Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Τέτοιες Χρονιάρες Μέρες:











Σημερινός Χιονιάς 26-27 Δεκεμβρίου 2010







Η ζωή απ' την ανάποδη,





Στα φορτηγά αργοκίνητα βαπόρια τέτοιες χρονιάρες μέρες στη μέση του πελάγου ήταν οι πιο ανιαρές, παίζανε πόκα με πέντε ή με εφτά χαρτιά. Παίζανε μέχρι να ξημερώσει, ή μέχρι να πάνε για βάρδια, η καπνιά από τα τσιγάρα ήταν σαν ακίνητη ομίχλη σε στεριά, εκεί υπήρχαν οι χαμένοι και οι κερδισμένοι, υπήρχε και της πόκας ο νόμος της μαγκιάς, όταν σηκωνόσουν να φύγεις κερδισμένος δημιουργούνταν καυγάδες, έτσι έπρεπε να είσαι και πολιτικός, να το προ-δηλώσεις, μάγκες όταν έρθει στα χέρια μου η τράπουλα να μοιράσω χαρτιά θα φύγω. Έτσι το έπαιζες καραμπίνας που λένε πήγαινες συνέχεια πάσο, αν έβλεπες κάτι το σίγουρο έριχνες αν όχι συνέχιζες πάσο. Όταν τελείωναν τα χρήματα στο πέλαγος έβγαιναν στο τραπέζι οι κούτες τα τσιγάρα. Άγρυπνοι με κόκκινα μάτια πήγαιναν για δουλειά, ήταν και από τους πολλούς καφέδες. Αλλά οι καυγάδες ήταν πιο συχνοί από οτιδήποτε άλλο. Μέχρι που ο λιπαντής της μηχανής ένας έλληνας από την Αίγυπτο μορφωμένος με γλώσσες, είχε μπαρκάρει από το Ρότερνταμ Ολλανδίας, όπου έκανε τον σερβιτόρο στο Μπαρ της Λούλας έβγαινε στην κουβέρτα ξετιναγμένος να αναπνεύσει μες το κρύο και την παγωνιά χωρίς σακάκι, τούχαν πάρει στα χαρτιά και το πουκάμισο που λένε, πέθανε ο φουκαράς στο πέλαγος. Ένας Μανιάτης φοβέριζε ότι θα φέρει την καραμπίνα, και το πιο παράξενο πάντοτε έχανε.

Νέα Υόρκη στην αρχή η ζωή φαινόταν βουνό, η δουλειά σκληρή μόλις και μετά βίας μπορούσες ν’ ανασάνεις, φίλους και γνωστούς δεν είχες αν ήταν κανένας βαπορίσιος ο.κ. αν όχι έπρεπε να αρχίσεις απ’ την αρχή με ήθη και έθιμα στεριανά.
Παίζαμε λοιπόν πόκα, είχα πέντε κόκκινα χαρτιά καρά και κούπες, ο συμπαίκτης μου, μου έλεγε δικαίωμα να σκεφτεί μετά με κοίταζε να με ψυχολογήσει, κάπνιζε δεν μιλούσε… καπνίζαμε όλοι, εκεί που τους είχα όλους σίγουρος ξύπνησα, έτριψα τα μάτια μου, μωρέ τι παράξενο όνειρο αλλά για καλό κακό ας σημειώσω τα πέντε τραπουλόχαρτα που είχα. Πήρα μολύβι και χαρτί έγραψα τους αριθμούς και ξαναπήγα για ύπνο. Το μεροκάματο άρχιζε νωρίς 5 τα χαράματα.
Ο κινέζος που πουλούσε εφημερίδες τσιγάρα κλπ. δεν έκλεινε ποτέ, περαστικός για τη δουλειά μου πρωί, σκέφτηκα να παίξω τα 5 νούμερα σε λόττο;
Μπαίνω μέσα του τα δίνω, μα μου λέει χρειάζεσαι έξη νούμερα, και το συμπληρωματικό, βάλε ότι θέλεις εσύ, του λέω! Πήρα την απόδειξη την πέταξα στην τσέπη μου και την ξέχασα. Δεν είπα κανενός τίποτα, άλλωστε τι μπορείς να πεις όταν δεν έχεις τίποτα το συγκεκριμένο; Φαντάσου να έλεγα ότι είδα στον ύπνο μου τα νούμερα της πόκας. Ανοησίες σκέφτηκα. Ποιος πορεύεται με όνειρα;





Τετάρτη κλήρωνε, την Πέμπτη από περιέργεια κοίταξα την εφημερίδα, μωρέ μπράβο τα 5 νούμερά μου ήρθαν αλλά εφόσον δεν είχα το έκτο και το συμπληρωματικό μου έδωσαν το δεύτερο βραβείο.
Δεν πίστευα στα όνειρα, αλλά αν έδινα λίγη σημασία κι αν έκανα τους κατάλληλους συνδυασμούς εφόσον το λόττο είχε 40 νούμερα δηλαδή αν έπαιζα τα 5 νούμερα συν ένα και συν ένα το συμπληρωματικό σήμερα θα είχα εκατομμύρια.
Αλλά έτσι είναι η ζωή, πρέπει να την πάρουμε όπως έρχεται, όχι όπως θα θέλαμε να ήταν.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Συμπόσιο!

Απο Αριστερά,
ο Δ. Κονταρίνης, Ν. Λιψάνος, Στέλλα, Ζ. Φόλλεντερ, Βαγγέλης Διακογιάννης, Βάνα Κοντομέρκου, Δ. Μουστάκης, Γαβριήλ ΠαναγιωσούληςΑπό Αριστερά:
Νίκος Λιψάνος, Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Βάνα Κοντομέρκου, Στέλλα Ζ. Φόλλεντερ, Κ. Λυκογιάννης, Δ. Μουστάκης, Ντένης Κονταρίνης, Ανδρέας Κοντομέρκος, Β. Διακογιάννης.

Χριστούγεννα έρχονται, καινούργιος χρόνος μπαίνει, μοιράζονται καλοπροαίρετες ευχές, για την γέννηση του Θεανθρώπου, μα και για έναν καινούργιο χρόνο γεμάτα υγεία και ΕΙΡΗΝΗ σε όλο τον κόσμο.

Έτσι κι εμείς μια παρέα φίλων, που τους αρέσει η γραφή μα και η ανάγνωση, συγγραφείς μα και δημοσιογράφοι, αποφασίσαμε να ευχηθούμε καλό κατευόδιο στον παλιό χρόνο που φεύγει, καλωσορίζοντας τον καινούργιο, σαν μια νέα εποχή, ανταλλάσοντας συμβολικά δωράκια, κάνοντας ένα μικρό συμπόσιο, συζητώντας διαφορετικές απόψεις και γνώμες, πίνοντας το κρασάκι Νεμέας, με το ακομπανιαμέντο της φυσαρμόνικας του φίλου Βαγγέλη Διακογιάννη…
Κι όλα αυτά στη Νέα Υόρκη…

Χρόνια πολλά σε όλους σας.

Γαβριήλ

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Και του Χρόνου στα σπίτια μας...


Πρωτοχρονιά, έχουν περάσει από πάνω μου πολλές πρωτοχρονιές, η κάθε μια σε διαφορετικά μήκη και πλάτη του πλανήτη μας, έτσι θα μπορούμε να πούμε ότι η κάθε μια είχε μια δική της διαφορετική γεύση.
Ήτανε μια καπνοδόχο φτιαγμένη από τσίγκο όταν βάζαμε κούτσουρα για φωτιά στο τζάκι, γέμιζε καπνό έμοιαζε σαν τσιμπούκι, από αυτήν θα κατέβαινε ο Aϊ Βασίλης να μας φέρει τα Αγιοβασιλιάτικα δώρα .
Αποβραδίς βάζαμε τα παπούτσια μας κάτω απ’ την καπνοδόχο, περιμένοντας με λαχτάρα να ξημερώσει να δούμε τι θα μας δώριζε. Συνήθως κανένα μπαλονάκι (φούσκα) ένα τόπι ή καμιά φλογέρα.
Μικροί αθώοι είμαστε τόσο ευχαριστημένοι, με αυτά τα μικρά πράγματα, μετά οι μεγαλύτεροι θα μας έκαναν μποναμά, μια δεκάρα ή μια δραχμή, ότι είχε ο καθένας, μια κοινωνία που χάθηκε λες και ήταν η εποχή του Φαραώ κι όμως ήταν μόλις ΧΘΕΣ, αφού ακόμα και οι καμήλες υπάρχουν.

Στη μέση του Ατλαντικού εν πλω για Νέα Ορλεάνη, είχαμε αναχωρήσει από Δουνκέρκη Γαλλίας φορτωμένοι μελάσα ένα παχύρευστο υγρό που από τους εξαεριστήρες στο πέλαγος έβγαζε μια μυρωδιά σαν καμένη ζάχαρη.
Το βαπόρι ένα λίμπερτι δεξαμενόπλοιο είχε κάνει μάλιστα κι ένα κρακ στην κουπαστή στη δεξιά μεριά κάτω απ’ το ποδάρι της γέφυρας. Του είχαν βάλει όμως ένα καρφωτό ζωνάρι έτσι για πιο σιγουριά ότι δεν θα κοβόταν στα δυο.
Το πλήρωμα 30 άτομα όλοι έλληνες, τέτοιες χρονιάρες μέρες ο κάθε ένας σκεφτόταν την οικογένειά του, αυτούς που τον περίμεναν να γυρίσει.
Από βραδύς είχαμε όλοι μαζευτεί (εκτός ασφαλώς από τις βάρδιες) στο καπνιστήριο του πλοίου και παίζαμε χαρτιά, περιμένοντας να υποδεχθούμε τον καινούργιο χρόνο. Ακουγόταν ο γδούπος απ τα κύματα που έσπαγαν τα μούτρα τους στο βαπόρι κι αυτό έτρεμε λες και είχε τεταρταίο πυρετό και ρολάριζε από την μια μεριά στην άλλη, σα να μας νανούριζε.
Οι περισσότεροι παίζαμε 31, άλλοι έπαιζαν πόκα. Μεσάνυχτα ακριβώς κατεβαίνει ο πλοίαρχος απ’ την γέφυρα ένας Συριανός, μας χαιρετάει όλους και μας δίνει μια ευχή.
Χρόνια Πολλά, και του Χρόνου στα Σπίτια μας… αυτές τις λέξεις τίποτε άλλο, ο κάθε ένας μας προβληματίστηκε, μερικοί δάκρυσαν, μερικοί έπεσαν σε συλλογισμό, εν τέλει φέρανε ποτό κι έκοψαν την βασιλόπιτα. Ήμουν τυχερός, μου έτυχε το φλουρί, μετά διαλυθήκαμε ο κάθε ένας πήγε στην κουκέτα του,
Τώρα το πόσοι τα κατάφεραν στο να επαληθευτεί η ευχή (Και του χρόνου στα σπίτια μας) άγνωστο, πάντως εγώ δεν τα κατάφερα ίσως να με είχε δέσει ο Ωκεανός ή το πεπρωμένο του φλουριού της βασιλόπιτας.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς στην πύλη του μόλου λιμάνι της Ονδούρας μας περίμενε μια φίλη παρέα με άλλους φίλους, χρονιάρα μέρα βλέπεις, ο Κίλγορ ανάλαβε να μας οδηγεί πήγαμε σε κέντρα, από το ένα στο άλλο αγοράσαμε κροτίδες για να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο. Έτσι ήταν το έθιμο του τόπου. Τα μεσάνυχτα ακριβώς βάλαμε φωτιά στα βαρελότα, η πολιτειούλα, το λιμάνι πνίγηκε στους καπνούς, τα βαπόρια άρχισαν να σφυρίζουν για την υποδοχή του νέου χρόνου, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους, φιλιά αγκαλιές Το ποτό οι μπύρες έρρεαν όλοι έπιναν και γλεντούσαν. Ξημερώματα γύρισα στο βαπόρι είχα υποχρέωση να ετοιμάσω το αγιοβασιλιάτικο μενού.

Κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς μαζευόμαστε εδώ στη Νέα Υόρκη στο σπίτι μας, οικογένεια και φίλοι μαζί, πίναμε ποτό, χορεύαμε τα μεσάνυχτα ακριβώς βάζαμε την τηλεόραση και βλέπαμε το μεγάλο μήλο να πέφτει στην πλατεία Times square τότε γινόταν πανζουρλισμός, ανοίγαμε σαμπάνια, και υποδεχόμαστε τον καινούργιο χρόνο, το γλέντι συνεχιζόταν, σε μια ατμόσφαιρα θαλπωρής, εμπιστοσύνης, ξεγνοιασιάς. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά, πολλά χρόνια
.
Τώρα ε! ακόμα υπάρχει ο ενθουσιασμός με τα χρόνια όμως τα παιδιά πήραν τα σκήπτρα, αλλά εξακολουθούμε να δίνουμε το καλώς όρισες στον καινούργιο χρόνο όλοι μαζί, στο σπίτι μας όπως τότε που πρωτοήλθαμε σε τούτο εδώ το κράτος.
Μια παράδοση γεμάτη ζεστασιά και οικογενειακή θαλπωρή.

Χρόνια Πολλά και καλά σε όλους σας. Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος 2011.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικες Σταλαγματιές


Ένα χαρτόνι, ζωγραφισμένη μια φάτνη, στημένη σ’ ένα ξύλο, παιδικές φωνές να ψάλλουν τα κάλαντα, το Χριστός γεννάτε σήμερον, με την ελπίδα ένα φιλοδώρημα, μια μπουκιά ψωμί, το χάραμα να τρέχουν στην εκκλησία να κάνουν χρυσό δόντι, μετά η λαχτάρα να γευτούν το Χριστουγεννιάτικο φτωχικό φαγητό εάν υπήρχε, ο παπάς ο άξονας της ύπαρξης του χωριού, αυτός που κρατούσε ‘δεφτέρι’ λες και ήταν μπακάλης των βαπτίσεων, γάμων, θανάτων, αυτός που μας έλεγε για την γέννηση του θεανθρώπου. Απ’ έξω απ’ την εκκλησία κόχλαζαν τα πάθη, οι σκοτωμοί, η πείνα, η δυστυχία, η κοινωνία μας μικρή , ο κόσμος μας, τόσο κλειστός όσο χώραγε το μάτι σου. Και όμως ήταν Χριστούγεννα!

Πρώτη φορά στην Αθήνα σε υπόγειο στην Καλλιθέα το κρύο τσουχτερό, αποβραδίς είχαμε προμηθευτεί μια κονσέρβα Αργεντινής Corned beef θα τρώγαμε κρέας. Του τηγανιού η λαδιά γέμισε την ατμόσφαιρα, μπήκε στα πνευμόνια μας, μας γέμισε ελπίδα αισιοδοξία, στην επαρχία ο εμφύλιος συνεχιζόταν, κι όμως ήταν Χριστούγεννα
.

Ήρθε η θάλασσα σαν λυτρωτής, βρέθηκα στην Χάβρη Γαλλίας με βαπόρι Λίμπερτι φορτωμένο σιτάρι μας επισκέφτηκαν πολλά άτομα, μια οικογένεια Έλληνες, ο άνδρας έλεγε ότι ήταν ράφτης, ερχόταν κι έτρωγε μαζί με τη γυναίκα του κι ένα κοριτσάκι. Όλοι καταλάβαμε ότι το ράφτης ήταν πρόσχημα, κλείναμε τα μάτια, ήταν Χριστούγεννα.

Ήρθε η φιλόπτωχος, κάποιας ενορίας της Νέας Υόρκης, μερικές συμπαθητικές κυρίες, μαζί τους κι ένας ιερέας, μας μοίρασαν δωράκια γλυκά απ’ την πατρίδα, ξημέρωνε Χριστούγεννα, την προηγούμενη μέρα είχε έρθει κι αυτός ο προξενικός λιμενάρχης ο κ. Καν.. οποίος ούρλιαζε προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει έλληνες εχθρούς του καθεστώτος. Ήρθε και η ώρα συσσιτίου αυτοί μας φέρθηκαν πιο ανθρώπινα μας τάισαν γέμιση γαλοπούλας με cranberry sauce μετά ήρθαν οι δεσμοφύλακες βαρώντας τη μαγκούρα τους για κλείσιμο, σιωπητήριο,
Εκεί ήρθαν τα όνειρα, περνούσαν τα τζάμια με τα κάγκελα, ο αντικατοπτρισμός των φώτων του Μανχάταν στην επιφάνεια του ποταμού, η διαμαρτυρόμενη βοή της Μπουρού, τα δάκρυα, η ανημποριά, η λύτρωση του ύπνου. Ήταν Χριστούγεννα στο νησί Έλλις.

Ο Ινδικός Ωκεανός είχε βαλθεί να μας βουλιάξει, μέσα στην κοσμοχαλασιά αυτή, μέσα στην κιβωτό της Βαβέλ οι ελλείψεις στα τρόφιμα τεράστιες, ο μάγειρας ένας Κεφαλλονίτης αρνήθηκε να ζυμώσει ψωμί ‘δεν το λέει η σύμβαση’ τα μέσα πρωτόγονα, το περισσότερο πλήρωμα ξένοι, ξένη και η σημαία του πλοίου. Όσο υπήρχε αλεύρι ζύμωνα εγώ, ερχόταν Χριστούγεννα.

Οι λιτανείες (posadas) διαδεχόταν η μια την άλλη, όλες κουβαλούσαν το ομοίωμα του Ιησού (Él Niño) και προσπαθούσαν να βρουν φιλοξενία να το κρύψουν σε σπίτια νοικοκυραίων, σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα. Περνούσαν απ’ έξω απ το σπίτι μου. Νεαρά άτομα έτρεχαν πάνω κάτω, οι γυναίκες έψαλλαν… ερχόταν Χριστούγεννα. Παρακολουθούσα σιωπηλός! Τι να πω; Οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, βρισκόμουν σε δίλλημα, καινούργιος σε αυτή την περιοχή σε μια πόλη με υψόμετρο 3000 μέτρων με ένα κλίμα ανοιξιάτικο με τους περισσότερους κατοίκους να μην έχουν δει ποτέ θάλασσα, ένα κράτος απογόνων των Μάγια με το παραδοσιακό τους Χριστουγεννιάτικο φαγητό ‘ταμάλες’, χοιρινό κοκκινιστό τυλιγμένο με καλαμποκίσια ζύμη σε μπανανόφυλλα, ετοιμαζόταν όλοι να υποδεχτούν την γέννηση του Θεανθρώπου γλεντώντας, όταν την παραμονή μας ήρθε επείγουσα εντολή, το αναμέναμε άλλωστε, πήγαμε στο Materno Infantil. Έτσι ήρθε στον κόσμο η πρώτη μας κόρη την ημέρα των Χριστουγέννων ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο, παλαιότερα λέγανε μας ήρθε η επίσκεψη του Πελαργού από τότε μέχρι σήμερα εορτάζουμε κάθε χρόνο διπλά την ημέρα των Χριστουγέννων.
Έχουν περάσει πολλά, πολλά χρόνια και το πιο παράξενο μου φαίνεται πως ήταν χθες!

Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Αναπολώντας

Υπάρχει εδώ στη Νέα Υόρκη ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα στα Ισπανικά με τον τίτλο: Recordar es vivir, κάτι σα να λέμε (ξαναζώ με τις αναμνήσεις μου)
Ε!
Αυτό κάνω κι εγώ, όσο παράξενο κι αν φαίνεται.

Corpus Christi, ένα λιμανάκι στο Τέξας, απογοητευμένοι γυρίζαμε στο βαπόρι, δεν είχαμε βρει τίποτε άξιον λόγου, έτσι αρχίσαμε και κλωτσάγαμε τα καπάκια από τα τενεκεδένια βαρέλια σκουπιδιών, αυτά που έβγαζαν στο πεζοδρόμιο οι νοικοκυραίοι, μέχρι που κάποιος βγήκαν και μας έβαλαν τις φωνές.
Φυσικά τρέξαμε στο βαπόρι. Τώρα κατάλαβα, όπου κάνω την ίδια δουλειά, βγάζω τα σκουπίδια μου στο πεζοδρόμιο την καθορισμένη ημερομηνία. Πολλές φορές έβγαινα τα βράδια μόνος μου περπατούσα στους ήσυχους δρόμους της πόλης του λιμανιού κοιτάζοντας τα σπιτάκια και ονειρευόμουν, αν ποτέ θα είχα κι εγώ μια τέτοια τύχη. Όσο πιο μικρό ήταν το λιμανάκι, τόσο πιο πολλά όνειρα φύτρωναν στο μυαλό μου λες και ήταν τρίχες της κεφαλής μου, τότε είχα πολλά μαλλιά.


Πήγαμε και στο Beaumont Τέξας, εκτός από Hοuston και Galveston μεγάλα λιμάνια αυτά. Μετά τραβήξαμε για Lake Charles Louisiana, Gretna, Μπατόν Ρουζ, New Orleans εδώ ήταν το λιμάνι όπου προμηθευόμαστε την τροφοδοσία του μηνός. Κάναμε βόλτες στην οδό Κανάλ, μετά στην Μπούρμπον στην γαλλική συνοικία και χαζεύαμε τα στριπτίζ, αλλά σπάζαμε πλάκα με τους κράχτες, αυτούς που μισάνοιγαν την πόρτα να δούμε κάνα γυμνό, ήταν το δόλωμα. Όποιος ήταν τυχερός και είχε φιλενάδα τον πήγαινε και στην γαλλική εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου έβρεχαν τα χέρια τους, ψιθυρίζοντας ένα Άβε Μαρία.
Άλλες φορές πηγαίναμε στην Pensacola, Tampa, Panama City, Florida, Gulfport Mississippi, και Mobile Alabama, το βαπόρι ήταν γενικού φορτίου παίρναμε κι αφήναμε σε κάθε λιμάνι, όλα στον κόλπο του Μεξικού. Πιάναμε στο Progresso Yucatan, φορτώναμε ανανάδες κονσέρβα, μετά Veracruz, Tampico, Μεξικό και τανάπαλιν.
Η Γουαδαλούπε από τη Μέριδα Γιουκατάν ήρθε με την οικογένειά της για επίσκεψη, πρώτη φορά έβλεπαν βαπόρι, ανέλαβα ξεναγός, την πήγα στη γέφυρα, από εδώ κι από εκεί, τελικά μου έμεινε το χαρτί με όνομα και διεύθυνση.

Στο λιμάνι της Βερακρούς υπήρχε κατάστημα που πουλούσε γυναίκες, πήγαινες και διάλεγες… την έπαιρνες, έφευγες κι όπου σε βγάλει η άκρη.
Όχι δεν ήταν μπαρ, η κλαμπ αλλά έμοιαζε με μοδιστράδικο.
Ένα από τα μυστήρια που κυνηγάνε τους ναυτικούς σε κάθε λιμάνι είναι να μαθαίνουν πρώτοι τον υπόκοσμο κι αν τους μείνει καιρός βγαίνουν στην επιφάνεια στην κοινωνία. Ήταν πολύ δύσκολο εσύ ως περαστικός ναυτικός να εισχωρήσεις σε μια τάξη ανθρώπων αυτών που λογίζεται ότι κρατούσαν την ηθική, ή ας πούμε την κοινωνική ζωή του τόπου.
Ήρθε ο πράκτορας στο βαπόρι στο λιμάνι του Ταμπίκο και είπε: Μια και είστε έλληνες έχουμε έναν έλληνα ναυτικό τον άφησε το βαπόρι του ασθενή και πέθανε αν θέλετε μπορείτε να έρθετε να τον δείτε πριν τον πάμε στο νεκροταφείο. Θυμάμαι πήγα εγώ με δυο άλλους στο γραφείο τελετών πριν τον θάψουν. Δεν τον ξέραμε τον άνθρωπο, πήραμε το όνομά του και διεύθυνση στην Ελλάδα βγάλαμε φωτογραφίες και τις στείλαμε στους δικούς του.
Κάθε μέρα που περνούσε και μια περιπέτεια και το κυριότερο ήταν ότι δεν μπορούσες να προγραμματίσεις τίποτα, αισθανόσουν ότι ήσουν ένα μέρος του κόσμου των λιμανιών, της ζωής και της λαχτάρας των εφήμερων γυναικών, μα κι εύκολη λεία για τους στεριανούς, αυτούς που σου προσέφεραν ότι σου γυάλιζε.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Ευχαριστίες



Ημέρα Ευχαριστιών
Όλοι οι άνθρωποι κάποτε δίνουν ευχαριστίες και δοξασίες σε όποια δύναμη αυτοί οι ίδιοι πιστεύουν, ακόμα και σε συνανθρώπους τους.

Έτσι κι εδώ στην πατρίδα όπου ζούμε έχουν καθιερώσει μια ειδική ημέρα την τελευταία Πέμπτη Νοεμβρίου παίρνοντας παράδειγμα από τους πρωτοπόρους μετανάστες της Νέας Αγγλίας που η θεία πρόνοια φρόντισε να τους προμηθεύσει έτοιμους να θυσιαστούν διάνους - γαλοπούλες, για να χορτάσουν την πείνα τους.
Είναι μια μη θρησκευτική εορτή, όπου μαζευόμαστε όλοι μαζί σε μια ζεστή οικογενειακή θαλπωρή να γευματίσουμε τον θυσιασμένο διάνο, γάλο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Απλές Σκέψεις

Ανεβασμένος σε ένα σεληνιακό τοπίο εκεί όπου είχα σταθεί προσπαθώντας να σταματήσω τη φθορά του χρόνου κοίταξα κάτω τη γη και είδα στο βάθος τη θάλασσα, το νότιο άκρον της Ιθάκης, κάτω με το πράσινο η Πύλαρος Κεφαλληνίας με το λιμανάκι της Αγίας Ευφημίας… μπροστά μου ήταν το κυκλικό ερημικό τοπίο, πίστεψα ότι ήμουν στο φεγγάρι, μόνο που το τοπίο ήταν συνδεδεμένο με τον τόπο μου ο οποίος στροβιλιζόταν πάνω στον άξονα της γης, άκουγα τον θόρυβό του καθώς γύριζε έτσι μου έμεινε η ψευδαίσθηση ότι κάποτε πήγα στο φεγγάρι, αλλά ήμουνα ακίνητος στον τόπο μου.
Ο ανατολικός ποταμός ρέει παραπλεύρως, από εκεί που μένω. Δυο τεράστιες κρεμαστές γέφυρες είναι στην γειτονιά μου ενώνουν το Μπρονξ με το Κουήνς, εκεί όπου βρίσκονται τα δυο αεροδρόμια της Νέας Υόρκης, μα και η ελληνική γειτονιά της Αστόριας.
Ανάμεσα στις δυο γέφυρες υπάρχει συνορεύοντας με την ακροθαλασσιά μια τεράστια επίπεδη επιφάνεια όπου τις άκρες, τις ποτίζουν του ποταμού τα υφάλμυρα δάκρυα, εκεί υπάρχει ένα κοιμητήριο καθολικών του αγίου Ραϋμούνδου με όμορφους διαδρόμους γεμάτους δένδρα και πικροδάφνες. Μπορείς να κάνεις τον περίπατό σου αισθανόμενος μια αιωνία ειρήνη.
Όταν πρωτοήρθα εδώ και πολλά χρόνια μια 31 Οκτωβρίου μια μέρα γεμάτη συννεφιά άκουσα έναν θόρυβο μου φάνηκε ότι έτρεμε όλο το σπίτι, έτρεξα έξω ένα αεροπλάνο πετούσε χαμηλά η σκιά του φάνηκε μέσα απ τα σύννεφα, νόμιζες ότι ήταν ο χάρος, ότι θα έπεφτε πάνω στο σπίτι. Σάστισα, κανείς δεν μου είχε πει για αεροπλάνα.
Καθώς βραδιάζει λες και έχουν βάλει στοίχημα τα αεροπλάνα περνούν το ένα μετά το άλλο, πετούν χαμηλά αν κοιτάξεις ψηλά μπορείς να διακρίνεις την εταιρία που ανήκουν, περνούν μόνο αναλόγως από πού φυσά ο άνεμος συνήθως όταν είναι κακοκαιρία. Όταν ο καιρός είναι συννεφιασμένος, ή όταν έχει ομίχλη κάνουν έναν θόρυβο παράξενο που σου φέρνει ανατριχίλα λες και έχει θυμώσει ο Αίολος που του κατακτούν το αερικό βασίλειό του.
Μετά από μερικές ώρες σταματά ο θόρυβος συνήθως πριν από τα μεσάνυχτα, από πάνω από αυτήν τη γειτονιά του Μπρονξ υπάρχει αεροδιάδρομος προσγείωσης στο αεροδρόμιο La Guardia της Νέας Υόρκης. Οι κάτοικοι εδώ γύρω έχουν συνηθίσει, είναι σαν τους νανουρίζει ο θόρυβος της γης που κάνει γυρίζοντας πάνω στον άξονά της καθώς περιμένουν να φανεί η επόμενη χαραυγή το φως του ήλιου, η ελπίδα, η ίδια η συνέχιση της ζωής. Μια συνέχιση όπου θ’ έρθει η άνοιξη, θα ανθίσουν τα λουλούδια, θα μας λούσει με φως ο πατέρας ήλιος
Ο άξονας της γης έχει νικήσει τη φθορά του χρόνου, τουλάχιστον στα μάτια εμάς των θνητών, που η διάρκεια της ζωής μας είναι σαν ένας κόκκος άμμου, που τον φιλούν τα κύματα, τον χαϊδεύει η θάλασσα, τον παίρνει ο άνεμος, που χτίζουν κάστρα, που τον λατρεύουν οι Βεδουίνοι, που τον νικά η όαση, που ενώνεται με τσιμέντο και κατασκευάζουν ουρανοξύστες, κόκκος που όμως φθείρει και κονιορτοποιεί ο χρόνος, εδώ πάνω στην γη μας.
Κάτι που η ανθρώπινη επιστήμη, ο ανθρώπινος νους προσπαθεί να ανατρέψει την φθορά, σκεπτόμενος με τετράγωνη λογική με το να προσθέτει ή να αφαιρεί ουσίες και φάρμακα για την επιμήκυνση της παρουσίας της ζωής μας, που αλληγορικά την παρομοιάζω με κόκκο άμμου.
Αλλά στη γη μας υπάρχει αρχή και τέλος για όλα, τίποτα δεν είναι αιώνιο. Από πάνω μας είναι το άγνωστων σύμπαν κι από κάτω μας το άγνωστων σκοτάδι, στην μέση είμαστε εμείς σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη αέρα γεννιόμαστε αναπνέομαι, αγαπάμε, μισούμε γελάμε και κλαίμε κατασκευάζουμε πιστεύω και υπάρχουμε κολλημένοι στον φλοιό της γης, ιδιόμορφες δισεκατομμύρια ψυχές, σαν τους κόκκους άμμου, αλλά τον άμμο τον παρήγαγε η τριβή της θάλασσας με τις πέτρες, ενώ εμάς;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ

Κάθε που το βαπόρι πήγαινε στο λιμάνι της Ονδούρας, μας περίμενε ο Σπύρος ο Κεφαλλονίτης . Καλό παιδί δούλευε σε εμπορικό κατάστημα Τούρκων έτσι τους έλεγαν, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν τούρκοι αλλά Λιβανέζοι. Μαραγκός στα βαπόρια ο Σπύρος είχε ξεμπαρκάρει σε τούτο το σημείο της γης. Τα βράδια που έβγαινα έξω κάναμε παρέα, οι κοπέλες τον πείραζαν χαριεντιζόταν μαζί του. Βρε του λέω, πως τα περνάς εδώ; Δεν έχεις ζευγαρωθεί με καμιά γυναίκα; Όχι μου λέει είμαι μόνος, θέλω την ησυχία μου, μετά όταν μπλέξεις δεν ξεμπλέκεις, υπάρχουν τόσες και τόσες, η κάθε μια με τα δικά της μπλεξίματα. Μετά είναι και οι οικογένειες τους συζείς με κάποιαν μαζεύονται ουρά οι υπόλοιποι. Έτσι φίλε έχω μείνει μόνος, τον πήραμε στο βαπόρι πλήρωμα. Ένας σοφός, άνθρωπος, κατά τη γνώμη μου ένας που ήξερε πολλά στη ζωή.
Είμαστε κι εμείς στα ποντοπόρα φορτηγά βαπόρια όλοι νεαροί, γυναίκα ήταν η συζήτηση απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κι απ’ το βράδυ μέχρι να ξημερώσει. Καμιά φορά σκέφτομαι την τεχνητή ζωή που περνάγαμε, τίποτα να στενοχωρηθείς, φαγητό και ύπνος υπήρχαν, ο μισθός αν και πενιχρός έτρεχε, αφορολόγητα τσιγάρα υπήρχαν, σαπούνι και σεντόνια υπήρχαν. Στα λιμάνια ξεχυνόμαστε σαν ταύροι.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια, πολλά χρόνια, σε μια απομίμηση ζωής, σε μια παγκοσμιότητα που δεν ήταν η πατρίδα σου, που δεν σου παρείχε τίποτα κι όχι μόνο αλλά σου στερούσε και την ευκαιρία να μορφωθείς αφού δεν στεκόσουν παραπάνω από μια βδομάδα μέχρι ένα μήνα, σε κάθε λιμάνι, σε κάθε κράτος, σε κάθε λαό. Πολλές οι εμπειρίες, πολλές οι μέρες εν πλω με ουρανό και θάλασσα μ’ ένα σκαφίδι τόσο δα μικρό, μια φορά κάναμε από Νέα Ορλεάνη στο Μπανγκλαντές από τον γύρω του ακρωτηρίου της καλής ελπίδας 120 μερόνυχτα πέλαγος, αλλόκοτες, παράξενες, περιπέτειες, ξενικές, θαλασσοβρεγμένες ή όχι. Ένα έμεινε όταν πλέον έφυγες απ’ αυτή την θαλασσινή ζωή θα έπρεπε να γνωρίσεις από την αρχή την κοινωνία τον κόσμο, μα και την βιοπάλη. Τις ανθρώπινες καλές σχέσεις, την πλατωνική αγάπη, να κατανικήσεις το κοκκίνισμα του προσώπου όταν σου μιλούσε κορίτσι, τεράστια η διαφορά, θα υπήρξε μια πρώτη φορά για όλα να τα μάθεις μεγάλος αυτά που οι άλλοι τα έμαθαν σε παιδική ηλικία. Έτσι μετά από χρόνια ξαναγεννήθηκες στη ζωή της στεριάς, ανήξερος σα να ερχόσουν από τον εξωγήινο κόσμο. Θαύμαζες αυτούς που οδηγούσαν, το όνειρό σου να πιάσεις κι εσύ κάποτε τιμόνι. Είναι τόσο απλό.

Γιατί τα γράφω αυτά, μα για να κάνω έναν αντιπερισπασμό που με πνίγει για τον αφύσικο τεχνητό τρόπο ζωής, αυτής που ανήλικος απότομα βρέθηκες στις Βραζιλιάνικες νύχτες του Ρίου για σαράντα μερόνυχτα χωμένος στην αγοροπωλησία της γυναικείας σάρκας, μέρος όπου η φαντασία γινόταν πραγματικότητα, όπου σου στερούσε το χάρισμα του ονείρου, το καρδιοχτύπι της αγάπης, την αμφιβολία αν με θέλει, κι όλα αυτά μέσα σε ένα νωθρό στην ταχύτητα φορτωμένο κάρβουνο βαπόρι να σε περιμένει, κι έζησες τις χίλιες και μία νύχτα, κονσερβοποιημένες σε 40 νύχτες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Μια Διαφορετική Νέα Υόρκη


Ήταν μια σκάλα ξύλινη παλιά, κάθε σκαλοπάτι έτριζε καθώς ανέβαινες προς τον δεύτερο όροφο. Με το που άνοιγες την πόρτα μια μπόχα από τσιγάρο σου έπαιρνε την αναπνοή. Υπήρχαν δυο τραπέζια τα έλεγαν γραφεία ένα δυο τρία τηλέφωνα στο κάθε ένα. Γύρω, γύρω καρέκλες, φορμάριζαν κύκλους λες και συνωμοτούσαν οι καθήμενοι. Σε κάθε κουδούνισμα τηλεφώνου έπαυαν οι ομιλίες, μια νεκρική σιωπή διαδεχόταν τα πάντα και τα βλέμματα συγκεντρωνόταν στο τραπέζι, ο τηλεφωνητής μας κοίταζε όλους μας, ταλαντευόταν μετά φώναζε ένα όνομα, του έδινε ένα χαρτί στο χέρι με διεύθυνση για το που να πάει για δουλειά, αν είχε λεφτά πλήρωνε αμέσως αν όχι θα τα κρατούσε το αφεντικό απ’ τον μισθό του, αν η εργασία ήταν μόνο για μια μέρα $ 5 αν ήταν κανονική ένα βδομαδιάτικο, Ήταν ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας στους 40 δρόμους και 8η Λεωφόρο. Ο ιδιοκτήτης Έλληνας ο Γιώργος στο άλλο τραπέζι γραφείο καθόταν ο Σοφοκλής.
Άνοιξα και μπήκα, πήγα κοντά στο τραπέζι ο καθήμενος έγραψε τ’ όνομά μου, μετά με ρώτησε τη δουλειά ξέρεις, τι ψάχνεις να βρεις; Με κοίταξε από την κορφή μέχρι τα νύχια, συνήθως η απάντηση ήταν για την ώρα δεν υπάρχει τίποτε αλλά μην απελπίζεσαι κάθισε και περίμενε, ίσως κάποιος να τηλεφωνήσει. Ήταν μια ανεργία του διαβόλου. Καινούργιος στην Νέα Υόρκη είχα χάσει τη δουλειά μου όπως και πολλοί ακόμα. Έπρεπε όμως να βρεθεί μεροκάματο τα έξοδα έτρεχαν
Η ελπίδα ερχόταν με το κουδούνισμα του τηλεφώνου, ως επί το πλείστων οι περισσότεροι έλληνες μετανάστες του καιρού εκείνου εργαζόταν στα εστιατόρια, ήταν μια εργασία που δεν χρειαζόσουν μόρφωση, σκληρή αλλά πλήρωναν καλά, έστω κι αν ήταν δεκάωρη, ποιος κοίταζε τέτοια;
Η αίθουσα γεμάτη Έλληνες μετανάστες, αυτοί της δεκαετίας του 70.
- είχε αρχίσει να σουρουπώνει ήταν Κυριακή αφού σκούπισε τα χέρια του με την λερή ποδιά του, μέτρησε τις εισπράξεις της ημέρας, μέτρησε μερικά με φώναξε άκου εδώ, δεν μου κάνεις; πάρε το βδομαδιάτικό σου και φύγε, φώναξε τον πιατά έναν ισπανόφωνο να κλειδώσει πίσω μου την πόρτα… ένιωσα σαν παρείσακτος.

-τηλεφώνησα την περιπέτεια αυτή σε γνωστό μην στενοχωριέσαι έλα την ερχόμενη εβδομάδα να εργαστείς στο δικό μου εστιατόριο. Ησύχασα, αποβραδίς μου τηλεφωνεί: ξέρεις μην έρθεις για δουλειά, σκέφθηκα ότι θα είναι πολύ βαριά για εσένα.
Η ιδιοκτήτρια εστιατορίου μια όμορφη Ρωσίδα, η μόνη που έδειξε κάποια συμπόνια με φώναξε ιδιαιτέρως. Παιδί μου ξέρω πως αισθάνεσαι πρωτάρης, να πάρε τον μισθό σου και πήγαινε στην ευχή του Θεού, με σύστησε μάλιστα και σε έλληνες της περιοχής να με βοηθήσουν.

Έφυγα, έφυγα, τσακισμένος, όχι δεν το έβαλα κάτω, άρα ποιος να φταίει; Έβλεπα τα αυτοκίνητα, αυτές τις λιμουζίνες που περνούσαν δίπλα μου, οι οδηγοί με στολή, στην φαντασία μου έμοιαζαν στρατηγοί.
Βρήκα φίλο από την Σεβίλλη Ισπανίας είμαστε στα καράβια μαζί, με σύστησε σε ισπανικό εστιατόριο, από την Ανδαλουσία είχε και ορχήστρα μουσική φλαμέγκο, ήταν η πρώτη μου φορά που ένιωσα καλοδεχούμενος, μετά από αυτό η ζωή κύλησε κορδόνι, έγινα στο σώμα νεοϋορκέζος, απόκτησα αυτοκίνητο, τα καλοκαίρια πήγαινα-ω στην Ελλάδα.

-το αφεντικό ένας Ελληνο-αμερικανός άνοιξε την πόρτα του παρκαρισμένου αυτοκινήτου ένα τζιπ Cherokee και το γέμισε με παράνομους εργάτες αυτοί που δούλευαν δίπλα μου στο μαγαζί του για να τους κρύψει, με φώναξε παρουσιάσου μπροστά. Μια κυρία σ’ ένα τραπεζάκι ήταν από το υπουργείο εργασίας.
Πόσα χρήματα σε πληρώνει την ώρα; Τόσα.
Πληρώνεις το φαγητό σου; Όχι
Τα άσπρα ρούχα που φοράς τα πληρώνεις; Όχι
Τα σημείωσε, εντάξει γύρισε στη δουλειά σου.

ΣΗΜΕΡΑ τους βλέπεις σε κάθε γωνιά του δρόμου και σε κοιτάν στα μάτια, είναι παράνομοι μετανάστες, τους βλέπεις απ’ έξω απ’ τα καταστήματα ειδικώς αυτών που πουλούν οικοδομικά υλικά, σε κοιτούν στα χέρια να δουν τι κρατάς και σου ψιθυρίζουν θέλεις βοήθεια; θέλεις εργάτη; Πας σε εστιατόριο Diner έχουν και ελληνικό μενού, Μεξικανός ή άλλος Λατινοαμερικάνος ο μάγειρας, ο σερβιτόρος, ο πιατάς. Στα προάστια στις άκρες των δρόμων κάνουν πηγαδάκια, κάθε που σταματήσει αυτοκίνητο τρέχουν, μερικοί τους βρίζουν, άλλοι τους κάνουν παζάρια, είναι αυτοί που μαζεύουν τα φύλλα, που κόβουν το χορτάρι, που ξεχιονίζουν την αυλή σου, που βάφουν τους τοίχους, που τραβάνε τα καροτσάκια στις υπεραγορές, είναι οι καθαρίστριες σπιτιών, σε αυτούς βασίζεται η αμερικανική υποδομή τουλάχιστον εδώ στη Νέα Υόρκη, και είναι πολλοί λένε 12 εκατομμύρια σε όλες τις ΗΠΑ. Είναι οι αόρατοι, αυτοί που υπάρχουν, μα δεν υπάρχουν σε στατιστικές, οι ανειδίκευτοι, είναι αυτοί που κάποτε ήμασταν μερικοί από εμάς στα
παπούτσια τους.
Σήμερα με βλέπουν και τους βλέπω, περνώ με τις τέσσερες ρόδες μου πλάι τους, όχι δεν είναι λιμουζίνα αλλά μια ανάγκη, ένα φτωχό Τογιότα, στα μάτια τους όμως ίσως να μοιάζει λιμουζίνα.
Ο χρόνος έφερε τη φθορά για εμάς,
Όμως οι καταστάσεις δεν άλλαξαν!!!!!!!!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Η Σύνδεση

Φιλονικούσαν δυο σχολιαστές πάνω σε ξένη ιστοσελίδα, ξάφνου πετιέται ένας τρίτος και τους γράφει, ρε σεις δεν πάτε να ανοίξετε δικό σας μπλογκ έτσι θα διαβάζεται μόνοι σας τα δικά σας γραπτά και θα χαιρόσαστε θα ικανοποιείτε το εγώ σας, αντί να μας γεμίζεται με ανοησίες;
Ομολογώ εντυπωσιάστηκα, η αλήθεια είναι ότι το μπλογκ σου δίνει την ελευθερία να εκφραστείς, όπως εσύ νομίζεις καλύτερα.

Η πρωτοτυπία του θέματος παίζει πρωταρχικό ρόλο, κάτι που να μην είναι κοινό, έτσι λοιπόν ψάχνω στο μυαλό μου να γράψω κάτι το ασυνήθιστο.
Βάζω μπροστά τη μηχανή των αναμνήσεων, είναι λίγο σκουριασμένη αλλά υπάρχει μια διαφορά, η μηχανή αυτή είναι δική μου, δηλαδή μέσα σε αυτή ενηλικιώθηκα, οπότε μου ανήκουν όλα τα Copyright.

Μια πλατεία με φοίνικες και παγκάκια, μπροστά από μια μεγάλη εκκλησία, εκεί είχαμε βγει παρέα με το φίλο μου, τον Jose Dueña. Είμαστε ναυτικοί πλήρωμα από το ίδιο βαπόρι κάναμε βόλτες στην πλατεία Cienfuegos Cuba. Ξάφνου παρουσιάστηκε μια πιτσιρίκα, χαιρέτισε, ο Χοσέ μου λέει κάνε της παρέα αν θέλεις εγώ πάω σπίτι μου. Ήταν από εκείνα τα μέρη. Με τα στάνταρ της Κούβας τίποτα το παράξενο, κάναμε βόλτες, πήγαμε για ένα ποτό, για καφέ, μετά μου έσκασε το παραμύθι.
Ξέρεις μου λέει θα περάσουμε τη νύχτα μαζί αλλά έχω ένα πρόβλημα, ζω με την μάνα μου, αυτή με περιμένει να γυρίσω, με ψώνια, λοιπόν δώσε μου10 δολάρια να της τα δώσω ώστε να πάει μόνη της στην αγορά και περίμενέ με να γυρίσω θα περάσουμε τη νύχτα αγκαλιά. Κοίταξα την εκκλησία απέναντί μας, κοίταξα και τα αγάλματα, σαν καλός χριστιανός την πίστεψα! Ένα ακόμη μάθημα, το ρήμα περιμένω έμεινε μια κουκίδα, που σα διάττοντας αστέρας χάθηκε στο άπειρο της ζωής.

Ένα μικρό λιμανάκι στην Κούβα Isabela de Sagua, ναυτικοί εμείς ψάχναμε για διασκέδαση, κάποιος μας είπε έχει χορό ο δήμος, γιατί δεν πάτε κι εσείς, όλοι οι Κουβανοί φορώντας γουαγιαβέρας καθισμένοι στην βεράντα στις καρέκλες τους αυτές που δεν έχουν πόδια αλλά δυο καμπύλες και κουνιόταν σα να νανουρίζουν μωρά, μέσα στην αίθουσα ορχήστρα και χορός. Στα σκαλοπάτια της βεράντας μας σταμάτησαν, όχι μας είπαν απαγορεύονται οι ναυτικοί. Θυμώσαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε στο εσωτερικό της Κούβας μια πόλη Sagua La Ggrande, εδώ κάπως άλλαζε ο κόσμος, όχι δεν υπήρχε διασκέδαση έπρεπε να το πάρουμε απόφαση θα γυρίζαμε στο βαπόρι, όπως φύγαμε, εν τέλει κάτι βρέθηκε, εκεί στη σκοτεινιά, στη λάσπη ασυνήθιστοι οι ντόπιοι από ναυτικούς έχασα τα λεφτά από την τσέπη μου.

Νέα Υόρκη, ξέμπαρκοι ναυτικοί, γυρίζαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, δεν ήταν εύκολο να σου ανοίξουν τις πόρτες τους οι εδώ ομογενείς. Κάτω στην 8η λεωφόρο τα καμπαρέ το Βρετάνια το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί Κήποι, κάθε γωνία και μπαρ, αλητεύαμε, πηγαίνοντας να ακούσουμε το «Ο χάρος την πόρτα μου χτυπά χτύπα κι εσύ καμπάνα…» και να δούμε χορεύτριες του χορού της κοιλιάς αυτές που τους έβαζες τα δολάρια στη ζώνη.
Μέχρι που να βρούμε κάποιον να μας συστήσει στο σύστημα δηλαδή το πώς να βρεις φιλενάδα, να μην μας φοβάται, δηλαδή να μας παρουσιάσει σαν τίμιους, νοήμονες ναυτικούς εδώ στη Νέα Υόρκη πέρναγε ο καιρός και θα έπρεπε να φύγουμε, αν όμως γνωρίζαμε την πρώτη οι άλλες ερχόταν αλυσίδα…

Τώρα πολλές φορές περπατώ τα βράδια στα μοναχικά δρομάκια της γειτονιάς μου, εδώ στο Μπρονξ, αναπνέω ελεύθερα, σαν αναλαμπές έρχονται στο μυαλό μου οι παλιές μου περιπέτειες, ξαναβρίσκω την σύνδεση του τότε με το σήμερα, πάνω στον ίδιον τον εαυτόν μου. Είναι αυτές όπου με έπλασαν, θυμώνω με την σημερινή κατάσταση μου, μου φαίνεται ότι έχω χάσει κομμάτι του εαυτού μου, αισθάνομαι αδύναμος να γυρίσω πίσω, απίστευτο κι όμως είναι αυτή η αδυναμία μου που με ηρεμεί, την χρησιμοποιώ σαν γέφυρα που ενώνει το χθες με το σήμερα, το τότε με το τώρα, έτσι εξακολουθώ να απολαμβάνω τη ζωή, σε μια ουτοπία ότι τίποτα δεν άλλαξε!

Γαβριήλ
Παναγιωσούλης







Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Αυτό που δεν Χάνεται...




Παππούς, Γιαγιά, Εγγόνια

Η Νέα Υόρκη είναι ένα χωνευτήρι, όπου όμως σου επιτρέπει να κρατάς τα δικά σου πατροπαράδοτα έθιμα, Θρησκεία γλώσσα εορτές και επετείους.
Εμείς οι μετανάστες, ή ας πούμε οι διαμένοντες από χρόνια στο εξωτερικό κατορθώσαμε να επιβιώσουμε και να μεταφέρουμε τις παραδόσεις μας, τη γλώσσα μας, όχι μόνο στα παιδιά μας αλλά και στα εγγόνια μας άλλο τόσο και η ελληνικότητα, η ελληνική παιδεία, τα ελληνικά γράμματα, δεν θα χαθούν αλλά θα επιβιώνουν έστω κι αν τα ελληνικά τους όταν μιλούν έχουν μια κάποια προφορά.
Μια εγγονούλα μου η Κλεοπάτρα βάφτισε ένα κοριτσάκι χθες Κυριακή στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, στο Μπρονξ όπου κατοικούμε από όπου και οι φωτογραφίες….
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Η Πρώτη Φορά!

Σε ένα πέτρινο δάσος, εκεί που ανθίζουν τα τριαντάφυλλα, οι μαργαρίτες, τα βελούδα, ανάμεσα στις ντάλιες, τους βασιλικούς, τις ανθισμένες μυγδαλιές, τις παπαρούνες, μέσα στ’ αγριολούλουδα μιας εποχής γεννήθηκε η πρώτη αναπνοή, το πρώτο φως, τα πρώτα βήματα, η στοργή και η μητρική αγάπη, η οικογενειακή θαλπωρή, εκεί γεννήθηκε ο ήλιος, γεννήθηκαν το φεγγάρι και τ’ άστρα, η νύχτα και η μέρα, γεννήθηκαν τα βουνά, η θάλασσα, οι πρώτες συλλαβές, οι πρώτες λέξεις οι πρώτες κουβέντες, οι πρώτες φοβίες, τα πρώτα πιστεύω. Το υπάρχω του Θεού και εκκλησίας, ο παπάς και η λειτουργίες, οι αμαρτίες και οι σαρακοστές. Γεννήθηκε το σχολείο, η γλώσσα και η πατρίδα, γεννήθηκαν τα βουνά και οι ορίζοντες, τα σημάδια στον ορίζοντα με τα συννεφάκια να αιωρούνται στο άπειρον ώστε να προβλέπουμε τον καιρό της επομένης μέρας. Γεννήθηκαν τα γιατροσόφια για τις διάφορες ανημποριές, οι γεύσεις και η νοστιμιά των φαγητών, γεννήθηκαν τόσα πολλά και όλα για πρώτη φορά, το μόνο που δεν πρόλαβε να γεννηθεί ήταν η αγάπη, ο έρωτας.
Αυτά τ' άφησαν στη μητέρα θάλασσα να τα διδάξει, λες και είχε την πείρα της θεάς Αφροδίτης, αν ποτέ! Η Θεά όμως ήταν κρυμμένη στης Κύπρου τις ακρογιαλιές .

Η θάλασσα μας έφερε επαφή σε κόσμους φανταστικούς, κόσμους ελκυστικούς, σε κόσμους που τα πρωτεία τα κατείχε η ύλη και σάρκα, που έψαχναν για κατανάλωση, όπου το κάθε όνειρό σου η κάθε σου λαχτάρα ικανοποιούταν. Κόσμους πολυτελείας, προσφοράς της νιότης, η γυναίκα κούκλα ντυμένη σε πολύχρωμα οργαντί στην πρώτη γραμμή, σε κάθε κλίμα, σε κάθε κράτος από Ρίο μέχρι Αβάνα κι ακόμα πάρα πέρα. Κόσμους ψεύτικους απατηλούς που αγκάλιαζαν τα χρόνια της νιότης, μέσα σε γυάλινες σφαίρες όπου χόρευαν για σένα νεράιδες. Οι κούκλες πολλές, η μια έπαιρνε τη θέση της άλλης, η κάθε μια με διαφορετικό γούστο. Έμενες με μια καρδιά παγωμένη ελεύθερη, χωρίς σκοτούρες. Κι όλα αυτά τα χρόνια ριγμένα σε μια γυάλα σαν αυτή που διάβαζε την τύχη σου η Αλγερινή χαρτορίχτα στη Χάβρη της Γαλλίας, βαμμένη όμως απ’ έξω με λάσπη, απ αυτήν που έχουν τα λιμάνια. Μια αχτίνα ήλιου έπεσε πάνω και φάνηκες εσύ με φόντο την αρμυρή θάλασσα, εκεί στο βάθος να κατοπτρίζεσαι αμφίβολος πιο δρόμο να τραβήξεις… Η Αφροδίτη είχε χαθεί.

Ο φίλος μου, Μιχάλης ο Θεσσαλονικιός δάκρυσε καθώς με αποχαιρετούσε, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο για σένα, τουλάχιστον πάρε τούτο το δαχτυλίδι να με θυμάσαι, ένα χρυσό με μια γαλάζια στρογγυλή πέτρα. Και γυρίζοντάς μου τις πλάτες έτρεξε προς την πύλη του λιμανιού, ακούστηκε μια μακρόσυρτη βραχνή σφυριξά σαν ρόγχος ετοιμοθάνατου, σημείο ότι το βαπόρι ήταν έτοιμο για αναχώρηση. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα κι έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια. Η θάλασσα τον πήρε, πήρε τους φίλους μου, τις γνωριμίες μου κι άφησε εμένα σαν καραβοφάναρο, ελεύθερο να μάθω, τον κόσμο, τη ζωή, ότι δεν είχα προλάβει να γνωρίσω, τούτη τη φορά με τη βοήθεια της Αφροδίτης. Η σκηνή σε ένα τροπικό λιμάνι της Καραϊβικής.
Η καταπράσινη βλάστηση μας έκρυβε από τα μάτια του κόσμου, εκεί για πρώτη φορά άρχισε μια νέα ζωή, σα να ξαναγεννήθηκα, σε άλλο κλίμα, σε άλλον Θεό, άλλο πιστεύω.
Μαζί βουτούσαμε στο ποτάμι για μπάνιο, την θαύμαζα καθώς έτρεχε στ’ άλογα καβάλα στον κάμπο χωρίς σέλα, τρώγαμε τα φρούτα της γης, ψαρεύαμε στη λίμνη, τρώγαμε ψάρια μαγειρεμένα σε ζουμί καρύδας, κάναμε τη σιέστα μας στην αιώρα ανάμεσα σε πλατύφυλλες μπανανιές, γνώρισα καινούργια φύση καυτερούς ήλιους. Σαν σκοτείνιαζε μαζευόμαστε γύρω από λάμπα πετρελαίου με γυμνό φυτίλι για να διώχνει τα κουνούπια κι ακούγαμε τα παραμύθια και τους θρύλους των ντόπιων ιθαγενών, που μας έφερναν ανατριχίλα στην πλάτη. Περνούσαμε τα βράδια αγκαλιά προστατευμένοι με δίχτυ κάτι σα κουνουπιέρα για να διώχνει τις νυχτερίδες, αυτές που πετούσαν από την παρακείμενη ζούγκλα.
Ήταν μια καινούργια ζωή, το κάθε τι, τα πάντα για πρώτη φορά.
Ο απέραντος κόσμος μας είναι γεμάτος με συμβάντα πρώτης φοράς, από την αρχή του κύκλου ως το τέλος πάντα θα υπάρχει μια πρώτη φορά.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Σημαίες

Η πρωτεύουσα της Λουϊζιάνας Μπατόν Ρουζ είναι χτισμένη στις όχθες του Μισισιπή, 200 μίλια από την εκβολή του. Εκεί λοιπόν αποφάσισα να φύγω απ’ το βαπόρι ένα δεξαμενόπλοιο που μετάφερε μελάσες. Ζητούσα κάτι τι το καινούργιο, κάτι άγνωστο. Έβγαλα εισιτήριο με το λεωφορείο της εταιρίας με το κυνηγόσκυλο για Νέα Υόρκη, ταξίδι 42 ωρών. Φθάνοντας έβαλα τον σάκο μου μέσα στο ειδικό ντουλαπάκι του σταθμού, έκλεισα την πόρτα, για να βγάλω το κλειδί έπρεπε να βάλω χρήματα σε μια ειδική θυρίδα. Έβαλα μερικά κέρματα έστριψα το κλειδί, κλείδωσε το έβαλα στην τσέπη μου και βγήκα στο δρόμο. Η σκηνή στον σταθμό Πενσυλβάνιας τραίνων και λεωφορείων της Νέας Υόρκης, όταν θα είμαι έτοιμος να φύγω θα ξαναπεράσω θα πάρω το σάκο μου. (Δεν πρόσεξα το τι έγραφε στην πόρτα.) Έτσι αξύριστος ταλαιπωρημένος παρουσιάστηκα σε έναν γνωστό μου που είχε δωμάτια. Ο άνθρωπος τρόμαξε, κάτσε να πλυθείς να ξυριστείς...
Το κλειδί με γαργάλαγε συνέχεια στην τσέπη μου, το χάιδευα και σκεφτόμουν ότι όλη την περιουσία μου που είχα ήταν κλειδωμένη, όταν ήμουν έτοιμος να φύγω πήγα να πάρω το σακίδιό μου, είχαν αλλάξει την κλειδαριά, έπρεπε να πάω στην διεύθυνση να πληρώσω για την φύλαξη του σάκου, πλήρωσα, τους πέταξα το κλειδί στα μούτρα κι έφυγα.
Είχα βαρεθεί τις μετακινήσεις, να μην έχω κάτι το σίγουρο, να στεριώσω κάπου. Γύριζα για χρόνια από δωμάτιο σε δωμάτιο, από κράτος σε κράτος από γειτονιά σε γειτονιά, από γυναίκα σε τίποτα, από θάλασσα, σε θάλασσα. Τίποτα το σταθερό, μου έλλειπε ένας σημαδιακός ορίζοντας, όπως στο χωριό μου, ώστε να ξέρω από πού ανατέλλει ο ήλιος.
Κάποτε μετά από χρόνια κατάφερα και έφτασα στη Νέα Υόρκη σαν μόνιμος κάτοικος. Αμέσως έπιασα δουλειά σε εστιατόριο εκεί κοντά όπου βρισκόταν το Νοσοκομείο Πρεσβυτέριαν 168 δρόμους και Μπρόντγουαιi, η αστερόεσσα κυμάτιζε στην οροφή, απέναντι περνούσε ο υπόγειος πριν κατεβώ στα έγκατα της γης καθόμουν και κοίταζα την σημαία αυτή, σκεφτόμουν ότι από εδώ και εμπρός θα ήμουν κάτω από τους νόμους αυτής της σημαίας.

Προσπαθούσα να συγκρίνω τα 16 χρόνια που ήμουν κάτω από τη γαλανόλευκη, τα 4 χρόνια κάτω από την Παναμαϊκή, τα 9 χρόνια κάτω απ της Λιβερίας, τα 8 χρόνια κάτω από της Γουατεμάλας γαλανόλευκη κι αυτή. Ένα σωρό σημαίες κράτη, εθνικότητες, τελικά σταμάτησα να σκέπτομαι, έπρεπε να στρωθώ στη δουλειά, δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκλεισα τους γρίφους της σκέψης, τους έκλεισα σφιχτά για πολλά χρόνια και στρώθηκα στη δουλειά, η οποία απαιτούσε σώμα και νου, η κούραση εκμηδένιζε τη σκέψη, έπρεπε να επιζήσουμε.
Ήταν ένα κλειδί μικρούτσικο τόσο δα, έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματος, στη Νέα Υόρκη. Το απομεσήμερο στην ώρα του φαγητού μου, έφυγα απ τη δουλειά με περίμενε η γυναίκα μου πήγαμε στην τράπεζα για να κανονίσουμε λογαριασμούς. Θα ήταν 2 η ώρα το μεσημέρι, έλειψε μόνο μια ώρα, στο διάστημα αυτό κλέφτες έσπασαν τον κύλινδρο της κλειδαριάς, μας είχαν κλέψει. Είχαμε ακόμη δυο κλειδαριές ασφαλείας στην πόρτα αλλά τις βάζαμε το βράδυ, μου τηλεφώνησε, πήγα σπίτι ήρθε η αστυνομία, κοίταξα το κλειδί έτσι καμπουριασμένο, άχρηστο πια, τι να το κάνω; Το πέταξα απ’ το παράθυρο. Όχι οι αστυνομικοί δεν το ήθελαν για απόδειξη. Κοίταξα γύρω μου αισθάνθηκα μόνος, ήμουν όμως κάτω από τους νόμους της αστερόεσσας, έχασα ότι μπορούσαν να κλέψουν… δεν βρέθηκαν ποτέ.
************************************
Στηριζόταν πάνω σε δυο κρίκους, ένα λουκέτο με ένα θηλυκό κλειδί σίμωνε αυτούς του δυο κρίκους κι έκλεινε την πόρτα. Μέσα του έκλεινε την θαλπωρή, απ’ έξω ο κόσμος. Στην βεράντα έμενε η αιώρα μόνη της κρεμασμένη, λέγανε ότι όταν την νύχτα κουνιόταν μόνη της, φαντάσματα περνούσαν, έτσι την μάζευα πριν κοιμηθώ, λάδωνα το λουκέτο για να μη σκουριάσει, τελικά το άφησα και φύγαμε με το κλειδί μέσα του να κρέμεται έτσι άχρηστο νεκρό. Εδώ βασίλευαν οι νόμοι της μπλε και άσπρης σημαίας της Γουατεμάλας.
************************************
O καιρός της φτώχειας στο χωριό, πήγα να επισκεφτώ το σπίτι της θείας μου στο διπλανό χωριό, ήξερα ότι κάτι θα με φίλευε, πεινούσα τόσο, φθάνοντας από την πίσω πόρτα ήταν κλειδωμένη κι αυτή έλειπε. Η πόρτα έβλεπε στην κουζίνα στην μέση είχε μια τρύπα για να μπαίνουν οι γάτες, για να φοβίζουν τα ποντίκια υπολόγισα να σηκώσω την πόρτα ψηλά να την βγάλω απ τις μπετούγιες, έτσι θα έπεφτε η πόρτα, έλα όμως που η πόρτα άγγιζε το ανώφλι από μέσα και δεν έβγαινε. Δεν είχα κλειδί, έψαξα εκεί γύρω τίποτα, απ τον θόρυβο μια γειτόνισσα, νόμισε ότι ήταν κλέφτες, ήξερε που ήταν η θεια μου, πήγε και την φώναξε. Ήρθαν όλες φοβισμένες περιμένοντας το χειρότερο, έκπληκτες με είδαν, τους εξήγησα, έβγαλε το κλειδί έμοιαζε σαν πιστόλι άνοιξε την πόρτα και μου τηγάνισε ξερή μπομπότα με λάδι!
Εδώ κυμάτιζε περήφανα η γαλανόλευκη.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Προμελετημένη επιθυμία.

Με τέτοια ζέστη κι αυτός ο κύριος έτσι κομψά ντυμένος επέμενε να φορά γραβάτα. Όχι δεν χτύπησε την πόρτα ήρθε μέσα στο σπίτι απρόσκλητος.. άνοιξε μια τσάντα και γέμισε το τραπέζι με πολύχρωμα φυλλάδια. Τα πιτσιρίκια και ήταν πολλά τον περικύκλωσαν.
Η γιαγιά έπλενε στην αυλή τα ρουχαλάκια των μικρών, τα σαπούνιζε και τα άπλωνε πάνω στα χορτάρια των τροπικών να τα δει ο ήλιος, για να ασπρίσουν, μετά τα μάζευε και τα πέρναγε νερό τα κρέμαγε στο σχοινί της αυλής να στεγνώσουν. Άκουσε τον θόρυβο που έκαναν τα πιτσιρίκια, στέγνωσε τα χέρια της στην ποδιά της κι έτρεξε να δει. Ο παππούς με τη λίμα στο χέρι τρόχαγε ένα ματσέτε αυτό που καθαρίζουν της ζούγκλας τα αγριόκλαδα. Στάθηκε όρθιος και παρακολουθούσε χωρίς να μιλά.
Η γιαγιά μπήκε μπροστά, δεν έχουμε λεφτά είπε, ότι και να πουλάς. Μα κυρά μου, να για κοίτα γύρω σου; όλοι μας είμαστε χαρούμενοι, σκέφτηκες ποτέ σου τι θα γίνει όταν έρθει η σειρά σου να πεθάνεις; γιατί κάποτε θα γίνει κι αυτό, κανένας μας δεν είναι αθάνατος. Λοιπόν σας πουλάω ασφάλεια εν περιπτώσει θανάτου, αναλαμβάνουμε τα έξοδα ταφής μόνο με τρία δολάρια το μήνα, είναι τόσο λίγα! Τα παιδιά, η γυναίκα, οι κόρες του γύρισαν και κοίταξαν τον παππού. Φαινόταν αδύνατος. Κανένας δεν μίλησε, η γυναίκα του χωρίς δεύτερη σκέψη είπε δώσε μια ασφάλεια για τον γέρο. Ο παππούς είπε ‘μα γιατί μόνο εμένα;’

Η απόλυτη ησυχία της νύχτας είχε απλώσει τα φτερά της πάνω από την πόλη του λιμανιού, από κάπου μακριά ακουγόταν ο συριγμός των ατμομηχανών του τραίνου αυτών που μετέφεραν βαγόνια με μπανάνες ή καφέδες στην αποβάθρα για να φορτωθούν σε βαπόρια προς εξαγωγή. Που και που ακουγόταν τα βήματα κάποιου μεθυσμένου ναυτικού ο οποίος είχε χαθεί προσπαθώντας να γυρίσει στο βαπόρι. Νυσταγμένες οι κοπέλες της νύχτας άφηναν τα μπαρ για ύπνο.

Ποδοβολητό αλόγων ακούστηκε στον δρόμο, και το τρίξιμο τροχών αμάξης η οποία περνούσε μπροστά από την πόρτα, η αιώρα κρεμασμένη στη βεράντα κουνήθηκε μόνη της, λες και πέρασε αερικό. Η γιαγιά σηκώθηκε κοίταξε από τη χαραμάδα του σκεβρωμένου παραθύρου, ψιθύρισε μέσα της, ‘μα αυτή είναι η άμαξα που μαζεύει ψυχές,’ είπε ένα Άβε Μαρία, όχι δυνατά για να μην ξυπνήσει τα παιδιά, ξάπλωσε πάλι και κοιμήθηκε. Ο παππούς κοιμόταν μόνος του στο διπλανό σπιτάκι, ο ήλιος είχε βγει κι αυτός ακόμα να φανεί. φώναξε της κόρης της να τον ξυπνήσει, ο παππούς δεν κινήθηκε. Τρόμαξαν βγήκαν στο δρόμο φώναξαν ταξί.

Περνούσα από εκεί, με σταμάτησαν μπήκα στο σπίτι. Έβαλα το χέρι κάτω απ τη μέση του, ανάμεσα στο στρώμα και το κορμί του, ήταν ζεστό. Έτρεξα για γιατρό. Ήρθε, έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα χαρτάκι έμοιαζε με επιταγών, έγραψε καρδιακή προσβολή. Ο πεθαμένος ήταν φίλος μου ήταν αυτός που θαύμαζε πάντοτε την απομίμηση του μαυσωλείου του Ταζ Μαχαλ αυτού που ήταν στην είσοδο του νεκροταφείου έργο ενός πλούσιου κατοίκου της πόλης απ την Ινδία για τη γυναίκα του, με τις κεφαλές ελεφάντων να προεξέχουν σε κάθε πλευρά του. Ήταν αυτός που στάθηκε θαυμάζοντας το, όταν με το ταξί μου τον είχα μεταφέρει στο κοιμητήριο την ημέρα των Αγίων Πάντων για να κάνει παρέα της πεθαμένης κόρης του και να φάει το ειδικό φαγητό πάνω από το φτωχό μνήμα της, όπως ήταν η συνήθεια του τόπου.
Ήρθαν οι αντιπρόσωποι της εταιρίας (Η Πρόβλεψη) έφεραν το φέρετρο στο σπίτι, έβαλαν μέσα τον νεκρό, το ακούμπησαν ανάμεσα σε δυο καρέκλες για το ξενύχτι.
Μαζεύτηκαν γειτόνισσες μερικές φέρανε κομποσκοίνια, άλλες φέρανε καντήλια, άναψαν κεριά, καθόταν σε καρέκλες δίπλα απ το φέρετρο μετρούσαν τις χάντρες από το κομποσκοίνι κι έψαλλαν το Άβε Μαρία. Είχαν φέρει και βεντάλιες να διώχνουν τα κουνούπια, ο καπνός από τα κεριά, το σκοτάδι της νύχτας η αποπνικτική ζέστη, τα κλάματα, και στη μέση ο νεκρός μια σκηνή από έργο φαντασίας.
Κόσμος μαζεύτηκε στην αυλή, πίνανε ρούμι, μπύρες, κι έλεγαν παραμύθια, μερικοί είχαν έρθει στο κέφι και σιγοτραγουδούσαν τα πιτσιρίκια έτρεχαν στην αυλή παίζοντας, τα ταξί ερχόταν το ένα μετά το άλλο φέρνοντας γνωστούς, είχε μαθευτεί ο θάνατος, ήταν ένα ακόμη ξενύχτι, κάτι σα μια στιγμιαία γιορτή, ευκαιρία για να πιουν, να φάνε,
Υπήρχε μια πήλινη κατσαρόλα όπου έβραζε καφές μαύρος με ζάχαρη, Ήρθε και η κόρη του, αυτή που για χάρη της είχε αυτοκτονήσει ο νεαρός, αυτός που τραγουδούσε κάτω απ’ το παράθυρό της.


Σαν ξημέρωσε έγινε η κηδεία βάδιζαν πεζοί προς το κοιμητήριο, ο κόσμος ακολουθούσε, ένα μνήμα έχασκε ανοικτό χτισμένο δίπλα από το μαυσωλείο, ήταν η αναγνώριση της ματαιότητας, εκεί έβαλαν τον νεκρό, με τσιμέντο έχτισαν την πόρτα και το έβαψαν πράσινο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Το κλειδί

Κρεμόσουν από μια κλειδαριά σκουριασμένο, σε λυπήθηκα, τέτοια αφοσίωση!

Φτωχό μου κλειδί σου έχουν φύγει και τα δόντια, δεν ανοίγεις ούτε κλείνεις παραδείσους, θυμάσαι τα όνειρα που κάναμε μαζί όταν σ’ έκρυβα κάτω απ’ το κεραμίδι για να μη σε χάσω, τώρα κρέμεσαι σαν πεθαμένο απ’ της πόρτας μου την κλειδαριά, αυτής που άνοιγες στη θαλπωρή της αγάπης της ευτυχίας. Σκούριασες να με περιμένεις, η κλειδαριά γέμισε αράχνες, σάπισε η πόρτα, έφυγε και η θαλπωρή, πέταξε η αγάπη, τα όνειρα σβήστηκαν, γέμισες σκουριασμένες ρυτίδες κι εσύ επιμένεις εκεί πιστό εξακολουθείς να με περιμένεις, μα δεν ξέρεις ότι στην τελευταία μας κατοικία δε βάζουν κλειδί; Δεν σε χρειάζομαι πια, έλα μην κλαις έτσι είναι ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος των πάντων, αυτός σε σκούριασε, κι εσένα κι εμένα
Πέταξε ο χρόνος, έφυγαν τα χρόνια, ήρθαν κι αυτοί οι ‘μάστορες’, αυτοί που κατάλαβαν την ανησυχία της ανθρώπινης ψυχής, φτιάξανε θρησκείες μας τις σερβίρανε, διαλέγεις και παίρνεις σύμφωνα με το ότι σου αρέσει, με ότι εσύ προτιμάς την τάδε ή τη δείνα έτσι για να ικανοποιήσεις ένα εσωτερικό σου κόσμο ο οποίος ψάχνει για αιωνιότητα, αμφιβάλει και φοβάται, διαβάζεις τα βιβλία της κάθε μιας, τις υποσχέσεις τους, ακούς τα κηρύγματα των προφητών τους, οι περισσότεροι σου υπόσχονται μια θέση σε ένα μελλοντικό φανταστικό υπερπέραν, το παράδοξο είναι ότι ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν αυτόν τον κόσμο. Αισθάνεσαι τον χρόνο που τρέχει, ψηλαφίζεις τη φθορά του. Όμως γεννιέσαι ελεύθερος. Όταν γεννιέσαι άλλοι αποφασίζουν για σένα. Μετά πάει έχασες την ελευθερία σου. Μπαίνεις σε ένα λούκι που άλλοι έσκαψαν, η παράδοση και η τιμή της σκέψης, σε κρατούν δεμένο, πληρώνεις για να πεις το τι πιστεύεις, είναι για να ζήσουν αυτοί που διδάσκουν τις θρησκείες, όχι δεν είναι χαρισμένες από μια ουράνιο δύναμη αλλά man made, είναι business, έλα κατάλαβέ το, μην κλαις αγαπημένο μου κλειδί, υπάρχει η αρχή και το τέλος, όλοι προσπαθούμε να μην φτάσει το τέλος ο κάθε ένας μας χωριστά, έλα όμως που η φθορά του χρόνου δεν συγχωρεί, η μητέρα γη ανυπομονεί.
Υπάρχει και η ερώτηση, τότε γιατί γεννηθήκαμε ποιος ο σκοπός μας; Μα και γιατί εφόσον όταν ωριμάσουμε πιο σοφοί γεμάτοι πείρα, να φεύγουμε; Όταν γεννιέται το ανθρώπινο γένος είναι σαν να γεννιέται για πρώτη φορά; Σα να μην ξέρει τίποτα, αθώο; Ξέρεις αγαπημένο μου κλειδί σκέφτομαι και με έχει νικήσει μια η σκέψη, η μητέρα γη κάνει ανακύκλωση των προϊόντων της σύμφωνα με το χρόνο που μας φθείρει, ο οποίος είναι κι αυτός συνέταιρος της, την διατάζει… Εμείς, εσύ κι εγώ είμαστε προϊόντα της μητέρας γης.
Έτσι είναι φτωχό μου κλειδί δεν υπάρχει πια η κλειδαριά σου, μόνο η θύμηση της. Αυτή που μας φύλαγε τη νύχτα απ’ τους κλέφτες, τα κοράκια, και τ’ άγρια τα ζώα, απ’ τους άλλους τους ανθρώπους. Σκούριασες και συ που μας κλείδωνες στη σιγουριά μες το μαύρο το σκοτάδι, αυτό πού -άπλωνε η νύχτα μαζί με τα στοιχειά της, καλικάντζαρους και άλλα.
Έχε γεια!
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ένα παλιό Σαπιοκάραβο.

Ήταν ένα μικρό ποντοπόρο φορτηγό βαπόρι, στην πλώρη του στην δεξιά μεριά υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο τετράγωνο με ράφια κι έναν πάγκο βιδωμένο στο πάτωμα, ήταν το εργαστήρι του μαραγκού, είχε τρία φινιστρίνια που έφερναν το φως της ημέρας χωρίς να τολμώ να τ’ ανοίξω διότι θα έμπαινε το κύμα της θάλασσας. Ήταν γεμάτο κότες μάλλον όλα κοκόρια, που είχαμε φροντίσει να πάρουμε από την ινδική χερσόνησο.
Τα ψυγεία είχαν πάθει ζημιά δεν λειτουργούσαν, τα τρόφιμα λίγα.
Κάθε πρωί τα τάιζα, φορούσα γάντια, έπιανα ένα, ένα, έξη όλα μαζί και τα στραγγάλιζα χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Τα έπιανα απ’ το κεφάλι τα γύριζα δυο-τρεις φορές έτσι στριφτά μέχρι που δεν κουνιόταν πλέον. Τα υπόλοιπα ξαφνιαζόταν, έτρεχαν να κρυφτούν πάνω στα ράφια στις γωνίες σε μια στάση εχθρική, έτοιμα να μου επιτεθούν. Έτσι τα πιο άγρια τ’ άφηνα τελευταία μέχρι να έρθει η σειρά τους. Τα μαδούσα τα έπλενα κι έτοιμα για μαγείρεμα.
Φανταζόμουν τον εαυτόν μου σαν τον Πολύφημο που σκότωνε τους συντρόφους του Οδυσσέα και τους πιο γενναίους τους άφηνε τελευταίους. Τελικά μας είχε μείνει μόνο ένας κόκορας, ο πιο άγριος, καθώς άπλωνα το γαντοφορεμένο χέρι μου, σήκωνε τις τρίχες του κεφαλιού του μισάνοιγε τα φτερά του και έπαιρνε στάση επιθετική. Αισθάνθηκα τη ζωή του να κρέμεται από τα χέρια μου. Ποιος να τον πρωτοφάει; Τελικά του χάρισα τη ζωή.
Ο Ινδικός Ωκεανός είχε βαλθεί να μας βουλιάξει, ήταν η εποχή των μουσώνων. Επί 20 μέρες ταξιδεύαμε σε μια αγριεμένη θάλασσα. Ο ουρανός και η θάλασσα είχαν ενωθεί σε ένα σταχτί-μαύρο χρώμα, που άσπριζε από τους αφρούς που έκαναν τα κύματα όταν λυσσασμένα χτυπούσαν το βαπόρι το κατάστρωμα χανόταν κάτω από την αφρώδη αυτή λύσσα τους. Από μπροστά μας από δίπλα μας από πίσω μας ο αέρας σφύριζε στα ξάρτια σα δαιμονισμένος, το βαπόρι πάλευε αγκομαχούσε, ανέβαινε σε υδάτινο βουνό και κατέβαινε σε χαράδρες, η προπέλα ξενέρωνε γύριζε σαν τρελή στον αέρα, κάνοντας το βαπόρι να τρέμει ολόκληρο. Εκεί πέρα στον ορίζοντα τα σύννεφα φαινόταν απειλητικά, σκέπαζαν τον ήλιο, μερικά από αυτά έμοιαζαν σαν τον Αίολο που φυσούσε, μετά φάνηκε σύννεφα σαν να ήταν η Τρίαινα και μια μορφή σαν τον Ποσειδώνα. Μήπως οι θεοί μας, για να μας βοηθήσουν απαιτούσαν να κάνουμε θυσίες, τότε θα μπορούσα να σφάζω τα κοτόπουλα να χυθεί αίμα! Αλλά χρειαζόμαστε έναν Μάντη, ούτε Κάλχας ούτε Πυθία υπήρχε.
Η κιβωτός μας χόρευε σαν καρυδότσουφλο, ο καθένας μας βουβά σιωπηλά προσευχόταν στο δικό του θεό να μας βοηθήσει να φτάσουμε στη στεριά, να αφήσουμε τον κόκορα να πετάξει να τρέξει να μας δώσει την είδηση ότι υπάρχει ελπίδα, να βρούμε στεριά, να πατήσουμε χώμα ευλογημένο κάτι τι, το στερεό, να κάνουμε τα τάματα στους θεούς μας, να δούμε γυναίκες, που στην φαντασία μας φάνταζαν σαν θεϊκές υπάρξεις, γεμάτες στοργή, ρομαντικές τρυφερές. Να νιώσουμε κι εμείς ότι είμαστε παιδιά της μητέρας γης. Ο κάθε ένας μας έπλαθε μια ιδανική μορφή δικής του γυναίκας, κάτι να λατρεύει, να πιστεύει, να αγαπά, σαν ένα αγγελικό εξωγήινο λουλούδι να τους καταλαβαίνει, κάτι απαλό μεθυστικό, να προσεύχεται στο όνομά της.
Κι όταν στα λιμάνια τις βλέπαμε να περνούν δίπλα μας, εκστατικοί, άφωνοι, ντροπαλοί, άτολμοι, καθόμαστε και τις κοιτάζαμε ώρες ολόκληρες σα να ήταν από άλλον πλανήτη.
Ξάφνου στο βάθος φάνηκαν βουνά, ήταν το νησί Σοκότρα, πλέαμε στην Αραβική θάλασσα, βάλαμε πλώρη προς τα εκεί, τα βουνά έκοψαν τον αέρα, νιώσαμε ένα πιο μεγάλο τράνταγμα, το βαπόρι έπαψε πλέον να πλέει, είχαμε σφηνωθεί σε ύφαλο.
Ο λοστρόμος, από τη Σύμη έτρεξε έφερε το σκαντάγιο να μετρήσει το βάθος της θάλασσας. Ο καπετάνιος από τη Σάμο μέσω του βραζιλιάνου ασυρματιστή με τα μορς ζητούσε οδηγίες απ’ το γραφείο της Νέας Υόρκης, ο ανθυποπλοίαρχος ένας καϊκίσος μάλωνε με τον υποπλοίαρχο για τις μανούβρες που έπρεπε να κάνει το βαπόρι ώστε να ξεκολλήσει από την ξέρα. Ο πρώτος μηχανικός ένας Αργεντινός φώναζε ότι του τελειώνουν τα καύσιμα, πράγματι σε λίγο τελείωσαν έτσι κόπηκε και το ηλεκτρικό ρεύμα, τα τρόφιμα είχαν εξαντληθεί, κι εμείς γυρίζαμε σαν ξόανα στην κουβέρτα, μερικοί είχαν ξαπλώσει στις μπουκαπόρτες των αμπαριών, άλλοι σκυμμένοι στην κουπαστή ρίχνανε καθετές για ψάρεμα.
Μια νέα περιπέτεια άρχιζε
:

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

MECIENDO

To Καράβι της Γουατεμάλας Gran Lempira Meciendo a mis niños
Νανουρίσματα,

Η θάλασσα με τα χιλιάδες κύματά της
Νανουρίζεται, Θεϊκά.
Ακούγοντας τις αγαπημένες θάλασσες
Νανουρίζω το μωρό μου.

Περιπλανώμενος ο αέρας της νύχτας
Νανουρίζει τα στάχυα.
Ακούγοντας τους αγαπημένους ανέμους
Νανουρίζω το μωρό μου.

Θεέ, Πατέρα με τους χιλιάδες κόσμους σου,
νανουρίζονται αθόρυβα.
Αισθάνομαι το χέρι σου στη σκιά,
Νανουρίζοντας το μωρό μου

Ποίημα της Γαβριέλας Μιστράλ,
Μεταφρασμένο από Γαβριήλ

Ιστοσελίδες,
Στην αρχή υπήρχε ο ενθουσιασμός, σαν μικρά παιδιά τρέχαμε όλοι να μάθουμε ν’ ακούσουμε τα νέα του ‘πέρα χωριού’ να βγάλουμε από μέσα μας τον καθρέφτη της ψυχής μας, να πούμε μια καλημέρα βρε αδερφέ σε άλλους συνανθρώπους μας, σκορπισμένους σε κάθε γωνιά της γης, ο κάθε ένας μας όπως μπορεί με ποιήματα, ή με αγάπες, ή με προβληματικές σκέψεις, να ζητήσεις μια γνώμη, ν’ ακούσεις ένα φιλικό καλωσόρισες.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι ένα μας μέρος, της προσωπικότητάς μας είναι συνδεδεμένο με τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, αλλά αυτό το απρόσωπο μηχάνημα που αδημονείς να το ψάξεις, μέχρι που νομίζεις ότι έχει ψυχή. Εκεί φαίνονται οι στενοχώριες μας, οι ανημποριές μας, τα προβλήματά μας, ακόμα και ο ρομαντισμός μας. Σε αυτόν αναζωογονούνται οι αναμνήσεις, φουντώνουν οι ελπίδες, σε αυτόν ζεις μια ζωή όπως θα ήθελες να ήταν, που όμως δεν είναι, και ψάχνεις, ψάχνεις για μια αδελφή ψυχή, σε αντίβαρο αυτής που δεν σε καταλαβαίνει πάνω στη γη, ψάχνεις με την λυχνία της ελπίδας , ότι μια μέρα θα την βρεις, έτσι αόρατος πίσω απ’ την οθόνη γίνεσαι ήρωας, ρομαντικός, αγαπάς, ανοίγεις την καρδιά σου, μέχρι που να καταλάβεις ότι εδώ κάτω στη γη, η δική σου γη, είναι και δική μου, είναι αυτή που οι περαστικοί την ποδοπατούν, είναι αυτή που δεν είναι κανενός μας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Του Dante, Του Ναυτικού:

Με είχε πιάσει η νύχτα, περπατούσα με το κεφάλι σκυφτό, ο δρόμος χωματένιος, άχαρος, γεμάτος σκόνη, η ζέστη μου έπαιρνε την αναπνοή, ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το μέτωπό μου, ανακατευόταν με τη σκόνη κι έφτιαχνε κηλίδες, αυτές που χρωμάτιζαν το πρόσωπό μου, που έμοιαζε σαν αντίσκηνο στρατιωτικής σκηνής. Είχα φύγει από το δρόμο της υπαίθριας αγοράς αυτής που οι ζητιάνοι ήταν στις άκρες του δρόμου και σου άπλωναν τα χέρια τους, γυμνοί σκεπασμένοι με χώμα. Προχωρούσα προς το ποτάμι τον Γάγγη, εκεί ήταν διπλαρωμένο το βαπόρι μας ξεφορτώνοντας ρύζι.
Από πίσω μου με ακολουθούσαν ένα σωρό πιτσιρίκια, πολλά άπλωναν τα χέρια τους με ψηλάφιζαν κι όλα μαζί φώναζαν Μίστερ Μπαξίς.
Για να απαλλαγώ απ τα παιδάκια όσα χέρια γινόταν απαιτητικά τα τσίμπαγα κάτι τσιμπιές στριφτές, έφευγαν αυτά ερχόταν άλλα.
Είχα πλέον απελπιστεί ξάφνου μπροστά μου βρέθηκε ένα πράσινο κτίριο με καθαρή αυλή, κυκλικά σχήματος παράθυρα και πόρτα, προχώρησα προς τα εκεί, ήταν ένα τζαμί.
Τα παιδάκι με ακολούθησαν, μπήκα μέσα, ήταν γεμάτο από άνδρες γονατιστοί ντυμένοι στα άσπρα, ένας από αυτούς σηκώθηκε, κάτι είπε στα παιδάκια που εξαφανίστηκαν. Περνούσε ένα τρίκυκλο ταξί ‘ρίκσο’ ανέβηκα στο ποδήλατο, στο ποτάμι του λέω, επέμεινε να περάσουμε σε ένα μέρος να με κεράσει τσάι, κι άρχισε να μου εξηγεί ότι η πόλη βρισκόταν σε γιορτινή ατμόσφαιρα, μια που ήταν ραμαζάνι. Μετά να μου συστήσει ράφτες να μου ράψουν κουστούμι, ή να με πάει έξω απ την πόλη εκεί στα κρυφά όπου σερβίρουν αλκοόλ, του υποσχέθηκα ότι την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε βόλτα έξω από την πόλη.
Τέλος τον κατάφερα με πήγε στο ποτάμι, στο βαπόρι οι εργάτες σαν μυρμήγκια μετέφεραν σακιά ρύζι στην πλάτη τους στο κεφάλι τους.

Την άλλη μέρα μας περίμενε πήρα μαζί μου έναν φίλο ναυτικό και πήγαμε έξω απ’ την πόλη, μια οικογένεια ξανθών μας σέρβιραν Τζιν, δίπλα ήταν το ποτηράκι του μωρού με διαλυμένο γάλα σκόνη, ρώτησα από πού ήταν; Πολωνοί μου είπαν άνδρας γυναίκα κι ένα μωρό 2-3 μηνών που το νανούριζε ο άνδρας! Το νόημα της ανθρωπιάς είχε εξαφανιστεί. Ήμασταν όλοι μας βουτηγμένοι σε ένα καζάνι κολάσεως όπου κόχλαζαν τα βρώμικα νερά του Γάγγη, η ζέστη, τα κουνούπια, οι βάλτοι της ζούγκλας, αγρίευε το βλέμμα μας σαν άγρια θηρία. Η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά, ήταν ζωγραφισμένες μόνο στα όνειρα του νου.

Στην αρχή είχαμε αγκυροβολήσει στον δέλτα του ποταμού Γάγγη για να βγάλουμε μερικό φορτίο σε μαούνες ώστε να ελαφρώσει το βαπόρι και να προχωρήσει στο ποτάμι. Εκεί γέμισε από εργάτες, οι οποίοι, όταν έτρωγαν καθόταν κατάχαμα γύρω από ένα μεγάλο κοινό πιάτο κάτι σα σκάφη γεμάτο ρύζι στη μέση μια τρύπα με χρωματιστή σάλτσα, βούταγαν τα δάχτυλα γεμάτα ρύζι στη σάλτσα αυτή. Αφού τελείωναν μασούσαν ένα πράσινο φύλλο κι έφτυναν ένα χρώμα κόκκινο κάτι σαν αίμα. Όταν νύχτωνε άρχιζαν το τραγούδι, με νταούλια, ένας μονότονος λυπητερός ρυθμός, κοιμόταν δε πάνω στον μουσαμά των αμπαριών. Δυο σανίδες δεμένες στην κουπαστή πάνω απ το ποτάμι ήταν το αναγκαίο συμπλήρωμα της ζωής τους, υπήρχε και ένα κονσερβοκούτι με σπάγκο για να βγάζουν νερό απ’ το ποτάμι.

Η σκηνή στο λιμάνι της Τσιταγκόνγκ του Μπανγκλαντές.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

ΦΕΥΓΩ

Φέυγω!
Πρέπει να φύγεις, εδώ δεν υπάρχει μέλλον.
Μα γιατί; Άσε τουλάχιστον να μεγαλώσω;
Τότε θα είναι αργά.
Που να πάω;
Σε άλλη γη, σε άλλα μέρη, εκεί όπου γεννώνται τα παραμύθια, αυτά που άκουγες μικρός. Έχουμε αποδείξεις κοίτα και μόνος σου πόσο καλοθρεμμένοι είναι αυτοί που έρχονται απ’ έξω;
Πως θα πάω;
Καβάλα στη θάλασσα.
Ώστε έτσι ε! τότε να φύγω.
Η θεια μου πετάχτηκε από μια γωνιά. Και να μας γυρίσεις πλούσιος.
Στα πρώτα μου βήματα μόνος έκλαιγα κρυφά, κάποιος με είδε με μαρτύρησε. Απόρησαν!! με ρώτησαν γιατί έκλαιγα;
*
Φεύγω, γεια σας.
Που πας;
Μα στη γη της επαγγελίας.
Όχι μην φύγεις, μην πας είναι όλα ψεύτικα, θα το μετανιώσεις. Μάρτυράς μου μια γλάστρα με βασιλικό μας έστελνε μια θεϊκή μυρωδιά, μέσα απ τη φτωχική αυλή, του φίλου απ' τ’ Άγραφα, κάπου στην Καλλιθέα.
Μα μου έχουν πει να κυνηγώ το μονοπάτι του ήλιου μόλις φτάσει στη δύση του εκεί θα βρω μια πλούσια ζωή.
*
Είσαι ανεπιθύμητος, στην ξένη γη, να φύγεις, είσαι υπό κράτηση.
Α! ώστε με διώχνεται;
Ναι τώρα αμέσως, μάζεψε τα ρούχα σου.
Μα δεν έχω τίποτα. Τότε ανέβα στο τζιπ.
Φεύγω.
*
Η Αβάνα,
Η Εύα με έμαθε να έχω εμπιστοσύνη στον εαυτόν μου, με πρόσεξε.
Η Αλίσια με σύστηνε σε φίλες τις, προσπαθούσε να μου μάθει την κοινωνία, πίνοντας ρούμι, διασκέδαζε μαζί μου με την ατολμία μου.
Η Αιμιλία προσπαθούσε να με μάθει ρούμπα στο κλαμπ 21 γεια σας φεύγω.
Η Κάρμεν με έπιασε απ το χέρι και με πήγε στην εκκλησία, πιτσιρίκοι και οι δυο κοιτάζαμε τα θεία, με σύστησε στον πάτερ… δεν ξέρω τι σκεφτόταν, γεια σου, φεύγω, θα μου γράφεις;
Η Τράουδη στο Αμβούργο με πήγε περπατώντας στο βαπόρι, στο δρόμου μου εξηγούσε γιατί στην είσοδο του λιμανιού παίζουν τον Εθνικό ύμνο του πλοίου που μπαίνει στο λιμάνι.
Ο ινδικός ωκεανός είχε μουσώνα, μας χόρευε, μα και αυτή η μυρωδιά ρώτησα τι είναι; λάδι καρύδας μου απάντησαν, με αυτό αλείφουν τα σώματά τους στην Γκόα Ινδία. Άλλο πάλι τούτο, λευκός απαγορεύεται να έχε σχέσεις με ντόπια, Σινγαλέσα ή Ταμίλ, Κολόμπο Σρι Λάνκα. Φεύγω!
Όχι δεν άρεσα της μάνας της στην Κόσταρικα, το κορίτσι υπάκουσε, έφυγε αυτή.
Μα κι αυτό το Ρίο της Βραζιλίας, ε! εκεί ήταν η Ρίτα…
Στην Κολομβία, κάθε γωνία και μοδιστράδικο, η γη του Μαρκές.
Στην Βενεζουέλα βρήκα την πιο άσχημη γυναίκα, ήταν ένας θησαυρός.
Η Ο. στην Ονδούρας με περίμενε να ζήσουμε μαζί. Όχι λέω φεύγω.
Μετά παντρεύτηκε, με φώναξε, όχι φεύγω, μετά κάηκε σε πυρκαγιά.
Στην Γαλλία η Μονίκ, μα και η χαρτορίχτρα στη Χάβρη, γεια σας φεύγω.
Ο Παναμάς το κανάλι, το εμπόριο των ναυτικών, οι περιπέτειες η μια μετά την άλλη, αλλά δεν γίνεται να γράψω για όλες, θα χρειαζόταν ένα χοντρό βιβλίο και μετά είναι τόσο δύσκολο να γίνεις πιστευτός;
Δεν με εντυπωσίαζε τίποτα. Νέος δεν ήξερα τι ήθελα, όλα είχαν να κάνουν με γυναίκες έλεγα φεύγω, εκατοντάδες, φορές.
Δυο αλλαξιές ρούχα κι ένας σάκος ήταν όλη μου η περιουσία, μια περιπέτεια η ζωή, για 13 χρόνια έτρεχα, έφευγα, χανόμουν, θα ξανάρθεις, ίσως ναι, ίσως ποτέ, γράμματα ερχόταν, μέσα τους μύριζε η ελπίδα, θα ξανάρθεις;
Όχι, φεύγω.
Πως αλλάζει η ζωή, σήμερα γκρεμίστηκαν όλα αυτά, έχασα την σύνδεσή τους, προσπαθώ λυσσαλέα να πίσω τον εαυτόν μου, ότι όλα αυτά ήταν μέρος της ζωής μου, δε βαριέσαι τίποτα, λέω να φύγω, να χαθώ, μα δεν γίνεται, κοιτώ γύρω μου, απελπίζομαι, σταμάτησαν να με ρωτούν: θα ξανάρθεις;
Όχι δεν φεύγω πια, αγκυροβόλησα σε 'πάνεμο' λιμάνι

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Τα άχυρα και ο λύχνος.

Αυτό το λυχνάρι μου κράταγε συντροφιά, όταν ονειρευόμουν
Το πεπρωμένο μιας ζωής γράφτηκε πάνω στ' άχυρα στο φως του λύχνου.

Βρέχει, μια βροχή σιγανή μονότονη που σου δίνει στα νεύρα.
Το σπίτι κλειστό, ο αέρας μυρίζει μούχλα, σκας, θες να βγεις, που να πας όμως;
Πέρασε πλέον ο καιρός που η βροχή σε συντρόφευε καθώς ακουγόταν στα κεραμίδια κι εσύ έβρισκες τον παράδεισο κάτω απ τα σκεπάσματα χωμένος σε γυναικεία αγκαλιά.
Σήμερα πάει πλέον το πουλί πέταξε, με το ζόρι κάθεσαι στον καναπέ, ανοίγεις τηλεόραση, τη βαριέσαι, ψάχνεις με το τηλέφωνο κάνα γνωστό, όλοι τους έχουν τα ίδια προβλήματα με εσένα. Ανοίγεις την εφημερίδα, διαβάζεις τις επικεφαλίδες, σιχαίνεσαι τα εμφατικά ψέματα, σου λείπει η αυτοσυγκέντρωση. Την πετάς στο πάτωμα. Ψάχνεις για μια ανοιχτή καρδιά, έλα όμως που όλες είναι πιασμένες, δεν σε θέλουν τι να σε κάνουν, μετά αρχίζει να πονά το ένα και το άλλο, σου λένε να πας σε γιατρό, το αναβάλεις για αύριο, ξέρεις η αναβολή σου δίνει και μια ελπίδα ίσως νάνε κάτι απλό θα περάσει και περιμένεις για ένα αύριο που ποτέ δεν έρχεται.
Μα κι αυτός ο καναπές το ίδιο χρώμα μέρα νύχτα, κάθεσαι και γίνεσαι αόρατος.
Μπαίνουν βγαίνουν δεν σε βλέπουν, ή κάνουν πως δεν σε βλέπουν. Κοιτάς τον εαυτόν σου, απίστευτο και όμως αληθινό, ρωτάς την κομπανιέρα κι αυτή δεν έχει θάρρος να σου δώσει, τι να σου πει, τα έχει πει όλα;
Ακουμπάς στο παραθύρι κοιτάζοντας τη βροχή, κλείνεις τα μάτια σου, θυμάσαι που κάποτε η βροχή ακουγόταν στα κεραμίδια, αυτή που σε νανούριζε ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα σου. Θυμάσαι τα πολύχρωμα όνειρα, αυτά που τρεμόσβηναν στο φως του λύχνου, καθώς η φλογίτσα του χόρευε στον ρυθμικό τόνο της αναπνοής του αέρα, αυτής που περνούσε απ’ τη γρίλια του σκεβρωμένου παράθυρου. Θυμάσαι την παιδική αθωότητα, τη ζεστή θαλπωρή του μαγκαλιού και τα παραμύθια της γιαγιάς γεμάτα με νεράιδες και χάριτες. Θυμάσαι τη μονότονη λαλιά του γκιώνη, τα αλυχτίσματα των σκύλων, θυμάσαι τον φόβο που είχες για τα στοιχειωμένα έρημα σπίτια.
Ονειρευόσουν, να έχεις μια μέρα στρώμα από πούπουλα, να έχεις φως ηλεκτρικό, να έχεις ψυγείο, νερό τρεχούμενο, καλοριφέρ, να έχεις ραδιόφωνο, να δοκιμάσεις ξωτικά φαγητά τότε θα ήσουν ευτυχισμένος, κι όταν κάποτε σε ρώτησαν μικρός τι θες να γίνει όταν μεγαλώσεις, μα σοφέρ απάντησες, εντυπωσιασμένος από τους ανθρώπους που έτρεχαν με ρόδες οδηγώντας τα φορτάκια, αντί να πηγαίνουν με τα πόδια. Έτσι ήταν τα όνειρα, αυτά που γεννιόταν πάνω στο αχυρένιο στρώμα, νόμιζες ότι αν αποκτούσες όλα αυτά θα ζούσες στον παράδεισο
. Όχι, για γυναίκα ποτέ δεν το είχες σκεφθεί, ήταν μια αθώα εποχή, η του στρώματος με τ’ άχερα. Έ! όμως ήρθε κι αυτή, η φωλιά έγινε ζεστή, μέχρι που όλα άρχισαν να γίνονται ρουτίνα πάλι σαν την βροχή, άχρωμη ανάλατη, ο καναπές άδειος, μέχρι που ξανά επιθυμείς να γυρίσεις στην εποχή του αχυρένιου στρώματος, αλλά κι αυτό πετάχτηκε στα σκουπίδια, το μόνο που επιζεί το λυχνάρι, αλλά χωρίς φυτίλι.
Αλήθεια, τι μυστήριο που είναι η ζωή;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Εντυπώσεις από το Ιόνιο,

Η Σπηλιά Παπανικολή Αγία Ευφημία, Πύλαρος Κεφαλονιά
Κολύμπι στον Σκορπιό
Σκορπιός, Κολύμπι

Αυτό που είναι ελεύθερο στην πατρίδα μας, είναι αυτό που πάμε για να βρούμε, να απολαύσουμε, αυτό που τόσο μας λείπει εδώ στα ξένα, το φως, ο ήλιος και η θάλασσα.
Περπατώντας το σούρουπο στο λιμανάκι της Αγίας Ευφημίας Πυλάρου Κεφαλληνίας περιεργαζόμουν τα διάφορα ιστιοφόρα, ‘κότερα’ μάλλον κοίταζα τις πολύχρωμες σημαίες του νηολογίου τους, προσπαθώντας να βρω σε πιο μέρος της υφηλίου υπήρχαν αυτά τα κρατίδια, έ δεν χωρά αμφιβολία ότι είναι παράδεισος αυτών που δεν πληρώνουν φόρους. Μα και τι όμορφες σημαίες, κίτρινες και μπλε, άλλες με το σταυρό της Μάλτας στη μέση, μα και κάτι ονόματα, Άγιος Βικέντιος, νησιά των Καϋμάν, και Κάϊκος, κι άλλα πολλά.
Δεν χόρταινε το μάτι μου.
Εκεί παράμερα στην άκρη του μόλου ήταν αραγμένο κι ένα Ελληνικό, όχι ιστιοφόρο αλλά να κάτι σαν εκδρομικό. Και είχε ένα όνομα που σε έκανε περήφανο, «Παλάτι του Ίκαρου» αλλά δυστυχώς ήταν στην Αγγλική γλώσσα, Ikaros Palace. Μάλιστα μια πινακίδα έγραφε εκδρομές μαζί με άλλα ονόματα και στον Σκορπιό, Νησί του Ωνάση.

Πήγα ρώτησα, μου άρεσε η ιδέα, το είπα και στην οικογένεια και μια και δυο βρεθήκαμε στο κατάστρωμα, μια παρέα από 6 άτομα. Σε λιγάκι το βαποράκι γέμισε τουρίστες, αγγλική ήταν η γλώσσα του τόπου, δηλαδή η γλώσσα που μίλαγαν απ’ το μεγάφωνο. Μας εξηγούσαν στο κάθε νησάκι που περνούσαμε, μας πήγαν στο Μεγανήσι στη σπηλιά του Παπανικολή εκεί όπου το υποβρύχιο με το ίδιο όνομα κρυβόταν κατά τον Β! παγκόσμιο πόλεμο κι έβγαινε μόνο όταν περνούσαν εχθρικά καράβια, για να τορπιλίσει.
Σταματήσαμε πάλι στο Μεγανήσι, ανεβήκαμε στο Σπαρτοχώρι, μα θα ήταν και 100 σκαλιά, Με την ψυχή στο στόμα, λαχάνιαζα, αλλά έλα όμως που η παρέα πήγαινε μπροστά.
Πίσω στο καραβάκι μας έλεγαν για τα δίπλα νησάκια ότι τα έχουν αγοράσει διάφοροι μεγιστάνες, όλα καταπράσινα. Να που υπάρχει κι ένα αρχιπέλαγος εδώ δίπλα μου κι εγώ αρμένιζα να τα βρω στην καραϊβική μονολογούσα.
Μετά μας έπλεξαν την Ιστορία του Ωνάση από εκεί που ξεκίνησε, μέχρι την κατάληξή του στον Σκορπιό, μας είπαν πολλά για την αγάπη του τη Μαρία Κάλας, λιγότερα για την Ζακελήν.

Τα βαποράκι πήγε σιγά, σιγά κι άραξε, σε έναν κολπίσκο, στο βάθος φαινόταν τα τρία σπίτια του Ωνάση, έμοιαζαν σα να μας παρακολουθούσαν, αυτό με τα τζάκια του ιδίου, τα άλλα δυο αν κατάλαβα καλά της Μαρίας Κάλλας και της Ζακελήν. Το Βαποράκι μας ακούμπησε την πλώρη του στην άμμο, με το μεγάφωνο είπαν, ελεύθεροι να βουτήξετε όλοι στη θάλασσα από την πρύμη για κολύμπι, ουρά οι επιβάτες βούτηξαν και κολύμπησαν γύρω απ το βαπόρι, σκέφτηκα ήταν το ίδιο μέρος όπου κάποτε κολυμπούσαν η τέως πρώην κυρία των ΗΠΑ, η Μαρία Κάλας, όλοι οι κροίσοι του χρήματος μα και της πολιτικής. Ίσως στο νερό να έχουν κατακάτσει κάποια υπολείμματα έτσι ας πούμε του DNA αυτών που φιγουράριζαν κάποτε στα πρωτοσέλιδα των τότε εφημερίδων
.
Όχι δεν πατήσαμε στην στεριά.
Μετά μας έδειξαν το οικογενειακό κοιμητήριό τους, ένα κάποιο εκκλησάκι, τον μόλο όπου έδενε το Χριστίνα, το κτίριο της ηλεκτρικής, μία άκρα απόλυτη σιγή επικρατούσε. Ένιωθες σα να ήσουν σε ένα τοπίο όπου βασίλευε η αιωνιότητα, Σκεπτόμενος το διάβα της ζωής καταλάβαινες ότι όλοι εμείς οι θνητοί παίρνουμε την ίδια βάρκα, αυτή που πλέει τον Αχέροντα, εκεί όπου υπάρχει η ισότητα, αυτή που τη χάλαγε το τιτίβισμα των επιβατών και οι εξηγήσεις για κάθε τι από το μεγάφωνο, κι αυτό βεβαίως στην Αγγλική, με υπότιτλους στα Ελληνικά. Πρέπει να πω ότι οι εκδρομείς ήταν ως επί το πλείστων ξένοι κατά 95%.
Αναχωρώντας από τον Σκορπιό για το Νυδρί Λευκάδας Κάναμε έναν κύκλο γύρω απ’ το Μαδούρι το νησί του Α. Βαλαωρίτη, μας έδειξαν την έπαυλή του.
Το Νυδρί ένα ωραιότατο λιμάνι, και πράμα παράξενο αν και είναι κοντά στην Κεφαλονιά είχε την δική του χαρακτηριστική προσωπικότητα, με το άγαλμα του Ωνάση να δεσπόζει στο κέντρο, σα να ήταν αιώνιος περιπατητής, με το ένα χέρι να κρατά το σακάκι του στον ώμο.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Διακοπές στην Πύλαρο 2010:



Στο χωριό εκεί ψηλά στους πρόποδες του βουνού της Αγίας Δυνατής.
Κάθε μέρα με τη ζέστη τα τζιτζίκια μας κάνανε παρέα, το βραδάκι ένας άνεμος βορειοδυτικός Μαΐστρος που μας δρόσιζε, βάζαμε μια ψιλή κουβέρτα, για να μην κρυώνουμε!
Η θάλασσα του Μύρτου πάντα κυματώδεις γαλαζοπράσινη, χωρίς σκιά μόνο αυτή η αγοραστή σκιά της ομπρέλας, έπρεπε να ξέρεις καλά μπάνιο, και ο ήλιος σε έψηνε. Έλα όμως που είχε και πολλά γυμνόστηθα κορμιά, δηλαδή χόρταινε το μάτι σου να βλέπεις, νόρδικα καλλίγραμμα γυμνά, λες και τα έπλασε ένας μοντέρνος Πραξιτέλης. Κοίταζα και το δικό μου και θυμόμουν την εποχή που μου μάθαιναν το ποίημα: (Ξέρεις την χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, που κοκκινίζει η σταφυλή και θάλλει η ελαία; Ω! δεν την αγνοεί κανείς είναι η γης η Ελληνής.) Άρα πόσα χρόνια να πέρασαν; Νομίζω ότι ήταν χθες, τόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, μα γιατί;

Προσπάθησα να βρω τη συνέχιση αυτών που κάποτε αφήσαμε πίσω μας. Τίποτα το χάος, άλλαξε ο κόσμος, μα φυσικό είναι, δεν έχω την απαίτηση να είναι τα ίδια όπως τ’ άφησα, αφού ούτε κι εγώ δεν είμαι ο ίδιος, άλλαξε όμως η νοοτροπία, ακόμα και η γλώσσα μας, η Αγγλική εισχώρησε για καλά ακόμα και στις τηλεοπτικές νουβέλες, στις ειδήσεις, προσπαθούσα να καταλάβω αν εμείς στα ξένα που διαφυλάξαμε τη γλώσσα μας ατόφια, σαν σημείο ταυτότητάς μας, μήπως σφάλαμε; Αλλά πάλι λέω άστα για αύριο, ε λοιπόν είναι αυτό το αύριο που ξεχνά, που ποτέ δεν έρχεται, πάντα είναι σήμερα. Αλλά διακοπές είναι αυτές απολαμβάνουμε τον ήλιο τη θάλασσα. Έστω αν και η νέα γενιά όταν μιλάμε μας κοιτά σα να προερχόμαστε από άλλον πλανήτη, κάτι σαν εξωγήινοι, ή σα να ξεφυτρώσαμε απ το Twilight zone. Τότε πρέπει να συμμορφωθώ με τα σημερινά δεδομένα, έλα όμως που δεν αντέχει ούτε ο νους ούτε το κορμί. Έτσι πήγαινα στα πετραδάκια της Αγίας Ευφημίας εκεί πάφλαζα με τη θάλασσα εκεί όπου δεν υπάρχει κύμα και προσπαθούσα να πίσω τον εαυτόν μου, ότι πάει πια πέταξε το πουλί, αλλά έλα όμως που δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Τέλος πάντων τι σου είναι η ζωή; Ένα αίνιγμα, λαχταράς, τρέχεις να πιάσεις αυτό που δεν μπορείς, να σταματήσεις το χρόνο σου.

Κάποτε αυτός ήταν ο κόσμος μου, η γη ολόκληρη, η υδρόγειος σφαίρα, μέσα από την θάλασσα ανέτειλε ο ήλιος μου, από την νότια οροσειρά πήγαινε για ύπνο μικρός σημάδευα το μονοπάτι του ήλιου, έτσι μπορούσα να υπολογίσω την ώρα, ακόμα και σήμερα για να υπολογίσω τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα στέκομαι νοερώς στο μέρος που γεννήθηκα κοιτώ την ανατολή, και φωνάζω μπροστά μου έχω την ανατολή και πίσω μου τη δύση, δεξιά μου έχω το νοτιά κι αριστερά μου το βορά.
Είναι κι αυτό το του τόπου μας, μια κληρονομιά που έρχεται μαζί με το πρωτάνοιγμα των ματιών και μας συντροφεύει έως το κλείσιμο των ματιών. Παράξενος ο κύκλος της ζωής υπακούει στην φθορά του χρόνου, άρα ποιος να είναι ο δημιουργός της; Όσο και να αντιστέκεται το πνεύμα, ο χρόνος πάντα βγαίνει νικητής.
Κάπου διάβασα ότι το όνομα Πύλαρος προέρχεται από την λέξη Πύλη, μια που η Πύλαρος είναι ένα μικρό λεκανοπέδιο, από δυτικά έχει τη θαλάσσια Πύλη του Μύρτου, από ανατολικά την θαλάσσια Πύλη της Αγίας Ευφημίας, βορρά και νότο την κλείνουν τα δυο βουνά το Καλόν Όρος και η Αγία Δυνατή.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Καλοκαίρι 2010


Καλοκαίρι πλέον, όλοι μας, τουλάχιστον εμείς που ζούμε στο βόρειο ημισφαίριο, όπως συνηθίζεται, παίρνουμε μια ανάσα ξεκούρασης από το τρέχα, τρέχα του χειμώνα, όσο όμως ζούσα στην ζώνη του τροπικού του καρκίνου εκεί όπου δεν υπήρχε χειμώνας αλλά ένα παντοτινό καλοκαίρι, μόνο εποχή βροχών ή ξηρασίας, οι άνθρωποι εκεί δεν συνήθιζαν να κάνουν διακοπές, ούτε περίμεναν αλλαγή εποχής.

Έτσι λοιπόν πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι εποχιακές διακοπές, που όλα χαλαρώνουν είναι προϊόν της Εύκρατης ζώνης όπου ζούμε, δηλαδή της απόστασης του βορείου πλάτους από τον ισημερινό.
Έχω μια αδυναμία να ξαναγυρίζω τα καλοκαίρια στον τόπο που γεννήθηκα.
Όχι δεν έχει τίποτε το αξιοθαύμαστο, ούτε πολυτέλειες, αλλά είναι αυτός ο τόπος που έριξα την πρώτη μου ματιά, που άκουσε το πρώτο μου κλάμα, είναι οι σκιές των βουνοκορφών που έμπαιναν στις χαράδρες να κοιμηθούν προτού να δύσει ο ήλιος, είναι και το μέτρημα της ώρας με την οργιά μας σύμφωνα με την θέση του ήλιου πάνω στα βουνά, ή τον ορίζοντα, τότε που δεν υπήρχαν ρολόγια.

Όπως είπα στην αρχή ο τόπος μου δεν έχει πολυτέλειες, ούτε ανέσεις, έχει όμως αυτό που δεν αγοράζεται, τις αναμνήσεις μιας αθώας παιδικής ηλικίας, πριν ακόμα πάει σχολείο, μιας ηλικίας που πίστευε ότι ο Θεός τη νύχτα ανάβει σπίρτα στον ουρανό για να φέγγει σε εμάς τους φτωχούς θνητούς.

Και είναι τα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλληνίας, όσο ακόμα υπάρχουν πριν γίνουν κι αυτά από την εγκατάλειψη σαν τις «Χαμένες Πατρίδες» .


Χαμένες πατρίδες είναι και η γειτονιά που άφησες, χαμένες πατρίδες είναι γιατί δεν μπορείς να ξαναζήσεις εκεί, γιατί άλλαξαν, γιατί ερήμωσαν, γιατί πέθαναν αυτοί που ήταν ο κρίκος σου, γιατί γκρεμίστηκαν μαζί με τα όνειρά σου.

Έτσι θα συναντηθούμε πάλι, τα τέλη Αυγούστου, να ξαναπούμε τις εντυπώσεις μας, μα και τις καλοκαιρινές περιπέτειές μας, που όσο περνά η ηλικία απίστευτο γίνονται ανάλατες…
Να έχετε καλές και χαρούμενες διακοπές,

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Η Γέννηση των Ημίθεων:


Το ιερό βιβλίο των Maya-Quiché ονομαζόμενο Popol Vuh ή βιβλίο του συμβουλίου της κοινότητάς μας, της φυλής μας, διαιρείται σε τρία μέρη.
Το πρώτο μέρος μας λέει για τη δημιουργία του κόσμου και καταγωγή του ανθρώπου, όπου μετά από αρκετές άκαρπες δοκιμές, τελικά τον έπλασαν από καλαμπόκι που είναι η βασική διατροφή των ιθαγενών της κεντρικής Αμερικής και Μεξικού...
Το δεύτερο μέρος λέει τις περιπέτειες των ημίθεων Hunhapú e Ixbalanqué
Το τρίτο μέρος μας λέει τις διάφορες πηγές ειδήσεων για την καταγωγή των ιθαγενών φυλών κατοίκων της Γουατεμάλας, τους αναμεταξύ τους πολέμους και την κυριαρχία της φυλής Quiché έως την κατάκτησή τους από τους Ισπανούς...

Η γέννηση των ημίθεων:
Μια μέρα το αποφάσισα να φύγω από την πόλη του λιμανιού, ζητούσα μια πνευματική απομόνωση, μια ζωή χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς να πληρώνω.
Πήρα λοιπόν το κορίτσι μου κι εγώ μαζί και πήγαμε κάπου 40 χιλιόμετρα στο εσωτερικό, ένα χωριουδάκι μέσα στην ζούγκλα. Αγοράσαμε μια καλύβα φτιαγμένη από κορμούς δένδρων σκεπή από φύλλα φοίνικα, τα βράδια μαζευόταν νυχτερίδες οι οποίες πετούσαν γύρω μας, αλλά είχαμε δίχτυ κουνουπιέρα και σκεπαζόμαστε. Για να μαζέψουμε τίποτα ξερόκλαδα για φωτιά πήραμε για οδηγό το μονοπάτι των μερμηγκιών αυτά τα ξανθά τεράστια μερμήγκια που κατεβάζουν τα φύλλα ενός δένδρου, αμυγδαλιά των τροπικών σε λίγες ώρες. Είχαμε βάλει στις πλάτες μας άδεια τσουβάλια δεμένα απ το λαιμό για να μην μας τσιμπούν τα κουνούπια που σε κάθε θρόισμα θάμνων σηκωνόταν σα σύννεφο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει, τρέξαμε να γυρίσουμε πίσω, μπήκαμε στην αυλή του πρώτου σπιτιού πριν μας πιάσει το βαθύ σκοτάδι. Εκεί οι γείτονες μας καλοδέχθηκαν.
Κάτω από ένα δένδρο ατσιότε υπήρχαν 2 αιώρες, κάτι καρέκλες από ξύλο πεύκο που φτιάχνουν οι ιθαγενείς, και ψάθες, στη μέση ένα κονσερβοκούτι γεμάτο πετρέλαιο κι ένα φυτίλι χοντρό αναμμένο που παρήγαγε μια μαύρη καπνιά για να διώχνει τα κουνούπια. Ο νυχτερινός ουρανός σαν πολυέλαιος μας σκέπαζε όλους. Από κάπου μακριά ακουγόταν σκουξές από νυχτερίδες κι άλλα ζώα. Το σκοτάδι πυκνό, θα ήμασταν 10 άτομα, μαζί και αρκετά πιτσιρίκια. Όλοι κρεμόταν από τα χείλη του γηραιότερου Ντον Λέντζο, ο οποίος διηγιόταν ιστορίες και παραμύθια.

*…Όταν η Ικτσίκ η κόρη του Κουτσουματσίκ πέρασε κάτω από το στοιχειωμένο δένδρο, άπλωσε το χέρι της να κόψει τον απαγορευμένο καρπό, μια κολοκύθα που κρεμόταν, τότε αυτή μεταμορφώθηκε σε νεκροκεφαλή, και την έφτυσε στην παλάμη. Με το σάλιο μου σου έδωσα τους απογόνους μου, είπε μια φωνή.
Το κορίτσι γύρισε φοβισμένο σπίτι της, σε λίγο καιρό άρχισε να δείχνει ότι είχε μείνει έγκυος.
Ο Πατέρας της πήγε στους άρχοντες της φυλής να ζητήσει τη συμβουλή τους.
Η κόρη μου με ατίμωσε είναι έγκυος,
Υποχρέωσέ την να σου πει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, και αν αρνηθεί να την θυσιάσεις στο βασίλειο των Χιμπαλμπά= Άδη.
Έλα εδώ κόρη μου, τίνος είναι το παιδί;
Κύριε πατέρα μου ακόμα δεν έχω γνωρίσει άνδρα, είμαι παρθένος,
Τότε ασφαλώς θα είσαι μια πόρνη.
Ελάτε άρχοντές μου Απόπ, Ατσί πάρτε την κόρη μου να την θυσιάσετε στους Θεούς και να μου φέρεται την καρδιά της μέσα σε αυτό το δοχείο, το οποίο ήταν σε φόρμα καρδιάς.
Την οδήγησαν στο βασίλειο του Άδη κι ετοιμάστηκαν να την σφάξουν όταν αυτή τους παρακάλεσε…
Ωχ! Άγγελοί μου δεν με λυπάστε που με πάτε να με θυσιάσετε; Δεν λυπάστε τα νιάτα μου την ομορφιά μου;
Θα σας πω ένα μυστικό ώστε να ξεγελάσετε τον πατέρα μου, να γεμίσετε το δοχείο αυτό με αίμα κόκκινο χωρίς να με σφάξετε.
Χάραξε τον κορμό ενός δένδρου κι ένα κόκκινο παχύρευστο υγρό γέμισε το δοχείο, και το παρουσίασαν στον πατέρα, αυτός το παρέδωσε στους άρχοντες που το έριξαν στη φωτιά απολαμβάνοντας τη μυρωδιά της καμένης καρδιάς.
Από τότε το δένδρο αυτό ονομάζετε δένδρο του αίματος, ή του δράκοντα. Sangre de Dragón, ή Croton Sanguifiluus.
Έτσι ελευθερώθηκε η κοπελιά πήγε στο σπίτι μιας γριάς εκεί γέννησε δίδυμα τους δυο ημίθεους Hunhapú e Ixbalanqué …
*Περίληψη από το βιβλίο Ποπολ Βου

Γαβριήλ Παναγιωσούλης