Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Η ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ:

Ο παπάς προσπάθησε να διώξει απ’ το μυαλό του την εικόνα του έλληνα ναυτικού που είχε γνωρίσει, αυτού που σα νονός βάβφτισε στην εκκλησία του, το μωρό της Μαγδαλένας ιδιοκτήτριας μπαρ και πανσιόν, όπου σύχναζαν ναυτικοί.
Στριφογύριζε στο κρεβάτι του χωρίς να τον παίρνει ο ύπνος.
Σηκώθηκε, ήταν νύχτα ακόμα. Είχε αρχίσει να βρέχει, ο αέρας σφύριζε μπαίνοντας από τις χαραμάδες, ένας αέρας ζεστός, υγρός, με το που θα σταματούσε να φυσά ήξερε ότι θα ερχόταν τα κουνούπια, ευτυχώς που το κρεβάτι του είχε σκεπή από κουνουπιέρα.
Κοίταξε απ’ το παράθυρο, μπροστά του ήταν τα φώτα ξενοδοχείου του φίλου του έλληνα ναυτικού, αυτού που είχε αρνηθεί να βοηθήσει το μωρό, όταν η γυναίκα του πέθανε στη γέννα. Τώρα είναι αργά σκέφτηκε, ο φίλος μου πέθανε.
Η μοναξιά τον έπνιγε, το ανθρώπινο ένστικτό του ζητούσε παρέα, κάποιον να μιλήσει, αλλά δεν τόλμησε να πάει προς το ξενοδοχείο που ήξερε ότι θα εύρισκε παρέα.
Θυμήθηκε τα χθεσινά, την πράξη του, κράτησε τα χρήματα για τον εαυτό του με το πρόσχημα ότι θα τα έδινε στην εκκλησία, αυτά που του έδωσε η μάνα του άρρωστου δολοφόνου, -αυτού που είχε σφάξει εν πλω συνάδελφο του ναυτικό, σε ελληνικής ιδιοκτησίας βαπόρι που έπλεε κάτω από τους νόμους της Λιβερίας όπου ήταν η σημαία του πλοίου,- για να δώσει άφεση αμαρτιών του γιου της ώστε να ανοίξει η πύλη του παραδείσου.
-Ετοιμάσου τέκνο μου να μετανιώσεις…
-Ώστε θα πεθάνω παπά μου; Α! τώρα καταλαβαίνω, ήρθες να πάρεις την ψυχή μου, φύγε παπά μου, φύγε να μη σε βλέπω.
Αισθάνθηκε σα ράπισμα από την προσβλητική γι’ αυτόν άρνηση του άρρωστου να τον δεχτεί. Στα αυτιά του ακόμα ηχούσαν οι εφιαλτικές στριγκλιές των γυναικών που μαζεμένες στην αυλή περίμεναν το θάνατο του άρρωστου δολοφόνου, κι άρχισαν τα μοιρολόγια όταν είδαν τον παπά να βγαίνει απ’ το δωμάτιο του, νομίζοντας ότι όλα τελείωσαν.
Για ότι μου συμβαίνει δεν φταίω εγώ, σκεφτόταν, το έκανα για να μη κακοκαρδίσω τους πλούσιους. Άρχισε να κλαίει, με το κλάμα ξεκουράστηκε η ψυχή του, τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξημέρωσε, η βροχή είχε σταματήσει, τα σύννεφα προσπαθούσαν να κρύψουν τον ήλιο, αλλά μια του αχτίδα πέρασε, φώτισε του παπά το δωμάτιο.
Ξύπνησε αισιόδοξος, η καινούργια μέρα αναζωογόνησε τις ελπίδες του κι έθαψε βαθιά στη λήθη του παρελθόντος τα περασμένα, χωρίς όμως να μπορέσει να ξεφύγει από το πεπρωμένο, αυτό που ήταν προδιαγεγραμμένο στην τροχιά της ζωής του.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

8 σχόλια:

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

Πολύ ωραία κι ενδιαφέρουσα η σελίδα σου καθώς κι ατμόσφαιρα που ξεδιπλώνεται μέσα σ' αυτήν. Πράγματι τα δάκρυα είναι ξεκούραση της ψυχής, αλλά στιγμιαία. Ο θάνατος είναι η μόνιμη ξεκούραση της ψυχής...

pylaros είπε...

Φίλε Φαίδων,Ναι, πράγματι έχεις δίκιο, με τη μόνη διαφορά ότι μετά από τα δάκρυα εσύ ο ίδιος αισθάνεσε την ξεκούραση της ψυχής, ενώ μετά τον θάνατο άλλοι αισθάνοντε την ξεκούραση από την παρουσία σου...

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@Γαβριήλ
Ο σαρκασμός, συχνά και ο αυτοσαρκασμός, είναι ένα από τα καλά πνευματικά σου όπλα. Όχι μόνο συμφωνώ με το σχόλό σου αλλά και επαυξάνω...

Ανώνυμος είπε...

Γαβρίλη,

Πάντα ο άνθρωπος στον υπαρξιακό του χώρο και χρόνο πολιορκείται με φυσικές και εσωκοσμικές απορίες και τις νοηματικές εξιγήσεις που επιχειρεί να δώσει.

Στο επικείμενο θέμα ίσως τα δάκρυα να είναι αναπαμός, καθαρμός και μύηση της ψυχής (. . . όπως το κλάμα ξεκούρασε την ψυχή του παπά και ξύπνησε αισιόδοξος. . .) ίσως και "πεπρωμένο" (αντίληψη ευρέως διαδεδομένη στην αρχαία Ελληνική σκέψη) που οδηγούν στην αποκάλυψη της αλήθειας, την οποία επίμονα ψάχνει να βρεί ο φιλόσοφος φίλος μας, καθόσον αυτή -- η ψυχή -- παραμένει ως φιλοσοφική ιδέα.

Πάντα με υγεία,
Νίκος
Ν.Υ.

pylaros είπε...

Τα δάκρυα είναι χειροπιαστά τα βλέπεις ή τα αισθάνεσε, είναι το ξέσπασμα ενός άγνωστου εσωτερικού μας κόσμου, ο οποίος είναι άυλος, όσο για την ψυχή όλοι μας την μελετάμε, την ψάχνουμε να την βρούμε και όταν φτάσουμε στο τελευταιό στάδιο της ζωής ξαναγυρίζουμε στο στάδιο που έιμασταν πριν γεννηθούμε.

Όσο για το φιλόσοφος, ο νους δεν αδρανεί ποτέ, όπως γυρίζει η γη μας πάντοτε υπάρχει μια καινούργια μέρα (χρόνος, στιγμή)που δεν είναι όμοια με την χθεσινή, φιλόσοφος αυτός που διακρίνει τη διαφορά, ψάχνει να βρει το σκοπό της ύπαρξής μας...

Νίκο σ' ευχαριστώ

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

Γαβριλαρε ,καταδεκτικε και μειλιχιε,εχω συναξει μερικες απο τις
γνωμες που συλλεγεις υστερα απο το καθε διηγημα ¨σου η¨υστερα
απο διαλογικες συζητησεις σου..Αφου λοιπον σ¨ενδιαφερουν και οι
δικες μου,να μερικες τωρα, κι οταν βρω χρονο θα σου πω κι αλλες.
1.Σε συγχαιρω που αποτεινεσαι ανοιχτα ,καθαρα,κι ανενδιαστα προς
ολους οταν εχεις κατι να πεις,αποφευγοντας τους ιδιωτικους ψιθυρους.
2.Μπορει στο γραψιμο να μη φτανεις το Μυριβηλη και τον Πρω-
ταγορα,αλλα,ελκυεις και κρατας αδιαπτωτο το ενδιαφερον του
αναγνωστη.
3.Ελληνας δεν ειναι μονο αυτος που γεννιεται στη Ελλαδα.Στην Ελ-
λαδα γεννηθηκαν κι αυτοι που την προδωσαν....Ο ορος Ελληνας,
για μενα,παιρνει αλλες διαστασεις,κατι που χωραει συζητηση πολλη.
4.Απεχθανομαι τις κλοπιμαιες ασυναρτησιες εκεινων που μιλανε
δημοσια μεσα απο το θαμβος μιας λανθανουσας γνωσης και μιας
κατα συνθηκην...Αληθειας.

Βαγγέλης

Βάνα είπε...

Γαβρίλη μου, άλλο ένα περιγραφικό κείμενο με ναυτικό υπόβαθρο.
Σ'αυτή όμως την ιστορία κάτι μου ξεφεύγει. Μεσιγχωρείς γι αυτό, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω πλήρως τον ρόλο των προσώπων,του παππά και την αιτία που άρχισε να κλαίει.
Με την εκτίμησή μου
Βάνα.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Βάνα,
Οι ανθρώπινες τύψεις συνειδήσεως, έρχονται μέσα μας σαν αστραπή, με το κλάμα μετανιώνουμε στιγμιαίως, μετά γινόμαστε πάλι οι ίδιοι.
Ο παπάς στην απελπισία της μοναξιάς του μετάνιωσε που δεν έδωσε χέρι βοηθείας που του είχε ζητήσει ο έλληνας ναυτικός για το μωρό του όταν πέθανε η γυναίκα του, το κατάλαβε αυτό αφότου είχε πεθάνει ο έλληνας. Μετά αισθάνθηκε ότι η μάνα του δολοφόνου τον δωροδόκησε με το πρόσχημα να τα δώσει στην εκκλησία, για να δώσει άφεση αμαρτιών στον γιο της ο οποίος τον πρόσβαλε αρνούμενος να τον δεχτεί. Κι ακόμα χειρότερο καταχράστηκε τα χρήματα χωρίς να πει κανενός τίποτα.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ