Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν' ανατέλει



Για άλλη μια φορά διάβηκα το κατώφλι του νέου χρόνου, έτσι θεωρώ καθήκον μου να αφιερώσω το παρόν, στο μέρος που γεννήθηκα, στο μέρος που πρωτάνοιξα τα μάτια μου, τιμής ένεκεν.

Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν’ ανατέλλει.

Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του γείτονα, αυτός είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω απ’ τη οροσειρά του καλόν-όρου, ακριβώς απέναντι απ’ τα Μαρκάτα, απ’ το παράθυρό μου, το παράθυρο του πατρογονικού μου σπιτιού, εκεί όπου πρώτο-ανάπνευσα, είναι αυτός που με θάμπωνε κι έκλεινα τα μάτια μου, όταν ευτυχισμένο μωρό θήλαζα της μάνας μου το γάλα, είναι αυτός, που με θώπευε με τις ακτίνες του στα κρύα του χειμώνα, είναι αυτός που μεγαλώσαμε μαζί. Είναι αυτός που χρύσωνε τις θημωνιές, είναι αυτός όπου ωρίμαζε τα στάχυα. Είναι αυτός που κλαίγαμε μαζί όταν κρυβόταν πίσω απ’ τα σύννεφα, είναι αυτός όπου με το φως του έμαθα γράμματα, είναι αυτός όπου μου δώρισε κι εξακολουθεί να μου δωρίζει την σκιά μου, την ποιο πιστή σύντροφο της ζωής μου, είναι αυτός που με περιμένει να με ξαναδεί κάθε καλοκαίρι. Να χαρώ τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάμπο, τις πέτρες, να μαζέψω λουλούδια, να τρέξω, να ιδρώσω, και τελευταία να με πάρει στην αγκαλιά του, τρέχοντας προς τη δύση, να μετρώ όπως τότε την απόσταση από την απέναντι βουνοκορφή πρώτα με την οργιά, μετά με τη σπιθαμή, μέχρι να δύσει, να χαθεί, να κοιμηθούμε μαζί στης νύχτας την αγκαλιά. Είναι τόσο δα λίγο αυτό που ζητώ, μια απλή σύνδεση με τα περασμένα, ένας άκοφτος ομφάλιος λώρος, ο ήλιος της Πυλάρου, ένα αιώνιο φωτισμένο μονοπάτι ελπίδας, όπου κάποτε μωρό μπέρδευα τα όνειρά με την φαντασία πλέοντας με βάρκα, στο λευκό ποτάμι του γαλαξία της νύχτας.

Τα πρώτα βήματα…

Το πάτωμα του σχολείου ήταν φτιαγμένο από κυπαρισσένιες σανίδες με ρόζους, έμοιαζαν με παπαρούνες απλωμένες σε βρώμικο κάμπο από τα παιδικά πατήματα, που όμως άνθιζαν λουλούδια. Η έδρα του δασκάλου ήτανε στην αίθουσα που είχε παράθυρο προς τον Μαΐστρο, εκεί πάνω σ’ ένα βάθρο ένα παλιό τραπέζι επάνω το μελανοδοχείο με μελάνι φτιαγμένο από φύλλα παπαρούνας με τη βοήθεια του ήλιου, η πένα και το πενάκι για αλλαγή. Πιο εκεί κάτι σα μισοφέγγαρο, το στυπόχαρτο. Η πλάκα με το κοντύλι σε μια σάκα πάνινη κρεμόταν στην πλάτη μου.

Οι πρώτες εικόνες…

Απ το ύψωμα του χωριού βλέπαμε τους ανεμόμυλους να γυρίζουν χαρούμενοι τα πάνινα φτερά τους πάντοτε ενάντια στην κατεύθυνση του αέρα. Οι χωριανοί θέριζαν τα χρυσά στάχυα, τα έδεναν σε θημωνιές, τ’ αλώνιζαν με άλογα στο πέτρινο αλώνι και με δικράνια έβγαζαν τ’ άχερα στη πνοή του δροσερού Μαΐστρου, έτσι μετέφεραν το σιτάρι στους ανεμόμυλους για να γίνει αλεύρι.
Θυμήθηκα και το τραγουδάκι που λέγαμε.
«Κάτω στην άκρη του χωριού που ο μύλος μας γοργά γυρνά, εκεί είναι και το φτωχικό το σπίτι μου το πατρικό. Εκεί πρωτάνοιξα το φως τα μάτια μου και τη χαρά και είμαι σαν ένας αδελφός με τ’ άλλα του χωριού παιδιά»…

Το τέλος,

Μετά ήρθε ο πόλεμος, η φυγή, ο ξεριζωμός, το χάος, το τέλος της παιδικής ηλικίας.


Το ζητούμενο,

Σήμερα δεν ζητώ τίποτα απ’ τη ζωή, μόνο λίγη νοσταλγική παιδική αθωότητα με τον ίδιο ήλιο, αυτή που μου έκλεψαν, αυτή που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


New York

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Πρωτοχρονιά στο πέλαγος,


Πρωτοχρονιά στο πέλαγος,
Και του χρόνου στα σπίτια μας…
Ήταν ένα βαπόρι τύπου Λίμπερτι αμερικανικής κατασκευής, είχαν αλλάξει σημαία από αμερικανική σε Λιβερίας και το πλήρωμα που είχε μπαρκάρει πριν από εμένα ήταν όλοι έλληνες φερμένοι από την Ελλάδα. Εγώ έπιασα το βαπόρι στη Νέα Υόρκη. Το όνομα του S/S “Elizabeth H” Το είχαν μετατρέψει σε δεξαμενόπλοιο. Φορτώσαμε στάρι από τη Νέα Ορλεάνη, για βόρειο Γαλλία, Χάβρη κι από εκεί, αφού έπλυναν τις δεξαμενές φορτώσαμε μελάσες ένα υγρό βαρύ, με μια απαίσια μυρωδιά πάλι για Νέα Ορλεάνη.
Οι περισσότεροι ναυτικοί, ήταν από το Περαχώρι Ιθάκης, πολλοί από Αστυπάλαια, από Σύρο, από Ύδρα, Κίμωλο, Χαλκίδα, δυο αδέλφια από την Νότια Πελοπόννησο, κι εγώ ο μοναδικός Κεφαλλονίτης.
Μια πλωτή κιβωτός όπου ο κάθε ένας μας ήταν κλεισμένος στον εαυτόν του, στα αγαπημένα του πρόσωπα, σε αυτά που περίμεναν τον αιώνιο οβολό για να συνεχίζουν να υπάρχουν. Παραμονή πρωτοχρονιάς μαζεμένοι στο καπνιστήριο όσοι δεν είχαν βάρδια ξαναζωντάνευαν τα έθιμα με το παιχνίδι 31 που είχε φουντώσει για καλά, η ώρα περνούσε, ο καμαρότος έφερε ξηρούς καρπούς, σταφίδα και πιοτό, όλοι μασουλάγαμε κάτι, ο μάγειρας είχε φτιάξει κουραμπιέδες, μελομακάρουνα.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς κατέβηκε ο πλοίαρχος από τη γέφυρα, ο καπετάν Κουκιάς από τη Σύρο, μας χαιρέτισε κάθε έναν προσωπικά με μια ευχή. Χρόνια πολλά και του χρόνου στα σπίτια μας παιδιά. Ο αέρας του Ατλαντικού βούιζε σα δαιμονισμένος, τα κύματα έσπαγαν τα μούτρα τους στην κουβέρτα, κι εμείς εκεί σκαμπανεβάζαμε με το σκαφίδι μας πέφτοντας στις υδάτινες χαράδρες. Ελάτε όλοι να κόψουμε και τη βασιλόπιτα, είπε ο καπετάνιος, πράγματι κόπηκε η πίτα, μου έτυχε το φλουρί, το αντίτιμο μια χρυσή λίρα Αγγλίας, μου έδωσαν $10.
Και του χρόνου στα σπίτια μας, ήταν η ευχή του καπετάνιου και όλων μας. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Πολλά, πάρα πολλά, μέχρι που χάθηκαν τα χρόνια, χάθηκαν τα σπίτια μας. Ποιος να φταίει; η θάλασσα η ξελογιάστρα; ο ωκεανός; οι καταστάσεις; ο χρόνος; η φτώχια; Από το πλήρωμα ένα παιδάκι αμούστακο από την Ιθάκη δεν πρόλαβε να γυρίσει, πνίγηκε στον Ειρηνικό ωκεανό, στο Ελ Σαλβαδόρ όταν μετά το φαγητό βούτηξε για μπάνιο κι έμεινε.
Όλοι οι υπόλοιποι χαθήκαμε στην αγκαλιά του χρόνου, ποιος ξαναβρήκε το σπίτι του, δεν μπορώ να ξέρω, σε αυτό το πλοίο υπηρέτησα ένα χρόνο, μετά έφυγα στο Baton Rouge Louisiana κι από εκεί ως ναυτικός για Νέα Υόρκη, στη μνήμη μου όμως έμεινε η ευχή του γυρισμού να παραδέρνει μόνη της και μετά να χάνεται να βουλιάζει στον ατλαντικό. Απέμεινε στη μνήμη μου, η σκιά του μάγειρα που νιόπαντρος είχε αναγκασθεί να μπαρκάρει, σε τέτοιες χρονιάρες μέρες μόνος του, σκυθρωπός, αποτραβηγμένος από τους υπόλοιπους ούτε μίλαγε, ούτε άκουγε, ούτε έπαιζε. Απέμεινε η ανάμνηση της συντροφικής θαλπωρής στη μέση του ωκεανού, με γυρισμένα τα βλέμματα μας πίσω στην πατρίδα με δακρυσμένα μάτια, ευχόμενοι να πραγματοποιηθεί η ευχή, είμαστε αιχμάλωτοι του ωκεανού, προς στιγμή δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο. Και του χρόνου στα σπίτια μας αδέλφια. Ένα κύμα πιο χοντρό από τ’ άλλα ταρακούνησε το βαπόρι, ακούστηκε να τρίζει, σηκωθήκαμε όρθιοι ανοίξαμε τα πόδια μας για ισορροπία, απ’ την βαλβίδα του καλοριφέρ μας, ξέφευγε μια αραχνοΰφαντη ασημένια κλωστή ατμού και τσίριζε για να μας υπενθυμίσει ότι να, η καρδιά (του βαποριού) εξακολουθεί να χτυπά. Έτρεξα στο πλωριό αριστερό δωμάτιο του κομοδέσιου και ξάπλωσα, έβαλα αντιστύλι τα πόδια μου στον σκελετό του κρεβατιού για να μην με πετάξει κάτω, άναψα το φωτάκι, πήρα την Ανάσταση του Τολστόι διάβασα μερικές σελίδες μέχρι να με πάρει ο ύπνος, ονειρεύτηκα σαν να ήμουν ένας πιγκουίνος που λικνίζεται στα κύματα, κάτοικος του υγρού στοιχείου, κάτοικος της θάλασσας…
Και του χρόνου στα σπίτια μας, έμεινε η βοή της ευχής του πλοιάρχου στα αυτιά μου, μια ευχή όπου έμεινε αιωρούμενη, που χάθηκε στου ατλαντικού την απεραντοσύνη, μέχρι που και τα σπίτια μας χάθηκαν κι αυτά…


Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Η φωτογραφία στο s/s “Elizabeth H” όλοι οι συνάδελφοι φίλοι στο πέλαγος διασχίζοντας τη νοητή γραμμή του τροπικού του καρκίνου, ταξιδεύοντας για Κούβα.
Είμαι- στη μέση της σωσίβιου κουλούρας…

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη:


Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη:


Όταν θεωρείτο (ακόμα θεωρείται) έγκλημα η αναζήτηση εργασίας χωρίς άδεια.


Ήταν Νοέμβρης στη Νέα Υόρκη, ο μήνας όπου άρχιζαν οι χειμωνιάτικες εορτές, το φαγητό στα κρατητήρια στο νησί του Έλλις το οποίο βρίσκετε στο στόμιο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, είχε τα κακά του χάλια. Την ημέρα των ευχαριστιών μας σερβίρισαν, μια ψωμισμένη γέμιση γαλοπούλας με ένα κομμάτι κρέας της, πατάτα πουρέ, και ένα κόκκινο ζελέ ‘cranberry’ με μια γλυκόξινη γεύση. Έμοιαζε σα να έτρεμε. Πρώτη μου φορά το δοκίμασα, μου άρεσε. Ήρθαν διάφοροι κήρυκες ευαγγελιστές που μας παρότρυναν να διαβάζουμε την αγία γραφή, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτούς τους κήρυκες της εκκλησίας της χριστιανικής επιστήμης, -Christian science- ερχόταν τακτικά μας έφερνα βιβλία, πολλά και μας δίδασκαν την πίστη και τον βίο της ιδρύτριας της, Mary Baker Eddy
Την δεύτερη φορά που έφαγα γαλοπούλα κάτι τι παρόμοιο ήταν στην καφετέρια των 57 δρόμων στο Μανχάταν, ήμουνα μόνος, ξέμπαρκος μετά από πολλά χρόνια μην έχοντας που να περάσω την ημέρα των ευχαριστιών, να σκοτώσω την ώρα μου, έκανα οπτική παρέα μόνο παρατηρώντας τους υπόλοιπους μονάχους συνήθως ηλικιωμένους καθώς τρεμούλιαζαν τα μαχαιροπήρουνα στα χέρια τους..
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο νησί Έλλις. Παραμονές Χριστουγέννων ήρθε ένας έλληνας παπάς, ρώτησε για έλληνες κρατούμενος, κάποιος φώναξε ήρθε να μας μεταλάβει πριν την εκτέλεση. Μαζί του κουβαλούσε και δυο-τρεις κυρίες της φιλόπτωχου.
Μας έφεραν τα παραδοσιακά γλυκά και μας σύστησαν υπομονή παιδιά υπομονή. Πέρασαν και τα Χριστούγεννα, έτσι κρύα, ωμά, μαύρα, χωρίς ελπίδα, χωρίς ελευθερία, χωρίς να αισθανθεί κανένας μας για την επέτειο της γέννησης του θεανθρώπου. Ο έλληνας προξενικός λιμενάρχης της Νέας Υόρκης, μαζί με αντιπρόσωπο της Π. Ν. Ο. (Πανελλήνιος Ναυτική Ομοσπονδία) μας επισκεπτόταν και μας μετρούσαν, μετά η ελληνική αρχή αντιπροσωπευόμενη από τον λιμενάρχη, αντί να μας ρωτήσει αν χρειαζόμαστε βοήθεια, φώναζε κατά μέρος έναν σπιούνο και τον ρωτούσε να μάθει τα πολιτικά μας φρονήματα.
Ήρθε και η πρωτοχρονιά, αποβραδίς ξάπλωσα αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ, όταν έσβησαν τα φώτα σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα δίπλα από το σίδερο-καγκελόφραχτο παράθυρο. Στην κάτω δεξιά γωνία είχε μια μικρή καθαρή επιφάνεια, κόλλησα το μάτι μου, καθώς έβλεπα απέναντι τους φωτισμένους ουρανοξύστες του Μανχάταν, άρχισα να ονειρεύομαι. Δίπλα μου με παράστεκε το φως της δάδας του αγάλματος της ελευθερίας, όλα αυτά μου έφεραν μια πικρία, αισθάνθηκα τη διαφορά της κοινωνίας, σα να ήμουν ο αποδιοπομπαίος φταίχτης μιας επιφανειακής κοινωνίας όπου έβλεπε στο πρόσωπό μου τον συνωμότη τον επικίνδυνο λαθραίο. Πίσω στην Ελλάδα, αυτοί που απέμειναν περίμεναν την βοήθεια μου, η φτώχεια, τα ερείπια του εμφυλίου σε όλο τους το μεγαλείο, η ελπίδα τους πάνω μου. Παντού έβρισκα κλειστές πόρτες.
Μπροστά μας στα νερά του λιμανιού ήταν φουνταρισμένη η σημαδούρα ναυσιπλοΐας έστελνε έως το παράθυρό μου τα βογκητά της καθώς την ανεβοκατέβαζε το κυματάκι κι αναβόσβηνε ρυθμικά ένα της μικρό φωτάκι. Τα μεσάνυχτα ακούστηκαν οι σφυριξές των βαποριών αυτών που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Νέας Υόρκης καλωσορίζοντας τον καινούργιο χρόνο, όπως ήταν το ναυτικό έθιμο.
Ένα παράπονο με έπιασε, ένα τεράστιο γιατί, ένα μίσος για τους ανθρώπους, για την κοινωνία, προσπαθούσα να καταλάβω πως έφθασα έως εδώ, ζαρωμένος στη γωνιά όπως ήμουν θυμήθηκα την επιγραφή στην εκκλησία του χωριού μου.
-Αγαπάτε αλλήλους- δακρυσμένος, έκατσα κατάχαμα κι αποκοιμήθηκα. Ξάφνου άκουσα κλειδιά αλυσίδες τρομαγμένος ξύπνησα, έτρεξα στο κρεβάτι, χώθηκα κάτω απ’ το σκέπασμα με ένα συναίσθημα ανημποριάς.
Ήταν ο φύλακας που με ένα ρόπαλο στο χέρι χτυπούσε το σκελετό του κρεβατιού φωνάζοντας, 5 η ώρα σηκωθείτε, ώρα να κλεισθείτε σε μια κοινή αίθουσα, κάθε ένας που έβγαινε από τα κελιά ακουγόταν κι ένα κλικ, ένας φύλακας στην αρχή της σκάλας πατούσε ένα κουμπί και μετρούσε κεφάλια, κεφάλια που δεν είχαν νόμιμα χαρτιά, ή που είχαν χάσει το βαπόρι τους, ανθρώπινα κεφάλια που τόλμησαν να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον, μια δουλειά ένα μεροκάματο, στην τότε χώρα της δημοκρατικής αφθονίας.

Η φωτογραφία είναι παρμένη από την πλώρη ενός ποντοπόρου πλοίου, όπου ήμουν πλήρωμα, φαίνετε ως να έχει σφηνωθεί μέσα στους Αμερικανικούς ουρανοξύστες. Πάντως δε πατούσα σε αμερικανικό έδαφος

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Φύγαμε και όμως Ελλάδα σ' αγαπάμε!

Φύγαμε και όμως Ελλάδα σ’ αγαπάμε!

Οι Έλληνες μαγκουροφόροι συνέλαβαν τον πατέρα του Μάκη, λέγανε ότι θα τον εκτελούσαν. Η χωροφυλακή δεν επέβαινε, σιωπηλά επικροτούσε τις ενέργειες των παραστρατιωτικών δεξιών αποσπασμάτων. Έτρεξαν χωριανοί, φίλοι, η μάνα του Μάκη, τα παιδιά του ξυπόλυτα έκλαιγαν, παρακαλούσαν, αφού τον ξυλοφόρτωσαν σχεδόν ετοιμοθάνατο τον έφεραν στο σπίτι. Στα μάτια τους ήταν ένοχος, γιατί είχε πιο πλατιές ιδέες για την κοινωνία, ήξερε να διαβάζει. Εποχή του εμφυλίου στην Πύλαρο .
Ο Μάκης ανήλικος φοβισμένος κλείσθηκε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο από την χαραμάδα του παραθύρου παρακολουθούσε, έκλαιγε κρυφά, η μάνα του, αν και άρρωστη του έδινε θάρρος. Τα μικρότερα αδέλφια του σφιγγόταν πάνω της, η θεια του αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που ο πατέρας του είχε μάθει γράμματα, ήταν απόφοιτος σχολαρχείου, είχε μάθει να διαβάζει. Η θεια βλαστημούσε τα βιβλία.
-Του τόλεγα εγώ, μην διαβάζεις μην παίρνεις εφημερίδα, δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Αλλά ποτέ του δεν με άκουγε, έλεγε κλαίγοντας.


Ο νόμος του δυνατότερου:

Οι δήμιοι μαγκουροφόροι είχαν αφήσει διαταγή αν δεν πεθάνει
μέχρι την επόμενη μέρα πρέπει να φύγει απ’ το νησί.
Οι μαγκουροφόροι ήταν έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι,
έβγαλαν φιρμάνι, αφού διαβάζει δεν είναι ένας από εμάς πρέπει να εξοριστεί.

Η εξορία,

Βρέθηκε ένα καΐκι, για την Πελοπόννησο ο σωτήρας τους,
βρέθηκε ένα άλογο να σέρνει καρότσα, βρέθηκε ένα αχυρένιο στρώμα,
μια βουβή συνοδεία, προς το λιμάνι, η μάνα του και ο Μάκης.
Το καΐκι της εξορίας, το κατάστρωμα για ξάπλα,
τα άρμπουρα χάθηκαν στον κυκλικό ορίζοντα μαζί μ’ ένα παντοτινό αντίο,
πήρε τον πατέρα μακριά, για τους άλλους ένα αμφίβολο αύριο.

Η καινούργια τους ζωή:

Με το πέσιμο του ήλιου γυρίσανε σπίτι, ερημιά,
οι δήμιοι έκοβαν βόλτες απ’ έξω.
Οι κουκουβάγιες φωλιασμένες στα κυπαρίσσια λαλούσαν πένθιμα,
τ’ αστέρια λάμπανε στο νυχτερινό ουρανό,
ο γαλαξίας μας, ξεχώριζε στον ουρανό σαν ποτάμι λευκού γάλακτος
που ρέει από τα στήθη της θεάς Ήρας.
Μάταια ο Μάκης προσευχήθηκε, για μερικές σταγόνες γάλα, για αυτόν είχε στερέψει.
Η ανέχεια άνοιξε τα φτερά της για ακόμη μια φορά. Τούτη τη φορά το μαχαίρι χώθηκε πιο βαθιά βρήκε κόκαλο, άνοιξε πληγές πόνεσε πιο πολύ γιατί ήταν από αδέλφια έλληνες…
Ανήμπορος για να ζήσει παιδάκι, ο Μάκης έφυγε, ήταν η μόνη ελπίδα αυτών που έμειναν.
Τα χρόνια πέρασαν αλωνίζοντας στην ξενιτιά, ο χρόνος έφθειρε τη σάρκα, τα πιο αγαπημένα πρόσωπα έφυγαν για το μακρινό ταξίδι με βάρκα στον Αχέροντα. Τι απέμεινε; Τα σπίτια ερείπια, δένδρα, βουνά, πέτρες, και η Ελλάδα. Ο Μάκης ασπρομάλλης ξαναγύρισε θυμούμενος τα περασμένα, βρήκε μια άλλη Ελλάδα, φιλούσε ότι είχε απομείνει, ακόμα και τα δένδρα, τις πέτρες, τα δάκρυά του πότιζαν το χώμα και ένα αιώνιο παράπονο του έκαιγε τα χείλη. Γιατί;

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

H θυσία του κόκορα:

Η θυσία του κόκορα:


Συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς Άντεν Υεμένης, εκεί πλευρίσαμε για καύσιμα μαζούτ και τρόφιμα, ήρθε καινούργιο πλήρωμα μηχανής από Ελλάδα, εργάτες ντόπιοι μπήκαν στο αμπάρι μετατόπισαν το χωματένιο φορτίο, και έφραξαν προσωρινώς τις τρύπες από τα καρφιά που είχαν φύγει, αυτό δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν έβαλαν τσιμέντο, ή με κάποια άλλη πατέντα. Μετά ήρθε διαταγή να φύγουν όλα τα ζώα από το βαπόρι, αυτά που είχαν πάρει από την Ινδία, μια ξανθιά μαϊμού κι ένας σταχτής πίθηκος, ξεμπάρκαραν στο Άντεν. Με την ξανθιά μαϊμού δεν είμαστε ποτέ φίλοι, δεν με χώνευε κι όποτε με έβλεπε έτριζε τα δόντια της, αν και ο αφεντικός της (ο υποπλοίαρχος) την είχε δεμένη με ένα κολάρο στο λαιμό κι αλυσίδα στη σκάλα που πήγαινε προς τη γέφυρα. Πολλές φορές την έφερνε για παρέα στο σαλόνι όπου έτρωγαν οι αξιωματικοί, ε! Από εκεί νομίζω άρχισε η εχθρότητά μας, δεν της έδινα σημασία. Ο κόκορας έμεινε στο βαπόρι μαζί με έναν μαύρο γάτο. Φύγαμε από το Άντεν περάσαμε την ερυθρά θάλασσα, το κανάλι του Σουέζ, στο Port Said ήρθε καινούργιο πλήρωμα, ένας καπετάνιος Κεφαλλονίτης κάπως άγριος, ο οποίος έβαλε στο μάτι τον κόκορα.
Κάποτε φτάσαμε στο Ρότερνταμ Ολλανδίας, αφού ξεφορτώσαμε, πήγαμε για δεξαμενή κι επισκευές στο Schiedam, ερχόμενος ο εφοπλιστής μια μέρα μέσα βλέπει τον μαύρο γάτο, ρε μου λέει τίνος είναι ο γάτος; Να το πετάξεις έξω είναι γρουσουζιά. Τον πήρα λοιπόν το βραδάκι τον έβαλα σε ένα τσουβάλι και τον πήγα μερικά τετράγωνα πιο κάτω, τον άφησα ελεύθερο. Την άλλη μέρα πάλι μέσα ο γάτος, κάποιος μου είπε θα τον πας με το τραμ κλεισμένο σε ένα τσουβάλι και θα το ανοίξεις στην πόλη του Ρότερνταμ. Έτσι κι έγινε κατέβηκα από το τραμ με το τσουβάλι, σε μια τεράστια πλατεία το μόνο που θυμάμαι μπλε φώτα με τη λέξη CENTRAL εκεί πιο πέρα είχε ένα άγαλμα παρίστανε έναν άνδρα διαμαρτυρόμενο εναντίον των ναζιστών με τα χέρια ψηλά και το κορμί του κομματιασμένο. Εκεί άνοιξα το τσουβάλι, ο γάτος τόβαλε στα πόδια και χάθηκε.
Μετά πήγαμε στην Bremen Γερμανία για να βάλουν την τουρμπίνα, ανάμεσα στα δυο αυτά κράτη καθίσαμε 4 μήνες. Αφότου τελείωσαν οι επισκευές βάλαμε ρώτα για Κούβα.
Στη μέση του Ατλαντικού μου λέει ο μάγειρας ξέρεις έχω φτιάξει του καπετάνιου ένα ειδικό φαγητό, οπότε θα πρέπει να του το πας στο σαλόνι θα φάει λιγάκι αργά σήμερα. Μάλιστα, εγώ ο ίδιος του πήγα τον κόκορα χωρίς να έχω πάρει χαμπάρι, για να ακούσω του καπετάνιου τα σχόλια, α! πα, πα! Το παλιόπουλο είναι σκληρό δεν τρώγεται.
Στο βαπόρι μέσα υπήρχε ανάμεσα στους ναύτες κι ένας κουβανός ο José Dueñas σε αυτόν αποτάθηκε ο καπετάνιος να σφάξει τον κόκορα, και να τον πάει στον μάγειρα…

Οι Ναυτικές ιστορίες του καιρού εκείνου δεν τελειώνουν ποτέ! Εδώ όμως τελείωσε, αυτή η μικρή ιστοριούλα.



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Εκεί όπου σήμερα είναι η φωλιά των πειρατών:





Εκεί όπου σήμερα είναι η φωλιά των πειρατών

Ταξιδεύαμε στον Ινδικό ωκεανό φορτωμένοι σιδηρομετάλευμα (μινεράλι) λιμάνι αναχωρήσεως Murmagao India. Προορισμός μας Ρότερνταμ Ολλανδία.
Ένα φορτηγό βαπόρι παλαιό στα κακά του χάλια, εποχή των μουσώνων. Βουνά τα κύματα μπροστά μας, μας έπνιγαν, τα φινιστρίνια και οι πόρτες σφαλισμένα, σε κάθε βουτιά της πλώρης στην άβυσσο κρατιόμαστε για να μην πέσουμε κάτω. Πάνω στην κουβέρτα έσκαγαν τα κύματα σα να ήταν βόμβες, ο αέρας σφύριζε στα ξάρτια λες και ήταν το τέλος του κόσμου. Άυπνοι, κουρασμένοι, προσευχόμαστε, ο κάθε ένας στον δικό του θεό να φτάσουμε σε στεριά. Όρθιοι με τα πόδια ανοιχτά για στήριγμα τρώγαμε κάτι πρόχειρο, αλλά και μέσα μας υπήρχε ο φόβος μην βουλιάξουμε, που όμως κανένας δεν τολμούσε να το πει. Το βαπόρι αν και φορτωμένο η προπέλα ξενέρωνε κι άρχιζε μια τρεμούλα λες και είχε πυρετό. Ξάφνου είδα τον Α! μηχανικό έναν Αργεντινό να τρέχει προς την γέφυρα με ένα χαρτί στο χέρι. Άρχισαν οι διαπληκτισμοί με τον έλληνα καπετάνιο, τι να συμβαίνει άραγε; Γρήγορα μαθεύτηκε τελείωναν τα καύσιμα, είχαμε για μερικές ώρες μόνο.
Έστειλαν τηλεγράφημα, στο γραφείο στη Νέα Υόρκη, ο τηλεγραφητής βραζιλιάνος. Όχι μόνο τελείωναν τα καύσιμα αλλά υπήρχε κίνδυνος να βουλιάξουμε με τέτοια θαλασσοταραχή. Το βαπόρι πάλευε με τα κύματα για 20 συνεχείς μέρες, ήταν με μηχανές παλινοδρομικές, και τουρμπίνα, η τουρμπίνα όμως ήταν χαλασμένη έτσι ταξιδεύαμε μόνο με την παλινοδρομική. Μέγιστη ταχύτητα 5 μίλια την ώρα. Διαταγή ήρθε απ το γραφείο αν τα καταφέρουμε να πάμε να ποδίσουμε σε ένα νησί που ήταν πιο πλησίον μας τη ΣΟΚΟΤΡΑ.
Κατά κακή μας τύχη όπως πλησιάζαμε κάτω από την προστασία ενός βουνού το βαπόρι σκάλωσε σε ύφαλο. Μείναμε εκεί καρφωμένοι μέχρι που τελείωσαν τα καύσιμα. Νύχτωσε. Έγιναν προσπάθειες να ξεκολλήσουμε ανάμεσα σε καυγάδες και φωνές υστερίας, βούλιαξε η μια σωσίβιος λέμβος, που είχαμε ρίξει για να φουντάρουμε την άγκυρα της πρύμης ώστε να βιράρουμε μαζί και η μηχανή όπισθεν, οι ναύτες βρέθηκαν στην θάλασσα, ένας ισπανός που δεν ήξερε κολύμπι φώναζε βοήθεια, του ρίξαμε κουλούρες σωσίβια. Ευτυχώς που η λέμβος αυτή αν και γεμάτη νερό δεν βουλιάζει, έχει πολλά στεγανά, έτσι κατορθώσαμε να την δέσουμε και να την φέρουμε πάλι στο βαπόρι, χάσαμε την άγκυρα μαζί με κάβους. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συναρπαστική ιστορία.
Μας πλησίασαν πιρόγες με ντόπιους, αλλά τι να μας πουν ή τι να μας κάνουν, τίποτε.
Εφόσον δεν υπήρχαν καύσιμα δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε κουζίνα ούτε φαγητό, σπάσαμε κάτι παλιές μπουκαπόρτες και ανάψαμε φωτιά με ξύλα, τι να φάμε όμως, ψαρεύαμε, το καλό ότι είχε ψάρια, ούτε δουλειά ούτε βάρδιες. Περάσαμε τη νύχτα στο πόδι, κατά τα ξημερώματα είδαμε το βαπόρι να πλέει, αλλά χωρίς μηχανή τότε ρίξανε την άγκυρα στην θάλασσα αυτό που είχε συμβεί είχε γυρίσει η παλίρροια και μας σήκωσε, έτσι μείναμε αγκυροβολημένοι.
Στην κατάσταση αυτή μείναμε τρεις μέρες, ούτε φαΐ ούτε νερό, νερό βγάναμε με μια χειροκίνητη αντλία από το Deeptank αφήναμε να κατακάτσει η άμμος και μετά πίναμε. Μετά από τρεις μέρες ήρθε ένας ναυαγοσώστης-ρυμουλκό από το ADEN μας πλησίασε, μας είπε να περιμένουμε να πέσει ο αέρας και μετά θα μας ρυμουλκούσε. Εν τω μεταξύ τον παρακαλέσαμε να μας πάει έξω στην στεριά να αγοράσουμε τίποτε ζωντανά για να φάμε. Πράγματι μας έστειλε μια βάρκα πήγα μέσα εγώ ως υπεύθυνος τροφοδοσίας ο έλληνας υποπλοίαρχος και ο έλληνας δεύτερος μηχανικός. Λίγο πριν πατήσουμε το πόδι μας στη στεριά πέσαμε στη θάλασσα γιατί τα νερά ήταν ρηχά. Μας υποδέχθηκε ένας φύλαρχος με αραβικά ρούχα, του εξηγήσαμε ότι θέλουμε να αγοράσουμε κατσίκια, φύγετε μας είπε κι ελάτε αύριο το πρωί, πρέπει να πάμε στα βουνά να τα πιάσουμε. Ένα παιδάκι με πλησίασε, τα μάτια του ήταν γεμάτα μύγες κρατούσε έναν άσπρο κόκορα και μου τον πρόσφερε τον αγόρασα με κάτι λίρες όπου μου έδωσε ο άνθρωπος της βάρκας. Έγινε η μασκότ του βαποριού. Γυρίσαμε στο βαπόρι άπρακτοι. Την άλλη μέρα το πρωί έκοψε ο αέρας, το ρυμουλκό έκοψε τις άγκυρες κι από τις καδένες μας έδεσε και μας ρυμουλκούσε προς ADEN Υεμένης, όταν την άλλη μέρα με το φως είδαμε ότι το βαπόρι έγερνε προς την πρύμνη κι αριστερά. Φωνάξαμε σταμάτησε η ρυμούλκηση, άνοιξαν τις μπουκαπόρτες από το αμπάρι #4 ήταν γεμάτο νερό. Απέναντί μας φαινόταν οι ακτές της Σομαλίας εκεί σταματήσαμε, κατέβηκαν δύτες, βρήκαν ότι με την πρόσκρουση στην ύφαλο είχαν φύγει καρφιά από τις λαμαρίνες, κι έμπαζε νερό. Με σφήνες βούλωσαν τις τρύπες κι εξακολούθησαν την ρυμούλκηση πλέοντες προς το ΑΝΤΕΝ Υεμένης.
Πρέπει να σημειώσω ότι εφόσον το βαπόρι δεν είχα καύσιμα δεν δούλευαν οι αντλίες - υπάρια για να βγάζουν τα νερά από τις σεντίνες…
Έως εδώ για σήμερα, η ιστορία δεν τελειώνει είναι πολύ μεγάλη, κι έχει συνέχεια…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη
Στην φωτογραφία μαζί με συνάδελφο ακούρευτοι μετά από 120 μέρες πέλαγος στον πηγαιμό για τον κόλπο της Βεγγάλης.
Η άλλη φωτογραφία στην αγκαλιά της θάλασσας

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Αναμνήσεις που δεν πεθαίνουν ποτέ:


Αναμνήσεις που δεν πεθαίνουν ποτέ.
Η ναυτική ζωή είναι γεμάτη, περιπέτειες και απρόοπτα, για εμένα είναι γεμάτη αναμνήσεις. Και όχι μόνο, αλλά μεγάλωσα έγινα άνδρας μέσα στις πλώρες, άσχετο αν τώρα είμαι στεριανός της Νέα Υόρκης. Ε! κάποτε έπρεπε να υπάρξει ένα τέλος.
Το πλοίο όπου ήμουν πλήρωμα ήταν ένα μικρό φορτηγό μιας παλιάς τεχνολογίας δεκαετίας του 1940-50
Συνήθως φορτώναμε από Νέα Υόρκη για Αβάνα Κούβα, στην ρώτα μας προς νότο για να αποφύγουμε το ρεύμα του Gulf Stream πηγαίναμε πλησίον της στεριάς, από δε τη δεξιά μεριά της πρύμης πάνω στην κουπαστή και δεμένο πάνω στις πίντες ένα μακρύ ξύλο όπου στηριζόταν το δρομόμετρο «παρκέτα» με το σχοινί αμολημένο στη θάλασσα, όπου στην άκρη του στριφογύριζε ένας μικρός έλικας ο οποίος έδινε στροφές κι έγραφε τα μίλια στο κοντέρ. Κάθε μεσημέρι μετά από το στίγμα του βαποριού με τον εξάντα, έπαιρναν και τα μίλια του δρομόμετρου «παρκέτας» κι άρχισαν οι υπολογισμοί αν μας παρέσυρε το ρεύμα κλπ… το τιμόνι ένα ηλεκτρικό κατασκεύασμα της AEG είχε την ιδιοτροπία μερικές φορές να κολλάει, πότε δεξιά πότε αριστερά και το βαπόρι έκανε κύκλους μέχρι να τρέξουν οι μηχανική πίσω στο τιμονάκι να ξεμπλέξουν τα γρανάζια. Εκτός αυτού είχε και χειροκίνητο μια μεγάλη ρόδα, πυξίδα μόνο μια, τη μαγνητική.
Πολλές φορές αφού διάβαζαν τα μίλια, ετοίμαζαν το ίδιο σχοινί για ψάρεμα. Έβγαναν την «παρκέτα» κι επάνω στο σχοινί έβαζαν ένα γάντζο-αγκίστρι και για δόλωμα έναν άσπρο γιακά από πουκάμισο και μια κόκκινη κλωστή ή ύφασμα ένα είδος ψαρέματος, το ονόμαζαν συρτή. Κάναμε μια καμπύλη στο σχοινί και την δέναμε με ένα σπάγκο τον στερεώναμε πάνω στη μπαστέκα από τη κατεβασμένες μπίγες, εκεί κρεμάγαμε έναν τενεκέ άδειο όταν πιάναμε ψάρι κοβόταν ο σπάγκος κι έπεφτε με θόρυβο ο τενεκές στην κουβέρτα. Όταν το ψάρι ήταν πολύ μεγάλο το βαπόρι έστριβε λίγο δεξιά και το φέρναμε σχεδόν δίπλα από όπου το ανεβάζαμε στην κουβέρτα.
Ψάρια πολλά ιδίως ένα είδος που όταν ήταν ζωντανό είχε ένα ζωηρό χρώμα μπλε με χρυσοπράσινο, μετά μεταμορφωνόταν σε ένα χρώμα χλωμό κίτρινο-σταχτί. Θα ζύγιζαν το κάθε ένα περίπου 10-30 λίτρες. Λέπια μικρά πολύ λεπτά κι ένα κρέας κόκκινο, το αρσενικό από το θηλυκό διέφεραν στη μούρη τους, του αρσενικού ήταν μια τετράγωνη σαν πλώρη βαποριού, το δε θηλυκό στρογγυλή πιο μικρή και λεπτή. Τα έγδερνα και κάναμε το κρέας του φιλέτο. Το όνομα των ψαριών αυτών είναι Mahimahi, ανήκουν στο είδος των Dolphinfish.
Μιας εποχής που έφυγε, άφησε όμως ευχάριστες ασυνήθιστες αναμνήσεις όπου εξακολουθούν να έχουν τη δύναμη να χαροποιούν την καρδιά, να παρομοιάζουν την ανθρώπινη ύπαρξη συνδεδεμένη σε μια συνέχεια γεγονότων μιας πολυποίκιλης παγκόσμιας ανθρώπινης ζωής.
Στην φωτογραφία εν πλω, ένα τέτοιο ψάρι, που είχε πιάσει το αγκίστρι με φίλους συνάδελφους ναυτικούς, καμαρώνοντας για το επίτευγμά μας, όλα νεαρά παιδιά της τότε εποχής.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Οι φθαρμένες ρόδες,

Οι φθαρμένες ρόδες,

Τα φύλλα φοινικιάς τα πλέκαμε για σκεπή, χρησιμοποιούσαμε για το δέσιμο σχοινιά από τις ρίζες δένδρων αυτές που κρεμόταν από τον πάνω κορμό, μαζεύαμε ξερά κλαδιά για φωτιά, ψήναμε ψάρια της λίμνης, με γάλα καρύδας μαγειρεύαμε μερικά, όσα μας περίσσευαν τα κάναμε τσίρους, πίναμε ζωμό από τροπικά φρούτα ανανάδες, καρύδες, λίμας, μπανάνες και μάγκος, για νερό αποβραδίς ανοίγαμε ένα λάκκο, τον σκεπάζαμε με φύλλα μπανανιάς την άλλη μέρα ήταν γεμάτος γάργαρο νερό, το σκοτάδι πυκνό τα βράδια μαζευόταν γείτονες από το χωριό άναβαν ένα φυτίλι μουσκεμένο σε πετρέλαιο από όπου έβγαινε ένας μαύρος καπνός για να διώχνει τα κουνούπια. Τα ξανθά μερμήγκια ολόκληρος στρατός, σε μια μέρα κατέβαζαν ολόκληρο δένδρο, οι ιθαγενείς τα έτρωγαν τηγανιτά. Οι γείτονες διηγιόταν ιστορίες όλες είχαν να κάνουν με υπερφυσικά φαινόμενα, με μάγισσες και στοιχειά. Ο ύπνος βαθύς, τα όνειρα προφητικά μας τρόμαζαν. Ποιο πέρα ήταν ένα αρτόδενδρο που οι καρποί του τη νύχτα φάνταζαν σα νεκροκεφαλές.
Το μαχαίρι ερχόταν πεταχτά στη ράχη των κυμάτων, χώθηκε βαθιά στις σάρκες το αίμα άρχισε να τρέχει, έτσι σκότωσαν το παλικάρι, η θάλασσα κοκκίνισε, μια θάλασσα ξένη, οι νυχτερίδες αποκοίμιζαν τα θύματά τους κάνοντάς τους αέρα με τα φτερά τους σε οτιδήποτε ζωντανό υπήρχε. Το στεριανό δίχτυ μας προστάτευε, ξύπνησα πελαγωμένος στον ιδρώτα, τραβήχτηκα από την αγκαλιά της, το φεγγάρι είχε κρυφτεί, το φως της λάμπας αυτής όπου είχα φέρει από την πλώρη βαποριού όταν ήμουν Βατσιμάνης σε παροπλισμένο βαπόρι στην καρδιά του Μισισιπή, τρεμόσβηνε λες και είχε ψυχή. Από κάπου μακριά ακουγόταν φτερουγίσματα από νυχτερίδες, που έδιωχνε το φως της ημέρας. Θυμήθηκα το όνειρο, ποιον θα σκοτώσουν άραγε; Την άλλη μέρα ήρθε το τηλεγράφημα, σκότωσαν τον φίλο και αδελφό του κοριτσιού 21 χρονών στο πέλαγος, το βαπόρι τον πήγε σε ξένη γη, εκεί τον έθαψαν, συνοδεία ναυτικοί και γυναίκες του μπαρ. Στην αρχή ρυάκια τα δάκρυα, μετά έγιναν σταγόνες, μέχρι που ξεράθηκαν στην λησμονιά. Ανήμπορος, παραλυμένος από μια ανεξήγητη φοβία αφέθηκα στο πεπρωμένο, ένα πεπρωμένο μουντό, που σερνόταν σαν φίδι στη γη, που νάρκωνε την πρωτοβουλία. Μια κατάσταση που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, παρά να υπομένω. Καταφύγιο η γυναικεία αγκαλιά. Μετά ήρθε ο στεριανός πολιτισμός, με βρήκε απροετοίμαστο, ήμουν σα να ξαναγεννιόμουν, εγώ ο βαφτισμένος ορθόδοξος σ’ ένα ξενικό περιβάλλον που έγινε δικό μου, η ευλογία του θεού ερχόταν με παλαμάκια και υστερία, ένα σωρό οι προσκλήσεις, αυτές που υποσχόταν τον πεντηκοστό παράδεισο…
Για πρώτη μου φορά έμαθα να οδηγώ αυτοκίνητο, έγινα κι εγώ μέρος του λαού. Μετοίκησα στην πόλη του λιμανιού. Αγόρασα δικό μου αυτοκίνητο ένα όνειρο που είχα από μικρό παιδί, άφησα επίτηδες τις φθαρμένες ρόδες μπρος στην βεράντα για να βλέπουν οι περαστικοί ότι είχα αυτοκίνητο. Το έκανα ταξί, επιτέλους, ήμουν κάποιος με δική μου νέα ταυτότητα.

Αγαπητέ αναγνώστη, μην βιαστείς να το διαβάσεις έτσι με μια γρήγορη ματιά.
Σε κάθε του γραμμή μια έκπληξη, πολλές περιπέτειες, ιστορίες, σε μια γωνιά της γης γεμάτη μάγισσες και μύθους, εκεί όπου υπάρχουν άνθρωποι.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

ΕΚΕΙΝΗ

Εκείνη,
Η ζέστη ήταν αποπνικτική σε αυτό το τροπικό λιμάνι. Ήταν η ώρα μία μετά το μεσημέρι, ώρα που όποιοι δεν εργάζονται πάνε στο σπίτι και ξαπλώνουν στην αιώρα τους έτσι να πάρουν μια μικρή ‘σιέστα’. Η πιάτσα των ταξί μπροστά από την έξοδο της πύλης του λιμανιού ερήμωσε κι αυτή, ήμουνα ο μόνος που είχε καθυστερήσει να φύγει, όταν ναυτικός φάνηκε να τρέχει προς το ταξί μου. Άνοιξε την μπροστινή πόρτα, ήταν έλληνας γνωστός μου από το πλοίο CΗ…
-Βρε Μιχάλη τι κάνεις;
-Πάμε γρήγορα, πάμε για τις γυναικείες φυλακές. Μου έστειλε μήνυμα η φιλενάδα μου η Κάρμεν λέει ότι είναι φυλακή και πρέπει να πληρώσει πρόστιμο για να βγει.
Η γυναικεία φυλακή ήταν ένα τετράγωνο κτήριο, μια επιγραφή δέσποζε την είσοδο.
«Στην φυλακή δεν είναι τίποτα κακό. Όλα είναι χειρότερα.»
Αφού πλήρωσε το πρόστιμο, αγκαλιάστηκαν έδωσαν ραντεβού για το βράδυ,
-Εμένα θα με πας στο βαπόρι, γιατί έχω δουλειά, και μετά την Κάρμεν σπίτι της.
Όταν έφυγε ο Μιχάλης, η Κάρμεν μου εκμυστηρεύτηκε,
-Καλό παιδί ο Μιχάλης, αλλά εγώ έχω φίλο τον Όσκαρ και το βράδυ θα πάω μαζί του.
Το νυχτερινό κέντρο βρισκόταν στο δεύτερο όροφο, είχε ορχήστρα όπου διασκέδαζαν ναυτικοί, γυναίκες και άλλα υποκείμενα. Ιδιοκτήτης ένας Χιλιανός.
Το βραδάκι περνώντας από εκεί ακούστηκε φασαρία. Ο Μιχάλης φάνηκε να κατεβαίνει τις σκάλες, με ξεσκισμένο πουκάμισο γεμάτος αίματα, ο Αντώνης ο φίλος του να τον τραβά να τον βγάλει έξω κι αυτός να φωνάζει:
-Θέλω εκείνη, εγώ της πλήρωσα το πρόστιμο, θέλω εκείνη, μόνο εκείνη.
Κατέβηκαν στην είσοδο, ο Αντώνης τον τραβούσε, έλα πάμε στο βαπόρι, γυναίκες υπάρχουν ένα σωρό, αφού δεν σε θέλει μην επιμένεις. Αυτός εξακολουθούσε να ωρύεται, θέλω εκείνη, εκείνη μου αρέσει, μόνο εκείνη.
Από τον θόρυβο μαζεύτηκαν διάφοροι περίεργοι, κλέφτες, λούστροι, ταξιτζήδες αστυνομικοί.
-Ελάτε πάμε στο τμήμα να λύσετε τις διαφορές σας, η αστυνομικοί έφεραν το Τζιπ.
Περνούσα από εκεί και σταμάτησα, έπιασα κουβέντα με τους αστυνομικούς.
-Άσε τους να φύγουν να πάνε στο βαπόρι τους, ξένοι είναι, και θα τους πω να σας φέρουν και μια κούτα τσιγάρα αμερικάνικα. Τους πήγα στο βαπόρι.
Το άλλο βράδυ ο Μιχάλης φάνηκε να περπατά μόνος του με μια κλειστή ομπρέλα σα μπαστούνι. Δεν μίλησε κανενός. Το βαπόρι είχε βάλει αναχώρηση 12 μεσάνυχτα, μετρήθηκαν έλειπε ο Μιχάλης. Ο Αντώνης πετάχτηκε έξω ήρθε στην πιάτσα και με βρήκε, πάμε όπου νομίζεις να βρούμε τον Μιχάλη. Το είδαμε να προχωρεί αργά αγκαλιασμένος με την Κάρμεν σε ένα σκοτεινό δρομάκι παρέα με τους βάτραχους που τσαλαβουτούσαν στα διπλανά χαντάκια.
-Βρε Μιχάλη το βαπόρι φεύγει, πάμε μέσα, μπήκε στο ταξί μαζί και η Κάρμεν. Τι αξία έχουν τα λεφτά φώναζε αφού δεν μπορώ να έχω αυτό που θέλω; Φτάσαμε στην πύλη, ο Μιχάλης έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έβγαλε μια φούχτα δολάρια, τα πέταξε στο μπροστινό κάθισμα και είπε: ταξιτζή θα σε πληρώνω να μου λες που πάει η Κάρμεν όσο θα λείπω.
Η Κάρμεν από το πισινό κάθισμα έσκασε στα γέλια, δεν είναι ανάγκη να με παρακολουθείς θα σου λέω εγώ που πάω να τώρα με περιμένει ο φίλος μου, όταν θέλεις έλα κι εσύ μαζί να κάνουμε παρέα, λεφτά υπάρχουν. Το βαπόρι σφύριξε τρεις φορές, ένα αποχαιρετιστήριο στο λιμάνι κι ένα αντίο του Μιχάλη στην άβυσσο μιας αρρωστιάρικης έλξης, που τον μεταμορφώνει σε ένα τυφλό σκλάβο μιας καρδιάς που αρνείται τη λογική.
**************
Η απορία και η ερώτηση μαζί, γιατί εκείνη κι όχι μια άλλη; Τι είναι αυτό το αόρατο που έλκει και δένει σε μια τόση ψυχοσωματική αρρωστιάρικη γνωριμία;

Γαβριήλ

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Και όμως, ήταν μόλις χθες!



Το φυσικό περιβάλλον,
Και όμως ήταν μόλις χθες,

Υπήρξε κάποτε στην Πύλαρο τα παλιά χρόνια ένα αμόλυντο περιβαλλοντικό πράσινο και πέτρινο φυσικό περιβάλλον τότε που δεν υπήρχαν σκουπίδια. Τότε που η κινητήριο δύναμη για το αλώνισμα του σταριού ήταν τα άλογα και ο άνεμος για το ανέμισμα, οι ανεμόμυλοι για το άλεσμα, ακόμα και ο χειρόμυλος, για το κοφτό, ή για πλιγούρι.
Μια εποχή που συνέθλιβαν τις ελιές δυο κυλινδρικά λιθάρια που τα γύριζε ένα άλογο, γινόταν πολτός όπου έμπαινε σε τσόλια τα δίπλωναν και τα έβαναν το ένα πάνω στο άλλο και τα έστυβαν με μια χειροκίνητη πρέσα. Το λάδι έτρεχε μαζί με το λιόζουμο στο ποδόχι, από εκεί το μετέφεραν σε ασκιά από τομάρι γίδας στις πλάτες οι λιτρουβιαρέοι στα σπίτια των νοικοκυραίων όπου το αποθήκευαν συνήθως σε πιθάρια πήλινα, σαν αυτό που είχε ο Διογένης. Το δε λιόζουμο χυνόταν στις άκρες του χωματένιου δρόμου σχηματίζοντας μαύρες ρυτίδες που μύριζαν μούχλα. Η φωτιά πάντοτε σε έξαψη εκεί σε μια άκρη του λιτρουβιού όπου την τροφοδοτούσαν με λιοκόκκια, πάνω στην πυροστιά έβραζε καζάνι με νερό όπου το έχυναν πάνω στα τσόλια με τον πολτό πριν το δεύτερο στύψιμο με την πρέσα.
Λυχνάρια από δω κι από εκεί κρεμασμένα στον τοίχο έδιναν ένα ημίφως όπου με το ζόρι μπορούσες να διακρίνεις τις κινούμενες οπτασίες των εργατών.
Πιτσιρικάς παρακολουθούσα την κίνηση πάντοτε νύχτα συνήθως χαράματα, η ευτυχία μου αν είχα καμιά φέτα ψωμί, έστω και μπομπότα να την πυρώσω στην φωτιά και να την βουτήξω στο λάδι, αυτό το παρθένο προϊόν που με έπιανε στο λαιμό να με πνίξει από την δύναμη της αγνότητάς του. Όπως κάθε ανέγγιχτο παρθένο πνίγει με την ανυπομονησία της πρώτης δοκιμής.
Και δίπλα μας η εκκλησία της μικρής ενορίας του χωριού, στην οποία ανήκε και το ελαιοτριβείο= λιτρουβιό.
Ένας κόσμος αγνός αλλά και σκληρός, ωμός, σα να ζούσαμε σε μια εποχή χιλιάδες χρόνια πριν, ίσως την του Οδυσσέα, μα το κυριότερο χωρίς σκουπίδια. Κόσμος ξεκομμένος από παραισθήσεις, γεμάτος όμως όνειρα για εμάς τους μικρούς, σαν τα παραμύθια που μας διάβαζαν στο σχολείο.
Βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε να κατακτήσουμε την κοινωνία το σύμπαν, να την γεμίσουμε σκουπίδια έτσι χάθηκαν ερήμωσαν, αυτά που γεννηθήκαμε, έγιναν ερείπια, κι εμείς αδιάφοροι τα προσπερνάμε χωρίς να θυμόμαστε πως κάθε τους ρυτίδα είναι ποτισμένη με σταγόνες ελπίδας, αυτής που μας έζησε όταν γεννηθήκαμε, όταν πασχίζαμε να επιζήσουμε. Στις φωτογραφίες βλέπετε αυτά τα λείψανα, που απέμειναν ελεύθερα στη φθορά του χρόνου, για μας που τα ζήσαμε είναι τα κειμήλιά μας, ένα κομμάτι της παιδικής μας ηλικίας, ένα χαμόγελό μας, κρυμμένο στη σκουριά τους, μια ελπίδα να χορτάσουμε κρυμμένη κάτω απ’ τα λιθάρια, αυτά που πολτοποιούσαν τις ελιές.
Για τους σημερινούς νέους είναι σαν να έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια:
Και όμως ήταν μόλις χθες.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Περιπέτεια στο κοιμητήριο:

.
Παραθέτω Ανθρώπινες συνήθειες
ήθη και έθιμα από άλλους τόπους,
αυτούς που έχω ζήσει και έχω λάβει μέρος
παρατηρώντας τις συνήθειες των συνανθρώπων μας,
μια και όλοι είμαστε παιδιά της ίδιας μάνας, της μητέρας γης.


Η γυναίκα του Πάντσο τον ξύπνησε νωρίς. Έβγαλε από τον κόρφο της και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα που μύριζε ιδρώτα. Το είχε φυλάξει με τόση δυσκολία από αυτά που του έπαιρνε πριν προλάβει να τα παίξει στα ζάρια.
-Σου έχω ετοιμάσει το φαγητό της πεθαμένης κόρης μας, θα πας στο κοιμητήριο να της κάνεις συντροφιά, σε περιμένει, πάρε κάτι και για σένα να φάτε μαζί. Εγώ βλέπεις δεν μπορώ να λείψω, έχω να προσέχω ένα σωρό εγγόνια από τις προκομμένες κόρες μας που τα γενούν και μου τα φέρνουν να τα προσέχω.
-Μα δεν ξέρω, δεν θυμούμαι τον τάφο της.
-Ψάξε και θα τον βρεις, είναι στην κατηφόρα κοντά στον τοίχο.
Ο Πάντσο πήρε τα λεφτά, πήρε επίσης και τη χαντζάρα (ματσέτε) βγήκε στον κεντρικό δρόμο σταμάτησε το ταξί μου, εκείνη την ημέρα έκανα δρομολόγια στον campo santo.
-Στο κοιμητήριο, είπε και κάθισε δίπλα μου στο μπροστινό κάθισμα.
Στα μισά του δρόμου το ταξί σταμάτησε απότομα, άντε έβγα να το σπρώξουμε στην άκρη μέχρι να πάω να φέρω βενζίνα, έμεινα πάλι. Είχα ξεχάσει να βάλω καύσιμα.
-Μα καλά δεν γράφει η βελόνα του καντράν;
-Πια βελόνα, τώρα θα δεις, άνοιξα το καπάκι του ντεπόζιτου κι έβαλα μέσα ένα σκουπόξυλο, να κοίτα άδειασε.
-Άφησέ με εδώ, θα συνεχίσω με τα πόδια, είπε ο Πάντσο.
Ιδρωμένος έφτασε στο νεκροταφείο, στην είσοδο συναντήθηκε με ένα μπουλούκι ναυτικούς γερμανούς μαζί με κορίτσια του μπαρ, είχαν πάει να τιμήσουν με ρούμι τον τάφο συμπατριώτη τους που είχε πεθάνει προ μηνών από το πολύ πιοτό. Αγκαλιασμένοι και γελώντας έβγαιναν προς την έξοδο όταν έπεσαν πάνω στον Πάντσο. Αυτός για να μη τον πετάξουν κάτω αγκάλιασε την προβοσκίδα ενός ελεφάντινου αγάλματος. Κοίταξε μέσα ένας πολυτελής τάφος με χρυσά γράμματα σε κάτασπρες μαρμάρινες πλάκες, έμοιαζε σαν απομίμηση του μαυσωλείου Taj Mahal, μόνο που του είχαν προστεθεί κεφαλές ελεφάντων, τάφος της γυναίκας πλούσιου ινδού μετανάστη στην πόλη του λιμανιού, ιδιοκτήτη κτηρίου κινηματογράφου.
Μοιάζει με κατοικία θεού μουρμούρισε ο Πάντσο, δεν ήξερα ότι και στο κοιμητήριο υπάρχουν κοινωνικές τάξεις.
Τον τάφο της κόρης του δεν τον θυμόταν, έψαξε στις φτωχογειτονιές, εκεί όπου δεν υπήρχαν μαρμάρινες πλάκες, είδε κάτι λιθαράκια σε φόρμα κύκλου. Αυτός πρέπει να είναι, έβγαλε τη χαντζάρα τον καθάρισε από τα αγριόχορτα. Ο σταυρός είχε πέσει σάπισε από την πολυκαιρία, δεν διακρινόταν ούτε τα γράμματα. Έψαξε την τσέπη του, δεν είχε πληρώσει το ταξί, πήγε στην είσοδο κι αγόρασε ένα αναψυκτικό, ένα κέρινο καντήλι, ένα χάρτινο στεφάνι και μια μπύρα για τον εαυτό του.
Γύρισε στον τάφο, έβαλε το στεφάνι πάνω από τον σάπιο σταυρό, άναψε το καντήλι, σερβίρισε το «φιάμπρε» ειδικό φαγητό για την ημέρα των νεκρών που είχε ετοιμάσει η γυναίκα του και τα πρόσφερε στην πεθαμένη κόρη του, μαζί με το αναψυκτικό, αυτός δε, έφερε το μπουκάλι της μπύρας στο στόμα του, ήπιε μια γουλιά, μετά σταμάτησε, ανάσανε, έβγαλε κι άναψε τσιγάρο από ένα μαύρο ταμπάκο, αυτό που κάπνιζαν οι φτωχοί, μάρκα payaso μετά άρχισε να μιλά στην κόρη του:
"Η μάνα σου κορούλα μου δεν μπόρεσε να έρθει, πρέπει να προσέχει τα εγγόνια της, η μια σου αδελφή λέει ότι ο πατέρας του παιδιού της, είναι ναυτικός, η άλλη δεν ξέρει, η άλλη χωροφύλακας".
Ήπιε την μπύρα φουμάρισε και το τσιγάρο, άφησε το φαγητό πάνω στον τάφο και πήρε το δρόμο του γυρισμού, σκεπτόμενος αν πραγματικά ήταν ο τάφος της κόρης του ή κάποιου άλλου νεκρού.
Τα λουστράκια περιφερόταν ανάμεσα στους τάφους με τα κασελάκια τους με το πρόσχημα να στιλβώσουν παπούτσια, στην πραγματικότητα για να βοηθήσουν τους νεκρούς να αποτελειώσουν το φαγητό τους. Μια και δεν υπήρχαν κοράκια.
Ήταν η 1η Νοεμβρίου ημέρα που τιμούνται οι νεκροί, ή κατά την δυτική εκκλησία η ημέρα των αγίων πάντων.


Στην φώτο το ταξί και ο οδηγός του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Στην φωτογραφία, ο παππούς Γαβριήλ και το εγγόνι Λούις-Γαβριήλ


Εξομολόγηση:

Είναι τρομερό, δεν μπορώ να το παραδεχθώ, τελείωσαν τα όνειρα, αυτά που κρατούσαν το ενδιαφέρον στη ζωή, ο ένας μετά τον άλλο οι πύργοι κατέρρευσαν, τελείωσε ο αγώνας του μεροκάματου, το αχ βαχ του γυρισμού τελείωσε. Η προσωρινότητα στο ξένο κράτος έμεινε ως μονιμότητα, από τη νοσταλγία έμεινε μόνο η θύμηση, οι φίλοι χάθηκαν, η γυναίκα κι εγώ γίναμε ένα σύμπλεγμα κοινωνικής συμβίωσης, χάθηκε το καρδιοχτύπι κι αν υπάρχει είναι άτολμο, κρυφό, χάθηκαν τα γλέντια, το πιοτό, τα ξενύχτια, χάθηκε και η αθωότητα. Χάθηκαν τα λιμάνια, οι συγκινήσεις Χάθηκαν και οι άνθρωποι που ονειρευόμουν αυτοί που με περίμεναν. Άργησα, άργησα πολύ, νόμιζα ότι θα σταμάταγα το χρόνο, αλλά ο χρόνος μου έγινε Κρόνος.
Να γιατί ζω, υπάρχω πάντα με το παρελθόν μου, αναπνέω κάθε του στιγμή, οσφραίνομαι τα αρώματα των νεανικών ερώτων, αγοράζω τα αρώματα του τότε, kolonia 1800, pompeia, tres flores, agua de florida, soir de parι, vitalis, κι άλλα πολλά. Και κάτι ακόμα διαβάζω, διαβάζω ιστορίες διηγήματα της τότε εποχής και ου το θαύμα, ξαναζώ, ξανα-υπάρχω, η καρδιά μου ξαναχτυπά, γι’ αυτό φίλοι μου μην με παρεξηγείτε όταν γράφω, κι αρχίζω πάντα σαν το ευαγγέλιο τω καιρώ εκείνο…
Για εμένα το παρελθόν μου είναι το Ευαγγέλιο, το δικό μου Ευαγγέλιο, αλλά πράμα παράξενο όταν νομίζω ότι το ξαναβρήκα, όταν με κομμένη την ανάσα το πλησιάζω σχεδόν το αγγίζω, η καρδιά μου χτυπά ανυπόμονα, αυτό απομακρύνεται δεν με αναγνωρίζει! Απογοητεύομαι, κοιτώ τον καθρέφτη, βλέπω την ομίχλη, από πίσω αμυδρά ξεχωρίζει ο εαυτός μου, περιμένω τον άνεμο να διώξει την ομίχλη. Μάταιη η αναμονή μου. Δεν φυσά.
Προσπαθώ να καταλάβω το γιατί; Από μια γωνιά του εαυτού μου το καταλαβαίνω αλλά δεν θέλω να το παραδεχθώ, έχω καταλάβει ότι, το ότι απέμεινε από τα χρόνια εκείνα τρομάζει, τρομάζει τους νεώτερους, ακόμη και τους παλιούς συναδέλφους.
Έτσι θα πρέπει να αισθάνομαι (conforme) άνετα με την νέα μου ιδιότητα: την του παππού. Αλλά είναι κι αυτό (η του παππού) μια ευχάριστη αναδρομή στην αθωότητα των παιδικών μας χρόνων.
Η ζωή είναι σφαίρα και γυρίζει…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης





Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Πολυπολιτιστικό φεστιβάλ βιβλίου στην Αστόρια, Νέα Υόρκη.

Πολύ-πολιτιστικό Φεστιβάλ Βιβλίου στην Αστόρια Νέας Υόρκης:

Θέλω να ευχαριστήσω την φίλη συγγραφέα κ. Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη για την ευκαιρία πρόσκληση- που μου –μας εδόθη να παραστώ στην παρουσίαση του βιβλίου της, «Ημερολόγιο Αβάνας» επίσης και την δημοσιογράφο Jacqueline Donado με ελληνικές Κεφαλλονίτικες ρίζες γεννημένη στην Κολομβία την οποία γνώρισα στο τέλος της έκθεσης υπεύθυνη της NY ART BOOK EXPO πολυπολιτιστικής έκθεσης βιβλίων στην Αστόρια Νέας Υόρκης στις 4 Οκτωβρίου 2008
Ομολογώ ότι αν και ζω στη Νέα Υόρκη δεν ήξερα ότι υπήρχε αυτή η οργάνωση, ίσως επειδή είχα αυστηρώς επιδοθεί μόνο στον ελληνικό μικρόκοσμο.
Η καλλιτεχνική έκθεση αυτή, εκτός από συγγραφείς με τα βιβλία τους υπήρχαν και ζωγράφοι, θέατρο, παιδικές παραστάσεις, κλπ μου άφησε μια χαρούμενη ικανοποιητική αίσθηση, ότι είμαι-αστε όλοι οι άνθρωποι οι ίδιοι, αγωνιζόμαστε όλοι για τον ίδιο σκοπό.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη, τα τραπέζια πάγκοι γεμάτα βιβλία, ελληνικά βιβλία μόνο σε ένα τραπέζι το της κ. Ιουστίνης, παρόντες συγγραφείς από πάρα πολλές εθνικότητες υπερτερούσαν οι λατινοαμερικάνοι από πολλά κράτη. Όχι δεν ήταν έκθεση φημισμένων συγγραφέων π.χ. Γαβριέλ Γκ. Μάρκες (εκτός βεβαίως της φίλης Ιουστίνης) αλλά άνθρωποι σαν κι εμάς που έχουν γράψει βιβλία και προσπαθούν, αγωνιούν, να τα παρουσιάσουν στον κόσμο στην κοινωνία, καρδιοχτυπούν να γίνουν γνωστοί, επίσης αρκετά έντυπα με πληροφορίες εκδοτικών μικρών οίκων και εκτυπωτών.
Λυπάμαι διότι θα μπορούσα να πήγαινα από το πρωί εφόσον άνοιξε στις 9 η ώρα, όπως είδα στο πρόγραμμα αλλά δεν με ειδοποίησε κανένας, έτσι έχασα πολλές ευκαιρίες συνομιλίας μου με συγγραφείς και τους ιθύνοντες.
Υπήρξε μια ζεστασιά μια θαλπωρή λες και είμαστε όλοι γνωστοί από χρόνια, συνομίλησα με συγγραφείς από Ecuador, Colombia, Puerto Rico, Santo Domingo, Uruguay, όλοι αυτοί γράφουν στα Ισπανικά. Με άλλα λόγια ξαναβρήκα τον εαυτό μου. Ακόμα υπήρχε και Φιλιπινέζικο τραπέζι με βιβλία γραμμένα στα Αγγλικά, όπως κι από άλλες εθνικότητες.
Παρών ήταν επίσης η φίλη συγγραφέας κ. Υιώτα Στρατή και ο φίλος συγγραφέας Δημήτρης Μουστάκης από Νέα Υόρκη. Έλειπε η παρουσίαση βιβλίων των ομογενών ελλήνων συγγραφέων και είμαστε αρκετοί, νομίζω από έλλειψη πληροφόρησης.
Να μια έκθεση βιβλίων μέσα στην Ελληνική Αστόρια χάσαμε την ευκαιρία ως έλληνες ομογενείς να δηλώσουμε ότι είμαστε παρόν, να συμμετέχουμε κι εμείς σε ένα κομμάτι από την πίτα μιας καλλιτεχνικής ζωής που με το λυχνάρι ψάχνουμε να την βρούμε όπου υπάρχουν έλληνες, ίσως την επόμενη φορά.

Και πάλι ευχαριστώ την Συγγραφέα Ιουστίνη Φραγκούλη Α. κaι την NY BOOK EXPO και υπεύθυνη του φεστιβάλ βιβλιου δημοσιογράφο Jacqueline Donado.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Bronx, New York

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Ο ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο ΑΡΙΘΜΟΣ

Περπατώντας την ανηφόρα της ζωής μου, κάποια στιγμή σταμάτησα ν’ ανασάνω, ο κόσμος βάδιζε δίπλα μου αδιάφορος, τα λεωφορεία γεμάτα κόσμο έμοιαζαν σαν τεράστιες κινούμενες κιβωτό, περνούσαν πολύ κοντά μου σχεδόν με άγγιζαν, τ’ αυτοκίνητα κορνάριζαν, κι εγώ σα χαζός άνοιγα το στόμα μου να πάρω μια ποιο βαθιά ανάσα, να γεμίσω τα πνευμόνια μου με αέρα από βρώμικες αναπνοές ανακατωμένες με καυσαέριο για να μπορώ να συνεχίσω το περπάτημά μου. Ο εαυτός μου πήγαινε για μπάρκο στα γραφεία της κάτω πόλης της Νέας Υόρκης. Είχε βγει φήμη στην πιάτσα των ξέμπαρκων στους 47 δρόμους ότι ένα βαπόρι έκανε πλήρωμα. Είχα πάρει την διεύθυνση εκεί κάπου στο Broadway.
Ο υπόγειος γεμάτος ανθρώπους, ο κόσμος πολύς με συνεπαίρνουν με σπρώχνουν ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα μέσα. Οι πόρτες κλείνουν, χέρια σηκωμένα κρατώντας τις χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά χοντρά, αδύνατα σαρδελο-ποιημένα. Ανοίγει η πόρτα με σπρώχνουν έξω, αναπνέω την δροσιά του ποταμού, παίρνω θάρρος πατώ το χρυσό κουμπί στον ανελκυστήρα να τα εφοπλιστικά γραφεία. Μπαίνω λαχανιασμένος,, ζητώ δουλειά, άκουσα ότι ζητάτε πλήρωμα θαλαμηπόλο λοιπόν εδώ είμαι είπα.
Ούτε ρώτησα μισθό συνήθως σου έλεγαν συλλογική σύμβαση, ούτε τη σημαία του πλοίου, μου είπαν το όνομα του Βαποριού Εβυσίνθια ούτε αν ήταν στο Ν. Α. Τ. αυτό που ήθελα ήταν δουλειά.
Ναι βεβαίως χρειαζόμαστε πλήρωμα, αλλά με κοίταξε έτσι κάπως παράξενα, θα με είδε μικροκαμωμένο σκέφτηκα, αλλά, αλλά πρέπει να μπαρκάρεις υπό δοκιμή κι αν αρέσεις του καπετάνιου τότε θα σε βάλει Chief Steward, Ε! όχι κι έτσι είπα, δεν γίνεται, έφυγα και γύρισα στο ξενοδοχείο.
Βλέπω στη σημερινή εποχή στις γωνίες των δρόμων της Νέας Υόρκης, και ειδικώς έξω από τις μάντρες οικοδομικών υλικών τους λαθραίους ως επί το πλείστον μεξικάνους, να σε κοιτούν στα μάτια και να σε ρωτούν αν χρειάζεσαι εργάτες. Όχι δεν σου ζητούν ασφάλεια ούτε την ανύπαρκτη ασφάλεια ασθενείας, ή δικαιώματα σωματείου. Απλώς ένα μεροκάματο.
Θυμήθηκα μπουλούκια από εμάς ναυτικούς κατεβαίναμε στα γραφεία της κάτω πόλης του Μανχάταν μπαίναμε και ρωτούσαμε, we are looking for employment! Και όχι μόνο στα ελληνικά εφοπλιστικά αλλά και στα ξένα, συνήθως ολλανδικά ή σκανδιναβικά και πειρατικά, όχι σε αμερικάνικα γιατί αυτά είχαν σωματείο! Η Νέα Υόρκη ήταν πόρτο-μαρίνα δεκαετίες του 50-60+ εμάς σαν ανεπιθύμητους μας κυνηγούσε και η μεταναστευτική υπηρεσία, έτσι έζησα πολλά χρόνια τα οποία έχουν αφήσει ίχνη πεζοδρομίου που δεν μου επιτρέπεται να τα ρίξω στη λήθη του παρελθόντος. Τότε χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού μου. Παίρνοντας ως παράδειγμα την τότε ζωή, βλέπω ότι τότε είμαστε εμείς οι λαθραίοι, οι ζητιάνοι, σήμερα είναι οι λατινοαμερικάνοι, αύριο κάποια άλλη φυλή, ο κύκλος της ζωής για να ολοκληρωθεί μια σε φέρνει από κάτω μια από πάνω.
Τα χρόνια πέρασαν διαβήκανε ο κάθε ένας μας κάπου έβαλε ρίζες, άνθισε κλαριά, με κοπιαστική εργασία ήρθε μια αναγνώριση στην θετή πατρίδα. Επιτέλους έγινες ένας νόμιμος αριθμός. Ζούσες σε μια ήσυχη καταπράσινη γειτονιά, αυτή που ξήρανε η απληστία των σπεκουλαδόρων οι οποίοι προσέφεραν πολλαπλά αργύρια στις περιουσίες των γειτόνων που θαμπωμένοι από την αμερικανική φούσκα τα πούλησαν κι έφυγαν. Έτσι χτίστηκαν νεόδμητες οικίες, στις οποίες ήρθαν πολυπληθέστεροι καινούργιοι γείτονες οι οποίοι άλλαξαν τον αριθμό πυκνότητας κατοίκων. Ένα άθροισμα πολύχρωμων αριθμών, λες και είναι ουράνιο τόξο.
Το κατεστημένο σε αναγνωρίζει μόνο με τον αριθμό σου. Εκεί προσθέτεται και ο δικός σου απρόσωπος, κοινός, σ’ ένα καζάνι όπου βράζει η αφομοίωση.
Ότι και να έχεις περάσει στην χώρα που ζεις, ότι και να έχεις προσφέρει, για την κοινωνία, δεν είσαι γι’ αυτούς παρά ένας αριθμός μ’ ελληνική προφορά, τόσο ελληνική που σε ξαναρωτούν για να σιγουρευτούν ότι είσαι ένας νόμιμος αριθμούς, ένας αριθμός χαμένος μέσα σε τόσους άλλους άγνωστους αριθμούς. Κι όταν πεθάνεις, πεθαίνει ένας αριθμός.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Και όμως μείναμε Έλληνες:


Και όμως μείναμε Έλληνες

Πρώτη τάξη δημοτικού, εφόδια για να μάθω γράμματα, μια σάκα μια πλάκα κι ένα κοντύλι, μετά μου πήραν και αναγνωστικό, είχε για εξώφυλλο ένα μικρό παιδάκι και τίτλο το αλφαβητάρι.
Δεύτερη τάξη, μου πήραν ένα μολύβι μια ξύστρα τρία τετράδια, ένα αντιγραφής ορθογραφίας, ένα μαθηματικών κι ένα ιχνογραφίας. Ένα αναγνωστικό με τίτλο κρινολούλουδα.
Τρίτη τάξη, μου πήραν ένα καλαμάρι για να φτιάχνω υγρό μελάνι, πολλές φορές από φύλλα παπαρούνας, μια πένα όπου άλλαζα πενάκι Χ και την υπόσχεση ότι θα με μάθαιναν να γράφω με μελάνι.
Για βιβλία το κράτος δεν είχε εκδώσει καινούργια, ένεκα πολέμου, ή δεν είχαν έρθει, έτσι θα έπρεπε να δανειστούμε από τους παλαιούς συμμαθητές που δεν τα χρειάζονταν πλέον.
Θυμάμαι ένα τέτοιο βιβλίο η άπασα-ύλη ήταν μικρού μεγέθους και χοντρό, φθαρμένο από την πολυκαιρία, αυτό θα μας χρησίμευε για όλες τις τάξεις από τρίτη ως έκτη. . Από έλλειψη χαρτιού επιτρεπτό ήταν μόνο μισή σελίδα τετραδίου να γράφουμε αντιγραφή ορθογραφία. Α! ξέχασα είχαμε και τετράδιο καλλιγραφίας, θα έπρεπε να κάνουμε τα γράμματα αλλού παχιά, αλλού ισχνά αναλόγως πιέζαμε την πένα, τότε το μελάνι περίσσευε και μουτζούρωνε τα πάντα. Για αριθμούς, για πρόσθεση και αφαίρεση, αρχίζαμε με άβακα, (αριθμητήριο) κινώντας τα σφαιρίδια αναλόγως. Κι ένα ακόμη τετράδιο με μικρά τετραγωνάκια για μαθηματικά σε αυτό μαθαίναμε πολλαπλασιασμό, διαίρεση, στο πίσω μέρος είχε την προπαίδεια πολλαπλασιασμού. Εκεί μας μάθαιναν τα κλάσματα μέχρι και συμμιγείς αριθμούς. Όλα τα τετράδια ήταν12φυλλα ή 20φυλλα αυτός που θα είχε 40φυλλο ήταν δακτυλοδεικτούμενος.
Ο δάσκαλος ένας και μοναδικός για όλα τα μαθήματα, πάντα είχε έναν μαύρο χάρακα και τον έπαιζε στα δάχτυλα, η τιμωρία άνοιγες τις παλάμες σου κι εκεί ξεθύμαινε. Η σάκα μου την είχαν κάνει δώρο όταν πρωτοπήγα σχολείο, ήταν δερμάτινη, ήρθε λοιπόν και η σειρά της να θυσιαστή για να μου φτιάξουν παπούτσια, έτσι μου έραψαν μια από πανί από ένα παλιό στρώμα με ρίγες μπλε.
Αυτό ήταν το σχολείο. Όπως ήταν φυσικό δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε μπορούσαμε να το φανταστούμε πως λειτουργεί. Έτσι ο δάσκαλος από ένα κομπολόι έτριψε την χάντρα από κεχριμπάρι αν θυμάμαι καλά σε μάλλινο ύφασμα και προήλθε μια έλξη όπου κόλλησε ένα κομμάτι χαρτί σα μαγνήτης. Από την άπασα-ύλη ως βάση μας μάθαιναν τις ιστορίες και μύθους των αρχαίων ελλήνων εντύπωση μας έκαναν οι άθλοι του Ηρακλή και οι περιπέτειες του Οδυσσέα. Α! Κάθε Κυριακή υποχρεωτικώς στην εκκλησία.
Κρύο το χειμώνα τουρτουρίζαμε στις παγωμένες αίθουσες, η έκτη τάξη ήταν το τέλος του σχολείου. Μετά άρχιζε το χάος, η ανυπαρξία σταθερότητας, ο αγώνας του ατόμου για την επιβίωση. Ήσουν ελεύθερος να διαλέξεις, αλλά τι; Μια εποχή όπου αιφνιδιαστικά γίνεσαι άνδρας χωρίς όμως να είσαι προετοιμασμένος.
Ήταν η Ελλάδα του τότε, μια πατρίδα που αφήσαμε κυνηγώντας σαν άλλος Οδυσσέας όχι να εκδικηθούμε καμιά αρπαγή ωραίας Ελένης, αλλά για να χορτάσουμε ψωμάκι, όχι μόνο εμείς αλλά προπαντός να βοηθήσουμε αυτούς που αφήναμε πίσω μας στην χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα.
Καμιά σύγκριση με την σημερινή Ελλάδα, όπου φυσικό είναι να έχει αλλάξει η νοοτροπία σκέψεις και το γίγνεσθαι της σημερινής νεολαίας.
Ο γυρισμός μακρύς πολύ μακρύς, η νοσταλγία προσπαθούσε να νικήσει τις Καλυψώς και Κίρκης, τις Σειρήνες και τους κύκλωπες. Άλλοι τα κατάφεραν, άλλοι όχι.
Μπλεγμένος ανάμεσα σε Καλυψώς, σε σκύλες και Χάρυβδη έκανα 22 χρόνια να γυρίσω. Δεν είχα αφήσει Πηνελόπη να με περιμένει ούτε Τηλέμαχο, είχα αφήσει όμως μια παιδική αθωότητα ριζωμένη στα βουνά και στα λαγκάδια, την οποίαν εκμεταλλεύτηκε και στραπατσάρισε η βιοπάλη, μια αθωότητα που προσπάθησε να φονεύσει η μάχη της επιβίωσης, μια αθωότητα που σα φοίνικας ξέρω ότι υπάρχει παρέα με τη νοσταλγία βαθιά κρυμμένες στην καρδιά μου.
Η φθορά του χρόνου έφερε και τη σκέψη, ατενίζοντας τα βουνά της αθωότητας συλλογιέμαι αν είναι η ίδια γη αυτή που τόσο αγάπησε ο Οδυσσέας, αν τα βλέμματά μας βλέπουν τις ίδιες βουνοκορφές, όπως φαίνεται στην παρούσα φωτογραφία, από αριστερά το νησί Ιθάκη από δεξιά η Σάμη Κεφαλληνίας στη μέση η αφεντιά μου σε ένα ύψωμα 502 μέτρων τοποθεσία θέματα, Πυλάρου Κεφαλονιάς, όπου υπάρχει και το μοναστήρι της παναγίας που χτίστηκε 1096. γκρεμίστηκε από τους σεισμούς 1953 και ξαναχτίστηκε, το οποίο δεν φαίνεται στην παρούσα φωτογραφία.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Άδειος Καναπές...




Ανθρώπινες συνήθειες ήθη και έθιμα από άλλους τόπους:


Η ιδέα ήτανε του Νικολά, μετά από το φαγητό στο σπίτι του, είπε:
Πάμε καμιά βόλτα να ξεσκάσουμε εμείς οι άνδρες;
Πήγαν στο Rio Rosa, ένα νυχτερινό κέντρο, η ιδιοκτήτρια γνωστή και φίλη του, μαζί είχαν κλάψει το χαμό του έλληνα φίλου της ναυτικού, ήταν αυτή που πήγε στο βαπόρι και τον τράβηξε στη στεριά, για να πνιγεί κολυμπώντας σε παραλία του Ειρηνικού, ένα κύμα τον κατάπιε. Τους σύστησε τη Ροσάριο, αυτή έφερε δυο φίλες της στο τραπέζι, χόρευαν όλοι μαζί έτσι κολλητά σα να μην υπήρχε αύριο, η ορχήστρα mariachis έπαιζε rancheras, ο Κόκκινος άρχισε να πίνει το ένα ποτό μετά το άλλο, μεθυσμένος πλέον άρχισε να φωνάζει, έπαιρνε τα ποτήρια και τα έσπαγε στην πλάτη της καρέκλας. Ο Σάββας έβγαλε το παπούτσι του και το έβαλε μπροστά στη μύτη του Κόκκινου, ο Νικολάς επενέβη νόμισε ότι θα τον χτυπούσε και του έπιασε το χέρι,
Η φιλενάδα της Ροσάριο σηκώθηκε και του έριξε ένα ποτήρι νερό στα μούτρα. Όχι ρε παιδιά του βάζω το παπούτσι στη μύτη με τη βρώμα να κάνει εμετό να συνέρθει.
Φώναξαν ταξί ο Σάββας τον συνόδεψε σπίτι, η φιλενάδα της Ροσάριο τον βλαστήμαγε που πήγε η νύχτα της χαμένη, ο Νικολάς του φώναξε η φιλία, φιλία αλλά εγώ θέλω την κόκκινη γραβάτα που σου δάνεισα.
Η Ελβίρα το κορίτσι που έμενε μαζί με τον Κόκκινο, παραξενεύτηκε που δεν την πήρε μαζί του στο δείπνο που έδινε ο Νικολάς, τους το είχε δηλώσει φαγητό και γλέντι στο σπίτι μου μόνο για άνδρες, όχι τις γυναίκες σας, ούτε φιλενάδες. Η γυναίκα που έμενε μαζί ο Νικολάς του το είχε απαγορεύσει. Πεισμωμένη η Ελβίρα ντύθηκε και βγήκε έξω, πέρασε από τη μοδίστρα κι έκανε πρόβα ένα κόκκινο φόρεμα με άσπρες πίκες με ένα πολύ μεγάλο ντεκολτέ, ήταν έτοιμο. Μετά πήγε στο σπίτι της μάνας της, εκεί την περίμενε ένας πορτογάλος από τον Σαν Βισέντε Cabo Verde, φίλος της ναυτικός που είχε γνωρίσει όταν έπαιζε μπάσκετ στην πλατεία. Είχε φέρει δώρο για όλη την οικογένεια ένα ολόκληρο ψητό γουρουνόπουλο. Προετοίμαζε γλέντι. Την κοίταξε χαρούμενος, είμαι ευτυχισμένος που ήρθες. Αυτή τον κοίταξε κάπως παράξενα χαρούμενη με τον εαυτό της, είχε τόσους θαυμαστές, αλλά δεν τον άφησε να συνεχίσει.
Πρέπει να πηγαίνω είπε, γεια σου, κατεβαίνοντας το λοφάκι πίσω από έναν κορμό δένδρου την περίμενε ο φαντάρος, είχε γυρίσει από το στρατό.
Την έπιασε από το χέρι, τρόμαξε, έλα πάμε τόσο εύκολα με ξέχασες;
Όχι τώρα, πρέπει να πηγαίνω, μετά πέρασε απ’ το κατάστημα του κινέζου, σκέφτηκε τι να κάνει δώρο στον αγαπημένο της; Μια γραβάτα, μια κόκκινη γραβάτα αυτή του πάει, σκέφθηκε άρα θα το θυμηθεί ότι αύριο είναι η επέτειο που γνωριστήκαμε;
Στο γυρισμό συνάντησε τον μαύρο εκδικητή, της είπε αν μάζεψε τα λεφτά για να εξαφανίσει τον δολοφόνο του αδερφού της.
Τον κοίταξε σαν χαμένη, -όχι ακόμα του είπε.-
Έτρεξε σπίτι, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, ο Κόκκινος δεν είχε γυρίσει ακόμα, κάθισε στον καναπέ, της το είχε υποσχεθεί όταν θα τα κατάφερνε θα της έπαιρνε και κρεβάτι, για την ώρα καλός ήταν και ο καναπές, άνοιγε σαν κρεβάτι, αλλά πώς να το κάνουμε ήταν ένας καναπές, εκεί καθόταν όλοι, επισκέπτες και μη, απόκτημα με δόσεις από κάποιον παλιό γνώριμο. Ανυπόμονη τον περίμενε, άκουσε το κλειδί που προσπαθούσε να το βάλει στην κλειδαρότρυπα, τις φωνές του Σάββα, να μην ξεχάσει τη γραβάτα του Νικολά.
Σκόνταψε και έπεσε, ο Σάββας μαζί με την Ελβίρα τον βοήθησαν να μπει να ξαπλώσει.
Η απογοήτευση γέμισε την καρδιά της, είδε τα όνειρά της να διαλύονται. Πήγε από πάνω του στον καναπέ, του φώναζε για την αγάπη της, για τη ζήλια που είχε μπει στην καρδιά της σαν αγκάθι.
-Ήρθες αγάπη μου, δεν κοιμήθηκα να σε περιμένω, ξημερώνει η επέτειο της γνωριμίας μας, σου πήρα ένα μικρό δωράκι μια κόκκινη γραβάτα. Ο μονόλογος συνάντησε τους τοίχους και η ηχώ γύρισε στα αυτιά της. Ο Κόκκινος μεθυσμένος έβγαζε άναρθρες κραυγές, σκέφτηκε τον εαυτό της με οίκτο αν έκανε καλά που του έμενε πιστή. Σηκώθηκε απότομα, πέταξε την γραβάτα στα σκουπίδια, φόρεσε το κόκκινο φουστάνι με τις άσπρες πίκες, πήγε στο σπίτι της Ίρμας και της είπε να πει στον άνδρα της που δούλευε στο λιμάνι να ειδοποιήσει τον Πορτογάλο να την περιμένει αύριο βράδυ στο σπίτι της μάνας της.
Γύρισε σπίτι, ο Κόκκινος κοιμόταν,
Καλά μου έλεγε η φίλη μου η Ίρμα, η γυναίκα πρέπει πάντοτε να έχει δυο άνδρες αν δεν τα πάει καλά με τον ένα πάντα να υπάρχει ο αντικαταστάτης. Θυμήθηκε τη γυναίκα πλούσιου έλληνα ιδιοκτήτη ξενοδοχείου, είχε φίλο και τον συντηρούσε όταν θα την άφηνε ο άνδρας της θα πήγαινε μαζί του. Ο άνδρας της όταν το έμαθε δεν την χώρισε κι αυτή πήγε τον φίλο της στο δικαστήριο και του ζήταγε ότι του είχε δώσει.


Γαβριήλ

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Αποτοξίνωση...


Στη φωτογραφία τέσσερα εγγόνια μου σε μια μικρή, πολύ μικρή του Θεού, πέτρινη καταγάλανη ακτή της Πυλάρου.
Ελένη, Χαράλαμπος, Γαβριήλ, Λούης-Γαβριήλ

ΑΠΟΤΟΞΙΝΩΣΗ

Υπάρχει ένα βιβλίο μιας ινδής συγγραφέα Arundhati Roy κάτοικου Αγγλίας με τον παράξενο τίτλο The God of small things, «Ο Θεός των μικρών πραγμάτων.»
Ο τίτλος με γοήτευσε τόσο πολύ ώστε στην παραμονή μου στην Ελλάδα, για 52 μέρες δηλαδή εννοώ στην Πύλαρο Κεφαλονιάς να αισθάνομαι ευτυχής με αυτά τα μικρά πράγματα, όποια και να ήταν. Να δηλαδή, ένα τζιτζίκι που τιτιβίζει, το σερνικό κοτσύφι με την κίτρινη μύτη του και το θηλυκό με τη μαύρη, να ψάχνουν για κανένα ώριμο σταφύλι ή σύκο, μετά να μαλώνουν με τις καρακάξες ποιος θα το πρωτο-κατασπαράξει, το κυνήγι μιας μύγας να την βγάλω έξω, μια σφήγκα να με κυνηγά στην παραλία κι εν τέλει να με τσιμπά, μα και αυτά τα μικρά ξανθά μερμήγκια, λιγκόνια τα λέμε εμείς που με κυνηγάνε από πίσω, ακόμα και το καπέλο μου γέμισαν αυτό που πήγαινα για μπάνιο στη θάλασσα, φαίνετε θα τους άρεσε η μυρωδιά μου.
Λοιπόν στο χωριό είχα έναν καναπέ προπολεμικό, ήτανε της θείας μου, η οποία δεν υπάρχει πλέων, κι αυτή τον είχε κληρονομήσει από την μάνα της, με τους σεισμούς είχαν σπάσει τα δυο στρογγυλά άκρα αυτά που ακουμπούν τα χέρια επάνω οι επισκέπτες και η πλάτη, είχαν μείνει ανέπαφα τα 4 πόδια με τον σκελετό. Ένα αρχαιολογικό κειμήλιο είχε κι ένα στρώμα ισχνό μάλλον μπαμπάκι θα είχε μέσα του, ακριβώς στα μέτρα του, εκεί ξάπλωνα για ύπνο, το πρωί που σηκωνόμουν πονούσαν τα κόκαλά μου.
Εκεί την έβγανα, ήταν ίσα, ίσα στο σώμα μου δεν περίσσευε ούτε μια σπιθαμή, έτσι το βιβλίο που διάβαζα πριν με πάρει ο ύπνος δεν είχα χώρο να το βάλω δίπλα μου και το πέταγα στο πάτωμα.
Όχι ότι δεν είχα κρεβάτι αλλά ο καναπές μου άρεσε, «τώρα θυμήθηκα σε ένα βαπόρι δεν κοιμήθηκα ποτέ σε κρεβάτι, πάντοτε μου άρεσε το καναπεδάκι,» ο καναπές συμβολίζει για εμένα την προσωρινότητα, ας πούμε πας επίσκεψη και κάθεσαι στον καναπέ, όλοι περιμένουν πότε να φύγεις, είσαι ο άνθρωπος της στιγμής, κάτι σαν τον στιγμιαίο καφέ που σου σερβίρουν.
Θα ήταν χαράματα περίπου 4 πρωί όταν το σπίτι άρχισε να τρέμει, σεισμός, πετάχτηκα όρθιος, τι να κάνω; Μια λύση ήταν να μπω κάτω απ’ το κρεβάτι, έλα όμως που ο καναπές ήταν χαμηλός, διάβολε τρέχοντας βγήκα έξω. Εν τω μεταξύ είχε σταματήσει, ήταν της δύναμης στη σκάλα ρίχτερ 5.2
Κάθε μέρα περνούσε από μπροστά το λεωφορείο για την παραλία εκεί που είναι και η πρωτεύουσα του δήμου, η Αγία Ευφημία, περίπου 5 χιλιόμετρα κατηφόρα, έμπαινα έτοιμος για κολύμπι στη θάλασσα, μετά από τρεις ώρες ξαναγύριζα σπίτι, έτρωγα μια τομάτα σαλάτα, τυρί ντόπιο και φρέσκο χωριάτικο ψωμί με λάδι, που με έπιανε στο λαιμό από την αγνότητά του, ξάπλωνα κι έκανα τη σιέστα μου στο καναπεδάκι.
Με το που έπεφτε ο ήλιος, άρχιζα μια πεζοπορία δυο χιλιόμετρα, στο γυρισμό πέρναγα από το την πλατεία έπινα μια γκαζόζα συζητούσα με φίλους χωριανούς, αυτούς που δεν είχαν ξενιτευτεί. Αυτούς που ήταν ενημερωμένοι για τα το πώς γυρίζει η γη, ή το τι συμβαίνει στην υφήλιο, όταν τους ρωτούσε που τα έμαθαν τον χειμώνα πάμε στην βιβλιοθήκη μου απάντησαν. Για να πάω στη Ζησιμάτειο Δημοτική βιβλιοθήκη έχανα την πεζοπορία μου, εφόσον έκλεινε στις 9 μ.μ. πήγαινα να απολαύσω λίγη ώρα στο ιντερνετ το οποίο παρέχει δωρεάν, ή να ξεφυλλίσω μερικά βιβλία. Η βιβλιοθήκη χτίστηκε το 1979 από δωρεάν της Κ. Όλγας Ζησιμάτου εις μνήμη του γιου της αριστούχος νομικής που φόνευσαν οι Γερμανοί το 1944, έχει εμπλουτισθεί με 3000 τόμους βιβλία, τα οποία αγοράσθηκαν ή παραχωρήθηκαν δωρεάν. Παρέχει δωρεάν χρήση υπολογιστή ιντερνετ κλπ…
Οι κάτοικοι του Δήμου της Πυλάρου τον Χειμώνα είναι περίπου χίλια άτομα,
Παραθέτω μόνο μερικές γραμμές από μήνυμα του Δημάρχου, k. Μάρκου Κοτσιλίνη για τη βιβλιοθήκη:
Σ’ ένα μικρό τόπο υπάρχει και λειτουργεί ένας φάρος πνευματικός που οδηγεί δύσκολα αλλά σταθερά σε ανώτερα επίπεδα ζωής, οδηγεί στο ΕΥ ΖΕΙΝ
Τα μεσάνυχτα πάλι περπατούσα κάτω από τ’ αστέρια για το σπίτι, σταματούσα και τα μέτραγα περιμένοντας μήπως πέσει κανένα, μάταιος κόπος, ήξερα ότι το καναπεδάκι με περίμενε, ξάπλωνα και τότε είναι που μου έκαναν συντροφιά τα γαυγίσματα των σκύλων, από μακριά ακουγόταν ο ήχος των κουδουνιών από κοπάδια αιγοπρόβατα, τα δε χαράματα λαλούσαν οι πετεινοί, μα και αυτά τα μερμήγκια πολλές φορές ανέβαιναν μέχρι το καναπεδάκι μου και με γαργαλούσαν.

Αυτό το είδος της ζωής το ονομάζω αποτοξίνωση του οργανισμού, του χαρακτήρα μας, από τα υλιστικά περιττά αγαθά, και το τρέχα, τρέχα του πολιτισμού μας,

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Αναμνήσεις από τη Νέα Ορλεάνη επ' ευκαιρία του κυκλώνα Gustavo.


Αναμνήσεις από Νέα Ορλεάνη έπ’ ευκαιρία του κυκλώνα Gustavo.

Ξέμπαρκος γύριζα στους δρόμους της Νέας Ορλεάνης, είχα μείνει έξω λόγο ασθενείας στο Montelepre Hospital, αφού έγινα καλά, πήρα εξιτήριο απ’ το νοσοκομείο θα έπρεπε να περιμένω το βαπόρι να γυρίσει από ένα ταξίδι στη Χιλή.
Πήγα στο Strachan Shipping στην οδό Αγίου Τσάρλη, ήτανε ο πράκτορας του βαποριού, ο οποίος μου σύστησε ένα δωμάτιο στην παλιά γαλλική συνοικία Decatur Street εκεί όπου σύχναζαν ναυτικοί. Ήταν στον δεύτερο όροφο και έβλεπε σε αίθουσα εστιατορίου όπου σερβίριζαν ναυτικούς. Ιδιοκτήτης ένας Χιώτης ο καπετάν Γιάννης Φατσής, ο οποίος έκανε και τον ‘ShipChandler’ (προμηθευτής τροφοδοσίας κλπ.) στα χιώτικα βαπόρια.
Δεν ήμουνα ποτέ συνηθισμένος σε μια τάξη ύπνου και σχεδόν από ντροπή έπρεπε να τρώω εκεί όπου έμενα. Ζητούσα μια πιο ελεύθερη ζωή, έτσι μετά από την πρώτη εβδομάδα έφυγα πήγα πιο έξω και ενοικίασα δωμάτιο σε σπίτι κάτι ηλικιωμένων γυναικών, από εκεί έπαιρνα το τραμ και κατέβαινα στο κέντρο. Στο λιμάνι οργασμός ελληνικών βαποριών, πολλοί οι ναυτικοί κάθε βράδυ γέμιζαν τα μπαρ, στη γαλλική συνοικία Bourbon Street πολλοί οι περαστικοί ναυτικοί ηδονοβλεψίες από τις μισάνοιχτες πόρτες των στριπτιτζίδικων. Αλλά οι περισσότεροι μαζευόταν στο Ίμβρος μπαρ στην οδό Canal ή στο μπαρ του Τζίμη του έλληνα, ή στο Αβάνα ένα κουβανέζικο στο Decatur Street. Εκεί στη Νέα Ορλεάνη υπήρχε και ο Φουντάκιας παρανόμι ενός Κεφαλλονίτη, ήταν ο επίσημος shipchandler, γνωστός μα και διαμεσολαβητής, για οτιδήποτε πληροφορία ήθελαν οι ναυτικοί, αν και τώρα τελευταίος το είχε γυρίσει πολύ στη θρησκεία ένεκα που είχε νυμφευθεί μια φανατική χριστιανή…
Εκεί πιο κάτω στον ίδιο δρόμο άλλος ένας κεφαλλονίτης από την Ιθάκη είχε ανοίξει κατάστημα ρούχων για ναυτικούς, πολλές φορές επισκεπτόταν και τα βαπόρια στον μόλο κουβαλώντας τις βαλίτζες εκθέτοντας τα αγαθά του. Μην έχοντας πως να σκοτώσω την ώρα μου, του έκανα παρέα πηγαίναμε στα βαπόρια προπαντός στα δεξαμενόπλοια αυτά που καθόταν λίγες ώρες στο λιμάνι, ακόμη φτάναμε και μέχρι το Baton Rouge.
Μια μικρή γνωριμία μου, νοσοκόμα, κάναμε παρέα αλλά με κουβαλούσε πάντα στην εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου, στην πλατεία Τζάκσον, γαλλική παλαιά συνοικία, έβρεχα τα δάχτυλά μου με το αγιασμένο νερό, μετά κάναμε τον σταυρό μας μετά γονάτιζε, έβανε ένα κεντητό μαύρο μαντήλι στο κεφάλι ψιθύριζε ένα Άβε Μαρία...
Περπατώντας για την εκκλησία περνάγαμε από το Café du Monde όπου σερβίριζαν καφέ με chikory. Έτσι με έκανε και καλό χριστιανό.
Στην πόλη υπήρχε κι ελληνικό προξενείο, πρόξενος ο κ. Χέλιος, είχα πιάσει φιλίες με τον γραμματέα τον Στηβ έναν φοιτητή πανεπιστημίου από την Χίο, όλη η παρέα πολλές φορές πηγαίναμε για πρωινό στο Meal-a-Minit, ένα είδος καφετέριας. Ή πηγαίναμε στο Felix ένα ιταλικό εστιατόριο στη γαλλική συνοικία για ωμά μύδια, και μπύρα.
Κάποτε ήρθε και το βαπόρι, τέλος στις βόλτες μου, με το που μπαρκάρισα πήρα τα κλειδιά του Chief Steward στα χέρια μου από τον μάγειρα που με περίμενε πως και πως, με παίρνει κατά μέρος ο υποπλοίαρχος ένας Κορίνθιος και μου λέγει. Μην τρομάξεις μέσα στο ψυγείο έχω κρεμασμένο το κεφάλι ενός σκύλου, ξέρεις με δάγκωσε στο πέλαγος και μου είπαν δια μέσω ασυρμάτου να τον σκοτώσω και να τους φυλάξω το κεφάλι να το πάρουν για εξέταση να δουν μήπως είχε λύσσα. Περιμένω το υγειονομείο.
Ο δε καπετάνιος κι αυτός νεαρός Κορίνθιος με φωνάζει στο γραφείο του, ξέρεις έχω δώσει παραγγελία πέντε εκατομμύρια τσιγάρα για το πλήρωμα.
Όταν θα τα φέρουν θα τα παραλάβεις θα έρθει μαζί και το τελωνείο να στα σφραγίσει,
Εάν σου πουν τίποτα για το ποσόν θα πεις μεγάλα ταξίδια, κλπ. Θα τα αναλάβεις όλα υπό ευθύνη σου, εγώ δεν θα φανώ πουθενά και θα σου δωρίσω 3 κιβώτια ή 30.000 τσιγάρα για λογαριασμό σου.
Αλλά αυτή η ιστορία περιπέτεια έχει και συνέχεια η οποία διαδραματίστηκε εν πλω στον νότιο Ειρηνικό Ωκεανό.

Να ξαναγυρίσω όμως στη Νέα Ορλεάνη:


Συνέχισα να ταξιδεύω πάντα με βαπόρια μικρά που αφετηρία είχαν το λιμάνι της Νέας Ορλεάνης. Έτσι γυρίζοντας από ένα κυκλικό ταξίδι σε κεντρική Αμερική σήμα ήρθε στο πέλαγος να βιαστούμε να μπούμε μέσα στο Μισισιπή γιατί περίμεναν κυκλώνα ή δε αλλιώς θα μέναμε στο πέλαγος κι όποιον πάρει ο χάρος. Απ’ το στόμιο του Μισισιπή ποταμού όπου επιβιβαζόταν πλοηγός μέχρι τη Νέα Ορλεάνη είναι μια απόσταση 110 ναυτικών μιλίων. Για καλή μας τύχη προλάβαμε μπήκαμε στο Μισισιπή, κι όχι μόνο αυτό αλλά πέσαμε δίπλα, μας έδεσαν στην αποβάθρα, ήταν η αποβάθρα μετά από την κεντρική οδό την Canal πλέοντες προς τον σιλό.
Το δε αγκυροβόλιο ήταν γεμάτο βαπόρια που περίμεναν τη σειρά τους.
Δέσαμε διπλούς κάβους, μαζί και συρματόσχοινα, κλείσαμε τις πόρτες κατά τα μεσάνυχτα πέρασε το κέντρο του κυκλώνα από πάνω μας, το βαπόρι σκαμπανέβαζε λες και ήταν στο πέλαγος, ο αέρας σφύριζε στα ξάρτια σα να ήταν δαιμονισμένος. Μετά μια απόλυτη σιγή σα να κόπασε ο αέρας, ήταν το μάτι, μετά από λίγο όμως πάλι τα ίδια. Απ’ έξω ακουγόταν αντικείμενα που πετούσαν κι έσκαγαν στο κατάστρωμα. Από δε τη μεριά του ποταμού έπλεαν πολλά βαπόρια που είχαν σπάσει ή συμπαρασύρει τις καδένες της άγκυρας, από εκεί ήταν και ο φόβος μας μήπως πέσει κάποιο επάνω μας, η δε δύναμη του αέρα 110 μίλια την ώρα.
Όλο το κακό κράτησε 4-5 ώρες, Σαν ξημέρωσε ανοίξαμε τις πόρτες βγήκαμε στην κουβέρτα, ήταν γεμάτη λαμαρίνες αυτές που είχε ξηλώσει ο αέρας από τις σκεπές των αποθηκών, περπατήσαμε ως την Canal είχε πέσει ένας τοίχος τούβλινος και είχε καταπλακώσει αυτοκίνητα, η πόλη γεμάτη σκουπίδια, μετά η ζωή ξαναήρθε στους κανονικούς ρυθμούς της.
Ήταν αν θυμάμαι καλά το έτος 1967 ή -68

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Ναυτικές Εντυπώσεις της Στεριάς.


Στην φωτογραφία η κόρη μου Πανωραία κι εγώ σε μια μας επίσκεψη, κατόπιν προσκλήσεως στα γραφεία του συλλόγου ναυτικών Κεφαλονιάς «Νίκος Καββαδίας» καλοκαίρι 2007


Ναυτικές Εντυπώσεις της Στεριάς.

Με το χρονο-ναυλωμένο στην United Fruit Co. S/s AENOS, 3500 τονάζ
ταξιδεύαμε τακτικές γραμμές στην καραϊβική, σε όλα τα λιμανάκια της Κούβας μεταφέροντας general cargo στο γυρισμό φορτώναμε ακατέργαστη ζάχαρη για Η.Π.Α. Είμαστε λοιπόν πλευρισμένοι στον μόλο του μικρού λιμανιού Isabela de Sagua της Κούβας. Όταν βράδιασε μια παρέα από έλληνες μέλη του πληρώματος βγήκαμε στη στεριά. Ρωτήσαμε τι αξιοπερίεργο μπορούμε να δούμε, πηγαίνετε στον χορό μας είπαν. Όλη η κοινωνία του χωριού αυτού βρισκόταν παρούσα. Στην είσοδο δεν μας δέχθηκαν, ναυτικοί είστε, δεν σας θέλουμε στην παρέα μας.
Πεισμώσαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε σε μια πιο μεγάλη πόλη στο εσωτερικό στη Sagua La Grande, στην κεντρική πλατεία οι νέοι έφερναν βόλτες από δεξιά προς τα αριστερά, τα δε κορίτσια από αριστερά προς τα δεξιά. Στη μέση της πλατείας έπαιζε ορχήστρα Ισπανική μουσική. Ανακατευτήκαμε κι εμείς, ζήσαμε μια νύχτα γεμάτη ελπίδες, ξημερώνοντας γυρίσαμε στο βαπόρι. Αλλά μας έμεινε μέσα μας ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε ναυτικούς και μη.
Στο Puerto Barrios Guatemala, παραμονή πρωτοχρονιάς, είμαστε καλεσμένοι οι αξιωματικοί του πλοίου κι εγώ από τους προύχοντες της United Fruit Co. στο Lion Club να κάνουμε ρεβεγιόν μαζί, να καλωσορίσουμε τον καινούργιο χρόνο, μιας επιφανειακής ας πούμε αριστοκρατικής κοινωνίας που ζούσε σε περιφραγμένη Colonia χώρια από τους ντόπιους.
Εμείς οι ναυτικοί αισθανόμαστε κάπως αμήχανοι σε αυτή την κλειστή κοινωνία του (κλαμπ των λεόντων) έτσι ονομάζονται τα μέλη, τα οποία χόρευαν, εμείς μόνο πίναμε, αν και μας προσέφεραν τις ντάμες τους για χορό, μας έλειπε η δικιά μας γυναικεία παρέα. Έτσι με ανακούφιση ακούσαμε στις 12 τα μεσάνυχτα τις σφυριξές των βαποριών που καλωσόριζαν τον καινούργιο χρόνο, ευκαιρία για εμάς να φύγουμε, προφασιστήκαμε βάρδια στο βαπόρι. Τους ευχηθήκαμε χρόνια πολλά, Ναυτικοί βλέπεις τούτη τη φορά η κοινωνία δεν άρεσε σε εμάς.
Αλλά δεν μπορούσα να το χωνέψω, πρωτοχρονιά και να πάμε μέσα, έτσι μαζί με τον δεύτερο μηχανικό ξαναβγήκαμε έξω, τούτη τη φορά ανακατευτήκαμε με τον ντόπιο λαό όπου χόρευε και γλεντούσε στο Palacio del cine ένα κέντρο Ιταλού μετανάστη. Εκεί ξημερωθήκαμε.
Ξέμπαρκοι ναυτικοί στη Νέα Υόρκη, οι καλώς εγκατεστημένοι ομογενείς συνήθως απέφευγαν να σμίξουν με ναυτικούς έτσι την βγάναμε στα καφέ Αμάν της 8ης λεωφόρου και 28 δρόμους, ή στα πεζοδρόμια της 47ης οδού όπου ήταν ξενοδοχεία για ναυτικούς και η πιάτσα για μπάρκο κλπ… Αλλά είχαμε και το Immigration να μας κυνηγά μήπως περάσει η άδειά των 29 ημερών.
Ναυτικοί στο Rotterdam για να μπούμε στα κέντρα Ambassador ή Habanera ήταν υποχρεωτική η γραβάτα. τώρα ποιος από εμάς φόραγε γραβάτα; Κανένας μας απλούστατα νοικιάζαμε μία στην είσοδο.
Στο Colombo Ceylon εμείς οι λευκοί ναυτικοί απαγορευόταν να έχουμε σχέσεις με ντόπιες γυναίκες αν ποτέ.
Στο Port Elizabeth νότιος Αφρική μας πέταξαν έξω από ελληνική καφετέρια γιατί είχαμε παρέα μας ένα Λατινοαμερικάνο κάπως σκούρου χρώματος κι αυτός να ωρύεται δεν είμαι μαύρος.
Στο Puerto La Cruz Βενεζουέλα οι τελωνιακοί κάνοντας έρευνα δήθεν για λαθραία μας πήραν όλα τα καινούργια ρούχα μας, αυτά που δεν είχαν φορεθεί. Με διερμηνέα τον ασυρματιστή έναν Κουβανό πήγαμε να διαμαρτυρηθούμε στην Aduana, δεν κάναμε τίποτε γυρίσαμε άπραγοι.
Θεέ μου, είναι τόσο δύσκολο η κοινωνία να κατανοήσει ότι και οι ναυτικοί άνθρωποι είναι κι αυτοί.
Όπως σε όλες οι κοινωνίες-οικογένειες, έτσι και στη ναυτική υπάρχουν όλων των ειδών τέχνες (ταλέντα,) άλλος είναι ποιητής, άλλος ζωγράφος, συγγραφέας, μουσικός, ψαράς, μαραγκός, νοσταλγός- ερωτευμένος, κ. ο. κ. Αυτό που ενώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους στα ύστερά τους χρόνια, είναι η κοινή θαλασσινή τους πείρα που τόσο δύσκολα την καταλαβαίνουν οι στεριανοί.
Έτσι με μεγάλη μου χαρά δέχθηκα το κάλεσμα, του ναυτικού συλλόγου Κεφαλληνίας «Νίκος Καββαδίας» να παραβρεθώ στον εορτασμό της ναυτικής εβδομάδας στις 3 Ιουλίου 2008, στο δημοτικό θέατρο Αργοστολίου, όπου μεταξύ άλλων παρουσίασαν και έργα απομάχων και μη, ναυτικών, συγγραφέων και ποιητών. Στην συγκέντρωση εκτός για το θαλάσσιο περιβάλλον έδωσαν μια μορφή λογοτεχνικής ατμόσφαιρας όπου μας έπνιγε ο νόστος της θαλασσινής αρμύρας, μα και οι αναμνήσεις της νιότης μας.
Παρουσιαστές, ομιλητές ο πρόεδρος του Σωματείου κ. καπετάν Άγγελος Μπενετάτος και ο Γιώργος Σπηλιώτης, ο οποίος μαζί με τις κυρίες Φρόσω Μπεκιάρη και Ελένη Καδδά διάβασαν λογοτεχνικά αποσπάσματα από συγγραφείς ποιητές που έχουν να κάνουν με τη θάλασσα, μερικοί παρόντες, μεταξύ αυτών κι ένα δικό μου διήγημα «Οι Γλάροι, η Ελπίδα»
Κύριοι συντελεστές της εκδήλωσης ήταν ο καπετάν Διονύσης Μαρκέτος, ο καπετάν Βαγγέλης Μαρκέτος, τους οποίους ευχαριστώ ιδιαιτέρως ήταν αυτοί που με ξετρύπωσαν από το καταφύγιό μου στην Πύλαρο καθώς και ο φίλος Διονύσης Κοσμετάτος. Μεταξύ άλλων παρόντες ήταν ο δήμαρχος Πυλαρέων Μάρκος Κοτσιλίνης, η κ. του καπετάν Ηλία Τζιβρά, Ουρανία, Ιερείς και πλήθος κόσμου όπου αδυνατώ να περιγράψω ονομαστικώς καθότι δεν γνωρίζω.
Ήταν μια εκδήλωση δικαίωσης, αναγνώρισης, των απόμαχων ναυτικών όπου η ζωή τους έχει εξελιχθεί στο θαλασσινό στοιχείο, σε μια πλούσια περιπετειώδη πολύχρωμη παγκοσμιότητα έξω από τα στενά ελληνικά σύνορα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Η ΦΘΟΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Η φωτογραφία είναι ενός ταπεινού σπιτιού, για εμένα είναι το παλάτι μου το σπίτι που γεννήθηκα, η εσωτερική του διακόσμηση είναι η ίδια όπως την μέρα που γεννήθηκα, με το σανιδένιο πάτωμα, τα κυπαρισσένια πατερά, το ταβάνι είναι αυτό το ίδιο που κάθε βράδυ με το φως του λύχνου ξαπλωμένος στο αχυρένιο στρώμα μου το κοιτούσα κι έπλαθα όνειρα, πετούσα με τα φτερά της φαντασίας, ήταν η μόνη πολυτέλεια που υπήρχε πριν γνωρίσω τον κόσμο.
Εκεί πάω κάθε χρόνο και ξαναγίνομαι παιδί.
Όταν αισθανθείς τη ματαιότητα της ύλης, τότε ανακαλύπτεις την ευτυχία, η οποία δεν στέκετε μαζί σου, σου φεύγει κι εσύ την κυνηγάς, κυνηγάς, κυνηγάς…Απ’ το κυνήγι σταματάς να πάρεις ανάσα, ξεχνώντας όμως τι κυνηγάς… άρα είσαι άνθρωπος.


Η φθορά του χρόνου,


Ένα παλιό τραγούδι που μου έμαθαν στο δημοτικό σχολείο άρχιζε, (Ήρθες, ήρθες, καλοκαίρι κι ο θεός πολλά με το άγιο του το χέρι σκόρπισε καλά…)
Καλοκαίρι λοιπόν ήρθα κι εγώ στα Μαρκάτα Πυλάρου να απολαύσω τα τόσα θεϊκά αγαθά. Μπροστά μου φάνταζε ο καταπράσινος κάμπος της Πυλάρου από ελιές πουρνάρια, κυπαρίσσια, μυγδαλιές, κι ένα σωρό πράσινες μάζες. Απέναντι μου ο βορράς το βουνό καλόν όρος στην πλαγιά του φυτεμένα σπιτάκια ότι έχει απομείνει μετά από του σεισμούς από τα παλαιά 24 χωριά του δήμου, από αριστερά προς τα βορειοδυτικά σε απόσταση 5 χιλιομέτρων η φημισμένη αμμώδη παραλία του Μύρτου, από ανατολικά μου σε απόσταση 4 χιλιομέτρων η Αγία Ευφημία πρωτεύουσα της Πυλάρου, με τις πέτρινες γεμάτες βότσαλα μικρές παραλίες της. Από πίσω μου ο νότος το βουνό Αγία δυνατή ύψους 1132 μέτρων γεμάτο με ανεμογεννήτριες προς παραγωγή αιολικής ενέργειας, εκεί στους πρόποδες της αγίας Δυνατής σε ύψος 200 +μέτρων είναι χτισμένο και το πατρογονικό μου σπίτι, εκεί όπου πρωτοείδα το φως. Φαντάζει σα μια σκοπιά για ν’ αγναντεύει τους πειρατές. Ένα παλαιό χτίσμα προσεισμικό – με πέτρα και ξύλο όπου δεν έχει τίποτε το κοινό με τα νέα τσιμεντένια χτίσματα όπου γεμίζει σιγά, σιγά όλη η περιοχή. Ξεφυτρώνουν σπαρμένα εδώ κι εκεί κτίρια μέχρι τριώροφα τσιμεντένια, άλλα σε σχήμα βίλας μα και με πισίνες ενοικιαζόμενα για την τουριστική περίοδο, ακόμα και για πώληση. Όλοι οι ξένοι αγοραστές ή και ενοικιαστές Άγγλοι και Ιταλοί.
Σκέπτομαι πολλές φορές γιατί επισκέπτομαι την Πύλαρο τι είναι αυτό που με τραβάει, δεν ξέρω ίσως να είμαι επηρεασμένος από τον μύθο του Αισώπου με την πέρδικα και την κουκουβάγια που κάθε μια νόμιζε ότι το παιδί της ήταν το ομορφότερο...
Πάντως εκεί στο κάπως απομονωμένο σπιτάκι μου βρίσκω αυτό που συμπληρώνει την προσωπικότητά μου τη μορφή μου την ιδιοσυγκρασία μου, αλλά για λίγο, μετά αρχίζει η ανησυχία, η ανασφάλεια, το ανήσυχο πνεύμα ψάχνω για ένα ουτοπικό νιρβάνα κι όταν νομίζει ότι το βρήκα αυτό που λάμπει μακριά στον ορίζοντα, τότε διαπιστώνω ότι δεν ήταν αυτό που περίμενα.
Λένε ότι ο μετανάστης έχει μια διχασμένη προσωπικότητα, όταν είναι στη θετή του πατρίδα, θέλει να είναι στη φυσική του, κι όταν είναι στη χώρα που τον γέννησε αναπολεί την θετή του.
Νεαρό με έλκυσαν τα θέλγητρα των ξένων τόπων, τώρα με ελκύει η σιωπή, χάνομαι στην άβυσσο της μνήμης, απολαμβάνω τη ματαιότητα της ύλης, με αποκαρδιώνει η πνευματική μου μοναξιά. Ανήσυχος τρέχω στο διπλανό λιβάδι εκεί όπου το χόρτο φαίνετε πιο πράσινο, για να διαπιστώσω ότι είναι το ίδιο και τρέχω, τρέχω αλλάζω καταστάσεις στο τέλος με τρόμο καταλαβαίνω ότι είμαι γέννημα και θρέμμα της παγκοσμιότητας.
Ένα ανήσυχο πνεύμα όπου ζει και υπάρχει σ’ ένα φθαρμένο από το χρόνο κορμί, ψάχνοντας να βρει μια Shangri-la, χωρίς ποτέ να το παραδεχθεί ότι ο χρόνος είναι ο νικητής.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ:


Αυτή η φωτογραφία είναι από την παρουσίαση του βιβλίου της Ανθολογίας της Ξενιτιάς της «Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών των πέντε Ηπείρων,» στο γραφείο τύπου του ελληνικού Προξενείου, Νέα Υόρκη 2002
Εικονίζονται οι παρουσιαστές στα Ελληνικά: Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Διονύσιος Κονταρίνης και η Κλεοπάτρα Παναγιωσούλη στα αγγλικά.


Ήταν Ιανουάριος 2008, το κρύο ήταν τσουχτερό, χιόνιζε μάλιστα.


Κοίταζα απ’ το τζάμι τις νιφάδες χιονιού, έτσι πλατιές όπως έπεφταν, να ντύνουν στα άσπρα την αυλή μου, η οποία συνόρευε με το πεζοδρόμιο κι αυτό με το δρόμο, να τα σκεπάζουν στα λευκά με το πέπλο της παρθενιάς, μια εικόνα αγνότητας, πριν τσαλαπατηθεί και λερώσει από λασπωμένο αίμα, αυτό που παράγουν τ’ αυτοκίνητα και οι άνθρωποι.
Άφησα τη σκηνή να εξελίσσεται μόνη της και πήγα στο γραφειάκι μου.


Όχι δεν έχω θαλπωρή από τζάκι, ούτε κούτσουρα στη φωτιά, όπως παριστάνουν στο βάθος οι φωτογραφίες των μεγάλων προσωπικοτήτων αλλά θέρμανση με κοινό γκάζι όπου βράζει νερό ο λέβητας και παράγει ατμό, ο οποίος αναταράζει τις σκέψεις μου όταν διαφεύγει σφυρίζοντας από τους εξαεριστήρες των σωμάτων. Το γραφειάκι μου στο υπόγειο έτσι για να μην ενοχλώ, ούτε να ενοχλούμαι. Καθόμουν λοιπόν μπροστά στο υπολογιστή μου ναυσιπλοώντας στο διάστημα, ίσως να εύρισκα και τη θεωρία του αεικίνητου, δεν βαριέσαι όμως χαμένοι κόποι άλλοι το είχαν δοκιμάσει πριν από εμένα.
Απογοήτευση με κατέλαβε, εκεί που σκεφτόμουνα λαμβάνω μια παρότρυνση του φίλου Στράτου αν ήθελα θα μπορούσε να με βοηθήσει να ιδρύσω μια ιστοσελίδα στο ιντερνετ, έτσι κι έγινε!
Από τότε μέχρι σήμερα καθημερινώς επισκέπτομαι το δημιούργημά μας, περνώ αρκετές ώρες στο γυαλί της οθόνης μου, ανταλλάσσω γνώμες απόψεις με φίλους αναγνώστες αλλά όπως όλα τα πράγματα έτσι κι αυτό ήρθε η ώρα του για μια προσωρινή ξεκούραση, μια ξεκούραση στα Μαρκάτα, Πυλάρου Κεφαλονιάς, όπου μαζί με τη νοσταλγική χαμένη μου παιδική ηλικία, θα προσπαθήσω να βρω την ξεγνοιασιά, να νιώσω του καλοκαιριού την ζεστασιά μα και τη δροσιά στης θάλασσας την αγκαλιά.
Όχι ότι θα κάνω τίποτα σπουδαία πράγματα, απλώς θα πάψω να συλλογίζομαι, να κουράζω το νου μου. Θα αναμιχθώ με τους χέρσους πέτρινους αγρούς, μόνο που τώρα έχουν γίνει αγνώριστοι από την εγκατάλειψη, έχουν χαθεί τα μονοπάτια της παιδικής μου ηλικίας, έχουν φουντώσει τα πουρνάρια, οι άγριες μάζες, τα κυπαρίσσια, οι ασφάκες, οι ελιές, το βαθύ πράσινο έχει καταλάβει όλα, όσα δεν είναι πέτρινα. Ακόμα και τα σπίτια έρημα χωμένα στο αγριόχορτο είναι σα να ντρέπονται για την κατάντια της ελληνικής υπαίθρου. Απ’ τα παράθυρά τους κρέμονται μισο-ξηραμένες βέργες από κληματαριές μοιάζουν σαν δόντια με ρίζες από νεκροκεφαλές.
Όχι πολυτέλεια, όχι ανέσεις, απλώς αναλαμπή μιας περασμένης ζωής, ένα ταξίδι στο παρελθόν, σε αυτό που άνοιξα τα μάτια μου, αυτή μου η ικανοποίηση θα με ξανακάνει παιδί, θα ξαναζήσω νοερός τον εαυτόν μου, αυτόν τον αθώο που αλλοίωσε η βιοπάλη, και θα μπω σαν το μεταξοσκώληκα στο καβούκι μου, μόνο για λίγο, θα γευτώ της μουριάς τα φύλλα, και θα είμαι ευτυχής όπως τότε.
Θα κατεβαίνω κάθε μέρα στη θάλασσα για μπάνιο, θα τρώω ένα λιτό φαγητό ότι παράγει ο τόπος, το βραδάκι ένας περίπατος, μια βόλτα έναν καφέ στην πλατεία, μια συζήτηση σ’ ένα στοχασμό αναμνήσεων, μια ερώτηση στον εαυτό μου αν υπάρχει πεπρωμένο, πάντοτε μ’ ένα αναπάντητο γιατί να μεταμορφώνεται κάποιος σε μετανάστη; Αφού δεν είναι μεταξοσκώληκας.
Ο μετανάστης ο παγκόσμιος έλληνας αναγκαστικώς έβαλε ρίζες στα μέρη όπου πήγε, ρίζωσε σα δένδρο έβγαλε κλαριά, ποτισμένες οι ρίζες με ξένο νερό, ξένος αέρας χαϊδεύει τα κλαριά του που τραγουδούν στο θρόισμα των φύλλων τους τραγούδια του τόπου όπου γεννήθηκαν.
Ο μετανάστης ο κάθε ένας με τον τρόπο του προσπάθησε να κρατήσει, ή και να μεταδώσει την ελληνική λαλιά, την ελληνική κουλτούρα είδε (φωτογραφία) έκανε ότι μπορούσε, τα κλαριά του έγιναν γηγενείς , τα άνθη τους οι απόγονοί τους, η ρίζα του έμεινε ελληνική κι όταν θα έρθει η σειρά του να φύγει από τούτο τον πρόσκαιρο κόσμο σα μετανάστης πάλι θα φύγει…
Θα τα ξαναπούμε λοιπόν φίλοι μου περίπου μετά τις 15 Αυγούστου/ 08,
Έως τότε να έχετε καλό καλοκαίρι και προπαντός υγεία.
Πιο κάτω σας αντιγράφω δυο ποιήματα της εγγονής μου 11 χρονών. Είναι ένα από τα άνθη των κλαριών τα οποία άνθισαν στην περιοχή όπου βασιλεύει η αγγλική γλώσσα. Θεώρησα καλό να τα αντιγράψω στο πρωτότυπο, ώστε να μην διαστρεβλωθεί η ερμηνεία τους από τη μετάφραση.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

New York

The Umbrella that Never spoke

It stood there dry
Without comfort,
Facing the window,
Rusted handle,
Torn cloth,
Waiting for water,
Still hot outside,
Drought
No hope,
No dreams,
No plans,
No rain,
No life.
***

A Special Flower


Every summer a flower blooms
With the name Hortence,
My grandmother’s name.
Amazing colors,
So radiant,
So proud,
To be flower of my grandmother,
Representing and symbolizing,
Faith,
To stand up το the wind.
Power,
To stand in pile of different flowers,
Love,
To return every year.

Cleopatra Zhonga

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΘΑΜΠΟΧΑΡΑΜΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Η ηλικία της Αθωότητας στα Μαρκάτα Πυλάρου!

Ο παπάς ήταν ο άξονας του χωριού όπου γύρω του στροβιλιζόταν ολόκληρη η γη. Γύρω του ζούσε κι ανάπνεε η κοινωνία του χωριού. Ήταν ένα κινητό ληξιαρχείο, κρατούσε σε τετράδιο τις γεννήσεις, βαφτίσεις και θανάτους των πιστών, όταν γέμιζε το πέταγε σε μια γωνιά, υπόγραφε τα πιστοποιητικά γεννήσεως κάτω από το (ο εφημέριος). Το καλοκαίρι σε ανομβρία με την εικόνα της Παναγίας έβγαινε σε λιτανεία στους χωματένιους δρόμους του χωριού παρακαλώντας την να βρέξει. Και πολλές φορές γύριζαν λασπωμένοι απ’ τη βροχή. Οι πιο παλαιοί λέγανε ότι διάλεγε τις μέρες που ήταν νέο φεγγάρι και υπήρχε η πιθανότητα ν’ αλλάξει ο καιρός. Τα πιτσιρίκια λέγανε ότι όταν πεθάνει ένας παπάς τον βάζουν στο φέρετρο καθιστό, ποτέ ξαπλωμένο όπως τους κοινούς θνητούς.
Το χωριό ετοιμαζόταν, θα γινόταν η βάφτιση της μπέμπας κόρη της Πηνελόπης, ειδοποίησαν τον παπά, έφεραν την κολυμπήθρα στο σπίτι, σε όλες τις γωνίες του σπιτιού ήταν κρυμμένα παιδιά και περίμεναν ν’ ακούσουν το όνομα αυτής ώστε να τρέξουν να δώσουν τα συχαρίκια στη μάνα που κρυβόταν στο διπλανό δωμάτιο κάνοντας τάχα ότι δεν ήξερε τι όνομα θα έδιναν στο παιδί της ο νονός. Αυτός που θα έφτανε πρώτος και θα φώναζε τ’ όνομα θα έπαιρνε, και το δώρο. Το μυστήριο της βάφτισης άρχισε, τα παιδιά σπρώχνονταν να δουν το θέαμα, μα και ν’ ακούσουν και το όνομα αυτής, ώστε να δώσουν τα συχαρίκια στην μάνα.
Ένας πιτσιρικάς ο γιος του Μεμά έμεινε με το στόμα ανοιχτό καθώς ο παπάς βουτούσε την μπέμπα στην κολυμπήθρα, φωνάζοντας και το όνομα αυτής;
Με μιας ξέχασε γιατί είχε πάει, ξέχασε να τρέξει να φωνάξει το όνομα στη μάνα, απόρησε, γύρισε το κεφάλι του και ρώτησε τα άλλα παιδιά, μα καλά γιατί το μωρό δεν έχει κότα; (πουλάκι)
Η γριά Ευανθία, που ήταν και μοιρολογίστρα έστεκε παρέκει κι άκουσε την συζήτηση πετάχτηκε σα σπίθα και είπε: Μα της την έκοψε ο παπάς.
Της την έκοψε ο παπάς, της την έκοψε ο παπάς επαναλάμβαναν σα (χορωδία) τα πιτσιρίκια του χωριού.
Ο γιος του Μεμά έμεινε αποσβολωμένος, σκέφτηκε ότι έχει πολύ δύναμη ο παπάς, αφού ο ίδιος εκτός του να κόβει κότες, χτυπούσε την καμπάνα το πρωί για σχολείο, το απόγευμα για το απογευματινό, μα και πριν κάτσει ο ήλιος για βράδυ, στις εορτές για να πάει ο κόσμος στην εκκλησία. Στους θανάτους ο χτύπος της καμπάνας συντροφεύει τους νεκρούς ως την τελευταία τους κατοικία, λες και μπορούσαν να την ακούσουν. Έτσι ο γιος του Μεμά πήγε ως παπαδοπαίδι στο ιερό, φύσαγε τα καρβουνάκια κι έβανε λιβάνι στο θυμιατό, έβαζε σε καμινέτο το ζέον, ακολουθούσε με τα εξαπτέρυγα την περιφορά του ευαγγελίου και φιλούσε το χέρι του παπά. Πολλές φορές έλεγε και το πάτερ ημών. Συντρόφευε τον παπά στα σπίτια παραμονή φώτων για τον απαραίτητο αγιασμό και σιγο- έψαλλε μαζί του το «εν Ιορδάνη…»
Του κρατούσε και το θυμιατό στα τρισάγια πάνω από τους τάφους. Κατά κάποιον τρόπο ο παπάς αντιπροσώπευε τη μόνη «εναπομείνασα γνήσια ελληνική» αρχή, στα μαύρα χρόνια της ξένης κατοχής, της σκλαβιάς.
Επιτέλους ήρθε η μέρα που οι καμπάνες σήμαναν χαρμόσυνα για την απελευθέρωση, έφυγαν οι κατακτητές. Χαράς ευαγγέλια.
Ο γιος του Μεμά βρέθηκε έξαφνα μπρος στο χάος που ενέσκηψε στην ελληνική ύπαιθρο απ’ το κενό εξουσίας, μα και την πάλη προς απόκτησή της από διάφορες ομάδες ελλήνων. Πρόσφεραν όλοι τους τη δική τους δικαιοσύνη και την σερβίριζαν σε πιάτο με κομμένες κεφαλές αντιπάλων σαν να ήταν το κεφάλι του Αϊ Γιάννη. Αυτό ήταν το τέλος της παιδικής του ηλικίας, σαν εκεί να σταμάτησε το τρέξιμο του χρόνου, και με μιας βρέθηκε ενήλικας στον αγώνα επιβίωσης, με παιδική όψη, ποτισμένος με του χωριού την αθωότητα, μουσκεμένος με θαλασσινή αρμύρα να ζητιανεύει σε ξένα μέρη για μια θέση κάτω απ΄ τον ήλιο και το χειρότερο χωρίς παπά.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Η ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ:

Ο παπάς προσπάθησε να διώξει απ’ το μυαλό του την εικόνα του έλληνα ναυτικού που είχε γνωρίσει, αυτού που σα νονός βάβφτισε στην εκκλησία του, το μωρό της Μαγδαλένας ιδιοκτήτριας μπαρ και πανσιόν, όπου σύχναζαν ναυτικοί.
Στριφογύριζε στο κρεβάτι του χωρίς να τον παίρνει ο ύπνος.
Σηκώθηκε, ήταν νύχτα ακόμα. Είχε αρχίσει να βρέχει, ο αέρας σφύριζε μπαίνοντας από τις χαραμάδες, ένας αέρας ζεστός, υγρός, με το που θα σταματούσε να φυσά ήξερε ότι θα ερχόταν τα κουνούπια, ευτυχώς που το κρεβάτι του είχε σκεπή από κουνουπιέρα.
Κοίταξε απ’ το παράθυρο, μπροστά του ήταν τα φώτα ξενοδοχείου του φίλου του έλληνα ναυτικού, αυτού που είχε αρνηθεί να βοηθήσει το μωρό, όταν η γυναίκα του πέθανε στη γέννα. Τώρα είναι αργά σκέφτηκε, ο φίλος μου πέθανε.
Η μοναξιά τον έπνιγε, το ανθρώπινο ένστικτό του ζητούσε παρέα, κάποιον να μιλήσει, αλλά δεν τόλμησε να πάει προς το ξενοδοχείο που ήξερε ότι θα εύρισκε παρέα.
Θυμήθηκε τα χθεσινά, την πράξη του, κράτησε τα χρήματα για τον εαυτό του με το πρόσχημα ότι θα τα έδινε στην εκκλησία, αυτά που του έδωσε η μάνα του άρρωστου δολοφόνου, -αυτού που είχε σφάξει εν πλω συνάδελφο του ναυτικό, σε ελληνικής ιδιοκτησίας βαπόρι που έπλεε κάτω από τους νόμους της Λιβερίας όπου ήταν η σημαία του πλοίου,- για να δώσει άφεση αμαρτιών του γιου της ώστε να ανοίξει η πύλη του παραδείσου.
-Ετοιμάσου τέκνο μου να μετανιώσεις…
-Ώστε θα πεθάνω παπά μου; Α! τώρα καταλαβαίνω, ήρθες να πάρεις την ψυχή μου, φύγε παπά μου, φύγε να μη σε βλέπω.
Αισθάνθηκε σα ράπισμα από την προσβλητική γι’ αυτόν άρνηση του άρρωστου να τον δεχτεί. Στα αυτιά του ακόμα ηχούσαν οι εφιαλτικές στριγκλιές των γυναικών που μαζεμένες στην αυλή περίμεναν το θάνατο του άρρωστου δολοφόνου, κι άρχισαν τα μοιρολόγια όταν είδαν τον παπά να βγαίνει απ’ το δωμάτιο του, νομίζοντας ότι όλα τελείωσαν.
Για ότι μου συμβαίνει δεν φταίω εγώ, σκεφτόταν, το έκανα για να μη κακοκαρδίσω τους πλούσιους. Άρχισε να κλαίει, με το κλάμα ξεκουράστηκε η ψυχή του, τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξημέρωσε, η βροχή είχε σταματήσει, τα σύννεφα προσπαθούσαν να κρύψουν τον ήλιο, αλλά μια του αχτίδα πέρασε, φώτισε του παπά το δωμάτιο.
Ξύπνησε αισιόδοξος, η καινούργια μέρα αναζωογόνησε τις ελπίδες του κι έθαψε βαθιά στη λήθη του παρελθόντος τα περασμένα, χωρίς όμως να μπορέσει να ξεφύγει από το πεπρωμένο, αυτό που ήταν προδιαγεγραμμένο στην τροχιά της ζωής του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Ο Έλληνας ναυτικός, στων λιμανιών το λυκόφως:


Προς τους φίλους αναγνώστες:
Επειδή αυτά που γράφω πολλές φορές δεν είναι ελληνικά θέματα, ούτε ελληνικές συνήθειες, αλλά ανθρώπινες κουλτούρες άλλων λαών που μέσα υπάρχει πάντα ο έλληνας σαν άτομο, ή ναυτικές θαλασσινές περιπέτειες που έχω ζήσει, δια ταύτα ζητώ την κατανόησή σας όταν διαβάζετε στα κείμενά μου διαφορετικές δοξολογίες, πιστεύω, ή ανθρώπινες μυθιστορίες που δεν έχουν κοινό σημείο, ούτε κοινό νόημα με τις ελληνικές συνήθειες-νοοτροπίες, που όμως υπάρχουν και ανήκουν σε διαφορετικές ανθρώπινες κουλτούρες. Η φωτογραφία καρναβάλι στο Veracruz, México.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ




Η τροπική ζέστη ήταν αφόρητη, στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο το σώμα του πατέρα ίδρωνε και μούσκευε το στρώμα. Τα παράθυρα είχαν μεταλλικές σήτες για να τον προστατεύουν από τα κουνούπια.
Ένας μικρός γλόμπος κρεμόταν απ’ το ταβάνι και χρωμάτιζε ακόμα πιο κίτρινη την ατμόσφαιρα.
Ο πατέρας ονειρευόταν, το βαπόρι είχε έρθει στο λιμάνι να τον πάρει κι αυτός αργούσε. Τα βήματά του κολλούσαν στη λάσπη, κάθε που σήκωνε το ένα πόδι το άλλο βούλιαζε πιο πολύ στους βάλτους. Λαχανιασμένος έτρεχε να προλάβει. Ο ιδρώτας κυλούσε απ’ το πρόσωπό του κι άφηνε στα χείλη του την αρμυρή του γεύση. Απ’ το βαπόρι ακούστηκε μια τελευταία σφυριξά, σα ρόγχο ετοιμοθάνατου, έλυσε κάβους και αναχώρησε απ’ το λιμάνι.
Το στήθος του πατέρα ανεβοκατέβαινε σα ξεφούσκωτη σαμπρέλα, η ανάσα του κοβόταν δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Τότε με φώναξε.
-Αχ! γιε μου δεν αισθάνομαι καλά, δεν με νοιάζει που θα πεθάνω, με πειράζει όμως ότι δεν πρόλαβα να κάνω αυτό που σας είχα υποσχεθεί, λοιπόν μη ξεχάσεις γιε μου να πας στην πατρίδα μου την Ελλάδα, θα βρεις τη μάνα μου και γιαγιά σου, τη λένε Ευανθία κι έχει το δικό σου επώνυμο μην της ζητήσεις τίποτα, μόνο να της πεις να σου δώσει το μερίδιο της περιουσίας μας, αυτό που μας ανήκει.
-Του το υποσχέθηκα σφίγγοντας του το χέρι. Το χέρι μου έμεινε έτσι κολλημένο ανάμεσα στα δάχτυλα του πατέρα που τώρα είχαν κοκαλιάσει απ’ τη σκιά του θανάτου.
Ο πατέρας ήταν ναυτικός είχε γυρίσει όλο τον κόσμο, τελικά τον κέρδισαν τα φιλιά μιας γυναίκας κι έτσι παντρεύτηκε τη μάνα μου, που πέθανε στη γέννα όταν με έφερνε στον κόσμο. Έτσι όταν γύρισε στο λιμάνι δεν βρήκε τη γυναίκα του αλλά εμένα μωρό που με είχε περιμαζέψει αδελφή της μάνας μου.
Τότε ο πατέρας έμεινε στη στεριά, παντρεύτηκε την θεια μου κι έτσι έγινε μητριά μου και θεια μου.
Τη μέρα που πέθανε ο πατέρας ο αέρας ερχόταν από τη θάλασσα, γέμισε με δροσιά το σπιτικό μας, μύριζε ψαρίλας και σάπια φύκια. Έμοιαζε σα να ήρθε να πάρει την ψυχή του να την μεταφέρει στο στοιχειό του, τη θάλασσα.
Βάλαμε κεριά γύρω απ’ το φέρετρο του και καρέκλες γι’ αυτούς που θα ερχόταν να τον δουν για τελευταία φορά.
Βαπόρι γνωστών δεν είχε στο λιμάνι, έτσι κανείς από τους φίλους του δεν ήρθε να τον δει. Οι καρέκλες έμειναν άδειες. Η θεια και μάνα μου έψαλλε το Άβε Μαρία… που είχε μάθει από μικρή.
-Καλύτερα έτσι, είπε η θεια, ο θάνατος δεν είναι γλέντι.
Οι εργάτες του κοιμητηρίου ήρθαν και τον πήραν τον έβαλαν στη μαύρη γη, η θεια μου τους πλήρωσε, όταν αυτοί έφυγαν γονατίσαμε και φιλήσαμε τη μαύρη γη εκεί όπου κειτόταν η κεφαλή του πατέρα, του παγκόσμιου έλληνα. Βάλαμε και μια πέτρα σα προσκεφάλι και γύρω, γύρω στον τάφο πετραδάκια μικρά σα να πλέκαμε νταντέλα.
-Τώρα θεια και μάνα της είπε πρέπει να βρω βαπόρι να φύγω, θα κάνω ότι υποσχέθηκα στον πατέρα να δω τη γη που γεννήθηκε που με τόση αγάπη και νοσταλγία μας έλεγε, να ξανα-ζήσω τις αναμνήσεις του με τα δικά του μάτια, που τώρα όμως είναι δικά μου.
Με τη Μάρθα την κόρη του Πάκου αγαπιόμαστε, ήθελα να την παντρευτώ, είχα μάλιστα νοικιάσει διαμέρισμα κι ετοιμάσει όλα όταν αυτή μου είπε δεν μπορώ ν’ αφήσω τον πατέρα μου μόνο του, θα πεθάνει.
-Περίμενε ακόμα λιγάκι μόλις πεθάνει θα παντρευτούμε.
-Ξέρεις, της είπα θα φύγω ναυτικός.
-Όχι, γιατί να φύγεις; τις σου λείπει;
-Θα πρέπει να εκπληρώσω μια υπόσχεση που έδωσα στον πατέρα μου.
-Θα σε περιμένω να γυρίσεις, και θα παντρευτούμε έστω κι ας μην έχει πεθάνει ο πατέρας μου…

Μέχρι να βρω βαπόρι έμενα με τη Σόιλα η οποία είχε έρθει στο λιμάνι ζητώντας δουλειά, σε δωμάτιο ιδιοκτησία της θειας μου που πλήρωνα εγώ.
Όταν ήρθε στο λιμάνι το καράβι του καπετάν Γιάννη φίλου του πατέρα μου πήγα να τον συναντήσω, μου υποσχέθηκε να με πάρει μαζί του, θα με βοηθούσε ν’ αλλάξω βαπόρι στη Νέα Ορλεάνη κι έτσι να φτάσω στην Ελλάδα.

Της Σόιλας της άρεσε ο αμερικάνος. Τον πλησίασε καθώς έπινε στο σκαμπό του μπαρ.
-Τι πίνεις;
-Ρούμι με κόκα κόλα.
-Αν θες από αύριο μπορούμε να κάνουμε παρέα, φεύγει ο έλληνας φίλος μου, μπαρκάρει σε βαπόρι. Να με περιμένεις στη γωνία του κινηματογράφου αύριο βράδυ στις οκτώ.
Και χωρίς να περιμένει απάντηση έτρεξε κι αγκάλιασε τον έλληνα φίλο της, που μαζί με παρέα ελλήνων ναυτικών έπιναν στην αυλή ακούγοντας μουσική.

Ο αμερικάνος έφθασε πρώτος στο ραντεβού, σε λιγάκι φάνηκε και η Σόιλα, τον έπιασε από το χέρι και περπατούσαν στις άκρες του δρόμου προσέχοντας να μην γλιστρήσουν στα παράλληλα χαντάκια.
-Έχω σιχαθεί αυτούς τους ναυτικούς, όλοι με κοιτάνε στα μάτια ελπίζοντας να πάω μαζί τους από αγάπη. Θεέ μου τι αμόρφωτοι, ενώ εσύ διαφέρεις από αυτούς, είσαι ευγενικός με καλούς τρόπους και το σπουδαιότερο δεν είσαι ναυτικός. Τα προσχεδιασμένα βήματα της Σόιλας τους έφεραν στην είσοδο της Πανσιόν, αυτή τον τράβηξε μέσα, θέλεις να φύγουμε ή να νοικιάσουμε δωμάτιο;
Αυτός δεν απάντησε, άφησε να τον οδηγεί εκείνη. Όταν ξημέρωσε παρήγγειλαν φαγητό στο δωμάτιο κι έκατσαν ακόμα μια μέρα.
Όταν έφυγαν τον ρώτησε, θα με πάρεις μαζί σου στην Αμερική;
-Μα εσύ τα έχεις με τον έλληνα,
-Ω, αυτός είναι για να περνά η ώρα.
-Να σου πω την αλήθεια δεν το έχω σκεφτεί ποτέ μου, είμαι εργένης και δεν μου αρέσουν οι υποχρεώσεις, αλλά θα το σκεφτώ και θα σου απαντήσω.
Γύρισαν στο μπαρ, η θεια έβαλε τις φωνές.
-Που ήσουν τόσες μέρες, ξέρεις τώρα που έφυγε ο έλληνας φίλος σου αν θες να μείνεις θα πρέπει να μου πληρώνεις το δωμάτιο, αν θες δουλειά μπορώ να σου δώσω να σερβίρεις ναυτικούς.
-Καλά, θα μείνω προσωρινά μέχρι να δω τι θα κάνω.
-Τότε πλήρωσέ μου το δωμάτιο.
-Δώσε μου καιρό μέχρι το βράδυ να βρω λεφτά.
Περίμενε τον αμερικάνο στο πόστο της, όταν τον είδε άρχισε να κλαίει.
-Λεφτά να σου δώσω δεν έχω, γι’ αυτό ζω μόνος μου, έχω προπληρώσει και το εισιτήριο της επιστροφής για Μαϊάμι για να είμαι σίγουρος.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του, ένοιωσε κάτι τσιγάρα λιωμένα, ανάμεσα στον σκορπισμένο ταμπάκο βρήκε μια φούχτα κέρματα. Της έπιασε το δεξί χέρι, άνοιξε την παλάμη και την γέμισε κέρματα που βρωμούσαν αποτσίγαρα.
-Δοκίμασε να ζήσεις χωρίς εμένα, της είπε.
Την άλλη μέρα η Σόιλα δέχθηκε δουλειά στο μπαρ, να σερβίρει ναυτικούς...

Γαβριήλ Παναγιωσούλης