Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Ο Έλληνας ναυτικός, στων λιμανιών το λυκόφως:


Προς τους φίλους αναγνώστες:
Επειδή αυτά που γράφω πολλές φορές δεν είναι ελληνικά θέματα, ούτε ελληνικές συνήθειες, αλλά ανθρώπινες κουλτούρες άλλων λαών που μέσα υπάρχει πάντα ο έλληνας σαν άτομο, ή ναυτικές θαλασσινές περιπέτειες που έχω ζήσει, δια ταύτα ζητώ την κατανόησή σας όταν διαβάζετε στα κείμενά μου διαφορετικές δοξολογίες, πιστεύω, ή ανθρώπινες μυθιστορίες που δεν έχουν κοινό σημείο, ούτε κοινό νόημα με τις ελληνικές συνήθειες-νοοτροπίες, που όμως υπάρχουν και ανήκουν σε διαφορετικές ανθρώπινες κουλτούρες. Η φωτογραφία καρναβάλι στο Veracruz, México.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ




Η τροπική ζέστη ήταν αφόρητη, στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο το σώμα του πατέρα ίδρωνε και μούσκευε το στρώμα. Τα παράθυρα είχαν μεταλλικές σήτες για να τον προστατεύουν από τα κουνούπια.
Ένας μικρός γλόμπος κρεμόταν απ’ το ταβάνι και χρωμάτιζε ακόμα πιο κίτρινη την ατμόσφαιρα.
Ο πατέρας ονειρευόταν, το βαπόρι είχε έρθει στο λιμάνι να τον πάρει κι αυτός αργούσε. Τα βήματά του κολλούσαν στη λάσπη, κάθε που σήκωνε το ένα πόδι το άλλο βούλιαζε πιο πολύ στους βάλτους. Λαχανιασμένος έτρεχε να προλάβει. Ο ιδρώτας κυλούσε απ’ το πρόσωπό του κι άφηνε στα χείλη του την αρμυρή του γεύση. Απ’ το βαπόρι ακούστηκε μια τελευταία σφυριξά, σα ρόγχο ετοιμοθάνατου, έλυσε κάβους και αναχώρησε απ’ το λιμάνι.
Το στήθος του πατέρα ανεβοκατέβαινε σα ξεφούσκωτη σαμπρέλα, η ανάσα του κοβόταν δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Τότε με φώναξε.
-Αχ! γιε μου δεν αισθάνομαι καλά, δεν με νοιάζει που θα πεθάνω, με πειράζει όμως ότι δεν πρόλαβα να κάνω αυτό που σας είχα υποσχεθεί, λοιπόν μη ξεχάσεις γιε μου να πας στην πατρίδα μου την Ελλάδα, θα βρεις τη μάνα μου και γιαγιά σου, τη λένε Ευανθία κι έχει το δικό σου επώνυμο μην της ζητήσεις τίποτα, μόνο να της πεις να σου δώσει το μερίδιο της περιουσίας μας, αυτό που μας ανήκει.
-Του το υποσχέθηκα σφίγγοντας του το χέρι. Το χέρι μου έμεινε έτσι κολλημένο ανάμεσα στα δάχτυλα του πατέρα που τώρα είχαν κοκαλιάσει απ’ τη σκιά του θανάτου.
Ο πατέρας ήταν ναυτικός είχε γυρίσει όλο τον κόσμο, τελικά τον κέρδισαν τα φιλιά μιας γυναίκας κι έτσι παντρεύτηκε τη μάνα μου, που πέθανε στη γέννα όταν με έφερνε στον κόσμο. Έτσι όταν γύρισε στο λιμάνι δεν βρήκε τη γυναίκα του αλλά εμένα μωρό που με είχε περιμαζέψει αδελφή της μάνας μου.
Τότε ο πατέρας έμεινε στη στεριά, παντρεύτηκε την θεια μου κι έτσι έγινε μητριά μου και θεια μου.
Τη μέρα που πέθανε ο πατέρας ο αέρας ερχόταν από τη θάλασσα, γέμισε με δροσιά το σπιτικό μας, μύριζε ψαρίλας και σάπια φύκια. Έμοιαζε σα να ήρθε να πάρει την ψυχή του να την μεταφέρει στο στοιχειό του, τη θάλασσα.
Βάλαμε κεριά γύρω απ’ το φέρετρο του και καρέκλες γι’ αυτούς που θα ερχόταν να τον δουν για τελευταία φορά.
Βαπόρι γνωστών δεν είχε στο λιμάνι, έτσι κανείς από τους φίλους του δεν ήρθε να τον δει. Οι καρέκλες έμειναν άδειες. Η θεια και μάνα μου έψαλλε το Άβε Μαρία… που είχε μάθει από μικρή.
-Καλύτερα έτσι, είπε η θεια, ο θάνατος δεν είναι γλέντι.
Οι εργάτες του κοιμητηρίου ήρθαν και τον πήραν τον έβαλαν στη μαύρη γη, η θεια μου τους πλήρωσε, όταν αυτοί έφυγαν γονατίσαμε και φιλήσαμε τη μαύρη γη εκεί όπου κειτόταν η κεφαλή του πατέρα, του παγκόσμιου έλληνα. Βάλαμε και μια πέτρα σα προσκεφάλι και γύρω, γύρω στον τάφο πετραδάκια μικρά σα να πλέκαμε νταντέλα.
-Τώρα θεια και μάνα της είπε πρέπει να βρω βαπόρι να φύγω, θα κάνω ότι υποσχέθηκα στον πατέρα να δω τη γη που γεννήθηκε που με τόση αγάπη και νοσταλγία μας έλεγε, να ξανα-ζήσω τις αναμνήσεις του με τα δικά του μάτια, που τώρα όμως είναι δικά μου.
Με τη Μάρθα την κόρη του Πάκου αγαπιόμαστε, ήθελα να την παντρευτώ, είχα μάλιστα νοικιάσει διαμέρισμα κι ετοιμάσει όλα όταν αυτή μου είπε δεν μπορώ ν’ αφήσω τον πατέρα μου μόνο του, θα πεθάνει.
-Περίμενε ακόμα λιγάκι μόλις πεθάνει θα παντρευτούμε.
-Ξέρεις, της είπα θα φύγω ναυτικός.
-Όχι, γιατί να φύγεις; τις σου λείπει;
-Θα πρέπει να εκπληρώσω μια υπόσχεση που έδωσα στον πατέρα μου.
-Θα σε περιμένω να γυρίσεις, και θα παντρευτούμε έστω κι ας μην έχει πεθάνει ο πατέρας μου…

Μέχρι να βρω βαπόρι έμενα με τη Σόιλα η οποία είχε έρθει στο λιμάνι ζητώντας δουλειά, σε δωμάτιο ιδιοκτησία της θειας μου που πλήρωνα εγώ.
Όταν ήρθε στο λιμάνι το καράβι του καπετάν Γιάννη φίλου του πατέρα μου πήγα να τον συναντήσω, μου υποσχέθηκε να με πάρει μαζί του, θα με βοηθούσε ν’ αλλάξω βαπόρι στη Νέα Ορλεάνη κι έτσι να φτάσω στην Ελλάδα.

Της Σόιλας της άρεσε ο αμερικάνος. Τον πλησίασε καθώς έπινε στο σκαμπό του μπαρ.
-Τι πίνεις;
-Ρούμι με κόκα κόλα.
-Αν θες από αύριο μπορούμε να κάνουμε παρέα, φεύγει ο έλληνας φίλος μου, μπαρκάρει σε βαπόρι. Να με περιμένεις στη γωνία του κινηματογράφου αύριο βράδυ στις οκτώ.
Και χωρίς να περιμένει απάντηση έτρεξε κι αγκάλιασε τον έλληνα φίλο της, που μαζί με παρέα ελλήνων ναυτικών έπιναν στην αυλή ακούγοντας μουσική.

Ο αμερικάνος έφθασε πρώτος στο ραντεβού, σε λιγάκι φάνηκε και η Σόιλα, τον έπιασε από το χέρι και περπατούσαν στις άκρες του δρόμου προσέχοντας να μην γλιστρήσουν στα παράλληλα χαντάκια.
-Έχω σιχαθεί αυτούς τους ναυτικούς, όλοι με κοιτάνε στα μάτια ελπίζοντας να πάω μαζί τους από αγάπη. Θεέ μου τι αμόρφωτοι, ενώ εσύ διαφέρεις από αυτούς, είσαι ευγενικός με καλούς τρόπους και το σπουδαιότερο δεν είσαι ναυτικός. Τα προσχεδιασμένα βήματα της Σόιλας τους έφεραν στην είσοδο της Πανσιόν, αυτή τον τράβηξε μέσα, θέλεις να φύγουμε ή να νοικιάσουμε δωμάτιο;
Αυτός δεν απάντησε, άφησε να τον οδηγεί εκείνη. Όταν ξημέρωσε παρήγγειλαν φαγητό στο δωμάτιο κι έκατσαν ακόμα μια μέρα.
Όταν έφυγαν τον ρώτησε, θα με πάρεις μαζί σου στην Αμερική;
-Μα εσύ τα έχεις με τον έλληνα,
-Ω, αυτός είναι για να περνά η ώρα.
-Να σου πω την αλήθεια δεν το έχω σκεφτεί ποτέ μου, είμαι εργένης και δεν μου αρέσουν οι υποχρεώσεις, αλλά θα το σκεφτώ και θα σου απαντήσω.
Γύρισαν στο μπαρ, η θεια έβαλε τις φωνές.
-Που ήσουν τόσες μέρες, ξέρεις τώρα που έφυγε ο έλληνας φίλος σου αν θες να μείνεις θα πρέπει να μου πληρώνεις το δωμάτιο, αν θες δουλειά μπορώ να σου δώσω να σερβίρεις ναυτικούς.
-Καλά, θα μείνω προσωρινά μέχρι να δω τι θα κάνω.
-Τότε πλήρωσέ μου το δωμάτιο.
-Δώσε μου καιρό μέχρι το βράδυ να βρω λεφτά.
Περίμενε τον αμερικάνο στο πόστο της, όταν τον είδε άρχισε να κλαίει.
-Λεφτά να σου δώσω δεν έχω, γι’ αυτό ζω μόνος μου, έχω προπληρώσει και το εισιτήριο της επιστροφής για Μαϊάμι για να είμαι σίγουρος.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του, ένοιωσε κάτι τσιγάρα λιωμένα, ανάμεσα στον σκορπισμένο ταμπάκο βρήκε μια φούχτα κέρματα. Της έπιασε το δεξί χέρι, άνοιξε την παλάμη και την γέμισε κέρματα που βρωμούσαν αποτσίγαρα.
-Δοκίμασε να ζήσεις χωρίς εμένα, της είπε.
Την άλλη μέρα η Σόιλα δέχθηκε δουλειά στο μπαρ, να σερβίρει ναυτικούς...

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γαβρίλη,
Διαφορετικά πράγματα ευχαριστούν διαφορετικούς ανθρώπους. . .και η ζωή συνεχίζεται.
Φιλικά,
Νίκος
Νέα Υόρκη

Ανώνυμος είπε...

Έχεις δίκιο φίλε Γαβρίλη με αυτά που λες στον μικρό πρόλογο στο κείμενό σου. Θα πρέπει απλά να κατανούμε τις παραδόσεις, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των άλλων λαών.Κι΄ακόμη αν τα μελετήσουμε όλα αυτά ίσως καταφέρουμε να καταλάβουμε όλα όσα αυτά κλείνουν μέσα τους.
Πάντως είναι ανεπανάλειπτες οι εξωτικές περιγραφές των όσων έζησες στην ναυτική ζωή σου.
Ντένης

pylaros είπε...

Νίκο
Κάτω από τη διαφορετικότητα υπάρχει, το άγνωστον αυτό που ελκύει... αυτό κάνει τη ζωή πιο ενδιαφέρουσα.
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Φίλε Ντέννη,
Το μεγαλύτερο δώρο της φύσης είναι ότι όλοι οι ανθρώποι γενιόμαστε με τον ίδιο τρόπο, με ένα μυαλό σα σφουγγάρι που απορροφά τις συνήθειες που το είναι πλησίον του.
Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι ότι υπάρχει θάνατος ο οποίος εσοπεδώνει ότι έχει δημιουργήσει η ανθρώπινη 'δογματική' φαντασία.
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Βάνα Κ. είπε...

Προσωπικά, το απόλαυσα. Η γραφή σου ζωντανεύει πάντα τις σκηνές.
Πιστεύω, η ζωή των λιμανιών, ανά τον κόσμο, είναι ίδια. Στον Πειραιά, παλιά είχαμε την Τρούμπα και οι ιστορίες παρόμοιες. Η νοοτροπία της Σόιλα, δεν με ξένισε καθόλου. Την βρίσκεις άνετα και σε άλλες γυναίκες, (εκτός λιμανιού) που ενδιαφέρονται να φύγουν από την μιζέρια της ζωής τους και ν'αποκατασταθούν. Οπωσδήποτε συμβάλλει τα μέγιστα και το μέτρο της ελευθεριότητας των ηθών κάθε χώρας και η προσωπική ηθική του χαρακτήρα κάθε γυναίκας. Πάντως, σαν ιστορία, έχει γνώριμα κοινά χαρακτηριστικά, που τα συναντάμε παντού.
Βάνα.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Βάνα,

Χάρηκα που σου άρεσαν οι σκηνές της ιστορίας, πράγματι είναι εικόνες βγαλμένες μέσα από την πάλη της ανθρωπότητας όπου τα άτομα, οι τάξεις προσπαθούν να επιπλεύσουν, να επιβιώσουν, ή και να εκμεταλλευθούν, αλλά με ένα ιδιόμορφο σκηνικό το λιμάνι και το μεράκι (άχτι) του έλληνα ναυτικού του καιρού εκείνου, για το αντίθετο φύλλο και τα επακόλουθά του.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ