Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μια στιγμή του Σήμερα...

                                                          Μια στιγμή του σήμερα.
Άνοιξα τα μάτια μου, κοίταξα γύρω μου θυμήθηκα το όνειρο, φώναξα,
-Μάνα είδα ένα όνειρο σαν παραμύθι!
-Αχ παιδί μου μην πιστεύεις στα όνειρα, η ζωή δεν είναι παραμύθι.
Μα είναι ποτέ δυνατόν, έτριψα τα μάτια μου και αργο-ξύπνησα για ακόμα μια φορά. κοίταξα γύρω μου, ήταν το σήμερα, το ραδιόφωνο τόχα ξεχάσει ανοικτό έπαιζε κάποιο βαρύ ζεϊμπέκικο, από τον σταθμό Ντέρτι, ο ήλιος σαν κλέφτης έμπαινε από τις χαραμάδες του παραθύρου, η καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου σήμαινε, διερωτήθηκα γιατί; Ή κάποια εορτή ή κάποιος θάνατος σκέφθηκα.
Εκεί στον περίγυρο της εκκλησίας είναι και το μνήμα αυτής που με γαλούχησε, αυτής που φώναξα στο όνειρό μου, αυτής που μούλεγε ότι η ζωή δεν είναι παραμύθι, είχα υποσχεθεί θα πήγαινα να γονατίσω από πάνω της νάπαιρνα μαζί μου λίγο χώμα, από αυτό που την σκέπασε, ποτέ δεν είχα καιρό. Στην επίσκεψή μου στον ναό σε μια πανήγυρη, της έδωσα μια φευγαλέα ματιά, πάνω της άνθιζαν δυο νυχτολούλουδα δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε για ένα γιατί άργησες;
Μάνα συγχώρα με, δεν τόθελα, να φύγω...
Έφυγα.
-Θάρθω αύριο σκέφθηκα, αλλά και αυτό (το αύριο) με κατατρέχει, σαν κατάρα, πάντοτε είναι σήμερα…
-Ξύπνησε και το ταίρι μου, φτιάξαμε καφέ,
-Τι θα κάνουμε σήμερα μούπε;
Έψαξα στην τσέπη μου βρήκα το κλειδί του ενοικιασμένου αυτοκινήτου, έβαλα μπροστά και πήγαμε για κολύμπι στα πετροβότσαλα της Αγίας Ευφημίας.
-Θεέ μου, πόσες διαφορετικές ζωές, χωράνε στον λαβύρινθο της σκέψης κάθε ανθρώπου, ξεκινώντας απ’ τα γεννοφάσκια, μέχρι το σήμερα, ένα χρονικό διάστημα τόσο μεγάλο στον ανθρώπινο νου, μα και σαν λάμψη αστραπής στο σύμπαν εκεί όπου χάνεται ο χρόνος.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης,

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

28 Οκτωβρίου 1940

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940
 Κοιμήθηκα δύο το πρωί διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα απ’ το τηλέφωνο  με ξύπνησε: «έχουμε πόλεμο» Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει:
 Λόγια του Γιώργου Σεφέρη


Το αφήγημα «Στο άλογό μου» γράφτηκε στο χωριό Κούδεσι το 1941 και πρωτοδημοσιεύτηκε στον  τόμο «Το Θαύμα της Αλβανίας απ' τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας» του Ξένου Ξενίτα το 1945.
Του Πολέμου (απόσπασμα)
Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μου κάνει.
Νύχτωνε. Από τα χαράματα περπατούσα κάτω από τη βροχή. Ούτε στιγμή δεν είχα βρει έν' απάγκιο. Ούτε κάτι να φάω. Μασούσα πού και πού κανένα φυλλαράκι ελιάς. Μέσα σε μιαν αδειανή ιταλική χειροβομβίδα από 'κείνες που ανοίγαμε με μια φουρκέτα -πού βρίσκαμε τέτοιο είδος;- κάνοντές τες ταμπακέρες, φύλαγα μερικά τσιγάρα μα δεν είχα σπίρτα. Δεν συναντούσα ψυχή. Τα περισσότερα μουλάρια της μονάδας μου είχαν χωθεί ίσαμε το κεφάλι στη λάσπη μιας κατηφοριάς. Τα πιο άξια είχανε φθάσει σ' ένα μοναστήρι ερειπωμένο πέρ' από το Δέλβινο και ξεκουράζονταν. Δεν ήξερα πού πήγαινα. Πόσο θα βαστούσα. Αν γλιστρούσα κι έπεφτα δεν θα ξανασηκωνόμουνα. Το ίδιο και το μουλάρι. Οι κατεβασιές από τους χειμάρρους όλο και θέριευαν. Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό - στη στεριά είναι κάτι που 'χει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό, μέσα στη λάσπη. Ξαφνικά κουτρήσαμε και οι δυο πάνω σε κάτι που θα 'πρεπε να 'ταν τοίχος. Το χαλινάρι ξέφυγε από τα χέρια μου. Το μουλάρι, ελεύθερο, γύρισε δεξιά και πήγε σύρριζα. Ακολουθούσα ακουμπώντας το χέρι μου στα λιθάρια ενός τοίχου που δεν ήταν χτισμένος -μιας ξερολιθιάς- ώσπου είδα το ζώο να δρασκελάει το κάτω μέρος μιας ξύλινης πόρτας και να γονατίζει στη μέση μιας αυλής έτσι, καθώς ήταν φορτωμένο. Μια μυρωδιά κοπριάς και άχυρου είχε πιλοτάρει προς τα 'κεί το μουλάρι. Στάθηκα προσπαθώντας να ξεχωρίσω γύρω μου. Είδα ένα χαμηλό σκοτεινό σπίτι στο βάθος. Προχώρησα, βρήκα την πόρτα και χτύπησα. Ξαναχτύπησα, τίποτα. Ξαρματώθηκα και τον γκρα και χτύπησα κάνα - δυο δυνατές με τον υποκόπανο. Άκουσα μια βαριά φωνή από μέσα:
- Τι ζητάς τέτοιαν ώρα; Άμε καλιά σου...
Απόσπασμα
Νίκος Καββαδίας


Ο πατέρας ακουμπούσε στο σύρμα της αυλής, αυτό που η μάνα μας άπλωνε τα ρούχα να στεγνώσουν, συζητούσε με τα αδέλφια του, με την νόνα μου.
Θα έχουμε πόλεμο ως  φαίνεται…
Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν τρελά χαρμόσυνα, νικά ο στρατός μας στο μέτωπο.
Εμείς μικρά παιδάκια τρέχαμε χαρούμενα λες και ήταν γιορτή…     
Τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο σε κάθε στόμα:
Ο ενθουσιασμός των κατοίκων άναψε σαν την φλόγα σε προσάναμμα θρούμπης, δεν πρόλαβε να δώσει φωτιά να κάμει θράκα, να ψήσουν σφαχτά και να γλεντήσουν όπου πλάκωσαν τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής, μαζί τους κουβαλούσαν την πείνα και την δυστυχία.
Τα  πρώτα χρόνια κατοχής πέθαναν τα δυο αδέλφια του πατέρα μου  φυματικά μαζί και η νόνα, ήρθε ο κλίβανος από το Αργοστόλι να απολυμάνει το σπίτι των χτικιασμένων, στα ιμάτιά τους έβαλαν φωτιά,   εμείς που απομείναμε,  μέσα στην σκοτοδίνη του πολέμου, μέσα στην φτώχεια και τις αρρώστιες    χάσαμε την παιδική μας ηλικία μας την έκλεψαν…
Μετά ήρθε η θάλασσα

Γαβριήλ Παναγιωσούλης             




Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Halloween

                                                 Halloween Day
                                               El Dia de las Brujas
H εορτή του Halloween που εορτάζεται εδώ στις 31 Οκτωβρίου είναι μια ειδωλολατρική εορτή που έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ρώμη παρομοιάζοντάς την με την αρχαία Ρωμαϊκή εορτή Feralia τιμώντας το πέρασμα των νεκρών ή με την Κελτική Samhain.
Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να εγκλιματισθώ με την ιδέα αυτή πάντοτε με βρίσκει αντίθετο αλλά οι κάτοικοι της χώρας τούτης την εορτάζουν με μεγάλη φανφάρα ντυμένοι από νεκροθάφτες μέχρι μάγισσες κι άλλα φρικιαστικά πράγματα γυρίζοντας από πόρτα σε πόρτα λέγοντας τρικ ο τρικ, περιμένοντας να τους φιλέψεις ζαχαρωτά
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

If you think Halloween is an American holiday, you would be wrong. Europeans definitely celebrate Halloween. In fact, if you dig far enough through the annals of pagan history, it would seem that the whole Halloween thing seems to have its roots in the Old World. The results of combining the ancient Roman Feralia, commemorating the passing of the dead, with the Celtic Samhain, make it seem like Halloween as we know it today could have moved from Europe to the U.S. with Irish immigrants.
While Halloween has a long history among Catholics in both Ireland and the United States, some Christians—including, in recent years, some Catholics—have come to believe that Halloween is a pagan or even satanic holiday in which Christians should not take part.
Information from the internet

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

H Βρύση...





                                                           Η βρύση

 Η ρονιά από την βρύση έτρεχε αργά, αργά, νωχελικά, το νερό παγωμένο, κάθε πρωί έβρεχα τα τρία δάχτυλά μου κι ένιβα τα μούτρα μου, έτριβα και τα μάτια μου, το σχολείο με περίμενε όπου νάναι θα χτύπαγε και η καμπάνα του Αγίου Δημητρίου.
Η βρύση κρεμόταν σε ένα καρφί πάνω από τον νεροχύτη της κουζίνας, όπου ήταν χτισμένος κάτω από ένα παράθυρο και είχε μια τρύπα για να βγαίνουν τα απόνερα, εκεί δίπλα στο κηπάκι μας. Την νύχτα Ιταλοί κατακτητές  φαντάροι μες το σκοτάδι πηδούσαν στο κηπάκι αυτό μας χτυπούσαν το τζάμι του παραθύρου ο πατέρας το άνοιγε μας έφερνα μακαρόνια με ανταλλαγή κρασί, αυτό που φρόντιζε ο πατέρας να έχει, εμείς τα παιδιά (3 μικρά αδέλφια) χαρά μεγάλη άλλη μια μέρα θα υπήρχε κατσαρόλα στο τραπέζι. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχουμε κολατσιό αν υπήρχε τίποτα τσάι, ή ένα κομμάτι σταφιδόψωμο, ή βάζαμε στην τσέπη μας φακή με σταφίδες ανακατεμένη και την μασούσαμε στον δρόμο για το σχολείο. Πολλές φορές είχαμε και λαχανόζουμο που είχε περισσέψει αποβραδίς το πίναμε με λάδι για πρωινό, θυμάμαι η μάνα μου μας έδινε και από μια κουταλιά ελαιόλαδο. Δίπλα στην βρύση υπήρχε χώρος και για το σαπούνι είναι αυτό που φτιάχναμε σπίτι με μούργα από λάδι στάχτη και ποτάσα.
Σήμερα βλέποντας την βρύση να κρέμεται παραγκωνισμένη άχρηστη ξανάρθαν όλα στο νου μου σε ένα ασπρόμαυρο φόντο μιας παιδικής αθωότητας, αυτής που χάθηκε στα πολύχρωμα φώτα του πολιτισμού μας…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Άραγε γιατί;

                                                    Άραγε γιατί;

Είχε νυχτώσει, πέρασα από την πλατεία τα παγκάκια ήταν άδεια, διάλεξα ένα και κάθισα δίπλα από το δρόμο. Στη μέση ένα κυκλικό κουβούκλιο όπου έπαιζε η ορχήστρα του δήμου, κάθε Κυριακή βράδυ. Απέναντι το πράσινο κτίριο του κυβερνείου, ένας τυφεκιοφόρος σκοπός στην πόρτα, εκεί τελείωνε και ο δρόμος μετά ήταν η θάλασσα, από αριστερά ήταν η σιδηροδρομική γραμμή όπου πήγαινε στον λιμενοβραχίονα, εκεί που ήταν αραγμένο το βαπόρι μου. Δίπλα μου ανυψώνονταν δένδρα φοίνικες σε φόρμα κυκλική. Τα κορίτσια της νύχτας πέρναγαν από εκεί για να κόψουν δρόμο από ένα μονοπατάκι όπου οδηγούσε στο μπαρ η γαλάζια θάλασσα που ήταν ακριβώς πίσω από το ξενοδοχείο του βορρά αυτό που ήταν απέναντι απ’ το κυβερνείο.
Σκέφτηκα στη ζωή μου σε πόσες πλατείες έχω κάτσει μοναχός κάνοντας όνειρα, ρίχνοντας νοσταλγικές σκέψεις, μάλλον αποζητώντας κάτι τι το απρόοπτο κάτι τι που δεν ερχόταν, κάτι τι που δεν αγοράζεται, αρχίζοντας από την Κούβα, την Κόστα Ρίκα, την Ονδούρας, το Βερακρούζ του Μεξικού, το Central Park στη Νέα Υόρκη, το café du monde στην Γαλλική συνοικία της Νέας Ορλεάνης, και τώρα εδώ σε τούτη την χώρα. Η ζωή του ναυτικού τόσο αφιλόξενη, σκληρή, ωμή!
Σηκώθηκα.
Πήρα το δρόμο για το βαπόρι, δεν μίλησα κανενός, εξ’ άλλου τι να πω;
Γυναίκες υπήρχαν ένα σωρό, ήταν ακατανόητο γιατί να θέλω εκείνη; Ποιος θα με καταλάβαινε; Αφού ούτε ο ίδιος δεν μπορούσα να καταλάβω τον εαυτόν μου;
Μια μοναξιά που η θάλασσα την έκανε ακόμη πιο λυπητερή, το πέλαγος άνοιγε την πληγή και της έριχνε αλάτι, μια μοναξιά που δεν έχει αντίδοτο, μια μοναξιά που σκοτώνει. Μόνο ο χρόνος αυτός είναι ο γιατρός, αλλά κι αυτός τόσο αργός λες και βαδίζει σαν κοχλίας, δεν βιάζεται να φύγει, αν αντέξεις έως τότε θα σε γιάνει. Πήρα απόφαση πρέπει να ξεχάσω.
Ξανά στο λιμάνι, πήγα με φίλους σε μπαρ, διασκέδαση, στον δρόμο είδα κάποια που της έμοιαζε, ταράχτηκα, ήταν βράδυ, μπήκε με παρέα σε κινηματογράφο, περίμενα, περίμενα να τελειώσει, όταν βγήκε έπεσα πάνω της. Όχι δεν ήταν εκείνη…
Τότε κατάλαβα ότι δεν είχα ξεχάσει.
Άρα γιατί;
Μετά άλλαξα βαπόρι πήγα ταξίδια μακριά στον Ινδικό Ωκεανό, γνώρισα καινούργιους ανθρώπους.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Ένας Μικρός Θεός:

                                         Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουμε


                                            Ένας μικρός Θεός
Να σταματήσεις στο παιδικό νοσοκομείο είπε ο ένας επιβάτης. Η μάνα που καθόταν δίπλα μου άνοιξε την πόρτα, περίμενε μου είπε, μαζί της κατέβηκε και ο παπατζής που καθόταν στο πίσω κάθισμα. Μια  καλόγρια με ένα πεταλουδί άσπρο καπέλο τους άνοιξε την πόρτα του νοσοκομείου,  έφεραν χαρτιά της μάνας.
-Υπόγραψε κυρά μου,  είπε η καλόγρια
-Μα δεν ξέρω γράμματα, είπε η μάνα
-Τότε ας υπογράψει ο πατέρας,
 -Μα αυτός δεν είναι ο πατέρας του,
Η καλόγρια θύμωσε,
-Πάρε το χαρτί αυτό και πήγαινε στο διπλανό σπιτάκι, Anfiteatro γράφει στην πόρτα  θα το δώσεις  στον φύλακα κι αυτός θα σου δώσει το φέρετρο  του παιδιού σου.  
Ο παπατζής έβαλε την τράπουλα στην τσέπη του, σήκωσε στην αγκαλιά του το μικρό άσπρο φέρετρο και το απόθεσε στο Πορτμπαγκάζ του ταξί, δίπλα έβαλαν το πανέρι με τα καθρεφτάκια, αυτό με τα τηγανιτά ψάρια κι από πάνω το σκέπασαν με το πανέρι του παπατζή.
Η μάνα κάθισε δίπλα μου έκλαιγε, οι άλλοι στο πισινό κάθισμα κουβέντιαζαν.
-Αν έφερνες το παιδί νωρίτερα, ίσως να γλύτωνε, είπε αυτός που πούλαγε τα ψάρια.
-Αν ερχόταν ο γιατρός, είπε η μάνα.
-Αν είχαμε λεφτά είπε αυτός που πούλαγε τα καθρεφτάκια.
-Τα πολλά αν δεν ωφελούν είπε ο παπατζής, θα σας ρίξω τα χαρτιά να δούμε τι του έγραφε η τύχη. Ανακάτεψε την τράπουλα;
-Τράβα  ένα χαρτί,  είπε της μάνας
-Ο άσσος μπαστούνι, το χαρτί του θανάτου, μα είναι φανερό ήταν θέλημα Θεού έτσι να γίνει. Αν είχα το πανέρι μου εδώ θα σας έλεγα από τι ακριβώς πέθανε το παιδί. Το ξανθό λουστράκι τους κοίταζε όλους με ανοιχτό τον στόμα, εντύπωση του έκανε ο παπατζής τα τόσα πολλά που ήξερε, δηλαδή μπορεί να ήταν κι ένας μικρός Θεός, γυρίζοντας προς εμένα μου ψιθύρισε.
-Εγώ μόνο για το ξενύχτι έρχομαι, να φάω κάτι ότι μου δώσουν.
Είχε πια βραδιάσει όταν φτάσαμε στο χωριό, η τροπική ζέστη ανυπόφορη, άνοιξα το πορτμπαγκάζ  ένας από τους άνδρες πήρε στον ώμο του το μικρό άσπρο φέρετρο, οι άλλοι ακολουθούσαν, η μάνα έμεινε τελευταία.
Οι ντόπιοι έκαναν γύρω μου έναν κύκλο μου είπαν να κάτσω για το ξενύχτι, κόσμος μαζεύτηκε, είχαν φέρει  ρούμι,  μαύρο καφέ, και αρκετά κομποσκοίνια για τις γυναίκες που θα έψαλλαν το Άβε Μαρία… έβαλαν το φέρετρο πάνω σε δυο καρέκλες, το πάτωμα της καλύβας τους χωματένιο,  η σκεπή από φύλλα φοινικιάς,    η τελετή έτοιμη ν’ αρχίσει.  Από σέβας κάθισα καμιά ώρα  μετά έβαλα πλώρη για το λιμάνι, για τα γνωστά μου μέρη.  Το  ξανθό λουστράκι αυτό που μου γυάλιζε το ταξί με ακολούθησε, πάντα είχε και το κασελάκι για να γυαλίζει παπούτσια μόνο που τούτη τη φορά οι επιβάτες δεν φορούσαν παπούτσια,  στον γυρισμό πέρασα απ’ το Μπαρ  Μόντε Κάρλο, άφησα το λουστράκι να γυαλίζει τα παπούτσια των ναυτικών, οι ναυτικοί γλεντούσαν, ο Γιάννης απ’ το Θιάκι με φώναξε  να με κεράσει,  όχι του είπα, άλλη φορά.      

Γαβριήλ Παναγιωσούλης