Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Σπήλαιο Δρογαράτι Κεφαλονιά


Στην Κεφαλονιά επισκεφθήκαμε την Σπηλιά Δρογαράτη, κατεβαίνεις 94 σκαλοπάτια
Ένα εξαιρετικό όμορφο φαινόμενο Αύγουστος 2017 






Σταλακτίτες

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Χθεσινές μνήμες

Σημερινές εντυπώσεις 2017, χθεσινές μνήμες από τα Μαρκάτα


Πίσω  από τον πάγκο υπήρχαν ράφια με πραμάτειες, 
μια ολόκληρη σκαντζιά, πάνω σε αυτή ήταν ένας 
γάντζος από όπου κρεμόταν σπάγκοι χορταρένιοι 
κίτρινοι μοιάζανε σαν άχυρα. Ένα κουτί τενεκεδένιο 
με σαρδέλες ένα με σκουμπριά, δίπλα κόλες 
στρατσόχαρτο παρέκει η παλάντζα, στο αριστερό 
μέρος βουτσιά με κρασί δεξιά τραπεζάκια για ξερή 
ή κοντσίνα. 
Απ’ το ταβάνι κρεμόταν μια λάμπα πετρελαίου, 
στις γωνίες κάτι κορδέλες για να κολλάνε οι
μύγες, μερικές ζουζούνιζαν ακόμη, λες και χόρευαν 
τον χορό του Ζαλόγγου.    
Έτρεχα με την ψυχή στον στόμα, με είχε στείλει 
η μάνα μου με ένα τάλιρο   να αγοράσω ένα λουλάκι,
θα έκανε μπουγάδα, μούχε πει και τα ρέστα καραμέλες 
απ’ την χαρά μου σκόνταψα  στο πέτρινο δρομάκι, 
έπεσα, άρχισα να κλαίω.   Αίμα  άρχισε να τρέχει απ’ το
γόνατό μου. Ο μπάρμπας μου ο Μήτσος που έπαιζε
κοντσίνα βρήκε λίγο μπαμπάκι οινόπνευμα πράσινο
άρπαξε έναν αχυρένιο σπάγκο το έδεσε  και με έστειλε σπίτι…
Μόλις πρόλαβα να δω πάνω στον πάγκο είχε δυο γυάλες
η μια με κόκκινες καραμέλες η άλλη με πράσινες ένα 
κουτί μπλε έγραφε καραμέλες ΝΑΣΚΟ, δεν πρόλαβα να του
πω και τα ρέστα καραμέλες,  σκέτη καταστροφή.
Σήμερα το ίδιο ακριβώς σπίτι υπάρχει όπως τότε δεν 
έπεσαι με τους σεισμούς, κλειστές οι πόρτες, τα παράθυρα,
μέσα του κρύβει θησαυρούς αναμνήσεων… απέναντί  του 
υπήρχε ένα πουρνάρι όπου στην ρίζα του πάνω σε πέτρες
καθόταν οι χωριανοί και συζητούσαν. 
Ακόμα και την εποχή πολέμου υπήρχε που και που 
έκαναν την εμφάνισή τους και  Ιταλοί φαντάροι ερχότανε
βγάνανε τα όπλα τους τα βάζανε όρθια στην πάντα 
παράγγελναν κρασί και κουτσόπιναν, είχαν γράψει στον
εξωτερικό τοίχο  στην αριστερή του πλευρά τη λέξη 
Magazino μια ήσυχη γωνιά για ξεκούραση εκεί που τελείωνε
το χωριό Μαρκάτα κι άρχιζαν  τα Βασιλοπουλάτα στην Πύλαρο.
Έφυγαν οι άνθρωποι,  κόπηκε το πουρνάρι, ερήμωσε ο τόπος,
άλλαξαν τα πάντα, περαστικός κι εγώ, στέκομαι 
απέναντί του,  εκστατικός απολιθωμένος από τις αναμνήσεις
της τότε παιδικής ζωής, ξαναζούν μπροστά μου τα χρώματα, 
το γαλάζιο λουλάκι, οι πρασινοκόκκινες καραμέλες, 
οι καλοκάγαθες μορφές των θαμώνων, των αγαπημένων
μου προσώπων,   αυτές που έμειναν στην Κεφαλονιά, 
αυτές που δεν με συνόδευαν  στην κατάκτηση του κόσμου.
Όλα έφυγαν, ο κόσμος άλλαξε  κι ως αυτό ως οίκημα το 
μαγαζί του Πάτρε  να επιμένει να υπάρχει;
 Γαβριήλ Παναγιωσούλης 
  

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Εντυπώσεις...

Εντυπώσεις από το καλοκαίρι του 2017 στο χωριό που γεννήθηκα Μαρκάτα, Καφελονιάς
                                                Σήμερα ξαναπέρασα…


Ήταν διώροφο, το υπόγειο γεμάτο βαρέλια κρασιού, μπροστά απ’
την πόρτα του υπογείου μια στέρνα με αλώνι, στην αυλή είχε και
κούνιες για τα κορίτσια, περνούσα κάπου, κάπου και κατέβαινα κι εγώ,
με φώναζαν να παίξουμε, η κυρία στο επάνω πάτωμα πάντα
παρφουμαρισμένη κάπως στρουμπουλή, ο άνδρας της επιχειρήσεις στάνες στο εξωτερικό. Δεν έμεναν όλο τον χρόνο στο χωριό, ταξίδευαν το χρησιμοποιούσαν για εξοχικό τους.
Σήμερα ξαναπέρασα απ’ το δρομάκι αυτό των Μαρκάτων, με τρόμαξα
τα ερείπια, η θύμηση και η νοσταλγία για τα παλιά φούντωσαν πάλι,
 θυμάμαι που θαύμαζα τα σπίτια και τους κατοίκους του, η μάνα μου
 μοδίστρα τους έραβε κι εγώ ήμουν που παρέδινε το φόρεμα στην
 δικαιούχο, περιμένοντας να με φιλέψουν κάτι… ήταν η τεράστια
ανισότητα της κοινωνίας μας
Η διαφορά μας αυτοί είχαν να φάνε ενώ εμείς δελτίο, μια φέτα ψωμί
στην καθισιά μας, κι αυτό αν υπήρχε. Ήταν αυτά τα σπίτια που λέγανε
ότι είχαν και εσωτερική τουαλέτα μέσα σε ντουλάπα αλλά την έκρυβαν
από ντροπή…στο χωριό το ψιθύριζαν κρυφά ότι το τάδε σπίτι έχε
τουαλέτα μέσα…μια μέρα από περιέργεια άνοιξα την ντουλάπα και
την είδα ήταν χρώματος κόκκινου σα να λέμε ένας κάνταρος.
 Μετά έφυγα και πήγα σπίτι μου, η μάνα μου είχε μια κοπέλα
 σπίτι και της έκανε πρόβα σε φόρεμα, μπήκα απότομα, πρόλαβα και
 είδα το στήθος της, η κοπέλα ντράπηκε, εγώ κοκκίνησα βγήκα στον
δρόμο πήρα το ραβδί μου και έψαξα να βρω παιδιά να παίξουμε
γουρουνούλα, είχα και το πικιόνι. (Τενεκεδένιο κουτί)

Από κάπου εκεί κοντά ακουγόταν παιδικές φωνές και θόρυβος από
στεφάνια που κυλούσαν στον χωματένιο δρόμο.
Ο πατέρα είχε βγει βόλτα στο καφενείο…
Μια σκηνή της εποχής του λύχνου, αυτού που μας έφεγγε το βράδυ όταν
δεν τούτρωγαν το φυτίλι οι γάτες.                                   
Σήμερα, ο λύχνος έπαψε να φωτίζει, φέρανε το ηλεκτρικό, νερό 
τρεχούμενο, Έφυγαν οι άνθρωποι ερήμωσε ο τόπος, τα ερείπια το μαρτυρούν είναι 
μνημεία ότι κάποτε υπήρχε ζωή, ότι κάποτε υπήρχαν άνθρωποι…
 στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Απ΄την ζωή του σήμερα...

Για μια ακόμη χρονιά συναντηθήκαμε Σάββατο βράδυ 9 Σεπτεμβρίου 2017  για να εορτάσουμε την επέτειο των γενεθλίων της Κλεοπάτρας, εγγονής μας που γεννήθηκε στις 11 του Σεπτέμβρη, ένεκα που η 11 Σεπτέμβρη είναι ημέρα σχολείου και εργασίας….

Γαβριήλ Παναγιωσούλης  


Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Μια Πλωτή Κιβωτος...

                                                    Μια ιστοριούλα απ’  τα παλιά

                                                Μια πλωτή κιβωτός
Ήταν ένας γάτος μαύρος, στο πέλαγος τριβόταν κάθε μέρα στα πόδια μου, λένε ότι τους γάτους τους πιάνει η λαμαρίνα του βαποριού και παθαίνουν ψυχικές αρρώστιες. Δηλαδή τρελαίνονται, για να μην τον πιάσει η  λαμαρίνα του είχαμε κρεμάσει στο λαιμό του μια κόκκινη κορδέλα με ένα χάλκινο μενταγιόν, ο χαλκός, το μπακίρι είναι το αντίδοτο.
Τον φωνάζαμε  Νεγρίτο είχε μπει σαν κλέφτης στο βαπόρι από κάποιο λιμάνι της Ασίας, εκεί στο ίδιο λιμάνι είχε μπαρκάρει μια ξανθιά Μαϊμού, αφεντικό  της ένας αξιωματικός του πλοίου, ήταν κι ένας μικροσκοπικός πίθηκας, ε! αυτόν τον είχε μπαρκάρει ένας Συριανός θερμαστής, κι ένας κόκορας αυτόν τον κόκορα τον είχε ένα παιδάκι αγκαλιά ξυπόλυτο τα μάτια του γεμάτα μύγες μόλις με είδε έπεσε πάνω μου και μου τον πρόσφερε, ένας  Άραβας συνοδός μας πλήρωμα ρυμουλκού  τούδωσε μια χάρτινη λίρα (east Africa pound)  αναγκαστικά τον πήρα ένα  ενθύμιο της Σοκότρας. Ο μαύρος γάτος μπαρκάρισε μόνος του δεν ρώτησε κανέναν.  Με την ξανθιά μαϊμού είχαμε γίνει εχθροί, όποτε με έβλεπε μου έδειχνε τα δόντια της  και γρύλιζε,  στην τραπεζαρία φαγητού είχε ειδική καρέκλα κι έτρωγε την μπανάνα της πάντα δεμένη απ’  τον λαιμό, το αφεντικό της έτρωγε δίπλα.  Μόλις πιάσαμε στο Άντεν σημερινή Υεμένη ξεμπάρκαραν τις δυο μαϊμούδες, άλλαξε πλήρωμα (αξιωματικούς)  ο γάτος και ο κόκορας έμειναν.  

Κάποτε φθάσαμε στο Ρότερνταμ Ολλανδίας,  πήγαμε  για επισκευή και δεξαμενισμό στο Σκεντάμ   στον Dry  Dock New Waterway καθίσαμε αρκετόν καιρό 30 μέρες περίπου. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν και ο εφοπλιστής, ένας βέρος Κεφαλονίτης καταγωγή από Πύλαρο.
 O γάτος θεώρησε υποχρέωσή του να πάει να τριφτεί στα πόδια του, γούρλωσαν τα μάτια του, έβαλε τις φωνές, μαύρος γάτος στο βαπόρι μου είναι γρουσουζιά, είναι κακή τύχη. ---Να τον βγάλεις έξω, μου λέει.
Τι  να κάνω την άλλη μέρα τον βάζω σε ένα τσουβάλι και το βραδάκι τον πάω περπατώντας προς το κέντρο του Σκεντάμ, πάω σε μια σκοτεινή γωνιά ανοίγω το τσουβάλι, ο γάτος έγινε καπνός. Εκεί κοντά ήταν κι ένα κέντρο χορού το De Vest Dance,  όπου πηγαίναμε κάθε βράδυ για χορό ή να κονομήσουμε φιλενάδα, πήγα λοιπόν στο κέντρο και μετά γύρισα στο βαπόρι.
Οποία η έκπληξή μου, πρωί, πρωί ο γάτος ήταν πάλι στο βαπόρι. Ρώτησα τους γηραιότερους τι μπορώ να κάνω, έτσι την άλλη μέρα, σαν βράδιασε, τον έβαλα πάλι στο τσουβάλι, μαζί με φίλο ναυτικό πήραμε  το τραμ απ το Σκεντάμ και πήγαμε  στο κέντρο του Ρότερνταμ, θυμάμαι έναν σταθμό  με μπλε γράμματα Central εκεί κατεβήκαμε με το τσουβάλι, στο ημίφως μιας οδού άνοιξα το τσουβάλι, ο γάτος το έβαλε στα πόδια, μετά  κάναμε βόλτα στο κέντρο ζητώντας γνωριμίες με κορίτσια. Πιάσαμε την συζήτηση με δυο κοπέλες (σοκολατιέρες τις ονόμαζαν οι ναυτικοί) συμφωνήσαμε να πάμε την επόμενη βραδιά στον κινηματογράφο να δούμε το «Ο χριστός ξανα-σταυρώνεται»  του Καζαντζάκη.
Δεν ήρθαν κι εμείς γυρίσαμε άπρακτοι στο βαπόρι για να πάμε την επόμενη στην γειτονιά του Κάτεντραχτ όπου ήταν γεμάτη από Έλληνες ξέμπαρκους ναυτικούς, μπαρ, γυναίκες και ότι ζητά η ψυχή του ναυτικού. Στο μπαρ του Κώστα και της Λούλας σερβίριζαν τους πελάτες έλληνες ξέμπαρκοι μέχρι να βρουν μπάρκο,  άλλοι πήγαιναν στο Seaman house σπίτι του ναυτικού Stella Maris εκεί τους παρείχαν διάφορες εξυπηρετήσεις, και μάθαιναν τα νέα για τα Ολλανδέζικα βαπόρια πια ζητούν πληρώματα, θα έπρεπε όμως να βγάλουν φυλλάδιο Ολλανδικό. Πολλοί το κατάφερναν.
Ένας που μας σερβίριζε στο μπαρ της Λούλας ήταν και ο Ηλίας Κ. μορφωμένος ευγενής με γλώσσες έλληνας εξ Αιγύπτου ζητούσε μπάρκο έτσι όταν ετοιμασθήκαμε μπαρκάρισε στο βαπόρι μας ως λαδάς μηχανής. Όμως είχε το μικρόβιο της χαρτοπαιξίας, παίζανε πόκα, πόκερ στο πέλαγος μέχρι να ξημερώσει, πάντα  έχανε μέχρι, όταν τελείωναν τα λεφτά του παίζανε τα τσιγάρα του.
Έφυγα απ’ το βαπόρι αυτό συνέχισε για Αργεντινή,  μου είπαν ότι    πέθανε στο πέλαγος, τηλεγράφησαν στους δικούς του στην Ελλάδα αν θέλουν να τον στείλουν πεθαμένο, η απάντηση ήρθε γρήγορα ΟΧΙ.
Όσοι τον ξέραμε μείναμε έκπληκτοι από την απάντηση, ήταν καλός άνθρωπος είχε όμως το μικρόβιο του τζόγου.
Σήμερα κοιτάζοντας στο παράθυρό μου βλέπω τον μαύρο γάτο, mi Negrito  δεν ξέρω αν είναι ο ίδιος έστω κι ας λένε ότι είναι εφτάψυχοι.   


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Καλό μήνα Σεπτέμβρη

Φωτογραφίες από την γη του φωτός, του ήλιου και την γαλάζιας θάλασσας αυτού που τόσο μας λείπει εδώ στην Νέα Υόρκη
1η Σεπτεμβρίου 2017  

Ένας με Jet Ski ακολουθεί τα βαποράκι μας κάνοντας φιγούρες στο στενό της Ιθάκης Κεφαλονιά  


  Γαβριήλ  Παναγιωσούλης