Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Απολογισμός

                                          ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Το παρακάτω δημοσίευμα δεν είναι ψέματα, είναι η ίδια η ζωή, αυτή που πολλοί από εμάς αγνοούμε, ή μάλλον κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά σε μια πραγματικότητα,  η οποία ναι δεν έχει όνειρα…
Όσοι το διαβάσουν ίσως να το θεωρήσουν απαισιόδοξο, αλλά είναι  μια ρεαλιστική καμπή της ζωής μια σκέψη όπου γεννιέται εκ των υστέρων…   
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ, χρόνου, και πράξεων.
Τα βάνεις σε ένα κόσκινο και κοσκινίζεις, αναλύεις αυτά που μένουν, αν είναι αλεύρι μένουν πίτουρα, αν είναι πράξεις μένουν οι κακές, αν είναι λάθη, αυτά σε κυνηγούν σε όλη σου τη ζωή, αναποδογυρίζεις το κόσκινο και τα πετάς, μένουν κάτι κατακάθια, ε! αυτά είναι τα λάθη σου, τα φέρνεις στο σάκο σου, αυτόν που σου έραψε στα μέτρα σου ο χρόνος, αυτός που σε κοιτά από πέρα σου χαμογελά και σε περιμένει, δεν του ξεφεύγεις, παραδέξου το, έτσι είναι η ζωή.


Μια φορά κι ένα καιρό (έτσι αρχίζουν τα παραμύθια)  νόμιζα ότι κατείχα τον κόσμο ολόκληρο τόσο πολύ αισθανόμουν, άνετα. Είχα τέτοια εμπιστοσύνη στον εαυτόν μου, όπου μπορούσα να εγκλιματισθώ εύκολα σε ξένες κουλτούρες, έστω κι ας ήμουν αδαής  από σχολικής μορφωτικής απόψεως
Παράκλεινα από  την τυπική  ζωή  του  Έλληνα μετανάστη του   καιρό  εκείνου   όπου ο μόνος του σκοπός ήταν να κάνει χρήματα. Έκανα μια ζωή μποέμικη, «μερικοί την θεωρούσαν αλήτικη»  ήταν  όμως  με ηθικούς  φραγμούς αυτούς που μου είχαν μάθει απ’ το χωριό μου. Όλα αυτά διότι δεν άντεχα την πίεση της κοινωνίας προς απόχτηση ύλης, πλούτου. και τις τρικλοποδιές που σου φέρνει η ζωή.  Με κυνηγούσε λες και ήταν κατάρα, ο ανθρωπισμός,   η ανάγνωση, η μάθηση, η έρευνα, η περιέργεια,  ο έρωτας,   μα και η ελευθερία του ατόμου  ώστε όλα αυτά μαζί πήραν προτεραιότητα στην ζωή μου.

Σήμερα που τα χιόνια ήρθαν στα μαλλιά, σήμερα που η πλάτη αναστενάζει από το βαρύ δισάκι του χρόνου,  βλέποντας την κοινωνία δεύτερες σκέψεις έρχονται  στον νου  γιατί να παρεκλείνω  από το στόχο  του Έλληνα μετανάστη που ήταν το χρήμα, ένα που όλοι σήμερα προσκυνούν τόσο πολύ ώστε και το καλημέρα  που θα σου πει η σημερινή κοινωνία πρέπει νάχει κέρδος.  Εννοώ  την παγκόσμια, μα και αυτή που ζούμε…
Τελικά είναι αργά για αλλαγή αλλά πάλι σκέπτομαι ο άνθρωπος γεννιέται δεν φτιάχνεται, οπότε  το φιλοσοφώ περιμένοντας μια άλλη ευκαιρία ν’ αλλάξω ίσως στην επόμενη ζωή, αλλά πάλι ξέχασα, η ζωή είναι  μία και μοναδική, μετά έρχεται ο θόρυβος  της αιώνιας σιωπής, αυτόν που κάνουν οι κωπηλάτες του Αχέροντα, που και ο βαρκάρης όμως, θέλει το κέρμα για να σε περάσει απέναντι…  
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
       



Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

happy Thanksgiving day

Για άλλη μια χρονιά εορτάσαμε όλοι μαζί την ημέρα των Ευχαριστιών 23 Νοεμβρίου 2017
Στην αρχή ήταν 1+1=2+3=5+3=8+5=13
Και του χρόνου νάμαστε καλά με υγεία



                                                    Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Ο ίδιος Θεός, Διαφορετικές Δοξασίες...


 O ίδιος Θεός, διαφορετικές δοξασίες.    


Μικρός στο ιερό της εκκλησίας του χωριού μου σε ένα καμινέτο από 4 πρόκες κι ένα καπάκι με οινόπνευμα έβραζα το ζέω σε ένα μπρίκι  του καφέ όταν εφώναζε ο παπάς, μετά έβανα λιβάνι στο θυμιατό και έλεγα  το Πάτερ υμών. Μια μέρα  ξανοίχτηκα, στο θαλασσινό άπειρον εκεί όπου δεν υπάρχουν σύνορα, στο διάβα μου συνάντησα καινούργιες θρησκείες, καινούργια πιστεύω, δεν ξέρω, ίσως και τον ίδιο Θεό. 
                 *
Περπατούσα  μόνος στις μικρο-γειτονιές, όταν από κάπου κοντά ακουγόταν φωνές, μετά ρυθμικά παλαμάκια, μετά πάλι σαν να ωρύονταν άνθρωποι.
Παραξενευμένος πλησίασα και παρακολουθούσα την τελετή. Ήταν μια εκκλησία   «Πεντηκοστής» όπου όλοι φώναζαν και κινούνταν, λες και ήταν σε βαπόρι με φουρτούνα. Όλοι αυτοί ευλογούσαν  τον Θεό
Η σκηνή στο Kingston Jamaica.
                    *
 Μπροστά απ’ το άγαλμα ήταν κάγκελα κι επάνω εκεί ήταν κρεμασμένες κοριτσίστικες πλεξούδες, τάματα προς τον Βούδα, από στο αριστερό μέρος του «ναού» τεράστιες ζωγραφιές που μπροστά τους έκαιγαν δεκάδες κεριά,
Ο Βούδας καθιστός οκλαδόν με τα μακριά αυτιά του μας κοίταζε σιωπηλός  έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τις ζωγραφιές μερικές τρομακτικές. Γυναίκες ερχόταν ένωναν τις παλάμες τους και με κοίταζαν  περίεργα.
Βγήκα φόρεσα τα παπούτσια μου που είχα αφήσει στα σκαλιά και βιάστηκα να φύγω. Η σκηνή στην Βιρμανία Μyanmar.
                    *     
Με  τραβούσε συχνά στον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου, φόραγε στο κεφάλι της ένα κεντητό μαύρο μαντήλι, με το που μπαίναμε μου έλεγε αυτή να βρέξω τα δάχτυλα μου από μια γούρνα νερό που ήταν στην δεξιά μεριά της εισόδου, να κάνω το σημείο του σταυρού, μ’ έπαιρνε μαζί της και γονατίζαμε σε κάτι στασίδια, αυτή κάτι ψιθύριζε, εγώ απλώς κοίταγα τα αγάλματα.
Η σκηνή στην Νέα Ορλεάνη.
                    *
Με  είχαν πάρει ακλούθα ένα σωρό πιτσιρίκια, για να τ’ αποφύγω μπήκα σε μια αυλή όπου στο βάθος ήταν ένα πράσινο τέμενος, η πόρτα ανοιχτή, μπήκα μέσα, μια θάλασσα ασπροφορεμένων ανδρών  γονυπετείς προσευχόταν, κάποιος δεν ξέρω από πού ήρθε δίπλα μου και μου έδειξε τον δρόμο να φύγω, μάλιστα μάλωσε και τα πιτσιρίκα που έφυγαν. Η σκηνή στο Chittagong Bangladesh
                    *
Ο ιεροκήρυκας μούδωσε μια βίβλο ανέβηκε στην έδρα του φώναξε να ανοίξουμε το βιβλίο  στην τάδε σελίδα κι άρχισε την κατήχηση. Ήταν οπαδοί της Χριστιανικής Επιστήμης ιδρύτρια τους η  Mary Baker Eddy Christian Science η Σκηνή στο Νησί Έλλις Νέα Υόρκη.
                    *
Η Ούρσουλα περνούσε απ’ έξω απ’ την πόρτα  και φώναζε να πάμε στην εκκλησία, ήταν εκεί κοντά, πήγαινε με δυο μικρά παιδάκια  και άρχιζαν τις ψαλμωδίες εν χορδής και οργάνεις κάτι σαν Gospel Music. Έλεγα πάντα ευχαριστώ δεν έχω καιρό. Μια μέρα γοερές κλάψες ακούστηκαν στην γειτονιά απ τα παιδιά της, τους είχε βάλει καυτερή πιπεριά στα χείλη γιατί μαρτύρησαν στον πατέρα τους ότι η μάνα είχε γκόμενο τον πάστορα…
                    *
Μια Κυριακή περπατούσα  στο Fort Tryon Park της Νέας Υόρκης όπου μερικοί πιστοί του His  Divine Grace Bhaktivedanta S. Prabhupada με ξυρισμένο κεφάλι και μια αλογοουρά στην μέση με ένα ντέφι χόρευαν, Ινδουιστές krsna όπου πίστευαν στην μετενσάρκωση  είχαν μάλιστα μαζί τους και μια νεαρά Ελληνίδα με την οποία συζητήσαμε καθισμένοι στο παγκάκι, μάλιστα μου δώρισε κι ένα βιβλίο Life Comes from Life
                    *   
  Η Αμέλια με πήρε απ’  το χέρι περήφανη για την γνωριμία της και με πήγε στην εκκλησιά της με σύστησε στον Ιερέα αυτός έβγαλε ένα επιφώνημα.
Ω! Μα αυτός είναι σχισματικός της είπε. Η σκηνή στο λιμάνι του Niquero Cuba.
                    *
Τελικά θυμήθηκα και τον παπά του χωριού μου όπου έκανε λιτανείες εποχή ξηρασίας παρακαλώντας την Παναγία να βρέξει, λέγανε ότι παρακολουθούσε την αλλαγή φεγγαριού οπότε υπήρχε η πιθανότητα να βρέξει.
                    *             
Όλοι αυτοί προσευχόταν σε μια ανωτέρα δύναμη που την ονομάζουν Θεό, ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο… Άρα να ήταν ο ίδιος Θεός; 

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


  

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Oi Αναμάρτητοι

                                  Οι Αναμάρτητοι:


Το κορίτσι και τ’ αγόρι προχωρούσαν αγκαλιασμένοι στη ζούγκλα με οδηγό τους τ’ αχνάρια του  μονοπατιού  που είχαν αφήσει τα τεράστια ξανθά μερμήγκια, αυτά που ξεγύμνωναν τα δένδρα από τα φύλλα τους. Στα χέρια τους κρατούσαν χατζάρες «ματσέτες» κι άνοιγαν δρόμο στην πυκνή βλάστηση. Σε κάθε τους βήμα με το θρόισμα των θάμνων σηκωνόταν κουνούπια σα σύννεφο κι επιτίθεντο.
Για προστασία είχαν δέσει στην πλάτη τους μακριά άδεια τσουβάλια,  έψαχναν για ξερόκλαδα   να ανάψουν φωτιά στην καλύβα τους  που ήταν φτιαγμένη από κορμούς δένδρων. Η σκεπή ήταν πλεγμένη από φύλλα φοίνικα. Αλλά  πράμα παράξενο μερμήγκια δεν φαινόταν πουθενά.
-Μπορεί να τα έφαγαν οι ιθαγενείς, είπε το  κορίτσι.
Ένα τεράστιο δένδρο γεμάτο καρπούς φάνηκε μπροστά τους.
-Για κοίτα ένα αρτόδενδρο, είπε το αγόρι,
-Αυτό δεν είναι αρτόδενδρο αλλά το στοιχειωμένο δένδρο, λέγεται χίκαρα,   τα φρούτα του μοιάζουν σαν κολοκύθες αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκροκεφαλές ντυμένες, είπε το κορίτσι…
-Είναι ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την παράδοση των ιθαγενών Μάγια, ξανά είπε το κορίτσι. Εάν  κόψει το φρούτο γυναίκα μένει έγκυος.
-Καλύτερα  να γυρίσουμε είπε το αγόρι, που είχε αρχίσει να φοβάται.

Η ζέστη ήταν φοβερή, σταμάτησαν να βουτήξουν στο μικρό ποταμάκι, ψάρεψαν με δόλωμα από σκουληκάκια που έβγαλαν από το χώμα, περόνιασαν τα ψάρια  σε σχοινί από ρίζες ‘bejucos’  αυτές που φυτρώνουν  ανάποδα που κρέμονται απ’ τα ψηλά κλαριά των δένδρων. Πήγαν στην καλύβα τους
  Άναψαν φωτιά τα ξερά-κλαδιά έψησαν τα ψάρια, έστω κι ας είχαν μια μυρωδιά βρεγμένης γης. 
Τα υπόλοιπα τα αλάτισαν και τα άπλωσαν στον ήλιο να ξεραθούν. 
Κοιμήθηκαν στην καλύβα τους αγκαλιά, κουκουλώθηκαν με την κουνουπιέρα, οι νυχτερίδες πετούσαν γύρω τους, τα ποντίκια χάθηκαν από τον φόβο. 
Τι δύναμη έχει η έλξη, το  εσύ κι εγώ, η αγάπη, η καταπράσινη  φύση, η ξεγνοιασιά, η ελευθερία,   έτσι όπως οι πρωτόπλαστοι, τι όμορφα που έφτιαξε ο Θεός τον κόσμο, μα και την  σκέψη της ελπίδας  για αύριο:  έχει  ο Θεός!
Κι όλα αυτά πριν την αμαρτία!
Αφού δεν δοκίμασαν να κόψουν τον απαγορευμένο καρπό. 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 


Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Της Ναυτικής Ζωής

                                      Της  ναυτικής  ζωής…  


Το πρωινό καλημέρισμα με τη λέξη σκάντζα, ήταν η ρουτίνα, αμέσως  ο καφές στη γέφυρα, προσέχαμε και για τις κατσαρίδες, οι αφιλότιμες είχαν το ίδιο χρώμα, η προθέρμανση της κουζίνας, τα ψαρόλαδο στην κουβέρτα, το ματσακόνι ο θόρυβος από τα βίντσια στα λιμάνια, οι μπουκαπόρτες αραδιασμένες στην κουβέρτα πάνω από τα μεντζανιά οι μουσαμάδες, η αρματωσιά της μαγκιόρας, οι αλάδωτες μπαστέκες, τα συρματόσχοινα μπλεκόταν στα πόδια μας.
   Ο καθαρισμός της φασίνας να την δένω με ιβιλάϊ και να την πετώ στη θάλασσα.   

Μετά η γρίνια για το φαγητό, πάντοτε δεν ήταν ευχαριστημένοι, κάτι θα εύρισκαν, οι φουρτούνες το τραβέτσομα, το μπότζι, τα σίδερα βαλμένα στην κουζίνα σε τετραγωνικά διαστήματα, το άνοιγμα των ποδιών για να μην κατρακυλήσουμε, και ο θόρυβος κάθε κύματος που χτυπούσε την πλώρη, ανασηκωνόταν κι έπεφτε πάλι στην ράχη του, κάνοντας ένα δαιμονισμένο θόρυβο. Το κατάστρωμα γέμιζε τόνους νερό, έτρεχε από τα μπούνια λες και ήταν οι πηγές της νεότητας.  Κι εμείς καρτερικά κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο, σα να θέλαμε να πάρουμε θάρρος από τα βλέμματά μας, σα να λέγαμε υπάρχει και στεριά, κάποτε θα φθάσουμε αγάντα…
Όλα αυτά τα συμβάντα ήταν ο πηλός του δημιουργού που έπλαθε τον χαρακτήρα μας, εμάς των εφήβων, μάλλον ο μισός πηλός, ο άλλος μισός ήταν οι γυναίκες στα λιμάνια.  Είναι αυτές που μας έπλασαν που μέσα τους μας έδωσαν την αυταπάτη ότι είμαστε συνάνθρωποι, άντρες, είναι αυτές βλέπαμε και μας έβλεπαν σαν αντικείμενα.
Με την Ρίτα περπατήσαμε στο λιμάνι του Αμβούργου, μου εξηγούσε  την παράδοση που είχαν ότι κάθε πλοίο που μπαίνει στο λιμάνι παιανίζει ο εθνικός ύπνος της σημαίας του πλοίου. Ήταν τόσο άνθρωπος ώστε το πρωί με συνόδευε να με πάει στο βαπόρι μου.
Με την μικρή  Τζαμαϊκανή στο Kingston, πίναμε μπύρα  Red Stripe, επισκεφθήκαμε τα γραφεία της εφημερίδας  Daily Cleaner, μετά τα γραφεία της εταιρίας παραγωγής Ρούμι   Appleton Estate, μας έδειξαν  φωτογραφίες με βαρέλια που έδιναν παλαιά στα πλοία με την επιγραφή Crew Rum  η μικρή μου φιλενάδα πάντα με συνόδευε ως την πύλη του λιμανιού ποτέ δεν με άφησε μόνο, βλέπεις οι δρόμοι ήταν επικίνδυνοι.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης