν τα μεγαλύτερα σγόρια και κορίτσια από το χωριό μου και σιγά σιγά να ερημώνει και σκεφτόμουν που πάνε ; και κυρίως τα κορίτσια που έφευγαν για να παντρευτούν στην Αυστραλία και την Αμερική με προξενειό και μιά φωτογραφία στο χέρι ....Καλημέρα Κάτε

pylaros είπε...

Γεια σου αγαπητή μου Υιώτα, Αστοριανή,

Είναι απίστευτες οι περιπέτειοες που ζήσαμε τα χρόνια εκείνα,
Όχι δεν τις ξεχνώ, γιατι πέρασαν από πάνω μου όπως και πολλών χιλιάδων Ελληνων...

Υπάρχει μια ρευστή κατάσταση στην σημερινή κοινωνία, γι'αυτό φοβάμαι μην επαναληφθούν

Και με όλα αυτά πολλές φορές προσπαθώ να αναγνωρίσω τον σημερινό εαυτό μου, αν πράγματι
είμαι ο ίδιος...


Χαιρετισμούς Δημήτρη
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Κατερίνα, ήταν μια φοβερή εποχή, σε κατέτρεχαν από κάθε κατεύθυση, και οι μεν και οι δε,

Ήμαασταν χιλιάδες ελληνόπουλα διασκορπισμένα στα ξένα, δεν ζητούσαμε τίποτα μόνο ένα μεροκάματο, και γιαυτό και μόνο σε καταδίωκαν κλπ...
Οι περισσότεροι γύρισαν πίσω, άλλοι έμειναν και χάθηκαν, άλλοι ξαναεμφανήστικαν μετά από πολλά χρόνια...

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

pylaros είπε...

Γεια σου αγαπητή μου Κάτε,

Ναι, μάλιστα τα χωριά μας ερήμωσαν, αυτό άρχισε με το τέλος του πολέμου, αλλά ο σεισμος ήταν η χαριστική βολή...

Κι ένα άλλο, αυτέςοι περιπέτειες όσα χρόνια και νηα περάσουν δεν ξεχνιώνται, αφού το μυαλό μας ήταν παιδικό...

Ευχαριστώ
χαιρετισμούς

Γαβριήλ

Dennis Kontarinis είπε...

Φίλε Γαβρίλη
Σου αρέσουν τα δικά μου ταξίδια στα Εφτάνησα όμως κι΄εσύ μας ταξειδεις. Και το πιό σπουδαίο ότι τα δικά σου ταξίδια μας προσφέρουν και μεγάλες και άγνωστες εμπειρίες.
Υπέροχη και τούτη η ιστορία σου με πολλές πρωτόγνωρες καταστάσεις που πραγματικά προβληματίζουν.
Νάσαι καλά

pylaros είπε...

Φίλε Ντένη,
αυτές οι εμπειρίες είναι ότι έχει απομείνει από μια ζωή γεμάτη αγωνία αν θα έχεις μια στέγη, ένα κομμάτι ψωμί σίγουρο,
Μια ζωή που κράτησε 22 χρόνια...

Φαίνεται παράξενο, αλλά έτσι τάφεραι ο (Γεραμπής)

Τώρα πέρασαν τα χρόνια, έφυγε η σριγυλότητα του τότε, κάθομαι και αναπλώ και θυμάμαι....

Νάσαι καλά φίλε
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Μια «δροσοσταλίδα» σου ακόμη απ’ τα ξέφωτα της μνήμης που με τόσες λεπτομέρειες αραδιάζεις λες και συνέβησαν χτες… Κι εγώ ενώνω την ευχή μου με τη δική σου ώστε να μην «επαναληφθούν» εκείνα τα πέτρινα χρόνια!
Φαντάζομαι την απογοήτευση όλων σας βλέποντας πόσο ακριβά πλήρωνε κάποιος το δικαίωμα στο όνειρο.

Μαριάνθη είπε...

Βασανιστικές για την ψυχή πρωτίστως κταστάσεις...Τα ζωντανεύει ο λόγος σου κ. Γαβριήλ σε άλλη διάσταση. Του ανθρώπου η μοίρα λοιπόν...αβεβαιότητα.
Καλά να είστε όλοι.

pylaros είπε...

Φίλε μου Στράτο,
Ήταν μια εποχή όπου δίπλα σου άλλοι έτρωγαν μα χρυσά κουτάλια, άλλοι πάσχιζαν για μια μπουκιά ψωμί, για ένα μεροκάματο.

Δυστυχώς εμείς είχαμε βρθεί απ τη μεριά αυτών που πάσχιζαν για ένα μεροκάματο...
Η σημερινή κοινωνία τίνει να ξεχάσει αυτές τις αλήθειες, εύχομαι όμως να μην επαναληφθούν.
Και κάτι άλλο φίλε μου.
Όποιος μεγάλωσε σε τέτοιες καταστάσεις ποτέ δεν ξεχνά,
Ακόμα μου έχει μείνει μέσα μου ο νόμος του δυνατότερου, του νόμου η μονόπλευρη εφαρμογή, χωρίς να σου δίνουν το ανθρώπινο δικαίωμα του να πεις τον πόνο σου, ή να δικαιολογηθείς..

αλλά φίλε πάει πέρασανν όμως άφησαν ίχνη...
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μαριάνθη,

Αν κι έχω δοκιμάσει να μην θυμούμαι τίποτα, είναι κάπως δύσκολο,
Είναι όμως η ωμή αλήθεια..
Πάντως περασμένα ξεχασμένα, έτσι λέει μια παροιμία, το Εύχομαι...

Επίσης εύχομαι να μην επαναληφθούν...

Ευχαριστώ
χαιρετισμούς
Γαβριήλ

ΧΑΡΑ είπε...

Αγαπητέ μου Γαβρίλη ακούγεται σαν παραφωνία σε εμάς τους Ελλαδίτες η ευχή σου στο τέλος του ωραίου σου κειμένου, πλήρους συναισθήματος.
Γιατί ακριβώς σήμερα ξαναζούμε μία νέα μετανάστευση. Τα νειάτα της Ελλάδας ξαναφεύγουν αποδιωγμένα απο την Πατρίδα κυνηγώντας ένα αντίστοιχο με το δικό σας όνειρο.
ΑΠο τα δικά σας χρονια η οικογένεια έχει τρείς(που δε γύρισαν και δεν θα γυρίσουν) σήμερα ένα και αναμένεται η συνέχεια...
Οχι δε λυπάμαι,απο τη στιγμή που η σημερινή ξενητειά της παρέχει αξιοπρέπεια που η Ελλάδα αδυνατεί
Νάσαι καλά και να περνάς καλλίτερα
Καλή εβδομάδα απο την Ελλάδα που συνεχίζει να τρώει τα παιδιά της.
Χαρά

pylaros είπε...

Aγαπητή μου Χαρά!

Χάρηκα πολύ για την επίσκεψή σου.


Όπως είδες από τα γραπτά μου, ήταν το αποτέλεσμα μιας κατάστσασης που επικρατούσε στην Ελλάδα τα πέτρινα αυτά χρόνια,
Εύχομαι να μην επαναληφθεί...

Σε ευχαριστώ πολύ,
χαιρετισμούς
Γαβριήλ