Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

H Βρύση...





                                                           Η βρύση

 Η ρονιά από την βρύση έτρεχε αργά, αργά, νωχελικά, το νερό παγωμένο, κάθε πρωί έβρεχα τα τρία δάχτυλά μου κι ένιβα τα μούτρα μου, έτριβα και τα μάτια μου, το σχολείο με περίμενε όπου νάναι θα χτύπαγε και η καμπάνα του Αγίου Δημητρίου.
Η βρύση κρεμόταν σε ένα καρφί πάνω από τον νεροχύτη της κουζίνας, όπου ήταν χτισμένος κάτω από ένα παράθυρο και είχε μια τρύπα για να βγαίνουν τα απόνερα, εκεί δίπλα στο κηπάκι μας. Την νύχτα Ιταλοί κατακτητές  φαντάροι μες το σκοτάδι πηδούσαν στο κηπάκι αυτό μας χτυπούσαν το τζάμι του παραθύρου ο πατέρας το άνοιγε μας έφερνα μακαρόνια με ανταλλαγή κρασί, αυτό που φρόντιζε ο πατέρας να έχει, εμείς τα παιδιά (3 μικρά αδέλφια) χαρά μεγάλη άλλη μια μέρα θα υπήρχε κατσαρόλα στο τραπέζι. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχουμε κολατσιό αν υπήρχε τίποτα τσάι, ή ένα κομμάτι σταφιδόψωμο, ή βάζαμε στην τσέπη μας φακή με σταφίδες ανακατεμένη και την μασούσαμε στον δρόμο για το σχολείο. Πολλές φορές είχαμε και λαχανόζουμο που είχε περισσέψει αποβραδίς το πίναμε με λάδι για πρωινό, θυμάμαι η μάνα μου μας έδινε και από μια κουταλιά ελαιόλαδο. Δίπλα στην βρύση υπήρχε χώρος και για το σαπούνι είναι αυτό που φτιάχναμε σπίτι με μούργα από λάδι στάχτη και ποτάσα.
Σήμερα βλέποντας την βρύση να κρέμεται παραγκωνισμένη άχρηστη ξανάρθαν όλα στο νου μου σε ένα ασπρόμαυρο φόντο μιας παιδικής αθωότητας, αυτής που χάθηκε στα πολύχρωμα φώτα του πολιτισμού μας…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: